Το κέρατό μου το ταρανδένιο

Tags

, , , , ,

 

Συνέβη πριν 3 χρόνια, αλλά είναι των ημερών. Τέτοιες μέρες λοιπόν, το 2009, Εγώ, Μάνα και Αδερφή βρισκόμαστε στο Ιασώ, σε επίσκεψη σε οικογενειακές φίλες-νέες μαμάδες. Τους πάμε δώρο κάτι χαριτωμένα χριστουγεννιάτικα ζιπουνάκια ταράνδους.

Η Μάνα, με παράπονο, λέει στις κόρες: “δεν θα θέλατε κι εσείς ένα μωράκι να το ντύσετε ταρανδάκι;”

Εγώ, γυρνάω και λέω στην Αδερφή:

Άμα θες, ντύνομαι εγώ.

 

 

 

 

 

Μπάι δε γουέη, η Αδερφή είναι οδοντίατρος…

 

Ζήτα μου ό,τι θες

Tags

, , , , , , , , , , , ,

Αυτό το κομμάτι είναι από το 2010 αλλά είναι τρομερά επίκαιρο και ταιριάζει τρομερά στη στιγμή.

Μια και φαίνεται ότι μπήκε χειμώνας και είμαι εδώ στο παγωμένο μου σπίτι (προφανώς είναι νωρίς για πετρέλαιο), κουκουλωμένη με fleece κουβέρτες, με τσάι -αλλά χωρίς συμπάθεια- και το μέλλον να διαφαίνεται ψυχρό, σκοτεινό και νεφελώδες, λέω να ανοίξω μια συζήτηση. (Μια και δεν έχω θέρμανση, πιτσίνια και ταινία Disney, που θα έκαναν τη ζωή μου πολύ καλύτερη αυτή τη στιγμή). Ένιγουέι, υπάρχει ένα θέμα που με έχει προβληματίσει. Τα τελευταία δύο-τρία χρόνια περίπου, άπειρος κόσμος που με γνωρίζει -μια και έχω φτάσει σε μια κάποια ηλικία, και ζω ακόμα έτσι όπως ζω- με ρωτάει μα, τελικά, τι θέλω. Όχι αν θέλω ροζ γόβες ή παγκόσμια ειρήνη αλλά τι θέλω από το άλλο φύλο. Τι ψάχνω. Και, μάλιστα, προς μεγάλη μου έκπληξη, εκπλήσσονται οι ίδιοι όταν λέω ότι θέλω έναν άνθρωπο δίπλα μου. Για να το ξεκαθαρίσω, εκπλήσσονται όταν λέω ότι θέλω ΕΝΑΝ άνθρωπο δίπλα μου.

Μα καλά, πλάκα κάνετε; Δεν είναι προφανές; Σοβαρά τώρα; Θα εξηγήσω λοιπόν πολύ σύντομα το τι αντιμετωπίζω. Πιθανότατα όχι μόνο εγώ. Υπάρχουν δύο κατηγορίες αντρών που απευθύνονται σ’ εμένα. Η πρώτη, στην ηλικία 20-27, μου μιλάνε για σεξ. Για συγκεκριμένα πράγματα. Που θέλουν να κάνουμε παρέα. Που έχουν το αντίθετο αποτέλεσμα απ’ αυτό για το οποίο προορίζονταν. Που κάνουν κάθε διάθεση που μπορεί να είχα να εξαφανίζεται, αφήνοντας πίσω της μια ελαφριά απέχθεια. Και, κάθε φορά, αναγκάζομαι να έχω μια προσωπική αυτοθεραπευτική συνεδρία με τον εαυτό μου, όπου μου κάνω πατ-πατ στην πλάτη και με πείθω ότι σώπα, σώπα, δεν είναι τόσο τραγικός ο κόσμος, παιδιά είναι κι αυτά, νομίζουν ότι επειδή είσαι μεγαλύτερη για κάποιο λόγο…

…ξυπνάς, κοιμάσαι κι ονειρεύεσαι ιπτάμενα καυλιά.

(Παρόλο που ναι, κυρίες και κύριοι, συνέβη ΚΑΙ αυτό, εδώ).

Μα -σου λέει- για ποιον άλλο λόγο κοιτάς τα 20χρονα; Έλα μου ντε. Μήπως -λέω μήπως- γιατί είναι πιο χαριτωμένα, γιατί χορεύουν ωραία κι έχουν πλάκα; Μήπως γιατί μου αρέσει που με κάνουν να χαχανίζω (=giggling = αγαπημένη λέξη) σαν ηλίθιο; Μήπως γιατί αυτά είναι που βρίσκονται εκεί έξω κι όχι οι 30-και-κάτι που έχουν πάει για ύπνο από νωρίς ή είναι σπίτι με τη Σχέση τους -γιατί βγαίνει όλη η πλέμπα Σάββατο βράδυ- και προτιμούν να κάτσουν στον καναπέ με delivery και ταινία; Μήπως γιατί επίσης δεν πιστεύω ότι ο άνθρωπος “ωριμάζει” αργότερα; Αλλά ότι το μόνο που γίνεται -αν όχι χειρότερος- είναι απλά μια πιο αποκρυσταλλωμένη (άντε, και εξελιγμένη) έκδοση του εαυτού του; Αλλά πότε δηλαδή έγινε ξαφνικά καλό το “αποκρυσταλλωμένο”; Καλό είναι, όταν ήταν καλό απ’ την αρχή. Αλλιώς, πόσους γνωρίζουμε που έχουν πανηλίθιες, στενόμυαλες, παράλογες απόψεις και δεν είναι καν διατεθειμένοι/ ικανοί να τις αλλάξουν; Είναι καλό τώρα αυτό; Επίσης, δεν ακούς και την τόοοση μαλακία “δεν θέλω σχέση” που ακούς απ’ τη δεύτερη κατηγορία. Γιατί δεν υπάρχει και λόγος. Δεν τίθεται θέμα. Καμία υπόσχεση, καμία προσδοκία. Και η προσδοκία είναι η πηγή της δυστυχίας.

Η δεύτερη κατηγορία λοιπόν, (πολύ πιο περιορισμένη), είναι των 27 και άνω. Με το ύφος το κουρασμένο, το βαρύ, το “τα ‘χω δει όλα, τα ‘χω κάνει όλα, τίποτα δεν με εκπλήσσει πια, πού να τρέχεις, δε βαριέσαι… κ.λπ.” Βαρύ κι ασήκωτο. Στην κυριολεξία. Δεν ξεκουνιούνται. Δεν ενθουσιάζονται. Δεν λένε τη μαλακία για τη μαλακία. Δεν βλέπεις τη λάμψη στο βλέμμα. Είχαν μια σοβαρή σχέση, δύο σοβαρές σχέσεις, άντε και τρεις, δεν έχουν ξεπεράσει καμία ή δεν έχουν ξεπεράσει τη μία, ή τέλος πάντων δεν δείχνουν έτοιμοι να τα κάνουν όλα απ’ την αρχή όπως τα έκαναν Τότε. Δεν είναι tabula rasa.

Τις περισσότερες φορές αυτό σημαίνει ότι έχουν “baggage”, δηλαδή ότι έρχονται με “συναισθηματικές αποσκευές” που κουβαλάνε στην πλάτη. (Άσχετα με το πού θα πάει μεταξύ σας η βαλίτσα). Εγώ, μπορεί όταν πηγαίνω διακοπές να μην έχω ιδέα τι είναι το “ταξιδεύω ελαφρά” και να νιώθω μια ανασφάλεια χωρίς τις 216 χρυσές σκιές μου και τα 37 μπικίνι, αλλά, στις σχέσεις, δεν χρειάζεται να κάνω ούτε τσεκ-ιν. Κατευθείαν στο Gate μου κι άντε γεια.

don't bring emotional baggage relationship short trip

Νομίζω πως οι “αποσκευές”, οι οποίες από τη θετική τους πλευρά είναι το “έπαθα κι έμαθα” είναι βασικός λόγος που, πολλοί συνομήλικοι, παρόλο που ισχυρίζονται (και πιστεύουν) το αντίθετο, αποφεύγουν ό,τι δεν μπορούν να ταξινομήσουν και να διαχειριστούν εύκολα. Αποφεύγουν ό,τι απαιτεί (συναισθηματική) επένδυση. Επειδή έπαθαν κι έμαθαν. Και μπορεί και να είναι έτοιμοι για την επόμενη (γκόμενα), αλλά δεν πρόκειται να αφιερώσουν την ενέργεια που αφιέρωσαν Τότε. Δεν θα πέσουν και με τα μούτρα, πού χρόνος, πού όρεξη για τέτοια, έχουμε μεγαλώσει, τι να κάνεις… δουλειά μωρέ… Ναι, αυτοί μου μιλάνε για δουλειά*. Για αποδοχές. Για προοπτικές.

Δεν. Με. Ενδιαφέρει. Η. Δουλειά*. Όταν πρωτογνωρίζω κάποιον, δεν με ενδιαφέρει ούτε η δουλειά, ούτε η ελληνική πραγματικότητα, ούτε το σάπιο σύστημα, ούτε οτιδήποτε “σοβαρό”. Πες μου μαλακίες. Αστείες μαλακίες. Να γελάσουμε. Ό,τι να ‘ναι. Κορόιδεψέ με στην ανάγκη. Για την εμφάνισή μου, στην ανάγκη. Εσύ ποιος/τι είσαι πραγματικά; ΟΚ, ας πούμε ότι είσαι 35, αλλά… τι θέλεις να γίνεις όταν μεγαλώσεις; Σου αρέσει η πίτσα για πρωινό; Ποια ικανότητα σούπερ-ήρωα θα ήθελες να είχες; Άρχοντας των Δαχτυλιδιών ή Χάρι Πότερ; Πες μου να κοιτάξω εκεί. Κλέψε μου μια πατάτα τηγανιτή. Πάρ’ τες όλες, δεν τρώω. Δώσε μου τη ντομάτα σου. Κοίτα με. Σου χαμογελάω. Σαν να είμαστε 15. Το ξέρεις; μ’ αρέσεις. Και πίστεψέ με.

Φίλος 35+ σχολιάζει λέγοντας ότι ίσως πρέπει να αλλάξω τα κριτήρια ηλικίας και εμφάνισης. Απαντώ: “Μα δεν επιλέγω εγώ, εκείνοι επιλέγουν. (Αυτή είναι ίσως η μεγαλύτερη κατάρα τού να είσαι κορίτσι, κάθεσαι και περιμένεις σαν τον μαλάκα να σε διαλέξουν). Και, εννοείται ότι ΑΛΛΑ είναι τα κριτήριά μου. Η ηλικία και η εμφάνιση μού είναι αδιάφορα, αν υπάρχουν τα άλλα. Αυτό που μάλλον μπερδεύει (αναφέρομαι στην εικόνα μου προς τα έξω) είναι ότι, όπως μπορούν συνήθως τα αγοράκια, μπορώ κι εγώ να διαχωρίσω το παιχνίδι από το Ωραίο, το Μεγάλο, το Αληθινό. Αλλά οι Ολυμπιακοί είναι κάθε 4 χρόνια.

Εν τω μεταξύ, να μην παίξουμε καθόλου;”

*(Σημειώνω ότι όλα αυτά ήταν προ κρίσης. Τώρα, ποια δουλειά; όποιος έχει δουλειά δεν το λέει παραέξω για να μην τον πιάσει το κακό μάτι).

Ε, ΟΚ, υπάρχει κι αυτό...

Αυτό είναι για το “η ελπίδα πεθαίνει πάντα τελευταία”…

 

Diablo, μέρος 3ο: Ύπαγε οπίσω μου Σατανά

Tags

, , , , , , , , ,

Στα 2 προηγούμενα ποστς, έλεγα για το Διαβολικό Δίδυμο. Θα πω κι εδώ πως ό,τι βλέπεις μέσα σε αγκύλες, δηλαδή έτσι: [Μπλα μπλα μπλα], είναι οι δικές μου σκέψεις πάνω στις φεϊσμπουκικές μας συζητήσεις.

Κάποια στιγμή, λοιπόν, όπου με ρωτάει γιατί μπλοκάρω μαζί του, αναφέρεται και η αμηχανία μας στο σεξ.

Εγώ: «με μπλοκάρει η ΟΛΗ μας συνύπαρξη. Δεν μιλάω μόνο για το σεξ αλλά αναγκαστικά συμβαίνει ΚΑΙ στο σεξ. Πάρα πολύ λίγες στιγμές είμαι άνετα μαζί σου…»

Εγώ (συνεχίζω): «…νομίζω ότι το έχουμε συζητήσει αρκετές φορές, δεν βγαίνει τελείως νόημα. Είναι κρίμα, γιατί θεωρητικά θα μπορούσαμε να περνάμε εκπληκτικά, αλλά είμαστε κάθε φορά στο “ΟΚ αλλά κάτι λείπει/φταίει”. Είναι αυτό το ευγενικό αλλά ψυχρό και απόμακρο, το πνευματώδες αλλά απρόσωπο, το ότι δεν γελάμε μαζί αλλά απλά ανταλλάσσουμε εξυπνάδες κατά 90%. Λογικό δεν σου φαίνεται;»

Διαβολικός Δίδυμος: «ναι ΟΚ… σε αρκετά κάπως έτσι είναι. το θέμα είναι πως δεν καταλαβαίνω ΓΙΑΤΙ είμαστε έτσι. δεν νιώθω ανταγωνιστικά μαζί σου. Ούτε προσπαθώ να σου δείξω “τι έξυπνος είμαι”».

Εγώ: «ούτε εγώ νιώθω έτσι… αλλά αν βγάλω το σεξ απ’ τη μέση, αυτό που με κάνεις να νιώθω γενικά είναι ότι με αντιπαθείς και δεν θες να μου δώσεις ούτε μισό εκατοστό οικειότητας.» [Το “νιώθω ότι παρόλο που με γουστάρεις, με αντιπαθείς” το έχουμε πει ο ένας στον άλλον ξανά, και όντως αυτή είναι συχνά η αίσθηση].

Διαβολικός Δίδυμος: «αυτό είναι δικό σου θέμα. Γιατί δεν “σε αντιπαθώ”»

Εγώ: «είναι και δικό σου, εφόσον με κάνεις να αισθάνομαι έτσι. Δεν μου συμβαίνει με άλλους ανθρώπους. Αν είσαι αυτά που περιέγραψα λίγο παραπάνω, δεν είναι και παράλογο».

Διαβολικός Δίδυμος: «Αυτά; “απρόσωπο, πνευματώδη κλπ;”»

Εγώ: «Ναι. Όλα τα αντίθετα του “γλυκός”»

Διαβολικός Δίδυμος: «μάλιστα. Γενικώς ακούω αρκετά… πρωτότυπα από εσένα -όχι πως [οι άλλοι] με περιγράφουν πάντα, σαν… γλυκούλι ή με παρόμοια επίθετα. Αλλά εσύ τους δίνεις μια χροιά… σχεδόν κρύα όταν με περιγράφεις. Σαν να με αντιπαθείς.»

Εγώ: «touché» [=ωραίο το αστειάκι σου, το εκτίμησα].

Αλλά, φίλε μου, ΔΕΝ μένω εκεί. Με την ατρόμητη, θαρραλέα και εκτυφλωτικά αστραφτερή ειλικρίνεια που τα τελευταία χρόνια με διακατέχει, συνεχίζω ακάθεκτη…

Εγώ: «Κοίτα, παρόλο που το όλο πράγμα είναι άξιο προβληματισμού [η αμηχανία και η “δυσκολία”, παρόλο που υπάρχει χημεία]  …μπορώ να πω ότι αυτή η κατάσταση [του εκνευρισμού και της μη-εκπλήρωσης των συναισθηματικών αναγκών] …με εξυπηρετεί. Αν δεν υπήρχε και αν περνούσαμε πολύ ωραία και γελούσαμε και με έκανες να χαχανίζω [=το νόημα της ζωής] …και μετά δεν μου μιλούσες για 3 εβδομάδες [την τελευταία φορά που τον είχα δει ήταν ακριβώς 3 εβδομάδες πριν απ’ αυτή τη συζήτηση και μάλιστα είχαμε περάσει και ωραία] …θα με κατέστρεφε.»

Διαβολικός Δίδυμος απαντά:

Μάλιστα

Αυτό μόνο, τέλος. Όχι απλά τέλος πρότασης, αλλά τέλος συζήτησης και τέλος επικοινωνίας, γενικά. Του στέλνω μια εβδομάδα μετά κάτι ακίνδυνο για να καταλάβει ότι δεν υφίσταται θέμα, αλλά κι αυτό πάει άπατο (ή είχε γκόμενα σπίτι). Επικοινωνία μηδέν, για πάνω από μήνα. Αν δεν είχα συναίσθηση του τι είχα και τι έχασα, δηλαδή τίποτα + τίποτα, αυτό το «μάλιστα» θα είχε πονέσει. Στο παρελθόν, έχοντας ακούσει αντίστοιχα «μάλιστα», έχω ρίξει μαύρο δάκρυ απόρριψης, η αυτοπεποίθησή μου έχει συντριπτεί, η πτωχή μου καρδιά έχει υποστεί βαθιά τραύματα και το πτωχό μου το ψυγείο έχει υποστεί βαριά πλήγματα. Γιατί, βέβαια, το Άπιαστο πάντα ασκούσε μοιραία έλξη στις αθώες, ρομαντικές κορασίδες -πιθανότατα και στους αθώους ρομαντικούς κορασίδους, αλλά δεν το κόβω.

Απλά Μαθήματα Γυναικείας Αυτοάμυνας. Δεν θα προλάβει να πει ούτε “μάλιστα”.

Όχι ότι σταμάτησα ποτέ να είμαι αθώα ή ρομαντική. Όχι βέβαια. Η ελπίδα θα επιζήσει και μετά την κατσαρίδα, νομίζω ότι στο ‘χω πει. Αλλά, μια και έλεγα και πιο πριν ότι αυτή η ιστορία είναι γραμμένη ΓΙΑ ΣΕΝΑ, θα μοιραστώ μαζί σου αυτό που εγώ, εδώ και κάποιο καιρό, έχω αποφασίσει να κάνω ψυχρά, υπολογιστικά και αδίστακτα: Να πνίξω 2 ιδέες με τα ίδια μου τα χέρια:

1)    Την αυταπάτη: Κατά το «μην είσαι μαλάκας, δεν το θες αυτό γιατί είναι προφανές ότι δεν είναι Αυτό. Ό,τι και να δημιούργησες στο μυαλό σου, όσο κι αν έψαξες να βρεις κοινά και συνδέσεις, όσο κι αν λες «μα θα ήμουν τέλεια γι’ αυτόν», είσαι ΜΟΝΗ σου. Σταμάτα να χτίζεις κάστρα στην *κινούμενη* άμμο. Δεν υπάρχει τίποτα εκεί. Μόνο μισά λόγια και ακόμα πιο μισές πράξεις. Όσο και να θες να κάνεις τον εαυτό σου να πιστέψει ότι αυτό –που νομίζεις ότι ζεις- είναι Αυτό, μπάζει από παντού. Δεν το βλέπεις; Μπάζο, ε Μπάζο;»

2)    Το συμβιβασμό: Κατά το «μην είσαι μαλάκας, το ξέρεις πως αν δεν έχεις Αυτό, καλύτερα να μην έχεις τίποτα. Όπως λέει και Κάποιος Που Δεν Θυμάμαι: “Η μεγαλύτερη μοναξιά είναι να νιώθεις μόνος ενώ έχεις κάποιον δίπλα σου”. Αν δεν είναι Αυτό κι εσύ επιμείνεις και κάτσεις εκεί ντε και καλά, θα είσαι δυστυχισμένη. Έχεις υπάρξει εκεί, δεν θυμάσαι; Πόσες φορές θες να μάθεις απ’ τα λάθη σου για να το εμπεδώσεις; Σκέψου τα βράδια που έκλαιγες σιωπηλά δίπλα του στο κρεβάτι, να μην σ’ ακούσει, γιατί κάτι έλειπε. Σκέψου, απ’ την άλλη, τι ωραία που είναι να ζεις στο ροζ σπίτι σου, να βλέπεις Mtv, να μαγειρεύεις στις 3 το πρωί, να κοιμάσαι με την ανατολή και κανένας να μην ροχαλίζει… Γιατί να θες να το αλλάξεις αυτό με τίποτα άλλο εκτός απ’ Αυτό;

Από προσωπική εμπειρία και βαθιά επίγνωση της βλακείας μου, εγώ στη ζωή μου έχω αποδείξει ότι είμαι πολύ επιρρεπής στην εξιδανίκευση και συνεπώς στην αυταπάτη. Ναι, παρόλο που ακριβώς από πάνω ανέφερα το συμβιβασμό, στη δική μου ζωή (ως τώρα), δεν κρατάει για πολύ. Μόλις το συνειδητοποιήσω ότι αυτό που ζω είναι συμβιβασμός, την κάνω με συνοπτικές διαδικασίες (παρόλο που μέχρι να το συνειδητοποιήσω, μπορώ να ζω στην αυταπάτη για χρόνια). O καθένας μας, βέβαια, είναι διαφορετικός. Εσύ ξέρεις ποιο είναι το δικό σου αδύνατο σημείο. (Και, τουλάχιστον, ας έχεις συναίσθηση του τι κάνεις και γιατί).

