Κακοήθειες: Τοξότης* με Καρκίνο

Tags

, , , , ,

 

Πρέπει να ήταν 19 Ιουλίου (2012), αργά ένα βράδυ, που μου έρχεται μήνυμα στο facebook από Άγνωστο Αγόρι που με είχε κάνει φίλη. Καθώς πρέπει μήνυμα. Μου λέει πόσο διασκεδαστικά είναι αυτά που γράφω, λέει ότι βρήκε το μπλογκ μου από κάποιον κοινό γνωστό που έκανε σχόλιο σε ένα ποστ μου, μπήκε, διάβασε, του άρεσε και είπε να μου το πει. Τον ευχαριστώ, έχουμε δυο-τρεις κοινούς γνωστούς, λέμε δυο κουβέντες. Δεν φαίνεται βλαμμένος. Βγάζει νόημα, γραμματική-συντακτικό κομπλέ, φαίνεται μια χαρά. Και ευχάριστος. Και με συμπαθέστατες φωτογραφίες. Μετά τις αρχικές αναγνωριστικές φραστικές ανταλλαγές, εγκαταλείπω τη συγκρατημένη και ελαφρώς αμυντική στάση που –σαν κορίτσι- παίρνεις αυθόρμητα μόλις σου μιλάει ένας άγνωστος και, σχετικά σύντομα, το γυρίζω στο ελαφρώς φλερταριστικό. (Σημειώνω: 1ον μ’ αρέσουν οι φωτογραφίες του και 2ον έχει καλή ορθογραφία). Αλλά δεν μιλάμε πολύ, είχε να ξυπνήσει σχετικά νωρίς, λέει, είχε κάτι σημαντικό την επομένη, και κάτι ψιλο-σημαντικό να μου πει, λέει. Κλείνει με «θα σου πω αύριο».

Όχι ότι δίνω ιδιαίτερη σημασία, δεν είπαμε και πολλά, δεν έμεινα άγρυπνη να τρώω τα νύχια μου απ’ το άγχος και το μυστήριο. Απλά, άλλος Ένας. Το πολύ πολύ να έγινε μια ανεπίσημη καταγραφή στο μυαλό μου ότι «να άλλος ένας άγνωστος με τον οποίο ίσως ασχοληθώ». (Σημειώνω εδώ ότι λόγω προφανούς δικής μου έλλειψης δημόσιας αιδούς, με προσεγγίζει πολύς άγνωστος κόσμος, οπότε το έχω συνηθίσει και απλά κάνουμε και καμιά μαλακία να περνάν τα χρόνια…)

Την επομένη το μεσημερο-απόγευμα όντως ξαναμιλάμε. Χαίρομαι, όντως είναι ευχάριστος και όχι ηλίθιος, (το επανα-κονφιρμάρω). Πιάνει τη συζήτηση από εκεί που είχαμε μείνει, κάτι που δεν ανέφερα παραπάνω: είχε πει ότι δεν μοιάζει ακριβώς με τις φωτογραφίες του. Μου εξηγεί το γιατί, πράγμα που έχει άμεση σχέση με το τι είχε να κάνει σήμερα το πρωί.

Έχει λέμφωμα Hodgkin’s. Μάλιστα. Ξέρω τι είναι αλλά μου το κάνει πιο λιανά. Είναι μια μορφή καρκίνου. Μάλιστα. Το πρωί είχε χημειοθεραπεία. Μάλιστα. Έχει ξεκινήσει από το Φεβρουάριο και θα συνεχίσει μέχρι και τον Αύγουστο –δεν θα πάει διακοπές φέτος παρά μόνο τέλος Αυγούστου σε κάτι φίλους. Μάλιστα. Δεν κάνει και να τον δει ο ήλιος. Μάλιστα. Έπαιρνε και κορτικοστεροειδή ή κάτι τέτοιο. Μάλιστα. Μέσα σ’ όλα αυτά έχει πάρει αρκετά κιλά και φαίνεται διαφορετικός σε σχέση με τις φωτογραφίες του. Μάλιστα. Δεν βλέπει ούτε εμένα ούτε τίποτα αυτή τη στιγμή γκομενικά, έχει βάλει αυτή την πτυχή της ζωής του στο stand by -ή στο sleep mode, δηλαδή σε ελαφριά νάρκη (βλέπε «ύπνο», όχι «ναρκοπέδιο»), λέει ότι αν τον έβλεπα αυτή τη στιγμή δεν θα μου άρεσε ούτως ή άλλως. Μάλιστα. ΟΚ. Λέει ότι η συζήτηση μαζί μου είναι ευχάριστη. Μάλιστα. Είναι και μαζί του. ΟΚ, θα συζητάμε. Μάλιστα.