Εγώ, λοιπόν, έχοντας πλήρη συναίσθηση της δήλωσης που έκανα στο Διαβολικό Δίδυμο σε συνδυασμό με τις δικές του γενικότερες δηλώσεις (που μόνο συμφωνητικό ότι «για οιαδήποτε συναισθηματική εμπλοκή δεν φέρει καμία ευθύνη» δεν με έβαλε να υπογράψω), δεν μπορώ να σου περιγράψω πόσο γέλιο μου πρόσφερε αυτό το «μάλιστα». Άρχισα μάλιστα να το χρησιμοποιώ σαν απάντηση σε κάθε πιθανή ιδέα που μου ακούγεται φρικαλέα. Θέλει και το ανάλογο ύφος, πρώτα σαν να προηγείται ένα μικρό «χμμμ…» αλλά μετά με μια ψυχρότητα οριστική και αμετάκλητη. Παραθέτω προσωπικά παραδείγματα χρήσης, αλλά δοκίμασέ το κι εσύ με προτάσεις που σου ακούγονται εξίσου ανατριχιαστικά τρομακτικές και φρικαλέες:

1) Random Ανθρώπινο Πλάσμα: «Ειρήνη, κανονίζουμε να πάμε στο βουνό για κάμπινγκ στα χιόνια, και είσαι καλεσμένη!»

Εγώ: «μάλιστα»

2) Random Ανθρώπινο Πλάσμα: «Ειρήνη, οι τουαλέτες είναι δεξιά, δεν έχει σαπούνι ούτε χαρτί και το καζανάκι δεν λειτουργεί, αλλά είναι ελεύθερες!»

Εγώ: «μάλιστα»

3) Random Ανθρώπινο Πλάσμα: «Ειρήνη, απόψε έχει βραδιά ποίησης και νορβηγικού κινηματογράφου στο Τάδε κοκτεϊλάδικο -σε περιμένουμε!»

Εγώ: «μάλιστα».

Ε μα διάολε, κάποια στιγμή πρέπει να πεις κι εσύ “μάλιστα” και να σηκωθείς να φύγεις.  Άστο(ν) να πάει στο διάολο…

Diablo, μέρος 2ο: Διδυμό-τυχο μπλουζ

Tags

, , , , , , , ,

Συνέχεια από εδώ.

Έχω δηλώσει στο παρελθόν ότι το να διατηρώ σχέσεις μόνο για σεξ με συνομήλικους (χοντρικά μιλάμε τώρα, δηλαδή με αγόρια από 30 και πάνω), με τους οποίους μάλιστα μπορώ να ανταλλάξω και δυο κουβέντες, μου φαίνεται απείρως καταθλιπτικό. (Το έχω δηλώσει σε αυτό το πολύ διορατικό κείμενο, εδώ). Δεν έχει ούτε την πλάκα που έχει με τα αγόρια των 20-25 που είναι χαριτωμένα και με κάνουν να γελάω, δεν έχει ούτε κάτι πιο ουσιαστικό, ούτε επικοινωνία, ούτε μέλλον, μόνο μια θλίψη, μια ματαιότητα, ένα «τι κρίμα» και τσαλακωμένα σεντόνια. Για Διαβολικό Δίδυμο αποφασίζω να κάνω μια εξαίρεση, γιατί η προσωπικότητα και η συμπεριφορά του δεν με αφήνουν -όσο και να είμαι επιρρεπής- να τον δω κοριτσίστικα και ρομαντικά. Όχι ότι περνάει και δεν ακουμπάει, αλλά δεν με διαλύει κιόλας. Οπότε, αποφασίζω να διατηρήσω τη γνωριμία μας προς το παρόν, γιατί 1) φιλάει ωραία 2) το πάρε-δώσε περιλαμβάνει ψιλοπειραχτικές (που μ’ αρέσει) συζητήσεις στο facebook 3) τα «ραντεβού» δεν είναι σκέτο σεξ αλλά βγαίνουμε πρώτα για ποτό και συζήτηση και 4) φιλάει ωραία. Για όλους αυτούς τους λόγους, πάει στο διάολο. Το δικαιολογώ στον εαυτό μου σαν τουριστική-επιμορφωτική εμπειρία, βλέπε:

Πολιτιστική βραδιά αφιερωμένη στη σύγχρονη ποίηση – σερβίρονται κοκτέιλ και ολίγον σεξ.

Πάλι δειγματοληπτικά, να μερικές συζητήσεις μας στο facebook. Ναι, είμαι παρανοϊκή, αλλά ορκίζομαι ότι σχετίζονται με την υπόθεση. Ό,τι βλέπεις μέσα σε αγκύλες, δηλαδή έτσι: [Μπλα μπλα μπλα], είναι οι σκέψεις μου πάνω στους διαλόγους.

Εγώ: «εσύ κάνεις τον εαυτό σου να φαίνεται σοβαρός, απόμακρος, ελιτίστικος, κουλτουριάρης και ξαναλέω σοβαρός, γιατί θα μπορούσες να συνδυάζεις τα παραπάνω με ελαφρότητα και θα ήταν πιο “εύκολο”». [=το πάρε-δώσε μεταξύ μας].

Διαβολικός Δίδυμος: «Δεν νομίζω πως είμαι κανένας βαρετά σοβαρός… Εκτός αν έδωσα αυτή την αίσθηση».

Εγώ: «όχι, δεν είσαι, γιατί είσαι όμορφος. Αν δεν ήσουν, φίλε μου, γάμα τα». [Αστειάκι για να ελαφρύνω τη διάθεση γιατί μάλλον εγώ φαίνομαι βαρετή και κλαψομούνα].

Άλλη φορά, κάτι λέω ότι θέλω πρώτα ένα ποτό, έστω και σπίτι, ώστε να νιώσω άνετα, να συνηθίσω λίγο στην ιδέα και να καταφέρω να συνυπάρξω μαζί του, γιατί είναι κάπως «τρομακτικός». [Εννοώ ότι με κάνει να νιώθω τόσο άβολα που έχω σκεφτεί να παίρνω μαζί μου φλασκί με ουίσκι στην τσάντα και να κατεβάζω γουλιές κρυφά λέγοντας και καλά ότι πάω τουαλέτα. Αμέσως μετά είναι οι γαργάρες με κολώνια].

Διαβολικός Δίδυμος: «τι σε τρομάζει;»

Εγώ: «Πρόχειρα: είσαι ευγενικός, εξυπηρετικός και με καλούς τρόπους χωρίς να είσαι γλυκός. Κατανοείς και χρησιμοποιείς το χιούμορ χωρίς να γελάς.» [Πράγματι, για να τον κάνω να γελάσει πρέπει να κάνω τούμπες με στολή ρινόκερου ντυμένου Μαντόνα –μην πεις μαλακία- αλλά ΚΑΙ τάμα στον Άγιο Ραφαήλ].

1η Μαρτίου 2012. Διαβολικός Δίδυμος: «καλή Άνοιξη»

Εγώ: «άντε ν’ ανθίσουμε»

Διαβολικός Δίδυμος: «αμήν… στήμονες – σέπαλα – πέταλα… όλα… με γύρη ολόγυρα…»

Εγώ: «και νέκταρ να κυλά μέσα μας, να μαγευτούν οι μέλισσες, να ‘ρθουν να το τρυγήσουν.»

Διαβολικός Δίδυμος: «ΟΚ… καβλώστε μαζί μας – βουκολικά»

Και πάλι καλά που απάντησε με αστείο, γιατί την ώρα που έλεγα αυτές τις παπαριές ένιωθα ακριβώς έτσι:

αλλά στο ανάποδο.

Στο ανάποδο, γιατί, να σκεφτείς, εγώ ούτε καν θέλω ντε και καλά να γαμήσω. Οπότε μιλάμε για την κοριτσίστικη βερσιόν:

Τι κάνω ο μαλάκας για να μην θέλει απλά και μόνο να με γαμήσει.

Λίγο πριν το καλοκαίρι 2012, Διαβολικός Δίδυμος κάνει μια θεωρητική απόπειρα να μου δώσει να αναλάβω ένα κομμάτι κειμενογραφικής-μεταφραστικής δουλειάς που είχε, πράγμα το οποίο έμεινε μόνο στη θεωρία γιατί όταν έπρεπε να κανονιστούν οι λεπτομέρειες για να μου δώσει τη δουλειά ήταν άφαντος, άργησε υπερβολικά και τελικά το θυμήθηκε πολύ αργά. (Φίλε, άστο, κατεβαίνω Βατερά). Τον προειδοποιώ από πριν ότι άλλο είναι το πάρε-δώσε μεταξύ μας, που είναι σκέτο «το απλό», δηλαδή ραντεβου-σεξουαλικό, κι άλλο η δουλειά. Δεν γίνεται εκεί να είναι αναξιόπιστος. Με διαβεβαιώνει ενδιάμεσα ότι δεν θα είναι, αλλά, όπως είπα, στο τέλος το πράγμα ναυαγεί. Κάπου σ’ όλα αυτά μου λέει ΤΟ κουλό:

Διαβολικός Δίδυμος: «Θέλω να μου έχεις εμπιστοσύνη, γενικότερα. Και στις προθέσεις μου, και σε αυτά που σου λέω. Αβλεψίες ή λάθη που γίνονται δεν είναι ούτε αποτέλεσμα αδιαφορίας, ούτε γαϊδουριάς – και σίγουρα δεν είναι εσκεμμένα.»

Λέει και κάτι άλλα και απαντάω σε όλα, συμπεριλαμβάνοντας αυτό:

Εγώ: «το “θέλω να μου έχεις εμπιστοσύνη” είναι ωραίο αλλά κουτό, δεν το σχολιάζω καν». [Ε ναι. Το «θέλω να μου έχεις εμπιστοσύνη» το λένε κάτι κατά συρροήν δολοφόνοι για να καθησυχάσουν τα οσονούπω θύματά τους και να τα πείσουν να τους ακολουθήσουν ήσυχα στον τόπο του σφαξίματος. (Επίσης, το έλεγε και ο Άχρηστος Παλιοκαργιόλης. Αϊ ρεστ μάι κέις)].

Σε φάσεις, το πράγμα γίνεται και πιο πολύπλοκο:

Διαβολικός Δίδυμος: «Υπάρχει λόγος που δεν αφήνεσαι μαζί μου; ή εγώ το νομίζω απλώς;»

Εγώ: «Δηλαδή αυτό που βλέπω εγώ από σένα είναι το “αφημένο”? …και ενώ μερικές φορές αφήνομαι, άλλες φορές νιώθω ότι είμαι στο γυναικολόγο για τεστ ΠΑΠ». [Είναι αυτό που έλεγα ότι πού και πού μόνη μου λέω και καμιά μαλακία να περνάει η ώρα –παρόλο που κανείς δεν γελάει. Γενικότερα, η απάντηση σ’ αυτό που με ρωτάει είναι το ότι όταν γνωρίζεις ότι δεν σε παίρνει να αφεθείς, υπάρχει ένας στοιχειώδης μηχανισμός άμυνας που δεν σε αφήνει να αφεθείς].

Άλλη φορά, ατάκα-κορυφή:

Διαβολικός Δίδυμος: «άσε με να σε κακομάθω… *σε έναν βαθμό*… δεν είναι κακό»

[Προφανώς, εγώ έβαλα εκεί τα αστεράκια. Αλλά… «ΣΕ ΕΝΑΝ ΒΑΘΜΟ»; Όπα ρε φίλε, πώς αφήνεσαι τόσο, θα εκτεθείς.]

Έχει και συνέχεια. Κάτι λέω εγώ με σεξουαλικό υπονοούμενο. Αυτός απαντά:

Διαβολικός Δίδυμος: «Εκμεταλλεύτρια…για το κορμί μου με θέλεις μόνο…»

Εγώ: «Δίνεις και κάτι άλλο;»

Διαβολικός Δίδυμος: «Ζήτησες κάτι;»

Εγώ: «δεν έλαβα το memo» [εννοώ το memo (=notification) ότι μπορούσα να ζητήσω κάτι].

Διαβολικός Δίδυμος: «πώς το θέλεις;»

Εγώ: «το κορμί σου ή το memo?» [ε ναι, είμαι παλιά καραβάνα, σιγά μην κάνω το λάθος να πάω να βγάλω αυθαίρετα δικά μου συμπεράσματα].

Διαβολικός Δίδυμος: «ξεκίνα από το memo…»

Εγώ: «μια ματιά σου μόνο φτάνει…» [πάλι λέω μια παπαριά ως παλιά καραβάνα, αλλά, εννοείται ότι αυτή είναι η γνωστή μέθοδος του «ισχύει ΚΑΙ σαν πλάκα, ισχύει ΚΑΙ στα σοβαρά» -θα μπορούσε, δηλαδή, θεωρητικά].

Διαβολικός Δίδυμος: «Ναι, σε πίστεψα»

Εγώ: «αμοιβαίο» [για την ιστορία περί memo]

Διαβολικός Δίδυμος: «δεν είπα κάτι για να με πιστέψεις ή όχι…»

Εγώ: «πράγματι». [Εκεί είναι που η έκφρασή μου, από χαριεντίζουσα γίνεται σοβαρή. Πράγματι, δεν έχει πει τίποτα, απλά έχει πει διάφορες παπαριές οι οποίες θα μπορούσαν να εκληφθούν από μια απρόσεκτη ενθουσιασμένη ύπαρξη ως τεκμήρια ότι ο εν λόγω Δίδυμος όχι μόνο επιζητά κάτι παραπάνω από «το απλό» ο ίδιος, αλλά της ζητά (της Απρόσεκτης Ενθουσιασμένης Ύπαρξης) και να του το ζητήσει. Με λίγα λόγια, στη θέση μου, άλλη θα έπαιρνε τηλέφωνο μοδίστρα που έχει φήμη τεχνίτρας στο κέντημα με σατέν και σβαρόφσκι].

Διαβολικός Δίδυμος: «ανέλυσε». [Προφανώς, ο παγερός μου τόνος φωνής βγαίνει και στο γραπτό. *Τόσο* παγερός].

Εγώ: «αναφερόμουν στο “δεν ζήτησες κάτι”. Ασχέτως με το ότι το να μου το λένε είναι ένα συνηθισμένο pattern (=μοτίβο) στη ζωή μου… [ναι, για άγνωστο λόγο, άνθρωποι μου λένε να τους ζητάω πράγματα, μόνο που όποτε το έχω κάνει, έχω πάρει μόνο ένα πράγμα. Δηλαδή τρία: τ’ αρχίδια μου].

Εγώ (συνεχίζω): «…εγώ δεν θα το έλεγα ποτέ σε κανέναν, αν δεν ήθελα να δώσω». [Αυτό ήταν σημαντικό, δώσε βάση. Είναι σημαντικό να σκεφτόμαστε πρώτα πριν πούμε ό,τι μαλακία μας κατέβει, ακόμα κι αν η μαλακία ακούγεται όμορφη. Μην σου πω ότι *ειδικά* τότε είναι ακόμα πιο σημαντικό να την καταπιείς (τη μαλακία), δηλαδή όταν δεν είσαι σίγουρος ότι την εννοείς. Σεβάσου τον συνάνθρωπο και μην του δίνεις ψεύτικες/ ανυπόστατες ελπίδες].

Εγώ (συνεχίζω): «…αλλά έκανα το λάθος να κρίνω εξ ιδίων, οπότε το πήρα πίσω». [Επίσης σημαντικό είναι το να μην κρίνεις από σένα σ’ αυτή τη ζωή, για να μην κριθείς: μαλάκας].

Μιλώντας όμως για τις «ψεύτικες/ ανυπόστατες ελπίδες», σου εφιστώ την προσοχή στο εξής: Αυτή εδώ η ιστορία δεν είναι γραμμένη ούτε για Διαβολικό Δίδυμο (ο οποίος γενικά δεν έδωσε καμία απολύτως ελπίδα, το παραπάνω ήταν απλά ένα και μοναδικό παραστράτημα και συγχωρείται) ούτε για μένα (εγώ είχα απόλυτη συναίσθηση του πράγματος) αλλά ΓΙΑ ΣΕΝΑ, δηλαδή για τον πιθανό Παραλήπτη Ψεύτικης Ελπίδας. Η συμβουλή που έχω να σου δώσω είναι να εκπαιδεύσεις τον εαυτό σου να αναγνωρίζει όταν του λένε κάτι που είναι πολύ ωραίο για να είναι αληθινό. Ο άλλος το είπε εξαιτίας της στιγμής, το είπε γιατί μόλις είχατε πηδηχτεί, το είπε γιατί είχε πιει, το είπε γιατί δεν πρόσεχε, το είπε γιατί κέρδισε ο ΠΑΟΚ, πάντως ΔΕΝ το εννοούσε. Αν το είπε μόνο μια φορά, ΔΕΝ μετράει. Δεν σήμαινε τίποτα. Στα 10 αρνητικά τύπου «δεν θέλω σχέση», το 1 θετικό τύπου «εσύ είσαι διαφορετική», είναι σαν να μην υπάρχει. Μην ακούς μόνο αυτό που θέλεις. Γενικά, τα ανάμικτα μηνύματα είναι της πούτσας. Ο άνθρωπος που θέλει πραγματικά, όχι μόνο στο λέει ξανά και ξανά, αλλά και στο δείχνει. Δεν σου αφήνει ουδεμία αμφιβολία.

Ακόμα κι αν χάσει ο ΠΑΟΚ.

 

Συνέχεια εδώ

 

 

Diablo, μέρος 1ο: Ο διάβολος μέσα σου

Tags

, , , , , , , ,

 

Κάπου το χειμώνα, παράλληλα με τη γνωριμία μου με Κουτάβι, είχα αναφέρει σε Αγαπημένη Φίλη ότι θα βγω με τύπο που το ζώδιό του είναι Δίδυμος κι έχει ωροσκόπο Δίδυμο. Αγαπημένη Φίλη:

Μπα; βγαίνει ραντεβού ο Σατανάς;

Κι όμως, εγώ τυγχάνει να γνωρίζω ότι οι Υδροχόοι (όπως εγώ) ταιριάζουμε με τους Διδύμους περισσότερο από ό,τι με οποιοδήποτε άλλο ζώδιο -το αναφέρει ρητά, άλλωστε, και κάθε έγκυρο αστρολογικό περιοδικό. (Άσε που το έχω διαπιστώσει και ιδίοις όμμασι με Αστείο Αγόρι, εδώ). Γι’ αυτό, ενίοτε ζω επικίνδυνα και ρίχνω τόπο στον Ερμή (τον ανάδρομο).

Σ’ αυτήν εδώ την ιστορία, όλα ξεκίνησαν από μια πολύ-πολύ μακρινή γνωστή της Αδερφής, την οποία είχα δει μια φορά τυχαία σε κάτι μπουζούκια -και μάλιστα από μακριά. Μετά μάλλον έγινε φίλη στο facebook με Αδερφή, και κάπως έτσι, επίσης τυχαία, άρχισε να διαβάζει και το μπλογκ μου. Λίγο αργότερα, με κάνει φίλη στο facebook και ξεκινά να μου μιλά. Εγώ είμαι δεκτική κι ευγενική, παρόλο που η συζήτηση μαζί της σύντομα κατευθύνεται σε ελαφρώς τρομακτικά μονοπάτια, με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες από τη σεξουαλική της ζωή, οι οποίες –όσο κι αν σε εκπλήσσει- δεν αποτελούν πληροφορίες που θέλω να ακούω από αγνώστους. Τουλάχιστον που δεν γουστάρω. Που μάλιστα δεν μπορώ *καν* να γουστάρω, διότι τυγχάνει να είναι γυναίκες. Αποτελούν «TMI» που σημαίνει «Too Much Information», που σημαίνει «θα ήμουν πιο χαρούμενος άνθρωπος αν αυτό δεν το είχα μάθει ποτέ». Για να το ξεκαθαρίσω, αυτά που αναφέρω σ’ αυτό το μπλογκ γύρω από το σεξ είναι αυτό ακριβώς όπως το λέω:

ΓΥΡΩ από το σεξ

Τα αναφέρω ακριβώς όπως τα θέλω, ώστε (σε μένα τουλάχιστον, δεν ξέρω για σένα) να μην είναι αηδιαστικά. Αν ήταν ειπωμένα διαφορετικά, θα ήταν ένα ροζ μπλογκ (όχι μόνο κυριολεκτικά), θα ‘χε πολλές φωτογραφίες με κώλους και βυζιά και θα πλήρωνες συνδρομή για να το διαβάζεις.

Τέλος πάντων, από την πρώτη συνομιλία μας στις 23 Δεκεμβρίου του 2011, Μακρινή Γνωστή Αδερφής λέει: «Γιατί δεν κάνεις φίλο και τον φίλο μου τον Τάδε που είναι δημοσιογράφος και είναι και cute;» (=χαριτωμένος). Παραθέτει και λινκ στο προφίλ του εν λόγω «χαριτωμένου» φίλου. Εγώ γενικά δεν είμαι διόλου επιλεκτική στους «φίλους» -βασικά δεν έχω καταλάβει γιατί θα πρέπει να είμαι- άρα της λέω «και δεν τον κάνω;» -επί λέξει. Με την πρώτη (γρήγορη) ματιά, δεν βλέπω καν φωτογραφία στο προφίλ του αλλά δεν με πειράζει, απλά πατάω add as a friend. Με κάνει ακσέπτ.

Ο καινούριος μου φίλος είναι πολύ δραστήριος στο fb, στις επόμενες ημέρες βλέπω ότι ανεβάζει καθημερινά 2-3 στάτους, όλα στα ελληνικά, όλα ορθογραφημένα (με την παλιά σχολή, «νΟιώθω» όχι τα απλοποιημένα), γραμματική-συντακτικό κομπλέ, με αυτό το κάπως εξευγενισμένο της σκέψης.

(Παίζουν βέβαια και κάτι στίχοι από ποιήματα και άλλα «ψαγμένα» κουλτουρέ ρομαντικο-φανή αλλά πάει στο διάλο). Γενικά, γίνεται προφανές ότι του κόβει, έχει μια άλφα παιδεία, καλλιέργεια, ποιότητα (χωρίς «χ»), και γενικά όλα αυτά τα ουτοπικά…

…που σπάνια συναντάς σε στρέιτ άνθρωπο που βλέπεται και δεν έχει γυναίκα και τρία παιδιά.

Επειδή προφανώς δεν είμαι η μόνη που βρίσκει δυσεύρετα αυτά τα χαρακτηριστικά, σύντομα διαπιστώνω πως ό,τι μα Ο,ΤΙ κι αν ποστάρει, σε δευτερόλεπτα έχει τουλάχιστον 50 Likes συν τουλάχιστον καμιά δεκαριά σχόλια από κάτω. Όλα μα ΟΛΑ από γκόμενες. Στα οποία δεν απαντάει καν. (Σοβαρά, απαντάει μόνο σε άντρες που του κάνουν σχόλια, το οποίο συμβαίνει σε ένα 5% των στάτους του. Σε γκόμενα θα απαντήσει μόνο η γκόμενα είναι η Μαριόν Κοτιγιάρ και του πει κάτι απίστευτα σουπεργουάου έξυπνο ή αν του πει (απόλυτα τεκμηριωμένα) ότι είπε μαλακία. Μόνο τότε). Αλλιώς, τις γκόμενες της έχει γραμμένες. Στα σχόλια.

Για να σου εξηγήσω, σε μια μετέπειτα συζήτηση, του λέω ότι βγαίνω απ’ το facebook γιατί πρέπει να φύγω:

Διαβολικός Δίδυμος: «έτσι είναι οι ντίβες… όλο στη βόλτα…»

Εγώ: «πσιτ… σεμνό και ταπεινό αγόρι που απέχεις από ντίβα, ανέβασε κάνα στάτους ότι έξυσες τ’ αρχίδια σου να γελάσουμε με τα αχ και βαχ των σχολίων από κάτω, κι άσε εμάς τις κοινές θνητές να βγούμε βόλτα μπας και μας κοιτάξει κάνας χριστιανός…»

Αλλά επανέρχομαι. Τα υπόλοιπα που βλέπω απ’ το προφίλ του είναι ότι είναι σε μια αξιοπρεπή ηλικία –λίγο μεγαλύτερη απ’ τη δική μου- και ότι είναι Δίδυμος (καθώς προ-είπα). Κατά τα άλλα, το μόνο που μπορώ να καταλάβω από τις φωτογραφίες του, οι οποίες είναι ή ασπρόμαυρες ή καλλιτεχνικές, το οποίο σημαίνει μισές δηλαδή άει γαμήσου-κάτσε-ήσυχα-και-βγες-μια-νορμάλ-φωτογραφία-της-προκοπής, έχει μπλε μάτια -ή μπλε μάτΙ –καθότι δεν είμαι σίγουρη αν υπάρχει φωτό στην οποία εμφανίζονται και τα δύο συγχρόνως. (Αλλά κι αυτό μου ‘χει ξανασυμβεί, οπότε δεν φοβάμαι τίποτα). Στο θεωρητικό μιλάω πάντα, δεν τον έχω γνωρίσει τον άνθρωπο. Αλλά, ως ήταν αναμενόμενο, κάποια στιγμή, βλέπω κάποιο στάτους και, αυθορμήτως, σχολιάζω. Δεν θυμάμαι τι.

Ανήμερα πρωτοχρονιάς, μου στέλνει μήνυμα. Επαινεί το σχόλιό μου και λέει για το τι-ενδιαφέρουσα-που-είμαι-και-έχω-ΚΑΙ-βυζιά. Όχι ότι όντως λέει κάτι απ’ τα δύο, απλά μου μιλάει (και το πιάνω το γενικό νόημα). Εκεί επίσης καταλαβαίνουμε, φίλες και φίλοι, ότι γι’ αυτό δεν απαντάει στα σχόλια που του κάνουν οι 6.316 γκόμενες-φίλες του: απλά κόβει το ενδιάμεσο (το σχόλιο) και επικοινωνεί αμέσως στο ίνμποξ. (Πώς ήταν αυτό το δημοφιλές λογοπαίγνιο πριν μερικά χρόνια; «επι-το-πέως»; Αυτό). Αρχίζουμε και μιλάμε, λοιπόν. Μαθαίνω ότι εκτός από ζώδιο Δίδυμο, έχει και ωροσκόπο Δίδυμο. Συζητάμε και για άλλα, περί ανέμων και μειδιαμάτων.

Εντελώς δειγματοληπτικά, μια βραδιά που έχουμε μείνει και οι δύο σπίτι και μιλάμε, του λέω: «εσύ πίνεις κρασί και ακούς Εν Λευκώ – εγώ τρώω παγωτό και έχω ανοιχτό Mtv». Αυτός: «πόσο ΔΕΝ μοιάζουμε!» Και κάνει και γελαστή φατσούλα. Το πράγμα κυλάει πολύ πολιτισμένα, με σαφή φλερταριστική διάθεση μεν, αλλά χωρίς κανένα άγχος και καμία ανυπομονησία δε. Και οι δύο έχουμε αρκετά (δηλαδή αρκετούς και αρκετές) να ασχοληθούμε, άρα δεν υπάρχει καμία βιασύνη. Περνάει έτσι περίπου ένας μήνας.

Προς το τέλος Ιανουαρίου, γνωρίζω Κουτάβι και αρχίζω τα πάρε-δώσε μαζί του, που διαρκούν μέχρι και σχεδόν τέλος Μαρτίου. Κάπου γύρω στις Απόκριες, όπου το Κουτάβι έχει δηλώσει ότι θέλει το κορυφαίο «Αποκλειστικά Σεξ Αλλά Με Αποκλειστικότητα ‘Σχέσης’» (Κωδικό όνομα: ΑΣΑΜΑΣ και σλόγκαν: «Άσα μας κουκλίτσα μου»), εκεί που επεξεργάζομαι το πώς ακριβώς θα χειριστώ το εν λόγω θέμα, κανονίζω να δω Διαβολικό Δίδυμο. Έτσι, αναγνωριστικά. (Το δηλώνω από πριν να μην περιμένει πολλά-πολλά). Το αναφέρω ότι θα βγω μαζί του σε Αγαπημένη Φίλη, και εξ ου και η αρχή αυτουνού του ποστ.

Είμαι σίγουρη ότι κάπου την είχα γράψει την ιστορία του 1ου ραντεβού αλλά δεν την βρίσκω πουθενά, γαμώτηνπουτάναμουγαμώ. Βρήκα κάτι σημειώσεις γι’ αυτήν αλλά όχι την ίδια την ιστορία και δυστυχώς οι σημειώσεις δεν βγάζουν και πολύ νόημα. Περιλαμβάνουν αναφορές στο πολυαγαπημένο βιβλίο (σειρά βιβλίων) χιούμορ & επιστημονικής φαντασίας Hitch Hikers’ Guide to the Galaxy του Douglas Adams (=Γυρίστε το Γαλαξία με ωτοστόπ) και στην ταινία «το μωρό της Ρόζμαρυ», το οποίο μάλιστα το έχω γραμμένο λογοπαιγνιακά, «μωρό της ροζ-μαρή». Αυτό το τελευταίο σίγουρα είχε να κάνει με τη Σατανική φύση του Διαβολικού Διδύμου και το άγχος πιθανής εγκυμοσύνης και κύησης του Αντίχριστου, αλλά δεν έχω ιδέα πώς διάβολο κόλλαγε και πού (είπα, για σκέτο ποτό πήγαμε, πάνω απ’ τα ρούχα).

Πάμε λοιπόν σε κοκτεϊλάδικο: Nouvelle Vague στο Κολωνάκι. Η πρώτη σημείωση ήταν κάτι για το μπαρ (μάλλον είχε αργήσει) όπου είπε ότι δεν θα με άφηνε ποτέ να μπω σε μπαρ να τον περιμένω μόνη μου, κι εγώ είχα σκεφτεί αμέσως ότι κι όμως, όσο άβολα νιώθω σε άλλες καταστάσεις, ειδικά όταν απαιτείται κοινωνική επαφή και συναναστροφή με άλλους ανθρώπους, ένα μπαρ είναι ένα μπαρ. Ό,τι και να ‘ναι και όπου και να ‘ναι. Είναι ένα μπαρ, κι εγώ στα μπαρ νιώθω σαν στο σπίτι μου. (Βλέπε το γνωστό άσμα:

Εγώ, είμαι του μπαρ.

Κι έτσι, συνειρμικά, είχα σκεφτεί το παραπάνω βιβλίο όπου ένας από τους χαρακτήρες (ο Ζάφοντ Μπίμπλιμπροξ) έχει εφεύρει το κοκτέιλ Πανγκαλάκτικ Γκάργκλ-μπλάστερ, το οποίο είναι μια επικίνδυνα εκρηκτική γόμωση που σερβίρεται σε μπαρ στην άκρη του γαλαξία. Κι εκεί να είμαι, λοιπόν, σε άγνωστο πλανήτη, στο Ρεστοράν Στο Τέλος Του Σύμπαντος, δεν μπορεί, θα υπάρχει κάποιου τύπου -γήινος ή όχι- Μπαρτέντερ ο οποίος θα σερβίρει κάποιου τύπου κοκτέιλ όπως π.χ. το Πανγκαλάκτικ Γκάργκλ-μπλάστερ, του οποίου η επίδραση θα έχει ως αποτέλεσμα να σε κάνει σταδιακά να βλέπεις τα πράγματα πιο θολά, ώσπου να σηκώσεις το ποτήρι σου και να κάνεις ένα «γεια μας» στο απέναντι εξωγήινο μονόφθαλμο τέρας με τα πλοκάμια, που σε κέρασε σφηνάκι και σου κάνει το γλυκό μάτι. Απλά Πράγματα.

Άλλωστε, η σοφία όλου του σύμπαντος και το τέλος του κόσμου, βρίσκονται σε ένα μπαρ…

Θυμάμαι επίσης το ότι με το που βλέπω Διαβολικό Δίδυμο… (θυμάσαι που είπα ότι μόνο αποσπασματικά τον έχω δει σε κάτι βλαμμένες καλλιτεχνικές φωτογραφίες;) …ε, όταν τον πρωτοβλέπω σε ολόκληρο, με τα κομμάτια του παζλ ενωμένα, λέω «ω ρε πούστη μου, είναι ωραίος. Και κοντός ΚΑΙ ωραίος. Γάμα τα». (Επιπλέον, διαθέτει δύο μάτια, δηλαδή πλήρες σετ. Σε μπλε). Ενώ πίνουμε το ποτό μας, και γουλιά-γουλιά τον βρίσκω και πιο ελκυστικό, συζητάμε. Πάνω στην κουβέντα, λέει ότι ποτέ στη ζωή του δεν είχε σχέση (με γκόμενα). Ποτέ. Ούτε για έναν χρόνο. Είναι πιο μεγάλος από μένα. Δεν παραθέτει καν σαν λόγο την καραμέλα που όλοι έχουν πιπιλήσει:

δεν βρήκα ποτέ/ δεν έχω βρει ακόμα την κατάλληλη.

Όχι, φίλε μου. Λέει ότι δεν πολύ-θέλει και ότι δεν του ταιριάζει η μονογαμία. Και κάπου εκεί Διαβολικός Δίδυμος με πιάνει απ’ τη μέση. Ε, τι να κάνω, τον πιάνω κι εγώ. Και ημι-φιλιόμαστε. Κατά διαβολική σύμπτωση, την ίδια στιγμή, σαν να έχει τηλεπάθεια, Κουτάβι αρχίζει να με αναζητά μανιωδώς: με μήνυμα, κλήση, κι άλλο μήνυμα, κι άλλη κλήση. Παρά το ΑΣΑΜΑΣ, Κουτάβι ως τώρα έχει υπάρξει ο καλύτερος φίλος αυτού του ανθρώπου (δηλαδή εμού). Πιστός σύντροφος, τρυφερό, παιχνιδιάρικο, χαδιάρικο, πετάς μπαλάκι και στο φέρνει, και γενικά πολύ-πολύ κουταβένιο, κι εκείνη τη ρημάδα τη βραδιά με ψάχνει μ’ ένα παραπονεμένο, πληγωμένο και γλυκό τρόπο, τύπου «μα πού είσαι και με έχεις αφήσει μόνο μου;»

Κοιτάζω Διαβολικό Δίδυμο. Ετών 38, κανένας δεσμός ποτέ, μπλε μάτι, κουλτούρα, πνεύμα, και «βαριέμαι, ασφυκτιώ, πνίγομαι στους δυο μήνες με την ίδια γυναίκα». Σκέφτομαι Κουτάβι που με λέει «Γατούλι» και που όταν μένει σπίτι μου δεν μπορεί να κοιμηθεί αν δεν με έχει αγκαλιά. Κάνω φιλικό πατ-πατ στην πλάτη Διαβολικού Διδύμου και λέω «σόρι, αλλά έχω μια δουλειά» -χωρίς να προσθέσω το πιο βασικό: «…και καμιά δουλειά εδώ πέρα». Και χάνομαι μέσα στη νύχτα. Όχι ότι χάνομαι, τρόπος του λέγειν, απλά παίρνω ταξί και πάω Guzel, αλλά είπα να το κάνω λίγο φιλμ νουάρ. Αλλιώς, να πω ότι έφυγα βιαστικά λες και το ρολόι χτύπησε δώδεκα.

Ούτε γοβάκι δεν άφησα πίσω μου, αλλά δεν χανόμαστε, το νούμερό μου το ξέρει.

Μετά από εκείνη τη βραδιά, προς τέλος Μαρτίου, έρχεται το τελικό ρήγμα με Κουτάβι και είμαι απαρηγόρητη. Αυτό είναι επίσης τρόπος του λέγειν, καθότι υπάρχουν διάφοροι άνθρωποι πρόθυμοι να με παρηγορήσουν, μεταξύ των οποίων και Διαβολικός Δίδυμος. Όπου μου λέω ενθαρρυντικά: «ε, ώρα είναι να το ξαναδούμε αυτό το παιδί». Να σημειώσω εδώ ότι έχω απόλυτη συναίσθηση του χάσματος που υπάρχει μεταξύ μας στο στιλ, στα γούστα, στις προτιμήσεις, στον επιθυμητό τρόπο διασκέδασης, κ.λπ. Μπορεί να μην υπάρχει το χάσμα των γενεών (που υπάρχει συνήθως), αλλά στο λάιφ-στάιλ βρισκόμαστε αντικριστά στο Γκραν Κάνυον. Χαιρετιόμαστε από μακριά, στη μέση γκρεμός. Για παράδειγμα, μια φορά κάτι λέει για το ότι δεν βγαίνει Παρασκευή και Σάββατο βράδυ που βγαίνουν όλοι (οι πληβείοι) και κάτι του λέω “ΟΚ, αλλά… δεν είναι το ίδιο. Δεν σου ‘ρχεται τόσο εύκολα να γνωρίσεις κάποιον και να φιλιέσαι μαζί του Δευτεριάτικα…”

…ενώ την Παρασκευή, θες να φιλήσεις όλο τον κόσμο.

(Τέτοιο χάσμα, κάνει και ηχώ). Έχω την εντύπωση ότι γι’ αυτόν, εγώ είμαι το αντίστοιχο του ό,τι είναι το μέσο 20χρονο για μένα. Για τα δικά του δεδομένα, πιθανότατα είμαι πολύ αλαφρόμυαλη (δεν είναι γαμάτη ρετρό λέξη;), ρηχή, ροζ-τσιχλοφουσκέ και τέτοια. Αλλά, είπαμε, έχω βυζιά. (Και καλή ορθογραφία). Οπότε ξαναβλεπόμαστε. Και δεν περνάμε άσχημα, παρόλες τις αντιξοότητες. Υπάρχει χημεία, υπάρχει αμοιβαία αντίληψη του ότι ο άλλος δεν είναι ηλίθιος (βασικό), σε κάποιες φάσεις υπάρχουν και αυτές οι στιγμές που λες «ναι, ίσως κάτι υπάρχει εδώ».

Μια φορά, κατά τη διάρκεια αναζήτησης θέσης πάρκινγκ στο Μοναστηράκι, ενώ Διαβολικός Δίδυμος απελπίζεται αργά αλλά σταθερά, εγώ, καθότι δεν συμμερίζομαι ιδιαίτερα το πρόβλημά του, παρατηρώ φράσεις και συνθήματα γραμμένα πάνω σε τοίχους. Κάπου βλέπω ένα “Πες μου ότι θες”. Λέω φωναχτά ότι ξέχασαν το κόμμα στο “ό,τι”, εκείνος λέει ότι ζητάω πολλά. Την ίδια στιγμή, μου περνάει απ’ το μυαλό το νόημα της φράσης γραμμένης έτσι επίτηδες, χωρίς το κόμμα.

Πες μου ότι *θες*.

Λέω πόσο μα πόσο θέλω να γράφτηκε έτσι. Και συμφωνεί. (Προφανώς, συμφωνεί στο πόσο μεγάλη φαντασία έχω πάνω στη γραμματική, αλλά και πάλι).

Άλλη φορά, μετά από ποτό στην Καρύτση, ενώ περπατάμε προς το αυτοκίνητο και με κρατάει αλαμπρατσέτα, ακούμε από κάπου κάπως ονειρική ζωντανή μουσική και ψάχνουμε να τη βρούμε. Ανεβαίνουμε κάτι σκάλες στον Ιανό και πετυχαίνουμε λάιβ με μια τραγουδίστρια και πιάνο, και καθόμαστε να το ακούσουμε. Κράτησε εξίμισι λεπτά αλλά ήταν πολύ ωραία.

Σε άλλο ποτό, σε ταράτσα-κοκτεϊλάδικου, έχει ξεχάσει το όνομα κάποιου γνωστού του και τον σώνω συστήνοντας μόνη μου τον εαυτό μου, αναγκάζοντας έτσι τον «γνωστό» να μου πει το όνομά του. Διαβολικός Δίδυμος μου ζουλάει το μπούτι συνωμοτικά. Μετά γελάμε και οι δύο. Κι έχουμε θέα το φεγγάρι. Και με κρατάει αγκαλιά. Άλλη φορά, είμαστε σπίτι του ξαπλωμένοι και κάτι συζητάμε για βιβλία, και για λίγο χάνομαι στη συζήτηση και νιώθω κανονικός άνθρωπος που συνεννοείται με κάποιον άλλον άνθρωπο, και είναι και τότε ωραία.

Να σημειώσω εδώ ότι άλλη μια διαφορά μας είναι ότι εκείνος είναι κάπως πιο πρωινός τύπος ενώ εγώ κάθε απόγευμα σηκώνομαι από το ροζ μου φέρετρο διψασμένη για φρέσκο και ολοπόρφυρο χυμό ρόδι και έτοιμη για περιπέτεια. Κάθε φορά που είμαι σπίτι του, εξαιτίας της αμηχανίας και της «όχι-και-πολλά-πολλά» συμπεριφοράς του, προσπαθώ να «μαζέψω» λίγο την τρυφερότητα -που «μου βγαίνει» πλέον, στα γεράματα. Μετά από τα (αργούτσικα) ποτά λοιπόν, τα οποία υπομένει εξαιτίας μου, όταν αργότερα στο σπίτι του έχει νυστάξει και σχεδόν αποκοιμιέται, γίνεται σαν γατί και του αρέσει που τον φιλάω και τον χαϊδεύω, πράγμα που εκμεταλλεύομαι πλήρως -γιατί δεν θα το θυμάται το επόμενο πρωί.

Τι να κάνεις, αν δεν σου κάθεται στο ξύπνιο, τον πιάνεις στον ύπνο*.

*Το παραπάνω αναφέρεται βασικά σε γυναίκες και/ή σε αθώα χάδια, αλλιώς είναι βιασμός και θα πας φυλακή, σε προειδοποιώ.

Υπάρχουν κάποιες ωραίες στιγμές, λοιπόν, αλλά αυτές οι στιγμές είναι λίγες. Και η αμηχανία πολλή. Από το «γεια σου» μέχρι και το σεξ. Όχι κακό, αλλά κι αυτό, αμήχανο. Είναι ένας περίεργος συνδυασμός που με κάνει συνέχεια να σκέφτομαι «αχ, τι ωραία που θα ήταν αν ήταν αλλιώς…» Σοβαρά, είναι απίστευτο το σε πόσες «σχέσεις» -ακόμα και τελείως περιστασιακές- επενδύουμε (σε χρόνο ή συναίσθημα) προσδοκώντας ανάσταση νεκρών και πιστεύοντας ότι «αν αυτό άλλαζε, τότε θα ήταν σούπερ».

Πάντως εγώ γενικά του αναφέρω πολλά για τα στοιχεία σ’ αυτόν που θεωρώ frustrating (= εκνευριστικά, που με θυμώνουν και που συγχρόνως με θλίβουν, που με φέρνουν στα όρια της υπομονής μου). Του τα λέω ΜΠΑΣ ΚΑΙ δεν τα ‘ξερε και θέλει να τ’ αλλάξει, αλλά είναι το ίδιο σαν να μου πει κάποιος: «είσαι κοντή, το ξέρεις;» κι εγώ να απαντήσω έκπληκτη:

Άει στο διάολο, και δεν το λες τόσον καιρό; Αύριο κιόλας, θα ξυπνήσω και θα ‘μαι 1,75!