Όταν τα ακούς όλα αυτά, όπως φαντάζεσαι, είναι κάπως σοκαριστικό. Σοκαριστικό όχι γιατί δεν το χωράει ο νους σου. Όχι, ο ανθρώπινος νους είναι πολύ σκληρός, κι έχει μάθει να ακούει φρικτά πράγματα «που συμβαίνουν σε άλλους». Το σοκαριστικό είναι βασικά γιατί δεν έχεις ιδέα πώς να το αντιμετωπίσεις σε κοινωνικό επίπεδο, πώς να φερθείς και τι να πεις. Δεν είναι δικός σου άνθρωπος, δεν είναι κάποιος που αγαπάς, ούτε καν κάποιος που ξέρεις, δεν μπορείς να κλάψεις, δεν μπορείς να αγκαλιάσεις. Δεν υπάρχει περίπτωση να το νιώσεις σαν να συνέβη μέσα στην οικογένειά σου ή σε ένα φίλο, θα φανείς τελείως ηλίθιος αν φρικάρεις ή κάνεις ότι φρικάρεις, αλλά να που τον γνώρισες και σου φαίνεται και συμπαθής. Δεν μπορείς καν να πεις τίποτα χρήσιμο. Αλλά βέβαια δε γίνεται και να το αγνοήσεις. Οπότε, τι λες; Του μιλάς συγκαταβατικά όπως θα μιλούσες σ’ έναν οποιονδήποτε άγνωστο, κατηγορώντας Θεούς και Τύχη και το Άδικο του πράγματος και της Ζωής; Αρχίζεις τα κούφια κλισέ (ακόμα κι αν τα εννοείς) δίνοντας κουράγιο και συμπόνια της δεκάρας; «θα το νικήσεις», «θα περάσει», «είσαι πιο δυνατός», «όλα θα πάνε καλά»; Πράγματα δηλαδή που αν σου τα έλεγε ποτέ κανείς εσένα, θα τον κοίταζες σαν να έσταζε η μούρη του σκατά ή θα γυρνούσες απότομα να τον δαγκώσεις να σκάσει; [Είναι γνωστό ότι θα πεθάνω μόνη μου].

Είναι φυσικό να πάρει μπρος το «ένστικτο αυτοσυντήρησης εκ του ασφαλούς» (μόλις το εφηύρα) και να αισθάνεσαι έναν καταιγισμό συναισθημάτων: Το άδικο που συνέβη σε κάποιον άλλον, η αμηχανία, το *ευτυχώς* που συνέβη σε κάποιον άλλον κι όχι σε μένα ή σε κάποιον δικό μου (λέω και για μένα και για σένα), οι ενοχές, η γνώση του «ανά πάσα στιγμή κι ο δικός μου μικρός ροζ κόσμος μπορεί να γκρεμιστεί», ο φόβος του τι φρικτό μπορεί να συμβεί. Ο φόβος του πόσο εφήμερα είναι τα «προβλήματά σου» (first world problems) και πόσο κάποια στιγμή μπορεί να τα αναπολείς. Η αυτόματη αποστασιοποίηση και ο τοίχος που ορθώνεται μεταξύ σας μόλις συνειδητοποιείς τον πόνο του άλλου, λες και η ατυχία ή η δυστυχία είναι κολλητική.