 

Το Twilight είναι και επίκαιρο. (Οι μη-ρεαλιστικές προσδοκίες είναι πάντα επίκαιρες…)

Συνέχεια εδώ

Χάρη* Πότε; & η (κρεβατο)κάμαρα με τα μυστήρια μηνύματα

Tags

, , , ,

 

Δεν έχω ξανα-αναφέρει εδώ ότι τελευταίως βλέπω ένα αγόρι κάπως αποκλειστικά (κι όταν λέω “κάπως” εννοώ “εντελώς” αλλά το παίζω και καλά). Το αγόρι το λένε «Αγόρι Που Δεν Θα ‘Πρεπε». Έχω μιλήσει γι’ αυτόν μόνο στα στάτους μου στο facebook αλλά, πού θα πάει, θα ‘ρθει η ώρα του και για εδώ. Αγόρι Που Δεν Θα ‘Πρεπε, λοιπόν, τυγχάνει να είναι στο χωριό του αυτό το ΣΚ και, χτες βράδυ, Σαββατόβραδο δηλαδή, εγώ μένω σπίτι. Ενώ στο Star έχει Harry Potter and the Chamber of Secrets κι εγώ το παρακολουθώ κάτω απ’ το πάπλωμα -μασουλώντας ό,τι υπάρχει στο ψυγείο, με έμφαση στη σοκολάτα- συγχρόνως είμαι online.

μα τον Τούτατη, έπρεπε, δεν είχα επιλογή

 

Ακολουθούν 3 συζητήσεις με Αγνώστους:

 (έχω αφήσει ορθογραφικά και έλλειψη τόνων σχεδόν αυτούσια –δεν ήταν πολλά).

 

Συζήτηση 1

Άγνωστος 1: Γεια Ειρηνη! Βγηκες? Θα βγεις?

Εγώ: Είμαι σπίτι και βλέπω Harry Potter.

Άγνωστος 1: Πες τιποτα για σενα.. Τη σχεση που εχεις τη δινεις συνεχεια στεγνα.. για πλακα το κανεις? Δεν τσατιζεται που του τη λες δημοσιως.. ή δεν σε νοιαζει? Ξερεις την έκφραση “τον δινεις στεγνα”.. μαλλον θα τον κανει να αισθανεται αβολα

Εγώ: Ξέρω την έκφραση, αλλά όταν συμβαίνει κάτι που βρίσκω αστείο και πιστεύω ότι μπορεί να το βρει και κάνας άλλος αστείο, χωρίς να προσβάλλω κανέναν, δεν έχω πρόβλημα να το μοιραστώ. Και δεν λέω για τίποτα πραγματικά κακό. Όχι, δεν τσαντίζεται, απλά αισθάνεται άβολα με τη δημοσιοποίηση.

Άγνωστος 1: εβλεπα τις φωτο σου… ομορφες.. πολυ κοινωνική.. χαμογελο πραγματικό… μια φιλαρεσκεια – αυταρεσκεια και μια ποδολαγνεια την βλέπω.. και παίζεις με πλάτη στο καλαθι.. γιατι βαφεσαι τοσο πολυ? το παρακανεις.. δεν το χρειαζεσαι τοσο..

~Τέλος Συζήτησης~

(…δηλαδή έτσι νόμιζα/ ήλπιζα. Αλλά συνεχίζει.)

Άγνωστος 1: δεν κοιμασαι 3 η ωρα? γραφεις μηπως ή τελικα βγηκες οψίμως..?

Εγώ: Ούτως ή άλλως μένω ξύπνια μέχρι αργά και τώρα μιλάω και με το αγόρι που λέγαμε.

~Τέλος Συζήτησης~

 

Συζήτηση 2

Άγνωστος 2: Wanna be my doll?

Εγώ: Ken, is that you?

Άγνωστος 2: Που τον ξερεις τον Tαδε??

Εγώ: απ’ το ίδιο χωριό είμαστε.

Άγνωστος 2: κανετε παρεα στην Αθηνα???

Εγώ: σπάνια στην Αθήνα, αλλά στα Βατερά είμαστε στην ίδια ευρύτερη παρέα.

Άγνωστος 2: θα τον δειρω. το καλοκαιρι διλαδι ερχεσαι Βατερα???

Εγώ: ναι

Άγνωστος 2: κοιτα να δεις ναμην ερθεις με το αγορι σου

~Τέλος Συζήτησης~

 

 

Συζήτηση 3

Άγνωστος 3: Καλησπέρα. Εχουμε γνωριστεί;

Εγώ: εδώ πιο πάνω λέει “conversation started today”, οπότε μάλλον όχι.

Άγνωστος 3: Ναι κι εγω το προσεξα. Πως κι έτσι; Παράξενο

Εγώ: Αυτό και τα γιγάντια γραμμικά σχέδια στο Περού είναι από τα μεγάλα μυστήρια της ζωής.

Άγνωστος 3 (μετά από ώρα): Γιατι δεν μου μιλας;

Εγώ: Γιατί δεν έχω κανένα λόγο να φλερτάρω.

Άγνωστος 3: εγω εχω λογο να φλερταρω αλλα αυτη τη στιγμη δεν το κανω γιατι εσυ εισαι αθηνα κι εγω κρητη

Εγώ: και το δικό μου το αγόρι στην Αριδαία. Είδες άδικη που είναι η ζωή;

Άγνωστος 3: εχεις σχεση εξ αποστασεως; Ησουν καπως ειρωνικη

Εγώ: όχι, έχει πάει στο χωριό του για το ΣΚ. Έτσι μιλάω, είναι το νορμάλ μου.

Άγνωστος 3: Ειναι το νορμάλ σου; Οκ

~Τέλος συζήτησης~

 

*Ο (αρκετά) αποτυχημένος τίτλος “Χάρη Πότε;” ήταν προφανώς χάριν λογοπαιγνίου ενώ παράλληλα σήμαινε και “Πότε θα μου δοθεί χάρη”, δηλαδή πότε θα πάψει να επικοινωνεί μαζί μου ο κάθε πικραμένος. Δεν μιλούσα για κανέναν Χάρη. Δεν ξέρω κανέναν Χάρη. Μα τον Άγιο Χαράλαμπο.

Τι είναι αυτό που το λένε Αγάπη

Tags

, , , , , , , ,

 

Όπως έλεγα, το καλοκαίρι του 2011 άρχισα ομοιοπαθητική. Ένα σημαντικό πράγμα -λέει- στην ομοιοπαθητική, όταν πας πρώτη φορά και λες όλα σου τα προβλήματα στο γιατρό, είναι η λεγόμενη “ετερο-περιγραφή”. Η «ετεροπεριγραφή» είναι ο τρόπος με τον οποίο θα σε περιέγραφαν οι άλλοι, όλα αυτά δηλαδή που θα έλεγαν τα πιο κοντινά σου πρόσωπα -που σε ξέρουν καλά- για να σε χαρακτηρίσουν. Η ετεροπεριγραφή πρέπει να είναι όσο το δυνατόν πιο αντικειμενική και κοντά στην αλήθεια. (Αν δεν έχεις ιδέα τι να περιμένεις από το πρώτο σου ραντεβού με το γιατρό, αυτά τα βγάζεις εκείνη τη στιγμή απ’ το κεφάλι σου -κι εύχεσαι οι φίλοι σου να σε νομίζουν έξυπνη, γνωστική και σκεπτόμενο άτομο). Γενικά, καλό είναι να μην πέσεις τελείως έξω και καλό είναι επίσης να μην πας να ρωτήσεις τη γνώμη του περιπτερά της γειτονιάς που σε γουστάρει (εκτός βέβαια κι αν έχεις διατηρείς δεσμό δέκα ετών με τον περιπτερά, άλλο αυτό). Εγώ τυχαίνει να ξέρω από πριν ότι θα μου ζητήσει ο γιατρός αυτή την ετεροπεριγραφή, οπότε λέω να προετοιμαστώ και να ‘χω μαζί μου σκονάκι.

Ξέρω ότι η Αδερφή και η Μάνα θα μου πουν πάνω-κάτω τα ίδια, οπότε, για να μην μπω σε συζητήσεις χωρίς νόημα, χωρίς τέλος και χωρίς ελπίδα, κάνω τη λιγότερο επίπονη επιλογή και διαλέγω την Αδερφή. Ωραία. Πάει αυτό. Το θέμα είναι ότι χρειάζομαι και κάποιον εκτός οικογένειας. Μούμπλε μούμπλε. Χμμμ… Μια και, για χιλιοστή φορά, θα πω ότι είμαι βαθιά αντικοινωνικό άτομο, δεν νομίζω ότι κανένας από τους φίλους μου με έχει ζήσει στενά κι από κοντά για αρκετό καιρό ώστε να κάνει γι’ αυτό που χρειάζομαι. Νομίζω ότι οι περισσότεροι έχουν μάλλον λάθος εντύπωση (ναι, συνήθως προσπαθώ να προστατεύω αυτούς που δεν έφταιξαν σε τίποτα από τη σκληρή πραγματικότητα του εαυτού μου, ας με νομίζουν καλύτερα ροζ, τσουλέ και ελαφρόμυαλη). Μόνο που, ο μόνος άλλος άνθρωπος που (έχει την ατυχία να) σε ζει από πολύ κοντά είναι ο Άλλος, δηλαδή το εκάστοτε έτερον ήμισυ. Χμμμ… Κάτσε να σκεφτώ.

Ο τελευταίος Άλλος που κράτησε ικανό διάστημα είναι ο Άχρηστος Παλιοκαργιόλης. Χμμμ… βέβαια, εδώ δεν εμπιστευόμουν Άχρηστο Παλιοκαργιόλη να αλλάξει μια λάμπα, κι αν του μίλαγα ξανά θα τον έβριζα για τα λεφτά που μου χρωστάει, κι αν τον έβλεπα κι από κοντά θα του άλλαζα εγώ τα φώτα, άρα θα πίστευα ποτέ ότι αποτελεί ιδανική επιλογή; Μάλλον όχι. Οπότε, ποιος;

Χμμμ… δεν έχω επιλογή. Στέλνω μήνυμα σε Αθώο Άγγλο. Αθώο *Παντρεμένο* Άγγλο. Χωρίσαμε πριν δέκα χρόνια (εδώ). Αλλά Αθώος Άγγλος απαντά. Ρωτάει τι έγινε και γιατί χρειάζομαι ομοιοπαθητική. Εξηγώ μέσες άκρες ότι δεν έγινε τίποτα σοβαρό και αν μπορεί να μου στείλει 2-3 προτασούλες μόνο, με μια γενική περιγραφή. Αθώος Άγγλος με παίρνει τηλέφωνο. Αφού μιλάμε για κανά μισάωρο, λέει θα μου τη στείλει στο email μου. Το ίδιο βράδυ, μου στέλνει μια σελίδα κείμενο.

Μετά από το τηλεφώνημα κι αυτά που μου γράφει, με πιάνει μια ανείπωτη θλίψη και μελαγχολία. Περίμενα -όπως και πήρα- αληθινά (και όχι απαραίτητα ευχάριστα) λόγια από την Αδερφή, αλλά αλήθεια δεν έχω ιδέα τι περίμενα απ’ αυτόν. Ήταν απλά ο μόνος που μπορούσα να ρωτήσω, κι έχω απόλυτη συναίσθηση της ρομπίασης του να ρωτάς “ποια είμαι;” έναν παντρεμένο άνθρωπο που ζει σε άλλη χώρα από την οποία σηκώθηκες κι έφυγες (εγώ τον χώρισα) πριν δέκα χρόνια. Πιο χαμηλά δεν πάει. Δηλαδή πάει, αλλά ο Θεός τότε με σταμάτησε από το να ρωτήσω Αστείο Αγόρι, με τους ουρανούς να ανοίγουν και εκκωφαντικό ηχητικό εφέ με ηχώ:

Ειρήνη, έχεις ήδη πιάσει πάτο! Άσ’ το τηλέφωνο κάτω!

 

Τέλος πάντων, δεν ξέρω τι περίμενα από Αθώο Άγγλο. Αλλά δεν περίμενα να διαβάσω αυτό το γράμμα που απευθυνόταν στο γιατρό, που έλεγε ότι με γνώρισε από τα 19, ότι πιθανώς να έχω αλλάξει από τότε αλλά δεν το νομίζει, γιατί ο χαρακτήρας μου φαινόταν διαμορφωμένος από πολύ παλιότερα, πολύ πριν με γνωρίσει. Το γράμμα που έλεγε προκαταβολικά συγγνώμη αν με προσβάλλει, και μετά με περιέγραφε με… πολύτιμα λόγια (ναι, ξέρω ότι ακούγεται αηδία αλλά δεν ξέρω πώς αλλιώς να το πω), με εικόνες που είχα ξεχάσει και πράγματα που, όταν έχεις συνηθίσει για καιρό να βλέπεις τον εαυτό σου με τα μάτια των άλλων που σε πρωτογνωρίζουν, δεν τα βλέπεις πια και δεν έχουν τίποτα να κάνουν με γκλίτερ και με παγιέτες -τις οποίες τότε δεν φόραγα καν. Μεταξύ άλλων, έλεγε:

Από τους ανθρώπους που θεωρεί δικούς της, είναι σχεδόν αβάσταχτα απαιτητική αλλά συγχρόνως μπορούν να βασιστούν στο ότι θα είναι αμετακίνητα πιστή…

 

Αυτό το γράμμα ουσιαστικά περιέγραφε αυτά που πιστεύω κι εγώ για τον εαυτό μου (κάπου εκεί βαθιά κρυμμένα), αυτά που πιστεύω ότι με κάνουν άνθρωπο που ψιλοαξίζει να γνωρίσεις, και, αν έχεις τέτοια γρουσουζιά και κατάρα πάνω σου, ίσως και να αγαπήσεις. Αυτά που εύχομαι να πιστέψει κι Όποιος είναι (όχι “όποιος να ‘ναι”, όχι ακόμα) που θα τύχει να βρεθεί στο δρόμο μου. Αυτά που αγαπώ κι εγώ από μένα. Το έχει πει και η αξιαγάπητη -κατ’ εμέ- Κάρι στο Sex & the City (και, το ‘χω πάρει απόφαση, αποκλείεται να μην είσαι φαν και να το διαβάζεις αυτό το μπλογκ): Αν βρεις κάποιον που σ’ αγαπάει για αυτό που εσύ αγαπάς τον εαυτό σου, αυτό είναι υπέροχο.

Ναι, είναι.

 

 

Όπως υπέροχη ήταν κι η στιγμή που όταν Αθώος Άγγλος είχε έρθει για πρώτη φορά να με δει στο σπίτι των Γονιών μου, το καλοκαίρι μετά το εξάμηνο που πέρασα στην Αγγλία, τότε ακόμα ήμασταν πιο πολύ ερωτευμένοι με την *ιδέα* του ότι είμαστε ερωτευμένοι και, καθισμένοι ένα βράδυ στην κουζίνα, είπε ασυναίσθητα κάτι σχεδόν από μέσα του, δεν θυμάμαι τι, ήταν κάτι που δεν είπε για να το ακούσω και να απαντήσω, μιλούσε στον εαυτό του, ήταν δικό του προσωπικό αστείο. Και γέλασα, και απάντησα σαν να είναι δικό μου. Και γύρισε και με κοίταξε. Και κοιταχτήκαμε. Και μου είπε απλά:

 So… it’s You.

 

Και δεν με άφησε ποτέ να έχω καμία αμφιβολία. Ποτέ. Γι’ αυτό, δεν περίμενα ότι γίνεται να ξεχάσεις το πώς είναι να σ’ αγαπάει κάποιος αληθινά. Η λήθη, βέβαια, μπορεί να είναι ένας προσωρινός αμυντικός μηχανισμός. (Η ηλιθιότητα, πάλι, μπορεί να είναι αμυντικός μηχανισμός που διαρκεί για πάντα, αλλά κοστίζει λιγουλάκι πιο ακριβά). Έτσι ήταν να αγαπάς και να σ’ αγαπούν. Και καλά που δεν ρώτησα Άχρηστο Παλιοκαργιόλη, ο οποίος επέμενε πεισματικά ότι μ’ αγαπούσε, παρόλο που αρνιόταν να μου πει γιατί. Έχουμε πει πόσο μικρός είναι ο κόσμος, έτσι; Χτες, λοιπόν (θυμίζω, καλοκαίρι 2011), μιλάω με κάποιον (ωραίο) άγνωστο στο facebook και μου λέει ότι έχουμε κι έναν κοινό γνωστό, ρωτάω ποιον, μου περιγράφει έναν τύπο, λέω ότι δεν ξέρω κανέναν τέτοιο τύπο, μου περιγράφει μια φωτογραφία μου… Καλέ! Ο Άχρηστος Παλιοκαργιόλης! Είναι -λέει- παντρεμένος τώρα. Μην κάνω την αριθμητική. Η αγάπη, κράτησε μια μέρα (αφού έφυγα).

Άραγε, τα δικά μου τα λεφτά τι πλήρωσαν; τα προσκλητήρια, τα κουφέτα ή το γαμήλιο ταξίδι;

 

Μετά το πρώτο ταξίδι που ο Αθώος Άγγλος έκανε για να με δει, ακολούθησαν κι άλλα. Για τον ένα χρόνο που είχαμε σχέση από απόσταση, βλεπόμασταν μια φορά το μήνα, συνήθως ερχόταν αυτός άλλες φορές πήγαινα εγώ. Τότε, δεν είχαμε skype, δεν είχαμε facebook, δεν είχαμε msn, δεν είχαμε email, δεν είχαμε κινητά. Μόνο γράμματα (δεκάδες), καρτοτηλέφωνα και «πετάω την Παρασκευή». Κάθε ταξίδι είχε ένα κοινό. Όταν ερχόταν η στιγμή να χωρίσουμε, στο αεροδρόμιο, Αθώος Άγγλος άφηνε τα δάκρυα κι έτρεχαν. Ποτάμι. Κάθε φορά. Θυμάμαι ότι τον φιλούσα να τα σκουπίσω, τον παρηγορούσα όπως μπορούσα αλλά από μέσα μου τον θεωρούσα αδύναμο, έλεος, ένας μήνας ήταν μόνο. Άκουγα κάτι τέτοιο:

Αν δεν σε είχα γνωρίσει, θα ήταν πανεύκολο. Αλλά τώρα, ξέρω πώς είναι. Και δεν μπορώ να ζήσω χωρίς αυτό.

 

Το περασμένο σαββατοκύριακο (πάλι, μιλάω για κοντά στο καλοκαίρι 2011), είμαι Why Sleep με τη Φίλη. Σε κάποια φάση, Φίλη πάει για κατούρημα. Μετά από λίγο, κι ενώ έχουν πλησιάσει επικίνδυνα διάφοροι υπερβολικά φιλικοί αλλόφυλοι πρόθυμοι να μου κάνουν παρέα, Φίλη επιστρέφει και μου λέει: “Τι σου ‘φερα;” Κοιτάζω. Ωχ! Το Ροζ Πουκάμισο Γκάζι! Με το που κοιταζόμαστε, βάζουμε και οι δυο τα γέλια. Γελάμε για κανά δίλεπτο. Χαιρόμαστε πολύ που βλέπουμε ο ένας τον άλλον, λέει ότι είχε χάσει κινητό κι έχει χάσει το τηλέφωνό μου, λέω “βέεεβαια”, πάω να του την πω για πλάκα και μιλάω δήθεν σοβαρά χρησιμοποιώντας το όνομά του, ας πούμε: “Άκου εδώ, Χρήστο!” αυτός ξαφνικά κατσουφιάζει και λέει κάτι τύπου (με άλλα ονόματα): “Δεν με λένε Χρήστο, με λένε Χάρη”. Σιγή. Ουπς! ΟΚ, έκανα λάθος, το παραδέχομαι. (Προς υπεράσπισή μου, μιλάμε για τέτοια κοντινή αναλογία ονομάτων). Και δεν φταίω εγώ. Αλλά πού να εξηγήσω ότι ΠΑΝΤΑ τον αναφέρω (και τον σκέφτομαι) ως “Ροζ Πουκάμισο Γκάζι”; Του δείχνω και το κινητό μου, έτσι τον έχω αποθηκευμένο. Με βάζει να του κάνω κλήση. Ωραία, το λύσαμε. Δεν με μισεί. Αυτή η παρένθεση φαίνεται άσχετη αλλά δεν ήταν τελείως. Ήθελα να πω ότι μ’ αυτά και μ’ εκείνα, ξεχνάς πώς είναι και το Άλλο.

Το Άλλο, που όταν στην Αγγλία είχα πάει μια φορά από το Μπέρμινχαμ στο Λονδίνο για να μείνω ένα βράδυ και την άλλη μέρα να ξυπνήσω και να πάω για δεύτερη συνέντευξη στα Boots, τότε που ένιωθα μικρό κοριτσάκι, μόνη και φοβισμένη, χωρίς να το ζητήσω, Αθώος Άγγλος με άκουσε χάλια στο τηλέφωνο και οδήγησε 3 ώρες το βράδυ μετά τη δουλειά, απλά να έρθει να κοιμηθεί δίπλα μου και να ξανα-οδηγήσει το πρωί 3 ώρες να ξαναπάει δουλειά. Ήταν τόσο κουρασμένος, ούτε δυο λέξεις δεν ανταλλάξαμε, απλά μ’ αγκάλιασε κι έπεσε δίπλα μου.

 

Έφυγα οριστικά απ’ την Αγγλία παρόλο που τον αγαπούσα και που μ’ αγαπούσε. Για μένα, δυστυχώς, κάτι δεν υπήρχε πια. Τον έβλεπα σαν αδερφό μου (κλισέ, αλλά θλιβερά αληθινό). Για εκείνον ήταν πάντα όπως παλιά. Του είχα γράψει τότε ένα τελευταίο γράμμα (πλέον είχαμε email αλλά ήθελα να το έχει σε χαρτί) και του έλεγα πολλά, δεν θυμάμαι τι, αλλά θυμάμαι μια σκηνή. Έλεγα ότι αν έρθει ποτέ το Τέλος του Κόσμου και χρειαστεί να μπούμε στη μάχη ενάντια στο Κακό, εγώ κι αυτός θα πολεμάμε δίπλα-δίπλα. Και, με γνήσια λογική Harry Potter -που μου φαίνεται απόλυτα σωστή- του έλεγα να μην φοβάται τίποτα, γιατί το ότι αγαπήθηκε τόσο θα είναι για πάντα εντυπωμένο πάνω του, σαν φυλαχτό που κανείς δεν μπορεί να του πάρει μακριά. Πάντα να το θυμάται…

you have been loved. (Και που αλλάζει ο χρόνος, το γεγονός παραμένει).

 

…Γιατί, ναι, το ξεχνάς. Ξεχνάς πώς είναι η Αγάπη. (“Αλίμονο σ’ αυτούς που δεν αγάπησαν…” -έχω και λαϊκό ρεπερτόριο, όχι, παίζουμε). Και δεν θέλω να το ξεχνάω. Αλλά ήταν σοκ όταν μου το θύμισε ο Αθώος Άγγλος με το μήνυμά του που άρχιζε με:

Γεια σου, είμαι εγώ, ο πάλαι ποτέ πρώην σου και για πάντα αδερφός σου από άλλη μητέρα.

 

Αυτός 2 μέτρα, ξανθός, γαλανός και Άγγλος, Εγώ 1.50, καστανή και Ελληνίδα. Κι όμως, ήμασταν το ίδιο.

 

Ήταν Αγάπη. Και δεν ξεχνιέται. Απλά δεν θέλω και να μου το θυμίζω κάθε μέρα, γιατί δεν θέλω να το σκέφτομαι όλη την ώρα και να ζω συνέχεια ένα δράμα. Το δράμα της ματαιότητος των επιπόλαιων (παρότι αναγκαστικών) επιλογών της ζωής μου. Αν επικεντρωνόμουν σ’ αυτό, δεν θα έβγαινα έξω ποτέ αλλά θα καθόμουν σπίτι κάθε βράδυ και θα πλάνταζα στο κλάμα, θα πέρναγαν δύσκολα τα μπαρ, θα χρεοκοπούσαν τα ταξί, θα ‘κλεινε o Hondos και το Sephora, θα γονάτιζα τη χαρτομαντηλο-βιομηχανία και την παγωτο-βιομηχανία. (Θα ‘παιρνα και τουλάχιστον 286 κιλά, κι άντε να βρεις γερανό Σάββατο βράδυ). Ούτε αστειάκια, ούτε χασκογελάκια, ούτε λιπ γκλος, ούτε ντισκομπάλες, ούτε χρυσά φορεματάκια. Σκέτο δράμα, σου λέω. Ασπρόμαυρο. Κι εγώ δεν μπορώ, θέλω κάτι από ροζ φουξιομόβ, από μεταλλιζέ τιρκουάζ ή από μπλε ελεκτρίκ…

…και καλό τέλος.

 

Εξομολόγηση: “Γιατρέ μου, αμάρτησα”

Tags

, , , , ,

 Τέλειωσε μεν η Προ-Ιστορία αλλά θα κάνω άλλη μια αναδρομή στο κοντινό παρελθόν…

Μετά λοιπόν από το φανταστικό Πάσχα 2011 που είχα περάσει με 40 πυρετό, σε συνδυασμό με πονόδοντο και γυναικολογικά, αποφασίζω να πάω σε ομοιοπαθητικό γιατρό. Γενικά, το είχα σκεφτεί αρκετές φορές με τα τόσα που παθαίνω και, μάλιστα, μου το είχε προτείνει -απελπισμένος πλέον- ο γειτονικός μου γιατρός, ο οποίος με βλέπει όποτε έχω κάτι τραγικό. Δηλαδή περίπου μια φορά την εβδομάδα. Απελπισμένος Γειτονικός Γιατρός: “Τι να πω πια, όλοι ερχόμαστε σε επαφή με χιλιάδες ιούς και μικρόβια κάθε μέρα, αλλά ο οργανισμός μας τα πολεμάει. Εσύ, είναι σαν να μην έχεις καθόλου ανοσοποιητικό σύστημα. Γιατί δεν δοκιμάζεις ομοιοπαθητική;” Μετά απ’ αυτό το σχόλιο βέβαια, το πρώτο που δοκίμασα ήταν να κάνω εξέταση για HIV. Όταν ησύχασα (σχετικά) απ’ αυτό, είπα να δοκιμάσω και ομοιοπαθητική.

Στον ομοιοπαθητκό γιατρό, λοιπόν, μιλάω ασταμάτητα για δύο ώρες και εξιστορώ τα πάντα, από την παιδική μου ηλικία ως σήμερα, ιατρικά αλλά και άσχετα πράγματα που με χαρακτηρίζουν. Για παράδειγμα, ο μονόλογος πήγαινε κάπως έτσι: “…και στα 27 μου, πέρασα ανεμοβλογιά… κρυώνω αν έχει κάτω από 30 βαθμούς… παθαίνω συνέχεια διαστρέμματα… παθαίνω συνέχεια γυναικολογικά… όταν φεύγω απ’ το σπίτι γυρνάω πίσω για να βεβαιωθώ ότι έβγαλα το σίδερο απ’ την πρίζα… έχω μεγάλη φοβία με τα βασανιστήρια… λατρεύω τα σύκα… είμαι βραδινός τύπος αλλά φοβάμαι το σκοτάδι και κοιμάμαι με φωτάκι… δεν θέλω ποτέ κανένας να με βλέπει άβαφτη… βλέπω πολλά όνειρα με σπίτια… η συναναστροφή με κόσμο με κουράζει… δεν πίνω νερό απ’ το ψυγείο…” κ.λπ.

Αυτό, λοιπόν, για δύο ώρες. Και δεν είδα να τον παίρνει ο ύπνος ούτε στιγμή. Ήρωας. Κάτι έξτρα που δεν έχω αναφέρει για λόγους καλαισθησίας και χμμμ… διακριτικότιητας, είναι το εξής. Λέω: “Γιατρέ, επίσης, όσο καιγόμουν απ’ τον πυρετό το Πάσχα, έβγαλα κι ένα σπυρί στο κωλομέρι, το οποίο έχει μέγεθος αυγό μάτι”. Ομοιοπαθητικός Ήρωας: “Γιά να δω.” Εγώ (περίλυπη): “Ζε σέλω!” Ομοιοπαθητικός Ήρωας: “Έλα, δείξε μου” Εγώ: “Δεν είναι για να το δει άνθρωπος, θα έχετε εφιάλτες!” Ομοιοπαθητικός Ήρωας: “Έχω δει σκουλήκια να βγαίνουν από κεφάλι ανθρώπου.”

Του δείχνω το κωλομέρι.

Το θέμα όμως δεν είναι το κωλομέρι. Για το οποίο, μάλιστα, λέει: “μια χαρά είναι” εγώ: “μα γιατρέ μου, δεν μπορεί να με δει άνθρωπος” αυτός: “υπάρχουν και πιο σοβαρά προβλήματα στη ζωή” εγώ (από μέσα μου): “γαμώτι!” Πάνω στη συζήτηση, του αναφέρω ότι τα τελευταία χρόνια “γνωρίζω πολύ κόσμο” (= κωδικός που συνήθως χρησιμοποιούν έτσι ασαφώς και νεφελωδώς κάτι εμφανίσιμα αγόρια και σημαίνει “πηδάω όπου μπορώ, όσο μπορώ”. Όταν τον χρησιμοποιούν κορίτσια, δεν είναι κωδικός, αλλά σημαίνει αυτό ακριβώς που λένε οι λέξεις, δηλαδή όντως γνωρίζουν πολύ κόσμο φιλικά, είτε γιατί άρχισαν Ισπανικά, σεμινάρια αγγειοπλαστικής, εθελοντική εργασία ή άντε και μαθήματα σάλσα. Όταν τον κωδικό τον χρησιμοποιώ εγώ, σημαίνει κάτι ενδιάμεσο).

Ομοιοπαθητικός Ήρωας ζητά να εξηγήσω τι εννοώ κι αρχίζω να εξηγώ πολύ απλά ότι για μένα το σεξ δεν είναι κάτι το Τρομερό. Ναι, ναι, ξέρω, είναι οι ιδιαίτερες προσωπικές στιγμές ενός ζευγαριού, η ώρα που μοιράζεσαι απόλαυση, χαρά και ηδονή με κάποιον άνθρωπο που έχεις επιλέξει, παίρνεις και δίνεις τρυφερότητα, κ.λπ. Ναι. ΟΚ. Μόνο που (προφανώς) δεν το βλέπω με τον “παλιακό” κλισέ ρομαντικό τρόπο που υποτίθεται ότι το βλέπουν ακόμα πολλά κορίτσια. Δεν το βλέπω ούτε σαν μέσο διαπραγμάτευσης/ μέσο συναλλαγής και “χειρισμού”. Δεν θέλω να με βγάζει κανείς έξω και να με κερνάει ποτά ή φαγητά μέχρι να “με ρίξει”. Δεν θέλω να με κυνηγήσει κανείς μέχρι να “το κάνουμε”. Δεν θα είμαι ποτέ αυτή που θα ελπίζει ότι αυτός που θέλω, κατά τη διάρκεια του “κυνηγητού” μπορεί και να με ερωτευτεί. Αν είναι να “με κυνηγήσει”, δεν θέλω να είναι για το σεξ. Το σεξ μπορώ να το δω και ξεχωριστά, μόνο του. Και ξέρω πώς ακούγομαι.

Σαν αγόρι.

Επιστρέφω στη συζήτηση με Ομοιοπαθητικό Ήρωα. Με ρωτάει γιατί ζω όπως ζω και γιατί κάνω ό,τι κάνω. (Όχι ότι κάνω κάτι το φοβερό, απλά κουβέντα να γίνεται). Ομοιοπαθητικός Γιατρός: “Το κάνεις για το σεξ;” Άντε πάλι. Για δισεκατομμυριοστή φορά στη ζωή μου, απαντώ ότι “όχι, δεν το κάνω για το σεξ. Δεν είναι το σεξ αυτό που με ενδιαφέρει”. Μεταξύ μας, εννοώ ότι δεν με ενδιαφέρει όταν κάνω νέες γνωριμίες, όχι γενικά, γιατί άμα το πετύχω το δέκα το καλό, το αλυσοδένω, το κλειδώνω στην ντουλάπα μου, του πετάω μπριζόλες και ανανάδες (ξέρω που σου λέω), και δεν το αφήνω ποτέ να ξαναδεί το φως του ήλιου. Δεν το λέω αυτό. Ούτε κάθομαι να εξηγήσω στον Ομοιοπαθητικό Ήρωα ότι το σεξ αυτό καθαυτό, παραδόξως, δεν είναι αυτό που έχει καθορίσει το λάιφ-στάιλ μου. Ούτε αναλύω το κοινώς γνωστό, θεμελιώδες ζήτημα: ότι για τα κορίτσια, η πρώτη φορά με κάποιον, 9 στις 10 δεν είναι ικανοποιητική ενώ για τα αγόρια, 9 στις 10, είναι. Είπαμε, το πρώτο ερώτημα στο Θεό αν μπαίναμε ποτέ στον παράδεισο (χλωμό), θα ήταν το εξής:

Θεέ μου, γιατί έβαλες τη ρημάδα την κλειτορίδα *έξω* απ’ τον κόλπο;

Ακόμα κι αν γινόταν κάνα γραφειοκρατικό λάθος και η ψυχή μου ανέβαινε προς βόρεια, 5ο σύννεφο δεξιά, μετά απ’ αυτή την ερώτηση, θα έπεφτε φάπα απ’ τον Άγιο Πέτρο και θα με πέταγαν έξω. Αλλά, το γεγονός αυτό, πιστεύω (βαθιά και ακράδαντα) ότι αποτελεί το βασικότερο στοιχείο που κάνει τις σχέσεις των δύο φύλων αυτό που είναι. Γιατί, εδώ που τα λέμε, δεν είναι και εντελώς παράλογο να δυσκολεύεται να πειστεί η άλλη να κάνει κάτι που οι πιθανότητες αλλά και η εμεπιρία της τής λένε ότι δεν θα ευχαριστηθεί ιδιαίτερα, και να θέλει γι’ αυτό κάτι ως “αντάλλαγμα” (για ψυχολογικό μιλάω, όχι γι’ αυτό που χρεώνουν οι δεσποινίδες που συχνάζουν στη Συγγρού). Π.χ. μια -έστω αμφιβόλου φερεγγυότητας και αξιοπιστίας- υπόσχεση ή την ελπίδα ότι κάπου θα οδηγήσει αυτή η “παραχώρηση”. Όσο ανόητο και να ακούγεται αυτό. Και, βασικά, όσο κι αν είναι θλιβερό.

Η προσωπική μου θεωρία είναι ότι αν ευχαριστιόμασταν εξίσου το σεξ αγόρια-κορίτσια με την ίδια ευκολία, από την πρώτη φορά με κάποιον, θα κάναμε ΤΑ όργια. Ποιες τουαλέτες στα μαγαζιά, μιλάω για τουαλέτες στη δουλειά. Κάνουν τα μάτια σου πουλάκια απ’ την οθόνη και θες να βγεις για ένα τσιγάρο; Πάμε πρώτα για ένα γρήγορο στων Ανδρών και το κάνεις μετά. Θα βγαίναμε όλοι στις πλατείες, στα παγκάκια, στις παιδικές χαρές, στα πάρκα. Η χαρά του παιδιού. Γιούχουουου. Αλλά, δυστυχώς, η φύση έκανε διακρίσεις μεταξύ των δύο φύλων. Σεξιστικές σεξουαλικές διακρίσεις. Απλά, δεν είμαστε φτιαγμένοι το ίδιο. Στο συγκεκριμένο θέμα, οι άντρες είναι ευνοημένοι. Και ξέρω πώς ακούγομαι.

Σαν κορίτσι.

Θα κάνω εδώ μια όχι τελείως πετυχημένη παρομοίωση, που έχει όμως κάποιες σαφείς αναλογίες με το θέμα: Ας πούμε πως έχεις έναν Πεινασμένο Τύπο με ένα χοτ-ντογκ στο χέρι. Πεινάει. Πεινάει και θέλει επειγόντως να το ψήσει. Μπροστά του, από μηχανής Θεά, εμφανίζεται μια ψηστιέρα. Εκτός κουτιού. Πεινασμένος Τύπος κατενθουσιάζεται. Βάζει την ψηστιέρα στην πρίζα. Είπαμε, εκτός κουτιού, άρα δεν υπάρχουν οδηγίες, τίποτα. Οπότε, δεν πα να ‘χει η ψηστιέρα πεντακόσια προγράμματα ψησίματος για να κρατάει το λουκάνικο ζουμερό, να λιώνει το τυρί ομοιόμορφα, να κάνει το ψωμί έξτρα τραγανό και να τραγουδάει άριες μόλις το ψήσει στην εντέλεια; Ο άνθρωπος πεινάει, θέλει να ψήσει ένα χοτ ντογκ. Και δεν την έχει ξαναχρησιμοποιήσει αυτή τη γαμημένη την ψηστιέρα και δεν έχει και το μάνιουαλ. Το χώνει μέσα κι ο Θεός βοηθός. Του πούστη, όπως και να ‘χει, το χοτ-ντογκ θα ψηθεί. Δεν είναι και πυρηνική φυσική. Πολλοί λίγοι θα ασχοληθούν με το πόσο ευχαριστήθηκε η ψηστιέρα την όλη διαδικασία και με το αν μετά η ψηστιέρα νιώθει ολοκληρωμένη σαν ψηστιέρα. Εκτός κι αν πετύχεις μη-πεινασμένο και μάστορα, τύπου «40 Χρόνια Φούρναρης, έχω ψήσει…» (+ κυκλική κίνηση με το χέρι που συνοδεύεται από επιφώνημα “πσσσ…!”) Αλλιώς, κάπως έτσι βλέπει και ο μέσος άντρας το σεξ για πρώτη φορά με μια γκόμενα. Και, με αυτό σαν δεδομένο…

…εσύ ψήνεσαι;

Οπότε, επαναλαμβάνω όχι, δεν είναι για το σεξ. Μετά από τόσα που έχω πει, αυτό ακούγεται σαν μια υποκρισία και μισή, το έχω υπόψη μου. Είναι αναμενόμενο να με παρεξηγήσει κανείς -παρόλο που είμαι ένα σεβαστό κορίτσι (με την ευρεία έννοια), (του “κοριτσιού”, όχι του “σεβαστού”), και θα έφτανα ως το σημείο να πω ότι δεν είμαι καν χαλαρών ηθών, παρόλο που με την ηλικία έχουν χαλαρώσει κι αυτά, όπως όλα πάνω μου άλλωστε. Γνωρίζω ότι δίνω λάθος εντύπωση. Χαλαρά.

Ομοιοπαθητικός Ήρωας ρωτά: “Γιατί το κάνεις λοιπόν;” Για μια στιγμή αναρωτιέμαι τι να απαντήσω. Μα, είμαι μόνη μου (στη ζωή), τι να κάνω, δηλαδή; Ειδικά τις Κυριακές, βαριέμαι. Το σκέτο “τρώω δίκιλα παγωτού και βλέπω Star” το είχα κάνει παλιότερα για άπειρα χρόνια, περιμένοντας το γνωστό Πρίγκιπα στο Άσπρο Άλογο (έστω και ποδηλάτη σε δίκυκλο άλλης απόχρωσης), ο οποίος όμως φαίνεται ότι έχει στήσει το μισό σύμπαν. Ε δεν περιμένω άλλο, σόρι κιόλας, θα παραγγείλω. Μια ζωή με πολλή πλάκα (την αστεία, η ταφόπλακα έρχεται μετά) παρακαλώ. Σε ψηλό (ποτήρι. Το αγόρι, παρακαλώ να είναι σε κοντό). Γιατί, ναι, μ’ αρέσουν τα αγόρια. Μ’ αρέσει να φιλιέμαι.

to make out = φασώνομαι

Παραλίγο να αναφέρω και το μάντρα μου (μιλάω για μόττο, όχι για πέτρινο τοιχάκι) που ονομάζω Το Νόημα Της Ζωής: “Να είμαι στη μέση του κλαμπ, κάτω από τη ντισκομπάλα, να παίζει r’n’b και να χορεύω και να φιλιέμαι με Χαριτωμένο Αγόρι που χορεύει και μυρίζει ωραία”. Εδώ το ‘χα, αλλά συγκρατήθηκα. Λέω:

Άσε, ο άνθρωπος έχει δει σκουλήκια να βγαίνουν από κεφάλι ανθρώπου, του ‘δειξα και το σπυρί στο κωλομέρι, κρίμα είναι, αρκετά έχει υποφέρει.

Γι’ αυτό ζω έτσι λοιπόν. Ακόμα. Γιατί δεν βλέπω ικανοποιητική εναλλακτική. Αλλά -και ίσως αυτό να το λέω για να με καθησυχάσω- δεν νομίζω ότι είναι και λίγο να ζούμε όπως ζούμε από επιλογή. Με την προϋπόθεση ότι ξέρουμε το γιατί, για ό,τι κι αν είναι αυτό το οποίο έχουμε διαλέξει. Και, μια και φαίνεται πως το μητρικό μου ένστικτο μάλλον ξέχασε να βάλει ξυπνητήρι ή πάτησε snooze και αποκοιμήθηκε και σίγουρα δεν θα προλάβει να πάει στη δουλειά, δεν πιστεύω ότι έχω και καμιά σοβαρή δικαιολογία για να συμβιβαστώ. Δηλαδή, γιατί; Για να μπορώ π.χ. να πηγαίνω υπέροχα ταξίδια σε όλο τον κόσμο μαζί με κάποιον που δεν θέλω πια να βλέπω μπροστά μου; Άσε, φίλε, καλή είναι και η ηλιοθεραπεία στο μπαλκόνι μου, παρέα με το γείτονα με τα κυάλια. Α, και, το “θα πεθάνεις μόνη σου” δεν ισχύει. Ισχύει δηλαδή, αλλά ισχύει ούτως ή άλλως. Μετά από κάποια ηλικία, μόνο γιαγιάδες βλέπεις να συνεχίζουν ντούρασελ κόντρα σε κάθε νόμο της φύσης, κόντρα στα δεδομένα της κρίσης, της γραφειοκρατίας, της τιμής της ντομάτας και κάθε άλλης κοσμοθεωρίας. Αλλά, και παρέα να έχεις, πάλι μόνος σου θα πεις στο Τέλος: “κλείνω λίγο τα μάτια, ξυπνήστε με όταν τελειώσουν οι διαφημίσεις…” Άρα;

Δεν μου διαφεύγει, βέβαια, ότι τα περιθώριά μου μέχρι που στη λίστα με τα χόμπι μου να φιγουράρουν τα αξιοζήλευτα “πλέξιμο, 7 γάτες και συλλογή από πορσελάνινες φιγούρες” είναι πολύ περιορισμένα.