…Η ψυχολογική προσωπική περιφρούρηση, το «δόξα τω Θεώ, εγώ είμαι καλά». Αλλά συγχρόνως ξέρεις ότι *αυτά* είναι τα πραγματικά ελεεινά κομμάτια της ανθρώπινης φύσης, ότι είναι σίγουρα κακοήθη, μυρίζουν σαπίλα και, αν θες να έχεις πιθανότητες να ζήσεις καλά, χρειάζεται να τα αφαιρέσεις χειρουργικά. Εσύ, μόνος σου, από συνειδητή επιλογή. Εννοείται ότι θα συνεχίσεις να μην έχεις ιδέα τι να πεις. Και ότι μια και δεν ξέρεις τον άλλον σχεδόν καθόλου, αυτά που θα μπορέσεις να πεις είναι θα πολύ περιορισμένα, αφελή, μες στην άγνοια, ίσως βλαμμένα, ίσως αγενή. Αλλά δεν έχει σημασία. Πάντα αξίζει να προσπαθείς να ξεπεράσεις την ανθρώπινη φύση.

Πάντα αξίζει να προσπαθείς να είσαι λιγότερο μαλάκας.

 

Όχι, δεν το κάνει αληθινό αλλά αν πιστεύεις το καλύτερο για τους ανθρώπους, *τους κάνει* κλύτερους.

Το να πιστεύεις το καλύτερο για τους ανθρώπους δεν το κάνει αληθινό αλλά κάνει τους ανθρώπους καλύτερους.

 

Ναι, γιατί αν κάνεις προσπάθεια να δείξεις πως ενδιαφέρεσαι, έχεις πιθανότητες όντως να ενδιαφερθείς. 

 

*Ήθελα έναν ανώδυνο τίτλο και επικαλέστηκα την αστρολογία. το Αγόρι είναι Τοξότης. 
Advertisements

Golden Globes: Blood on The Carpet –or was it just lipstick?

Tags

, , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,

Well, I simply could not resist. I don’t know why, I normally don’t tire my little brain with what’s happening in La La Land but I was feeling a wee bit depressed this week and felt like a good ol’ bitchin’ to make myself feel better. And what could be more relaxing and rejuvenating than trashing the appearance of celebrities while slowly going through a whole box of chocolates (filled with chestnut and heavenly)? And please don’t tell me to try yoga and meditation because I may or may not wish you to get ear blackheads and stomach cellulite. So, Golden Globes it is and may I start announcing the victims because, trust me, this is going to be a massacre. I’m sure you’ve already seen two or three (or more) fashion related reportages on the evening’s gowns but I’ll zoom in and talk about make up. Go fetch a cup of tea, turn on the bitch mode and join me.

1st Trend: The Natural Look, meaning “so natural it took an hour and three quarters to complete” but succeeds in making any innocent male that’s left, to believe that you are not, in fact, high maintenance, that you only need 5 minutes to get ready to go out and that you actually wake up looking just like that (insert manic laughter). This look is exactly that or with a bit of added eye liner for extra drama…

Sienna Miller

Sienna Miller: “Please let me in, I’m over 18, srsly!”

Sienna Milller –ΟΚ, agreed, she’s looking pretty, fresh-faced and glowy. The foundation used was Chanel Vitalumiere, a great base for those with normal to dry and “tired” skin and rumour has it that St Tropez Rose Skin Illuminator, was applied to highlight and achieve that “natural” and healthy glow. The thing is… is it just me who thinks that this makes her seem a bit too proper? …Like she could star in the Little House on the Prairie? And not as the mom?

Amanda Seyfried

Amanda Seyfried: “That’s just my bed head, furreals!”

Amanda Seyfried –The “virgin nymph” hair-do which is a result of a blow-out, big hot rollers and possibly extensions, transcends to the face: Girlie just applied some mascara and off she went. I do have to say though that when your eyes are THAT big and somewhat bulging, you belong to the very exclusive minority who actually look better with a bit of dark eye-liner applied to the inner rims –to balance things out. Got it, Amanda?

Megan Fox

Megan Fox: “If I tilt my head, maybe I’ll look more normal to the minions”

Megan Fox –This makeup isn’t exactly invisible, as there’s a bit more intensity on the eyes and mainly on the brows (a bit too much if you ask me) but this also leans on the natural side. As extraordinary as this young lady’s genes may be, I do believe the latest cosmetic surgeries (that only she herself knew why she needed) have made her face look as natural as 100% original teflon.