World of KnitCraft: Battle of the Grandmas. -Coming soon

Μην βλέπεις που γνωρίζω συνέχεια πλήθος νεαρών, έχω απόλυτη επίγνωση ότι αυτό δεν πρόκειται να κρατήσει για πολύ (ας μην είχα χτίσει Hondo, MAC και Sephora και οι εν λόγω νεαροί ήδη θα τρόμαζαν όταν θα μ’ έβλεπαν και απλά θα έτρωγαν όλο τους το φαΐ). Αυτό που θέλω να πω είναι πως όποιες επιλογές κι αν κάνουμε, τελικά, καλό είναι να είμαστε προετοιμασμένοι -ή έστω υποψιασμένοι- για τις συνέπειες. Π.χ., αν είσαι αλλεργική στο πλέξιμο και στις γάτες, καλύτερα να βγεις από σήμερα σε μπαρ με 35ρηδες έτοιμους για γάμο.

Και να μου πεις και πού είναι αυτό το μπαρ γιατί έχω και κάτι φίλες να αποκαταστήσω.

Ως τότε λοιπόν, μέχρι να τελειοποιήσω την τέχνη του να πλέκω ζιπουνάκια για γατάκια και μέχρι να αποκτήσω σύνθετο-βιτρίνα με τζαμάκι για να επιδεικνύω τη συλλογή από πορσελάνινες βοσκοπούλες, όσο δεν υπάρχει ο Ένας, ας υπάρχουν Πολλοί. Είναι ο μόνος συμβιβασμός που είμαι πρόθυμη και διατεθειμένη (προς το παρόν) να κάνω. Γιατί, δεν πιστεύω ότι έχεις περισσότερες πιθανότητες να βρεις τον ΕΝΑΝ αν δεν δοκιμάσεις κανέναν. Εσύ, αν δεν έχεις δοκιμάσει ένα φαγητό, πώς θα ξέρεις αν σου αρέσει; Απλά επειδή φαίνεται ωραίο και μυρίζει ωραία; (Και, πριν προλάβεις να πεις “ναι” θυμίζω ότι το μέλι μυρίζει ποδαρίλα και τα τυριά ακόμα χειρότερα.) Αλλά δες το κι έτσι: όταν ακόμα το μόνο στερεό που είχες δοκιμάσει ήταν η φρουτόκρεμα, ήξερες εσύ ότι το αγαπημένο σου φαγητό θα είναι η καρμπονάρα; Κι εγώ, που τρελαίνομαι για φάβα; αν δεν την είχα δοκιμάσει, θα το ψυχανεμιζόμουν λες, εξ όψεως, ότι λατρεύω τη φάβα;

Κι αν αυτός που ψάχνω, δηλαδή, είναι η “φάβα” μου;

 

 

Χιτσ-cock-ικός Επίλογος

Tags

, , , ,

 

Τελευταία μέρα διακοπών 2010. Μετά τα όσα συνέβησαν εκείνο το καλοκαίρι (ελπίζω να μην κρατάς σκορ γιατί δεν ξέρω πώς θα τα μπαλώσω, χτυπάω ξύλο και φτύνω στον κόρφο μου), την ώρα λοιπόν που πακετάρω το πρωί, από το ανοιχτό παράθυρο μπαίνει στο δωμάτιό μου πετώντας, ένα πουλί. (Μόνο του, ανεξάρτητο, όχι συνδεδεμένο πάνω σε κάποιον). Ένα συνηθισμένο πουλί μπήκε στο δωμάτιο και ήρθε κι έκατσε πάνω στο κρεβάτι μου, δίπλα στην ανοιχτή βαλίτσα. (Λίγο αργότερα το πουλάκι πέταξε και μετά δεν πήρε ούτε ένα τηλέφωνο, αλλά τι περιμένεις;) Το ειρωνικό αυτό συμβάν μου θύμισε κάτι που είχα πει πρόσφατα –τότε-σε κάποιον:

Επειδή είμαι μεγαλύτερη, για κάποιο αδιευκρίνιστο λόγο, εσύ και οι συνομήλικοί σου πιστεύετε ότι μέρα-νύχτα ονειρεύομαι ιπτάμενα πουλιά…

(ΟΚ, είχα χρησιμοποιήσει μια πιο κακιά λέξη αντί για “πουλιά”, σε πληθυντικό θηλυκού και που συχνά συνοδεύεται από τη λέξη «μπλε» αλλά το νόημα είναι ακριβώς το ίδιο και είχα όντως πει “ιπτάμενες”). Το γεγονός αυτό, λοιπόν, δείχνει -χωρίς καμία πλέον αμφιβολία- ότι το σύμπαν έχει χιούμορ. Εις βάρος μου.

Κι άντε να τα μαζεύουμε σιγά-σιγά, γιατί πήγε μακριά η βαλίτσα…

 

Και εδώ φίλες και φίλοι θα παρακολουθήσουμε μια ανεξάρτητη παραγωγή που αποτελεί μια πετυχημένη αυτοβιογραφική φωτο-αναπαράσταση, εμπνευσμένη από την Τέχνη του κινηματογράφου, η οποία -όπως πάντα- μιμείται τη ζωή:

Τα Πουλιά – Η Ζωή Μου – The Movie

Η ιστορία ξεκίνησε ανέμελα έναν Αύγουστο στα Βατερά, με ΕΝΑ ελεύθερο πουλί και εμένα την αθώα περιστερά… (ναι, Αύγουστο, μην κοιτάς που φοράω γούνα, είχε μελτέμια).

…αλλά, επειδή 1 πουλί = κανένα, σύντομα τα πουλιά έγιναν πολλά και δεν είχα πλέον χρόνο ούτε να πάω κομμωτήριο…

Άσε που, τώρα που το σκέφτομαι, το τελευταίο παλιόπουλο μ’ έχει χέσει κανονικά, δεν σήκωσε το κουλό του να πάρει ούτε ένα τηλέφωνο…

Is it a bird? is it a plane? Είναι σερβιέτα με φτερά (άσχετο) ή… είναι Ιπτάμενο Πουλί;

Αδερφή, να δεις που αυτά τα πουλιά θα μας γαμήσουν…

Ρε, δεν είπα ΟΧΙ παρτούζα;

ή τα μάτια μου κάνουν πουλάκια ή γίνεται του πουλιού το κάγκελο. Φοβάμι πουλύ (ακσάν χωριού).

Αδέρφια μου! Αλήτες, πουλιά! Τρέξτε! Τρέξτε μακριά να σωθείτε!

Ω Θεέ μου, έκανα το λάθος να πουλί-σω την αξιοπρέπειά μου, κι η ζωή μου κατάντησε ένα πουλο-ερείπιο…

Δεν πάει άλλο, παίρνω τα φορέματά μου με τις πούλιες και… τον πούλο!

Ξημέρωμα α λα ξαπλώστρα

Tags

, , , , ,

Λίγο μετά τα τραγικά συμβάντα, γνωρίζω ωραιότατο ημι-Ιταλό που είναι φίλος φίλων και κάπως ημι-ξέμπαρκος -πράγμα προφανές, αλλιώς θα τον είχαμε προσέξει κι από άλλη χρονιά. Ημι-Ιταλός με προσεγγίζει μέρα μεσημέρι, ενώ λιάζομαι πάνω στην ξαπλώστρα ημι-κοιμώμενη. (Όχι ότι δεν τον έχω δει, μπορεί να είμαι κουφή -διαγνωσμένα- αλλά το μάτι μου παίζει. Κι όχι επειδή κάποιος με σκέφτεται. Παίζει, εντοπίζει, εστιάζει, παρακολουθεί και μετά τον σκέφτομαι εγώ). Ενώ εγώ είμαι λοιπόν χυμένη πάνω στην ξαπλώστρα, Ημι-Ιταλός πλησιάζει, στο δρόμο από παραλία προς θάλασσα (έχουμε και φαρδιά αμμουδιά, όχι μαλακίες)… και μου λέει:

Έλα για μια βουτιά.

Ιδιοφυές. Ανοίγω το ένα μάτι. Τον κοιτάζω. Διαμαρτύρομαι ελαφρώς αλλά, επειδή έχω δει γενικά τι παίζει στο νησί και έχω αποκαρδιωθεί, δεν διαμαρτύρομαι για πολύ. Σηκώνομαι και, τσούκου-τσούκου, τον ακολουθώ στο νερό. Ώρα ήταν, ούτως ή άλλως, είχα ψηθεί (και καλά). Απ’ την άλλη, δεν έχω ιδέα αν θα αντιμετώπιζα το ιδιοφυές πέσιμο αν Ημι-Ιταλός δεν ήταν τόσο ιταλόφερτα ευχάριστος στο μάτι. Ίσως να ‘χα πει; “πήγαινε βούτα κι έρχομαι” ή “πήγαινε βούτα να δεις αν έρχομαι” (ισοδύναμο με το “αει πνίξου”). Πάντως, Ημι-Ιταλός το λέει χαλαρά και με αυτοπεποίθηση, σημάδι ότι η ατάκα πιάνει. Τώρα, τι απ’ όλα πιάνει, α) η ατάκα ή β) το ιταλόφερτο ευχάριστο στο μάτι, δεν είμαι σίγουρη, αλλά κάτι πιάνει τέλος πάντων. Μες στο νερό. Η γνωριμία μας γίνεται στο πλατσουριστό.

Μαθαίνω ότι φεύγει το Δεκαπενταύγουστο (πράγμα που τον βάζει αυτόματα στην πρώτη φουρνιά του οργανογράμματος), όμως Ημι-Ιταλός δηλώνει πως αυτή τη στιγμή “είναι” με κοπέλα που γνώρισε εδώ πριν δυο μέρες. Εκεί στύβω μαλλί και λέω “άντε γεια”. Μου λέει ότι χωρίζει. Δεν καταλαβαίνω τίποτα, πώς “τα φτιάχνει” και “χωρίζει” πλέον ο κόσμος, δεν είναι και δεκατέσσερα, εικοσιτέσσερα είναι (και φαίνεται και μεγαλύτερος), τι να πω… αλλά μου έχουν τάξει σύκα στο μπαρ (!), και δεν κάθομαι να το πολύ-αναλύσω. Λέω αγέρωχα: “Καλά, όταν χωρίσεις, ψάξε με”. Και φεύγω. (Αμέσως μετά έρχεται και μου τρώει το μισό σύκο, πράγμα που μου χαλάει το εφέ και επίσης με χαλάει για το λόγο του «άσε κάτω το σύκο, ρε!» αλλά το θέμα είναι ότι εγώ σηκώθηκα κι έφυγα –α, όλα κι όλα).

Και φτάνουμε 14 Αυγούστου. Ημι-Ιταλός έχει χωρίσει πριν δυο μέρες, έχουμε ήδη γνωριστεί καλύτερα αλλά όχι και τόοοσο καλά (ιφ γιου νόου γουάτ Αϊ μιν -πράγμα που θα έπρεπε, πλέον). Ο βασικός λόγος που η γνωριμία μας δεν τσουλα-ει, είναι ότι δεν επικοινωνούμε πλήρως και συνέχεια εκνευρίζουμε ο ένας τον άλλον, συνήθως πάνω στο πρώτο δεκάλεπτο συζήτησης. Αλλά είναι 14 Αυγούστου (η γνωστή καρμική ημερομηνία) και, επίσης, Φεύγει Αύριο. Αν το “14 Αυγούστου” είναι το Νούμερο 1 στη λίστα των πραγμάτων που θεωρώ καρμικά, το “Φεύγει Αύριο” είναι το αμέσως μετά. Διότι: α) Σήμερα είναι κι αύριο δεν είναι, οπότε, όπως λέει και το άσμα: “απόψε φίλα με, να με χορτάσεις, αύριο φεύγω και θα με χάσεις” και β) δεν μου κάνει καρδιά να αφήσω τον άνθρωπο να φύγει έτσι από τα Βατερά. Έχω αναλάβει ένα ρόλο, μια ευθύνη, ένα καθήκον: να μας ξανάρθει. Πώς είναι η «επιτροπή καλωσορίσματος»; Εγώ ανήκω στην άλλη:

Επιτροπή Καμ Αγκαίν.

Οπότε, παρόλο που έχουμε “τσακωθεί” για άλλη μια φορά, πολύ αργά το βράδυ (δηλαδή μετά τις 5 το πρωί) στο κλαμπ -δηλαδή στο μπιτς μπαρ που το βράδυ το λέω κλαμπ- όταν τον βλέπω και κατεβαίνει στις ξαπλώστρες, του στέλνω ένα τελευταίο μήνυμα. Το στερνό sms. Και ναι, δείχνει πως πέφτω χαμηλά αλλά βασικά δεν περιμένω ότι κατεβαίνει μόνος του στις ξαπλώστρες, οπότε το μήνυμα είναι κάτι σαν αποχαιρετιστήριο. Κι όμως, φίλε μου! Απαντάει προσκαλώντας με. Εδώ, πρέπει να προσθέσω ότι και ΠΑΛΙ η απάντησή του είναι εκνευριστική αλλά το αντιπαρέρχομαι μια και α) εκπλήσσομαι που όντως κατεβαίνει μόνος στις ξαπλώστρες και β) χαίρομαι που δεν με βρίσκει φρικαλέα, πράγμα που πλέον αμφισβητούσα. Οπότε, λέω στην Αδερφή ότι πάω κι εγώ κάτω στις ξαπλώστρες -να μην με ψάχνει- και, πάλι, τσούκου τσούκου, αυτή τη φορά φορώντας λευκό φόρεμα με ιριδίζουσες πούλιες τύπου γοργονέ…

…κατεβαίνω κι εγώ ένα-ένα τα σκαλάκια της αξιοπρέπειας.

Σημειωτέον ότι το “κατεβαίνω ξαπλώστρες”, τη νύχτα αποκτά ένα εντελώς διαφορετικό νόημα και πολύ μεγαλύτερο ενδιαφέρον από ό,τι την ημέρα. Είναι απ’ αυτά που διηγούνται το επόμενο μεσημέρι στους φίλους τους τα αγοράκια όταν είναι 16-17 και οι φίλοι αντιδρούν με ενθουσιασμό: “Έλα ρε μαλάκα! Κατεβήκατε ξαπλώστρες;” και τους χτυπάνε την παλάμη ως ένδειξη επιδοκιμασίας (Χάι Φάιβ). Τώρα, βέβαια, όταν έχεις πατήσει –δηλαδή ποδοπατήσει και εξοντώσει- τα 30, δεν έχει ακριβώς το ίδιο εφέ. Ναι μεν η ξαπλώστρα αποτελεί σαφή βελτίωση κι ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση μετά την επιλογή «άμμος*», αλλά, σαν άνθρωποι θέλουμε ένα πιο άνετο κατάλυμα, να έχουμε κάπου να πλύνουμε τα χέρια μας (αυτό δεν ξέρω, ίσως είναι μόνο δικό μου άγχος), ένα κρεβατάκι να γείρουμε (μετά από μια ηλικία, έχουμε και τη μέση μας), ένα σεντονάκι να σκεπαστούμε (κρυώνουμε και πιο εύκολα), μια σκεπή πάνω απ’ το κεφάλι μας (να μην ντρέπεται κι η μανούλα μας)… Καταλαβαίνεις.

*Να γιατί λέμε “όχι” στην άμμο

*Ξανά γιατί “όχι”, πιο συγκεκριμένα

Το θέμα είναι ότι εγώ ΔΕΝ καταλαβαίνω. (Όχι για την άμμο, για τα υπόλοιπα). Αφού περνάμε κάποια ώρα με Ημι-Ιταλό κατά την οποία μισιόμαστε στο μουγγό, κάπως -που δεν ξέρω πώς- αρχίζουμε και φιλιόμαστε. Αυτό είναι πρόβλημα. Ημι-Ιταλός δεν το ξέρει ακόμα. Μου λέει “γιατί δεν πάμε σπίτι σου;” Πολύ λογική ερώτηση. Ίσως ήταν το πιο λογικό πράγμα που είπε όλο το καλοκαίρι. Εγώ: “Μα θα χάσω το καλύτερο, οι φίλοι μου θα κάτσουν ακόμα πολύ”. Όχι λογική απάντηση. Μάλλον, τελείως παράλογη απάντηση, για τις 6 το πρωί. Είναι λοιπόν πρόβλημα, γιατί ο συνδυασμός: 14 Αυγούστου + Ουίσκι + Αγόρι που μου αρέσει και με φιλάει + Ουίσκι + Φεύγει Αύριο + Ουίσκι = Δεν Είμαι Υπεύθυνη Των Πράξεών Μου. Παύω να έχω συναίσθηση. Δηλώνω αθώα λόγω ανικανότητας. Απ’ την άλλη, Ημι-Ιταλός δεν δείχνει να έχει *κανένα* πρόβλημα ανικανότητας. Και, μετά από λίγο, ψελλίζει κάτι παρακαλεστικό. Εγώ, μια και όπως είπα δεν είμαι για πολλά-πολλά πάνω στην ξαπλώστρα, ελαχιστοποιώ τις διαδικασίες με τον απλό τρόπο που όμως συνήθως γίνεται αποδεκτός με ενθουσιασμό:

Λόλα, να ένα γλειφιτζούρι!

[Μεσολαβεί διαδικασία 45 δευτερολέπτων] …Κι ενώ το γλειφιτζούρι μου τελειώνει, ακούω την Αδερφή που, ουρλιάζοντας, βρίζοντας και τρέχοντας, κατεβαίνει κι εκείνη στην άμμο. Μετά από άλλα δύο δευτερόλεπτα, σηκώνομαι κι εγώ και πάω κοντά της. Έχει ξημερώσει. Πλήρως. Αδερφή είναι εκτός εαυτού. Να σημειώσω εδώ ότι για δυο μέρες μόνο, παραμονή και ανήμερα δεκαπενταύγουστου, στο κλαμπ έχουν κατασκευάσει έξτρα μπαρ σε εξώστη που βλέπει πανοραμικά κάτω την παραλία. Και τις ξαπλώστρες. Και έχει ξημερώσει. Και το κλαμπ έχει ακόμα κόσμο. Που είχε την τύχη να πιει το ποτό του βλέποντας και παράσταση. Στην οποία πρωταγωνιστούσα εγώ. Αλκοόλ και θέαμα. Αδερφή με βρίζει ασταμάτητα κι έχει απόλυτο δίκιο. Σοβαρά όμως. Τι ντροπή. Την ακούω με το κεφάλι κατεβασμένο. Δεν λέω κουβέντα, απλά τ’ ακούω. Κάποια στιγμή τελειώνει. Επιτέλους. Δεν ήθελα να τη διακόψω. Κοιτάζω να βεβαιωθώ ότι τελείωσε. Σκύβω το βλέμμα. Φτύνω. Σηκώνω βλέμμα. Ένα σου λέω:

Οραματίσου φάτσα Αδερφής…

Μια συνηθισμένη μέρα στα Βατερά…

Ο Πότης της Ασφάλτου & το Βασικό Ένστικτο

Tags

, , , , , , , ,

 

Το παρακάτω συμβάν είναι κι αυτό του Αυγούστου 2010, τις πρώτες μέρες των διακοπών. Ακόμα, το θέρετρο (=Βατερά) δεν έχει κόσμο. Όχι ότι έχει και ποτέ πολύ κόσμο, αλλά ακόμα δεν έχει τον κόσμο που περιμένουμε και στον οποίο ελπίζουμε. Κυκλοφορώ λοιπόν με φίλους μου και ΦΞΦ, παρεΐστικα, ανέμελα, τύπου περνάμε και μόνοι μας καλά. Πράγματι, περνάμε μια χαρά. Το μόνο μου πρόβλημα απόψε είναι ότι έχω βάλει -και άρα έχω “κάψει”- ένα πολύ ωραίο καινούριο λευκό φόρεμα και –γαμώτι- δεν θα το δει κανείς. Το φόρεμα το έχω παραγγείλει από το ίντερνετ και δεν το έχω ξαναφορέσει ποτέ. ΟΚ, το είχα βάλει μια γρήγορη στην Αθήνα να δω αν μου κάνει ή πρέπει να το επιστρέψω, και μετά κατευθείαν βαλίτσα. Όταν το δοκιμάζω νωρίτερα στο δωμάτιο, μπροστά στον καθρέφτη, διαπιστώνω ότι το ύφασμα ίσως είναι λιγουλάκι λεπτό. Σκέφτομαι: «χμμμ… φεγγίζει…» Με μια δεύτερη, πιο κριτική ματιά, μου λέω αποφασιστικά:

Μ’ αυτό, ΔΕΝ μπαίνει εσώρουχο.

Αργότερα, στο μπιτς μπαρ-κλαμπ El Sol (δικαίως έχει αυτό το όνομα διότι πάντα βλέπουμε ήλιο), τα αγόρια της παρέας μας έχουν προσανατολιστεί προς το προσωπικό του μαγαζιού (πολύ στρατηγικά σωστή κίνηση όταν δεν υπάρχει κόσμος, γιατί τι να κάνουν και οι μπαργούμεν, βαριούνται κι αυτές). Κάποια στιγμή που πλησιάζει το χάραμα, εμείς τα κορίτσια πετάμε τάπες, ΦΞΦ έχει πιει λίγο, την πιάνει ένα κουλό τύπου “έχω πολύ ενέργεια, θέλω να περπατήσω”. Προτείνει να πάμε σπίτι με τα πόδια. Εγώ, υπό νορμάλ συνθήκες δεν θα το συζητούσα καν –μιλάμε για σχεδόν δυο χιλιόμετρα ως το σπίτι, άρα με τακούνι δεν παίζει- αλλά, κατά διαβολική σύμπτωση, έχω μαζί μου ένα ζευγάρι φλατ σανδάλια. Βέβαια, οι “νορμάλ συνθήκες” έχουν και τα όριά τους διότι, μια και ο προσανατολισμός των αγοριών προς το προσωπικό του μαγαζιού διήρκεσε όλο το καλοκαίρι, σε βαθμό που, δεκαπενταύγουστο, 8 η ώρα το πρωί, βρίσκομαι ακόμα στο μπιτς μπαρ/κλαμπ γιατί οι άλλοι περιμένουν μπας και γδυθεί καμιά μπαργούμαν και βουτήξει στη θάλασσα, και ΚΑΝΕΙΣ δεν με πάει σπίτι, παρά τις σπαραξικάρδιες παρακλήσεις μου, αναγκάζομαι και ΠΑΛΙ να το πάρω με το πόδι. Αυτή τη φορά, ξυπόλητη. Πίκρα. Βλέπεις, όταν έφευγε ο πολύς ο κόσμος τη λογική ώρα του, ας πούμε, 6 το πρωί, εγώ έλεγα “μα, θα χάσω το καλύτερο”.

Ακόμα το περιμένω.

Αλλάζω παπούτσι, λοιπόν, και ξεκινάω μαζί με ΦΞΦ να πάμε σπίτι. Μια ευθεία ο δρόμος, εγώ μπροστά, εκείνη πίσω, περπατάμε στα αριστερά, αφ’ ενός ζυγού και αναλύουμε το νόημα της ζωής (μας). Αναρωτιόμαστε τι θα κάνουμε αν δεν υπάρχει τίποτα ενδιαφέρον φέτος, μα πού πήγαν όλοι οι άντρες (δηλαδή σε ποιο νησί), τα γνωστά. ΦΞΦ είναι σε πολύ ευχάριστη διάθεση, κελαηδάει, εγώ σε όχι τόσο, αλλά κάνω ό,τι μπορώ. Δεν έχουμε περπατήσει πέντε λεπτά και πρώτα ακούω και αμέσως μετά βλέπω αυτοκίνητο να έρχεται σφαίρα και να περνά ξυστά από δίπλα μου. Αυτό που, περνώντας, σε κάνει να τιναχτείς πίσω απ’ τον αέρα και σου κόβεται η ανάσα. Ακούω ένα εκκωφαντικό “ΓΚΑΠ”. Γυρνάω πίσω και βλέπω ΦΞΦ πεσμένη μέσα σε χαντάκι. Για δύο δευτερόλεπτα σκέφτομαι “ωχ, έπεσε, μα τι κάνει εκεί, γιατί δεν σηκώνεται;” Σκύβω προς ΦΞΦ. Ψελλίζει: “Μην με ακουμπήσεις. Πάρε το 166”. Συνειδητοποιώ. Και στριγκλίζω.

Δεν καταλαβαίνω πώς και τι, αλλά σχεδόν συγχρόνως, συνειδητοποιώ ότι ουρλιάζει και κάποιος άλλος. Οδηγός του αυτοκινήτου, έχει σταματήσει στη μέση του δρόμου είκοσι μέτρα μπροστά, βγαίνει και τρέχει προς το μέρος μας ουρλιάζοντας “τη χτύπησα, τη χτύπησα!” Δεν επικοινωνώ. Κοιτάζω ΦΞΦ, το χέρι της είναι γυρισμένο κάπως που δεν θα έπρεπε να πηγαίνει κανονικά ένα χέρι, φρικάρω, δεν ξέρω τι άλλο έχει γίνει. Σε δευτερόλεπτα, όλη η παρέα μας και οι υπόλοιποι θαμώνες του μαγαζιού είναι δίπλα. Όλοι λένε ότι άκουσαν το “ΓΚΑΠ”. Δεν ξέρω πώς γίνεται αυτό. Εγώ καταρρέω και κλαίω μες στο δρόμο. Είμαι παντελώς άχρηστη. Ευτυχώς, εκείνοι παίρνουν τηλέφωνα και φωνάζουν αστυνομία και ασθενοφόρο. Οδηγός είναι κι αυτός αστυνομικός, 20 χρονών. Απόλυτα φρικαρισμένος, πανικοβλημένος, σοκαρισμένος, κλαίγοντας, λέει ότι προσπάθησε να αποφύγει μια μηχανή που ερχόταν αντίθετα. Εγώ δεν είδα καμιά μηχανή. ΦΞΦ ψελλίζει ότι την είδε αυτή. Εκκωφαντικό ίου ίου ίου. Το ασθενοφόρο.

Όταν μαζεύουν ΦΞΦ με το φορείο για να τη βάλουν μέσα, ΦΞΦ μού κάνει νόημα πόσο Θεός είναι ο Οδηγός: ξανθός, γαλανός, 20 χρονών, ωραίο σώμα, 20 χρονών. Τη βλέπω να κάνει το νόημα και να χαμογελά κι ένα βάρος φεύγει από πάνω μου, εκείνη τη στιγμή νιώθω ότι στο τέλος όλα θα πάνε καλά. Μου λένε να μπω κι εγώ μέσα στο ασθενοφόρο. Θα την πάμε πρώτα στο Κέντρο Υγείας, μετά θα την πάνε στο Νοσοκομείο στην πόλη (απέχουμε μιάμιση ώρα από κει), ενώ εγώ θα πρέπει να πάω πρώτα στο αστυνομικό τμήμα να δώσω κατάθεση. Η παρέα ακολουθεί. Μέσα στο ασθενοφόρο, η γιατρός-τραυματιοφορέας-δεν-ξέρω-τι, έχει την πιο αστεία και τσιριχτή φωνή που έχω ακούσει στη ζωή μου. Ούτε σαν καρτούν, πιο αστεία, το κορίτσι είναι ανεκμετάλλευτο διαμάντι, μπορεί να γίνει διάσημη. ΦΞΦ πότε πέφτει σε κόμμα απ’ το σοκ, πότε ξυπνάει, την ακούει και γελάει. Εγώ ακόμα τρέμω. Η ζωή δεν βγάζει ακριβώς νόημα.

Φτάνουμε στο Κέντρο Υγείας. Λέμε σε ΦΞΦ ότι θα τη δούμε στο Νοσοκομείο και ξεκινάμε με παρέα μου και Οδηγό για το αστυνομικό τμήμα. Είναι πλέον τελείως μέρα. Φοράω το λευκό μου φόρεμα που φεγγίζει. Χωρίς εσώρουχα. Και πάω να δώσω κατάθεση.

Αστυνομικό θρίλερ και σοφτ πορνό μαζί.

Μέσα στο τμήμα, προφανώς δίνω κάπως περίεργη εντύπωση, με κοιτάνε από πάνω μέχρι κάτω με δυσπιστία. Η δυσπιστία των αστυνομικών ξεκινά απ’ τη φάτσα μου με το «αποκλείεται αυτή να μην είναι μεθυσμένη» και καθώς το βλέμμα κατεβαίνει προς τα κάτω, φτάνει στο «μήπως κι εγώ είμαι μεθυσμένος;» Εγώ πάντως δεν έχω πιει ούτε δυο ποτά (είχα το λαιμό μου) και πιστεύω πως και τρία μπουκάλια να είχα πιει, μετά από ό,τι συνέβη θα ήμουν πλήρως νηφάλια. Εξιστορώ ό,τι είδα, με βάζουν να επαναλάβω τα πάντα είκοσι τρεις χιλιάδες φορές και δείχνουν να μην μου έχουν και απόλυτη εμπιστοσύνη, παρόλο που προσέχω πολύ να είμαι ευγενική, υπομονετική, να μην ευξάπτομαι, να μην ουρλιάζω από το σοκ και τον εκνευρισμό και βασικά να ΜΗΝ σταυρώνω τα πόδια μου. Ο τύπος που γράφει την αναφορά στον υπολογιστή είναι τελείως ανορθόγραφος και έχει άθλιο συντακτικό αλλά όταν προσφέρομαι να του το διορθώσω, παθαίνει ένα μικρό εγκεφαλικό. Τελικά, κάποια στιγμή, με αφήνουν να βγω.

Παρέα μου έχει αρχίσει ήδη να βλέπει τα κωμικά στοιχεία της κατάστασης (γι’ αυτό είναι και παρέα μου). Εγώ καταριέμαι την τύχη μας, καταριέμαι όλα τα τροχοφόρα του σύμπαντος, καταριέμαι την κακιά στιγμή του ατυχήματος και καταριέμαι την κακιά στιγμή που αποφάσισα αυτή τη βραδιά να φορέσω αυτό που φοράω. Δεν ήταν να με δει κανείς να κυκλοφορώ μέρα. Και πόσο μάλλον στο αστυνομικό τμήμα ή στο νοσοκομείο, το οποίο είναι ο επόμενος σταθμός.

Ξεκινάμε τη διαδρομή προς νοσοκομείο, εγώ με δυο μου φίλους. Σταματάνε να πάρουν καφέ και τυρόπιτες, εγώ ούτε καφέ πίνω ούτε τρώω οτιδήποτε πιτοειδές, παίρνω νερό και κάτι αχλάδια. Στο δρόμο ζαλίζομαι, κάθομαι μπροστά. Το αυτοκίνητο δεν έχει κλιματισμό. Ο δρόμος έχει στροφές. Παίρνουμε τα –εύχομαι-να-μην-σου-τύχει-ποτέ-να-σε-ξυπνήσουν-έτσι- τηλέφωνα που πρέπει να πάρουμε, συνεννοούμαστε με Γονείς ΦΞΦ να μας συναντήσουν στο νοσοκομείο. Στην αρχή της διαδρομής είμαστε κάπως σοβαροί, στο τέλος όχι και τόσο. Η κατάσταση κωμικοτραγική. Γέλια και ενοχές μαζί. Φτάνουμε στο Νοσοκομείο, βρίσκουμε τη ΦΞΦ και οι γονείς της είναι ήδη εκεί. Οι απώλειες είναι οι εξής: Ένα σμπαραλιασμένο χέρι από τον καθρέφτη του αυτοκινήτου που τη χτύπησε και ένα διάστρεμμα από το πέσιμο. Θα μπει την άλλη μέρα χειρουργείο. Σκέφτομαι ότι θα χάσει το καλοκαίρι της. Βάζω τα κλάματα. Οι φίλοι με μαζεύουν να μην κλαίω μπροστά της. Βγαίνουμε σε μια βεράντα, μου λένε αστεία κι εγώ κλαίω, κι ενώ κλαίω, γελάω. ΦΞΦ μας διώχνει να πάμε να ξεκουραστούμε. Το δικό μας δράμα εδώ τελειώνει.

Της ΦΞΦ δεν τέλειωσε τόσο εύκολα. Έκανε το χειρουργείο, έχασε το καλοκαίρι της, το χέρι της δεν έγινε καλά, έχασε παραπάνω καιρό, χρειάστηκε και δεύτερο χειρουργείο, της πήρε σχεδόν ένα χρόνο, δεν ήταν κάτι που ξεπέρασε τόσο απλά. Από τότε, φοβάται να περάσει δρόμους. Κι από τότε, δεν έχει ξανάρθει στα Βατερά. Θα ‘θελα να πω κάτι που να βγάζει νόημα, κάτι που να το κάνει πιο εντάξει, έλα μωρέ, συμβαίνουν αυτά, μες στη ζωή είναι, μη χειρότερα, πάλι καλά, Άγιο είχατε… αλλά όχι. Μακριά. Μην πίνεις και οδηγείς, μην πίνεις και περπατάς. Μην προκαλείς την κακή σου τύχη. Και μην ρωτάς «πού πήγαν όλοι οι άντρες;» γιατί ποτέ δεν ξέρεις από πού θα σου ‘ρθουν και με πόσα χιλιόμετρα την ώρα.

Επίσης, τελευταία παράκληση: Είναι δυνατόν, έξω απ’ τα αστυνομικά τμήματα, να βάλουν εκείνα τα κουτιά μ’ εκείνες τις μακριές λουλουδάτες φούστες που έχουν ειδικά για την περίπτωση που η περιβολή σου δεν είναι αρκετά σεμνή…; Ξέρεις μωρέ, αυτά που έχουν στα νησιά…

…έξω από τις εκκλησίες…;

 

Η πίπα: το μητροπολιτικό αμάρτημα

Tags

, , , , , , , , ,

Το σημερινό ποστ δεν ανήκει στην Προ-Ιστορία αλλά με αφορμή τα πρόσφατα γεγονότα, θεώρησα ότι ίσως θα πρέπει να αλλάξω ένα από τα tags του My Happy Ending και από “πίπες” να το κάνω: «χυδαίες, κατά Σεραφείμ, περιπτώσεις παράχρησης των σωματικών οργάνων του ανθρωπίνου όντος, οι οποίες εγκυμονούν τρομακτικές συνέπειες τόσο στην ψυχική όσο και στην σωματική υγεία του».

Αλλά δεν είμαι σίγουρη αν είναι αρκετά πιασάρικο…

Και, μια που το πράγμα είναι επίκαιρο και άξιον προβληματισμού, παραθέτω τη σοφία του διαδικτύου επί του θέματος.

Όπως βλέπετε, αυτή η μάστιγα της κοινωνίας μας δεν είναι πρόσφατο φαινόμενο:

Από παλιότερες, φαινομενικά “αθώες” εποχές, είχε παρεισφρήσει σε καταναλωτικά πρότυπα:

Σε κινηματογραφικές απεικονίσεις της “ποπ” κουλτούρας:

Η σατανική “τέχνη” της διαφήμισης, την έχει χρησιμοποιήσει πολλάκις:

Η σάτιρα δεν γνωρίζει όρια ούτε στα παιδικά παιχνίδια:

Η χρήση του διαδικτύου, που υποτίθεται ότι ευνοεί την “προσωπική έκφραση”, στην πραγματικότητα δεν αφήνει ούτε ιερό ούτε όσιο, υποτιμώντας το θαύμα της μητρότητος αλλά και της ίδιας της ζωής:

Αμαυρώνει το ιερό μυστήριο του Γάμου:

Αλλά, επειδή δεν το βλέπω…

Η διαφήμιση έχει και αναλαμπές

Συγγνώμη, Σεραφείμ

τουλάχιστον δεν θα πάμε από καρκίνο του πνεύμονα…

Κέντησες, μωρό μου!

Tags

, , , ,

 

Λίγες μέρες μετά τον (Ιιιιιιιι!)-Μπαγάσα, είναι Αύγουστος. Στα Βατερά, φυσικά. Και ναι, μετά από μερικές μέρες, βρίσκομαι στην πολύ ευχάριστη θέση (ανάσκελα, κοιτάζοντας τα αστέρια), να κάνω διάλογο με Παλιό Απωθημένο που όπως είχα αναφέρει και τις προάλλες, είναι (σχεδόν) στη ηλικία μου, σε σχέση με το πιο συνηθισμένο “μια δεκαετία κάτω”. Παλιό Απωθημένο: “Αυτοί που διαλέγεις (οι μικροί), δεν ξέρουν να κάνουν τίποτα στο κρεβάτι, το πράγμα θέλει εμπειρία…

…θέλει κέντημα!

 

Ας πούμε ότι μας παίρνει 10 λεπτά να πάμε σπίτι. Ας πούμε ότι μας παίρνει κι άλλα 3 λεπτά να γδυθούμε και να πλύνουμε χέρια. Οπότε, ας πούμε ότι περίπου 15 λεπτά αργότερα, πάλι ανάσκελα, αυτή τη φορά κοιτάζοντας τις ρωγμές στο ταβάνι, εγώ:

ΟΚ, υποθέτω ότι σχεδόν περάσαμε την κλωστή στη βελόνα…

 

οι προσδοκίες είναι κακό πράγμα…

 

 

 

 

 

 

 

Βρε τον Μπαγάσα!

Tags

, , , , ,

 

Καλοκαίρι 2010 και είναι Παρασκευή. Από σήμερα, αρχίζει η καλοκαιρινή μου άδεια. Επιτέλους, γιατί την έχω ανάγκη, στη δουλειά δεν μας πληρώνουν τελευταία, χρειάζομαι να ξεφύγω από όλο αυτό. Το βράδυ έχω να πάω σε τύπου μπάτσελορ πάρτι Αγαπημένου Φίλου, το Σάββατο έχω να πάω στο γάμο του ιδίου Αγαπημένου Φίλου, μετά έχω δυο-τρεις μέρες προετοιμασία κι έπειτα αντιός αμίγκος για Βατερά. Η διάθεσή μου δεν πάει πιο πάνω.

Είμαι έτοιμη για αξέχαστες καλοκαιρινές περιπέτειες.

 

Στο τύπου μπάτσελορ, λοιπόν, στο Ακρωτήρι (“τύπου” γιατί τελευταία φορά που τσέκαρα, είμαι θηλυκού γένους, παρόλα αυτά, είμαι εκεί), οι καλεσμένοι είναι από όλο τον πλανήτη, από όλες τις φυλές και σε όλες τις αποχρώσεις διότι Αγαπημένος Φίλος – Γαμπρός έχει ζήσει Αμερική και τώρα μένει Αγγλία, άρα το γκεστ-λιστ είναι πολυεθνικό και η ατμόσφαιρα κοσμοπολίτικη. Το κέφι ρέει άφθονο, το αλκοόλ επίσης. Σε κάποια φάση, σε τρελό ενθουσιασμό, έχω ανέβει πάνω σε μπαρ και χορεύω με Αγαπημένο Φίλο – Γαμπρό. Δεν τσακίζω γόνατο, δεν γυρνάω αστράγαλο, το φόρεμα παραμένει –σχετικά- στη θέση του, άρα μιλάμε για μεγάλη επιτυχία. Κατεβαίνοντας, ψάχνω Αδερφή.

Μαρτυρία Αδερφής:

“Κοινωνικοποιούμαι και μιλάω με όλους τους καλεσμένους στην αγγλική (ανήκουμε και οι δύο στο ανεπίσημο διπλωματικό σώμα ως πρέσβειρες καλής θελήσεως), και σε κάποια φάση μου μιλάν κι άλλοι δύο τύποι από Αργεντινή και δείχνουν εσένα πάνω στο μπαρ. Υπόσχομαι ότι θα σας συστήσω και συνεχίζουμε τη συζήτηση”.

~Εν τω μεταξύ, εγώ εντοπίζω Αδερφή και βλέπω ότι μιλά με δύο τύπους. Ο ένας κοντός και χαριτωμένος, δηλαδή ο τύπος μου, και κάπως εξωτικός. Αδερφή μού κάνει νόημα να πάω, οπότε κατευθύνομαι προς τα εκεί.~

Συνέχεια Μαρτυρίας Αδερφής:

“Ο ένας τύπος κάτι μου λέει ότι είναι Μάνατζερ. Δεν καταλαβαίνω, λέει ότι είναι Μάνατζερ του κοντού. Εξωτικός Κοντός είναι -λέει- γνωστός ποδοσφαιριστής, μόλις έφτασε για να παίζει σε Γνωστή Ομάδα”. (Εδώ, όταν λέω “-λέει-” εννοώ ότι ο Μάνατζερ λέει, γιατί Εξωτικός Κοντός δεν μιλά γρι από καμιά γνωστή γλώσσα). Αδερφή προς Μάνατζερ: “Σοβαρά μιλάς, και συνέπεσε με το γάμο του Αγαπημένου Φίλου;” Μάνατζερ:

 Ποιο γάμο;

 

Αδερφή συνειδητοποιεί το μέγεθος της παρεξήγησης. Αργεντινοί δεν έχουν καμία σχέση με το γάμο. Σοκ και πανικός. Αδερφή κάνει επείγον νόημα να μην πάω. Πολύ αργά. Με την άκρη του ματιού μου, αμυδρά, βλέπω το επείγον νόημα αλλά, όπως είπα, είμαι σε τρομερά καλή διάθεση (έτσι, να το εμπεδώσουμε), μετά από ποτά/ σφηνάκια και, έχοντας εντοπίσει Εξωτικό Κοντό (ο οποίος παρεμπιπτόντως φοράει και Τ-σερτ με στρασάκια, η αδυναμία μου), δεν αλλάζω κατεύθυνση. Ντουγρού. Πάω, χαιρετάω, λένε και σε μένα κάτι για μάνατζερ, διάσημους ποδοσφαιριστές, ομάδες και δεν-με-νοιάζει-καθόλου, αλλά γνέφω ότι και καλά είμαι ενθουσιασμένη για τα ποδοσφαιρικά.

 Τους λέω ότι ξέρω και τι σημαίνει οφ σάιντ.