Marion Cotillard

Marion Cotillard: “Bitch, please, I’m french and fabulous”

Marion Cotillard – I’m finding it hard to find something bad to say, but at least I’ve got a beauty tip for you. This look is a splendid example of perhaps the one and only case where a brightly coloured eye-liner is flattering: When it is applied directly above a black line that sits right on top of the lashes. What I mean is that you apply your black liner as per usual and above that, your blue, teal or purple liner, creating a clean double line effect that combines colour with intensity. Otherwise, 99% of the times it looks crap, unless you’re under 18. Marion’s makeup artist, Christophe Danchaud, used a combination of Tarte Skinny SmolderEyes Amazonian Clay Eyeliners in Amazonite Blue and Slate.

Anne Hathaway

Anne Hathaway: “I embody all the innocence that’s left in the world”

Anne Hathaway –Lips are a bit more emphasized here with an earthy pink but the result, again, is effortless and natural. Even though I am not a fan of the “à la garcon” haircut (especially when paired with a gown, when it’s with jeans I don’t really mind), I have to confess that dear Anne looks fresh and adorable, even though you’d bet she just got back from Sunday school. Possibly skipping along the way, holding hands with Sienna Miller.

2nd Trend: Intense Eyes, featuring a smokey eye and/or thick winged eye-liner and big fat fake lashes.

Nicole Kidman

Nicole Kidman: “I am actually trying to smile”

Nicole Kidman –Nicole’s make up falls in-between of the 1st and 2nd categories, with individual lashes applied in little clusters over the lids (not too expertly or I wouldn’t be able to spot them) and I think I can just about see a teeny tiny bit of blue eye-liner on the bottom lash line, an old trick that’s meant to brighten eyes and mirror her eye colour, while remaining otherwise invisible. Nothing wrong with any of that. My only issue is that old Mrs Cruise has gone WAY overboard with the botoxing in recent years, resulting in her whole face looking totally immobilized, an ailment that seems to have been transmitted to her hair, which would not budge even if a hurricane hit it.

Adele

Adele: “I look sooo much better photoshopped, damn it!”

Adele –Our beloved ex-heartbroken singer did what she always does, meaning her signature retro Bardot hair-do and matching 60s make up, with plenty of liquid (or gel) liner, tarantula lashes and pale pinky-beige lipstick. No surprises here even though she could use some friendly advice on how to look good in photos. Rule No 1: Chin DOWN. And when I say “chin”, I mean both of them.

Eva Longoria

Eva Longoria: “My neck, my back, my lip-liner gives no fack!”

Eva Longoria –Eva also chose one of her tried and tested looks for the evening, focusing on the eyes and keeping the rest simple and glowy with peachy-pink hues. A safe choice, you’ll say. Sure, but with those individual lashes that appear to be placed by Captain Hook suffering from Parkinson’s, her eyes look like semi-plucked chickens. And don’t get me started on the dark lip liner which is simply unacceptable… And has been for about two decades.

Claire Danes

Claire Danes: “Do my eyes look crazy in this?”

Claire Danes -Matin Maulawizada, Claire’s makeup-artist and Global Artistry Director of Laura Mercier said he wanted to create a fun and sexy look and keep things interesting with a smokey eye and pale lip, even though Claire was wearing a red dress. From what I’ve read, beauty journalists around the globe loved the result. Well, I think it was a complete FAIL. Not so much the idea but the execution. It would probably look fine with a black dress, but here it looks way too much and over the top, not chic at all, in fact she looks like she’s got a black eye. Correction: She looks like a raccoon that’s got a black eye.

JLo

JLo: “Hello my lovers! I had twins but I’m hotter than you’ll ever be”

Jennifer Lopez –I love her. Truly, madly, deeply, always and forever. Her and Scott Barnes who used to do her make up. For the Golden Globes, make up was done by Mary Phillips, who worked on JLo’s signature look of fierce eyes, flirty lashes, glowing skin (especially cheekbones) and soft peachy-pink on lips and cheeks. Mary says she used a lot of L’Oreal products such as a couple of the Colour Riche Eye Shadow Quads and, for the lips, Colour Caresse Shine Satin in Eternally Nude.

Trend No 3: Nude Lips

Halle Berry

Halle Berry: “I’m not even on Walking Dead”

Heidi Klum

Heidi Klum: “I look awesome, seriously. Forget the lip”
Kate Hudson

Kate Hudson: “I’ve still got it and I know it”

Halle Berry, Heidi Klum & Kate Hudson –In these 3 photos we see 3 looks with nude, almost concealer-like lips. Now, we’ve said this before. Not only were nude lips a trend like… 5 years ago but, simply, It Doesn’t Look Good On Everyone! To be exact, it doesn’t look good on most. For example, Halle and Heidi look like hell (compared to how they normally look), they seem drained, lackluster and tired, they actually remind me a bit of corpses. Extraordinarily beautiful corpses, to be fair, but corpses all the same.And we’re talking here about two of the most beautiful women on the planet. I mean, come on! Kate, on the other hand,   looks just fine and this probably has to do with her pale ivory skin in opposition to Heidi who is an avid tanner and Halle who I believe was tan since birth.

 

4th Trend: Strong Lip

Rachel Weisz

Rachel Weisz: “This is class, ladies”

Julianne Moore

Julianne Moore: “My dear Rachel, I know exactly what you’re talking about”

Jessica Chastain

Jessica Chastain: “Thanks girls, I KNOW”

Rachel Weisz, Julianne Moore & Jessica Chastain –Again, 3 versions of practically the same make up, but this time, they all deserve an applause -even prior to the acceptance speech. Do pay attention to this particular category because not only is it classic and classy but also makes for an excellent alternative to red lipstick, that it is much *much* easier to wear. It allows you to add a bit of drama to the eyes with a dark neutral (brown, grey, taupe or charcoal) without looking like a drag queen (as you would if the lips were bright red). Pair that sultry eye with a creamy lipstick slightly worked on with the fingertips until it becomes more of a stain, in shades of medium to deep earthy pinks or full on berries. Jessica Chastain is wearing L’Oréal Colour Caresse Shine Stain in Berry Persistent and is a beauty role model for all natural readheads anywhere.

Isla Fisher

Isla Fisher: “Have you any idea how much body make-up I’m wearing? -only j/k!”

Isla Fisher –Another readhead, another success story. Isla deserves a Golden Lipstick (what? haven’t these awards been invented yet?) for her gorgeous red wine lips and the rest of her make up that complements them ideally. Perfect matte skin, just a touch of blush, groomed brows, beautifully accentuated but low key eyes, pretty lashes and a touch of pearly highlighter in the inner corners. The shade of her face and the shade of her neck are such an exact match that it brings tears of joy to my tormented eyes.

Rosie-Thief-of-Jason-Statham

Rosie-Thief-of-Jason-Statham: “All you humans must die”

Rosie Huntington-Whiteley –Rosie-what’s-her-name’s make up, falls under the Strong Lip category and does look pretty damned good, I grudgingly have to admit. No one can doubt that the girl’s beauty is unreal. However, the emphasis here is on “unreal”. Seriously, doesn’t she look like a Cyborg? As if she works on batteries? I bet Jason (Statham) –who she stole from me using nothing but lies and deception- plugs her in every night to charge.

Jessica Alba Orange

Jessica Alba: “Did my makeup artist actually say ‘but it’s close’?”