 

Εξωτικός Κοντός λέει στο Μάνατζερ να μεταφράσει ότι χορεύω πολύ ωραία, ότι γενικά είμαι πολύ ευχάριστη στο μάτι (αν δεν το πει ο κοντός στην κοντή, ποιος θα το πει;) και με κερνάνε ποτό. Όπου στην Αργεντινή έχουν –λέει- το έθιμο ότι όταν κερνάνε κάποιον ένα ποτό, πρέπει να πιουν κι αυτοί το ίδιο που πίνει αυτός τον οποίο κερνάνε. Το οποίο σημαίνει ότι βάζω δυο ξένους ανθρώπους καλοκαιριάτικα να πιουν από «ένα Haig με πολύ νερό σε ψηλό». Τους βλέπω ότι κάνουν μορφασμό δυσαρέσκειας αλλά το καταπίνουν. (Γελάω ασυγκράτητα). Επίσης, αναρωτιέμαι:

Με τέτοια έθιμα στην Αργεντινή, πώς και δεν είναι όλοι συνέχεια γκολ;

 

Μετά από το κερασμένο ποτό και με μια θολούρα αλλά συγχρόνως και γυαλάδα στο μάτι, λέω στο Μάνατζερ να μεταφράσει ότι Εξωτικός Κοντός είναι πολύ χαριτωμένος. Αυτό το σημείο υπήρξε καθοριστικό (στο λέω εγκυκλοπαιδικά να το ξέρεις, πολύ το εκτίμησε ο Αργεντινός). Αδερφή βλέπει από μακριά το βλέμμα μου και καταλαβαίνει το Μάταιο της υπόθεσης, οπότε δεν βλέπει το λόγο να διαμαρτύρεται πλέον. Ασχολούμαι ελεύθερα με Εξωτικό Κοντό. Πότε μέσω Μάνατζερ, πότε στο μουγγό. Ανταλλάσσουμε και τηλέφωνα (με Μάνατζερ, βέβαια, διότι τηλέφωνο στο μουγγό δεν γίνεται). Αλλά χωρίζουμε με υποσχέσεις ότι θα ξανα-ιδωθούμε:

Είσαι στο μυαλό κάτι μαγικό.

 

Την επομένη, ομολογώ ότι googlάρω Εξωτικό Κοντό και όντως είναι διάσημος. Επίσης, μου έχει πει ψέματα για την ηλικία του. Έχει πει ότι είναι μικρότερος από ό,τι πραγματικά είναι, έκοψε μια πενταετία. Σοβαρά, συγκινούμαι. Αυτό δεν έχει ξαναγίνει. Δυο μέρες αργότερα, μετά από ακατανόητα sms από Μάνατζερ (ο οποίος ξέρει αγγλικά εμπειρικά, δεν είναι και του Κέιμπριτζ), κανονίζουμε για φαγητό στο Ledra Marriott όπου διαμένει προσωρινά ο Εξωτικός Κοντός. Παραδόξως, η όλη φάση έχει πλάκα και γελάμε πολύ με Μάνατζερ μόνο που δυστυχώς δεν μεταφράζει ούτε το εν τρίτο προς Εξωτικό Κοντό, ο οποίος πρέπει να βαριέται θανάσιμα. Εγώ μαθαίνω πολλά για ποδόσφαιρο, πειράζω και Εξωτικό Κοντό που πίνει μπίρα και τρώει πατατάκια και λέει ότι αύριο στην προπόνηση πρέπει να τρέξει δυο χιλιόμετρα παραπάνω εξαιτίας τους, γελάω χαιρέκακα γιατί επιτέλους κάποιος συμπάσχει με το ζήτημα Ηθελημένη Στέρηση Νόστιμων Φαγώσιμων Πραγμάτων, μετά σκέφτομαι ότι αυτός όμως παίρνει εκατομμύρια, ΟΚ, το παίρνω πίσω το χαιρέκακο γέλιο, έχει αρχίσει και η εποχή που δεν μας πληρώνουν όπως προανέφερα, μελαγχολώ για κάνα τρίλεπτο. Όχι παραπάνω, όμως. Βλέπεις, ακόμα τότε, κι εγώ και οι περισσότεροι, δεν έχουμε ιδέα τι μέλλει γενέσθαι. Αναγκαστήκαμε να περιορίσουμε το χαβιάρι στο δεκατιανό και είπαμε:

Έλα μωρέ, μπόρα είναι, θα περάσει.

 

Αλλά ας γυρίσουμε πίσω στο Ledra Marriott. Κάπου εκεί έρχεται η ρημάδα η ώρα της συνέχειας. Και, μεταξύ δισταγμού αλλά και του «ε τι άλλο θα κάνουμε δηλαδή;» πάμε στη ρημαδοσουίτα. Άσχετο: Πολλά ωραία αθλητικά παπούτσια τακτοποιημένα στην είσοδο. Μετά από δυο κουβέντες και “ααα, τι ωραίο σοβατεπί”, ο Μάνατζερ λέει να φεύγει σιγά-σιγά. Εγώ (θεατρικά, βλέπε ελληνικό δράμα): “Στάσου Μάνατζερ! Πού πας; Μη φεύγεις” Μάνατζερ: “Εεεε… εγώ να κάτσω, αλλά δεν νομίζω ότι Εξωτικός Κοντός θα χαρεί ιδιαίτερα…” Εκεί, αρκετά πανικοβλημένη, σκέφτομαι να γράψω μια λίστα με πράγματα που μπορεί να προκύψουν πάνω στο προκείμενο για να μου τα μεταφράσει πριν φύγει, αλλά ντρέπομαι κιόλας (ναι, πού και πού συμβαίνει κι αυτό). Παραιτημένη, λέω απλά να μεταφράσει την κλασική μου ατάκα:

Βγάλε παπούτσια και πλύνε χέρια. Με αυτή τη σειρά.

 

Μάνατζερ μεταφράζει. Και οι δύο ξεκαρδίζονται. Εξωτικός Κοντός είναι υπάκουος, γυρνάει από μπάνιο και μου δίνει να μυρίσω χέρι-φραγκοστάφυλο. Εγκρίνω. Μετά λύπης, βλέπω Μάνατζερ να φεύγει. Βγάζω κι εγώ παπούτσια. Κάθομαι δίπλα σε Εξωτικό Κοντό στην άκρη του κρεβατιού. Κανείς μας δεν φτάνει να πατήσει κάτω, ποδαράκια κρέμονται και τα κουνάμε από αμηχανία. Για κάνα λεπτό. Μετά, Εξωτικός Κοντός αποδεικνύει ότι στη ζωή του έχει φάει πολύ λίγα πατατάκια και, παράλληλα, έχει φάει πολύ προπόνηση. Παίζει μπάλα. Επίσης το ‘χει και με τα νοήματα, δείχνω ότι θα ήθελα λαστιχάκι μαλλιών και μου δίνει, τον κοιτάζω με απορία γιατί πάει πολύ να τυχαίνει να είσαι προετοιμασμένος γι’ αυτό ενώ έχεις κοντό μαλλί και μάλιστα αρχίζει τις δικαιολογίες, αλλά βέβαια εκείνος μιλάει στη γλώσσα του, εγώ μιλάω αγγλικά και ελληνικά, κανείς μας δεν καταλαβαίνει τίποτα, οπότε δεν θα μάθω ποτέ πώς εξηγείται το εύκαιρο λαστιχάκι μαλλιών…

 *καχύποπτο βλέμμα*

 

Το γλωσσικό χάσμα, παραδόξως, δεν αποτελεί τόσο μεγάλο πρόβλημα όσο περίμενα, εκτός του ότι οι μόνες λέξεις που ξέρει στα ελληνικά (από την προπόνηση) είναι “έλα” και “γρήγορα”. Παρόλο που τίποτα από τα δύο δεν μου είναι χρήσιμο στην παρούσα φάση, η άλλη γλώσσα, η οικουμενική, πάει ροδάνι οπότε συνεννοούμαστε. Εξωτικός Κοντός – Θρύλος. Όταν τελειώνει το πανηγύρι, ψάχνω εσώρουχο. Δεν το βρίσκω. Σηκώνω παπλώματα, τίποτα, κοιτάζω κάτω απ’ το κρεβάτι, τζίφος. Ψάχνει κι αυτός, κάνει τη σουίτα άνω-κάτω, χώνεται κάτω απ’ το κρεβάτι, κάτω απ’ το τραπέζι, κάτω απ’ το σκαμπό, τελικά το βρίσκει. Κρατώντας το ψηλά και με θριαμβευτικό ύφος, Εξωτικός Κοντός αναφωνεί:

 Tanga!

 

Συμπέρασμα:

 Τα άπλυτα θα βγουν στη φόρα ακόμα κι αν τα ‘χεις πλύνει με Αριέλ.

 

Ω Γλυκέ μου Αύγουστε!

Tags

, , ,

 

Ακόμα Αύγουστος 2009. Τελευταία μέρα (νύχτα) στο νησί. Τυγχάνει να έχω διάφορα θέματα, μερικά από αυτά είναι τα εξής: 1) Αγόρι Παλιό Απωθημένο με φτύνει. 2) Το ότι είναι η τελευταία μας μέρα (νύχτα) είναι αγχωτικό και τρομακτικό για μένα διότι στην Αθήνα με περιμένει –υποψιάζομαι- μια διόλου ευχάριστη κατάσταση με Αστείο Αγόρι (σωστά υποψιάζομαι). 3) Αδερφή έχει γαστρεντερίτιδα (υπάρχει επιδημία), άρα βγαίνω μόνη με Γαμπρό για φαγητό, πράγμα κομματάκι άβολο. Το λύνουμε πίνοντας κάτι κρασιά. Δίπλα από εκεί που τρώω με Γαμπρό, στο εξαιρετικό (γκουχ γκουχ) ροκ μπιτς μπαρ Σκνίπα, έρχεται σιγά-σιγά η παρέα μου. Ε, τελευταία βραδιά είναι, λέω να πάω κι εγώ από κει για ένα τελευταίο ποτό. Γαμπρός πάει για ύπνο. Είναι να ξεκινάμε κατά τις 4 το πρωί για αεροδρόμιο. Τώρα πρέπει να είναι 2. Στη Σκνίπα, πίνω το ένα μου ποτό. Παλιό Απωθημένο Που Με Φτύνει, με φτύνει χωρίς καμιά απολύτως αμφιβολία. Πίνω δεύτερο ποτό. Οι προοπτικές δεν βελτιώνονται. Σε συνδυασμό με αυτό που με περιμένει στην Αθήνα, έχω πέσει ψυχολογικά. Μια κατάσταση που, όπως έχω ξαναπεί, όταν συνδυάζεται με αλκοόλ, είναι τρομερά ασταθής και επιρρεπής στη μαλακία.

Μια σπίθα αρκεί να φέρει τη διαστροφή.

 

Εκείνη την ψιλο-θλιβερή στιγμή, εμφανίζεται και μου μιλάει Συνομήλικος Παιδικός Φίλος, που για κάποιο λόγο κάνει κολλητή παρέα με Ζαχαρωτό. Τι είναι το Ζαχαρωτό; Ζαχαρωτό είναι ένα αγόρι που δουλεύει σερβιτόρος στο υπέροχο (γκουχ γκουχ) ροκ μπιτς μπαρ Σκνίπα. Τον είχε πάρει το μάτι μου και την περασμένη χρονιά αλλά τότε φαινόταν 1) απαγορευτικά μικρός (ακόμα και για μένα) 2) απαγορευτικά χαριτωμένος -απορώ πώς δεν έχει χρειαστεί μεταμόσχευση στο μάγουλο αυτό το παιδί, πρέπει να του το τσιμπάνε τουλάχιστον 10 φορές τη μέρα 3) θα επαναλάβω το προηγούμενο αλλά θέλω να το φανταστείς σε υπέρτατο βαθμό, ένα πράγμα έτσι σαν συνδυασμός καραμελωμένου μήλου, μάρσμάλοου, κάπκεικ, ορέο μπισκότο… τι άλλο; Σαν παγωτίνι περιχυμένο με σιρόπι σοκολάτα-φράουλα. Χειλάκι πετροκέρασο και μάγουλο βερίκοκο…

…ρίκο-ρίκο-ρίκοκο, ρίκο-ρί, κοκό.

 

Αλλά τζιζ κακό. Γιατί, επίσης, του ρίχνω σίγουρα 10 κιλά ενώ παράλληλα τον έχω δει με μαγιό και παίζεις σος στους κοιλιακούς, οπότε όλο μαζί είναι απλά απαγορευτικό. Τέλος. Αλλά μιλούσα με Συνομήλικο Παιδικό Φίλο, κολλητό του Ζαχαρωτού. Κάτι μου λέει για Ζαχαρωτό, το οποίο δεν είμαι σε θέση να κατανοήσω πλήρως αλλά κάτι πιάνω ότι αν δεν προλάβω εγώ θα προλάβει άλλη. Μου παίρνει λίγο, δεν καταλαβαίνω τι συμβαίνει -μ’ έπιασαν και απροετοίμαστη, έχω και τις σκοτούρες μου- αλλά σε λίγο εμφανίζεται δίπλα μου Ζαχαρωτό.

 Αχ, το γλυκό μου!

 

Αυτοσυγκρατούμαι να μην του τσιμπήσω το μάγουλο που έλεγα. Ζαχαρωτό αρχίζει να μου μιλάει. Είναι και κοινωνικό. Μου ρίχνω ένα εσωτερικό χαστούκι μπας και ξυπνήσω, για να ξεκολλήσω απ’ τα δικά μου και να προσέξω τι λέει. Με κερνάει το τρίτο μου ποτό. Το εσωτερικό χαστούκι ήταν μάταιο. Για να καταλάβεις, εγώ δεν ήταν να πιω άλλο. Και κρασιά στο φαγητό και 2 ουίσκια είναι υπεραρκετά για να πρέπει να φεύγουμε στις 4. Αλλά το κέρασε. Τι να κάνω, να τον προσβάλλω; Ντροπή. Πίνω. Λέει κάτι ότι κρίμα πια να χορεύουμε μαζί και να μην έχουμε γνωριστεί καλά-καλά, γνέφω καταφατικά, όντως κάπου θυμάμαι να χορεύουμε μια απ’ τις προηγούμενες μέρες. Λέει ότι είναι στο ΤΕΦΑΑ (τι έκπληξη) και ότι σπουδάζει Ρυθμική (αυτό είναι όντως έκπληξη). Θεέ μου, φαντάσου τι θεϊκά πλάσματα έχει συμφοιτήτριες κι επίσης, σίγουρα δεν του ρίχνω μόνο 10 κιλά, αλλά 20. Τι να πεις τώρα; Ας πιω. Πίνω. Αμέσως μετά, κάτι λέει ότι μπορεί να κάνει και άλμα ανάποδα (κάπως μου εξηγεί ότι εννοεί ανάποδη τούμπα), κάνω την εντυπωσιασμένη φάτσα, ως τώρα δεν έχω πει κουβέντα. Λέει και “στα Τάδε δωμάτια δεν μένεις; Θα έρθω κάτω απ’ το παράθυρό σου να σου δείξω!”

 Όπα.

 

Εκεί, το μυαλό μου υπερθερμαίνεται από την έντονη επεξεργασία. Ανοίγω το στόμα μου. Σίγουρα είμαι στο τσακ να πω μαλακία αλλά επιτέλους μπαίνει σε λειτουργία και αναλαμβάνει ο Αυτόματος Συνομιλητής, χρήσιμος σε περιπτώσεις επικοινωνιακής βλάβης. Λέω: “Βρε Ζαχαρωτό μου, αν είναι να έρθεις μέχρι εκεί να μου δείξεις, ε… ας ανέβεις και πάνω…” Κι εδώ έχουμε ένα πολύτιμο μάθημα διακριτικής σαφήνειας και λακωνικότητας. Λες λίγα αλλά ουσιαστικά. Με κοιτάζει να καταλάβει αν κατάλαβε σωστά. Τον κοιτάζω να το επιβεβαιώσω. Με πολύ συνοπτικές διαδικασίες, λοιπόν, (γιατί έχω πει ότι φεύγουμε στις 4 και μπορεί πλέον να είναι και 3.30), Ζαχαρωτό κάνει να φύγουμε. Δανείζεται κλειδιά μηχανακίου από Μπαργούμαν. Εγώ πίνω το υπόλοιπο τρίτο ποτό μονορούφι. Εγώ είμαι γκολ. Μπαργούμαν με κοιτά έντονα στα μάτια. Μου λέει με σημασία: “Πρόσεχε…!” Γυρνάω και κοιτάζω χαρωπό Ζαχαρωτό. Σαν να βλέπω το Μπάμπι το Ελαφάκι. Ξαναγυρνάω και την κοιτάζω με απορία. Μπαργούμαν:

 …το μηχανάκι!

 

Ε πες το έτσι! Φτάνουμε στο δωμάτιο. Εγώ συνεχίζω φυσικά να είμαι γκολ. Κάνουμε ό,τι κάνουμε ενώ εγώ χαχανίζω συνέχεια (ποτό + χαριτωμένο αγόρι = χαχανητό, αποτελεί επίσημα αποδεδειγμένο θεώρημα. Πριν τελειώσουμε ό,τι κάνουμε, ακούγεται χτύπημα πόρτας. Το αγνοούμε. Μετά από ένα λεπτό, χτύπημα πόρτας γίνεται πιο έντονο. Είναι η Αδερφή. Σκατά. Πρέπει να φύγουμε για το αεροδρόμιο. Ζαχαρωτό δεν δείχνει να χαλιέται, αχ βρε τι καλόβολο παιδί. Λέει:

 Δεν πειράζει, το επόμενο καλοκαίρι!

 

Ο Θεός να έχει του χρόνου αυτόν καλά κι εμένα πιο αδύνατη. Ζαχαρωτό φεύγει κι εγώ κάνω φιλότιμες προσπάθειες να φορέσω κάτι πιο λογικό για ταξίδι και να μειώσω το eye-liner σε κάτι επίσης πιο λογικό για ταξίδι. Με καθυστερεί ελαφρώς το ότι είμαι γκολ και χαχανίζω αδιαλείπτως. Αδερφή έρχεται, με κατσαδιάζει, τελικά φεύγουμε. Στο δρόμο, που κρατά περίπου μιάμιση ώρα, κάθομαι δίπλα σε Γαμπρό στη θέση του συνοδηγού γιατί ζαλίζομαι και βασικά γιατί Αδερφή κάθεται πίσω μαζί με Γάτα σε κλουβί.

 Γιουπι-γιάγια, γιούπι-γιούπι-γιάγια…

 

Από ό,τι μου λένε αργότερα, η διαδρομή περιλαμβάνει: 1) Εμένα που κοιμάμαι πέφτοντας μπροστά ώστε να με συγκρατεί μόνο η ζώνη και άρα κάνοντας κύκλους και πέφτοντας συνέχεια πάνω στον Γαμπρό-οδηγό. 2) Γαμπρό-οδηγό ο οποίος με το ένα χέρι οδηγεί και με το άλλο σπρώχνει εμένα πίσω στη θέση μου. 3) Εμένα (πάλι) που αποπνέω εσάνς ουίσκι. 4) Τη Γάτα που νιαουρίζει σπαρακτικά. 5) Την Αδερφή που υποφέρει από τη δική μου ζαλιστική κίνηση, τη δική μου εσάνς ουισκιού και τη δική της γαστρεντερίτιδα. 6) Τέλος, η διαδρομή περιλαμβάνει την περιστασιακή σφαλιάρα που μου ρίχνουν όλοι (εκτός Γάτας, ελπίζω) για όλα αυτά.

Φτάνουμε αεροδρόμιο. Ξυπνάω. Είμαι ακόμα γκολ. Γαμπρός φεύγει με αυτοκίνητο για λιμάνι. Αδερφή ανησυχεί ότι δεν θα με αφήσουν να πετάξω σε τέτοια κατάσταση. Ανά δίλεπτο, μου ρίχνει φάπες. Εγώ έχω βάλει μαντίλι στο κεφάλι και γυαλί ηλίου, άνοιξε gate να διαβώ, και, σε φάσεις, χαχανίζω. Εκεί είναι που τρώω τις περισσότερες φάπες, τώρα που το σκέφτομαι. Με έχει πιάσει κι ένα άγχος και ψάχνω λουκούμια στα Duty Free γιατί μου έχει παραγγείλει το Αγόρι Καράτε-Οικοδομή στο οποίο έχω πει ότι γυρνάω μια μέρα αργότερα γιατί την πρώτη μέρα θέλω να δω Αστείο Αγόρι.

Εδώ μούντζωσέ με ελεύθερα.

 

Τελικά, πετάμε. Φτάνουμε Αθήνα. Δεν είμαι πλέον μεθυσμένη αλλά νιώθω άυπνη κι εξαντλημένη. Παραλαμβάνω σάκο από γραμμή αποσκευών, παίρνουμε ταξί για σπίτι. Φτάνοντας σπίτι, χτυπάει τηλέφωνο. Είναι το αεροδρόμιο. Γουάου. Αυτό δεν μου έχει ξανασυμβεί ποτέ. Για μια στιγμή νιώθω ότι ζω σε ταινία δράσης και έχει γίνει αεροπειρατεία στο Air Force One, ο Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών με χρειάζεται. Αλλά όχι. Λένε ότι έχω πάρει το λάθος σάκο. Λέμε στον ταρίφα να σταματήσει, κατεβαίνω, πάω στο πορτ μπαγκάζ, τσεκάρω το σάκο. Ο σάκος μου από το Elle έχει μέσα καρό πουκάμισα και φανέλες Μινέρβα. Κάπου, ένας ηλικιωμένος κύριος άνοιξε το δικό του σάκο και βρήκε μέσα χρωματιστά φορέματα με παγιέτες. Με το ίδιο ταξί, φεύγω πίσω στο αεροδρόμιο. Το Ζαχαρωτό μού βγήκε ελαφρώς ξινό. Για να μην πω, φυσικά, τι έγινε το ίδιο βράδυ με Αστείο Αγόρι. Πίκρα.

 Άντε, και του χρόνου.