Jessica Alba –And here we have yet another lip that put on quite a performance. According to Elle’s editorial team, this was the best make-up look of the night. Make-up artist Lauren Andersen said she was inspired by the peach Oscar de la Renta gown and used Hourglass Opaque Rouge Liquid Lipstick in Riviera. She continues: «I loved the contrast between her glowing skin and the matte tangerine hue. It’s an almost tropical pop of colour that doesn’t exactly match the dress but it’s close…” EXCUSE ME? Dear Lauren, I, yes I, can create a lip the exact shade of that dress in 3 minutes. Little old moi. Even if you don’t have that same peach shade in your traincase (which you should), you can mix up a couple of lipsticks, glosses, some eye shadow, a bit of concealer, ANYTHING and get that same shade. But YOU, you are a Hollywood make-up artist… and you couldn’t match a lip with a dress? “But it’s close”? Seriously? And yes, maybe you *didn’t want* an exact match. Fine, I get it. But couldn’t you use a lighter peach or a darker peachy-coral but still with the same base tone? Did it have to be orange? Jessica’s lips, sorry but you’ve been tango’d!

Nicole Richie

Nicole Richie: “What, this isn’t a 70s party? Daymn!”

Nicole Richie –I saved the best for last. There are many MANY websites, including huffington post, that place this look up there with the best of them. OK, I think I’d better go take a nap because this is all too much for my poor eyes. I mentioned earlier, when talking about that little angel Amanda Seyfried, that *her* eyes are somewhat bulging and that she could balance it out with a bit of make-up, no big deal. And then I see *this*. Nicole, who probably keeps a mirror on her person at all times to check every so often if her eyes have fallen out of their sockets (which would prove challenging in case they indeed fell, but still), you know, in order to prevent her from chasing her eyeballs down the red carpet. Nicole, who was never a beauty of any sort, just Paris Hilton’s BFF and famous for being famous. And SHE goes and matches PERFECTLY the eye of Sauron (under eye bags and dark circles a bonus) with her sky-blue dress. In the year 2013, shimmery pastel blue eye shadow (foiled for maximum impact) under the harsh sunlight (all those Hollywood events seem to start in the daytime, don’t ask me). If you really need to know what was used, it was Elizabeth Arden Beautiful Color Eye Shadow Single in the shade Sky. That Sky was *my* limit.

P.S. I am not normally bitchy at all (pinky swear), the girls (well, nearly all of them) were gorgeous and I over-exaggerated even the tiniest faults, but I hope this made you smile. Now we just have to wait for the Oscars…

Product info from ElleUK & Refinery29
Photos from graziadaily.co.uk
 

Family Affair: Αμαρτίες* γονέων πλάθουσι τέκνα

Tags

, , , , , , , , ,

Ο καιρός έχει περάσει αλλά νομίζω ότι είναι κρίμα να μην το μοιραστώ αυτό. Είναι μια αναπάντεχη συζήτηση στο facebook από κάποια στιγμή το Καλοκαίρι, μέσα στον Ιούλιο, όπου μιλάω με άγνωστό μου στην πραγματική ζωή αλλά φίλο μου στο fb. Μου λέει ότι άρχισε να διαβάζει την Προϊστορία στο blog μου αλλά απογοητεύτηκε γιατί λείπει το συναίσθημα, ειδικά από κομμάτια όπως το Άρης Ανίκατε Μάχαν (το οποίο εγώ θεωρώ σχεδόν δακρύβρεχτο). Λίγο αργότερα λέει ότι τώρα διάβασε το Αυτή η παραλία είναι κόλλημα (το οποίο εγώ θεωρώ τρομερά αστείο) και λέει ότι το ‘στρωσα κάπως, αυτό έχει πιο πολύ συναίσθημα.

Εγώ: «μάλλον είσαι αναποφάσιστος»

Άγνωστος Φεϊσμπουκικός Φίλος: «σε τι;»

Εγώ: «στο τι προτιμάς, συναίσθημα ή πλάκα. Αλλά δεν πειράζει».

Άγνωστος Φεϊσμπουκικός Φίλος: «Δεν προσπαθώ να αποφασίσω τι θέλω από τα δύο. Θέλω και τα δύο. Εσένα όμως σου βγαίνει πιο εύκολα η πλάκα.

…και το ‘δεν πειράζει’ δεν ισχύει. Σε πειράζει το ότι είμαι αναποφάσιστος. Η αποφασιστικότητα είναι ένα προτέρημα του άντρα, και μου είπες πως είμαι αναποφάσιστος για να μου δείξεις ότι είμαι ελλιπής ή κατώτερος.

Ξεκινάς τις ιστορίες σου που μιλάνε για την παιδική σου ηλικία με ‘εν αρχή ην η Μάνα’. Μας λες για το πώς η άποψή της μέτραγε και σε επηρέαζε -όπως όταν ήθελε να είσαι καλή σαν την αδερφή σου και όταν την αναφέρεις πως ήταν παρούσα στο τεστ εγκυμοσύνης. Μας λες για το πώς σε τραυμάτισε με το κούρεμα. Αλλά έχω φτάσει μέχρι αφότου έχεις περάσει την εφηβεία και ο πατέρας σου δεν υπάρχει πουθενά. Το μόνο που λες είναι ότι ο πατέρας είναι ένα βαρετό καστανό (ένας υποτιμητικός χαρακτηρισμός από μόνος του) ή τον βάζεις στο πακέτο ‘γονείς’.

Είσαι πανέξυπνη. Τρομερά πνευματώδης. Λίγους ανθρώπους έχω συναντήσει με την ευστροφία σου. Και παρ’ όλα αυτά δεν μπορείς να βρεις έναν σωστό άντρα. Μπορείς να έχεις όποιον θέλεις αλλά γυρίζεις με μικρότερους, αδύναμους, ανεπαρκείς, και άθλιους.

Η μάνα σου επισκίασε τον πατέρα σου και εσύ αναπαράγεις τον ίδιο κύκλο με τους άντρες γύρω σου. Επιδιώκεις και βρίσκεις άντρες οι οποίοι να είναι με κάποιο τρόπο ανεπαρκείς και τους οποίους στην συνέχεια επισκιάζεις και απορρίπτεις, για να επιβεβαιώσεις αυτό στο οποίο έμαθες.

Είσαι κεφάτη, κατά βάθος ευγενική, και μαζί με την ευφυΐα σου σε φαντάζομαι πως θα είσαι μια ωραία παρέα. Αρκετές φορές το σκέφτηκα όμως ποτέ δεν αναζήτησα την παρέα σου γιατί ο τρόπος που λειτουργείς με έχει απογοητεύσει online.»

Ε; τι; ποιος;

Κι όμως, αυτά είπε ο Άγνωστος Φεϊσμπουκικός Φίλος και μια και αφήνω πολύ λίγα να πέσουν κάτω (εκτός από βρακάκια που μόλις έβγαλα), απαντώ.

Εγώ: “Δεν μου βγαίνει πιο εύκολα η πλάκα, απλά τα συναισθήματά μου αυτόματα μετατρέπονται σε κάτι χιουμοριστικό, υποθέτω ότι είναι ένας τρόπος αυτοάμυνας. Υπάρχουν και χειρότεροι, και χαίρομαι που μπορώ να χρησιμοποιήσω τον δικό μου προς όφελος των άλλων.

Το επόμενο είναι αποκύημα της φαντασίας σου. Ήθελα απλά να κλείσω το μήνυμα με μια άκακη πρόταση και δεν είχα χρόνο να σκεφτώ κάτι καλύτερο. Όντως είχα θεωρήσει ότι τα μηνύματα “κριτικής” που είχαν προηγηθεί (στα οποία περίμενα κάτι απείρως χειρότερο, τύπου “γράφεις, γράφεις και δεν έχει πλάκα πουθενά”), έρχονταν σε αντίφαση με το κομμάτι που είπες ότι προτιμούσες, αλλά δεν είχε σημασία, αυτό εννοούσα, διότι δεν σκεφτόμαστε όλοι με τον ίδιο τρόπο και το έχω συνηθίσει.

Εν αρχή ην η Μάνα γιατί έπρεπε κάπως να αρχίσω, και το συγκεκριμένο ψιλο-ισχύει στη φύση (τι να βάλω, «εν αρχή ην ένα πήδημα»;) Η Μαμά μου, λοιπόν. Η μαμά μου είναι ένας χείμαρρος, ένας τρομερά πληθωρικός άνθρωπος, πολύ δυναμική προσωπικότητα, εκρηκτική, φωνακλού, συχνά υστερική, σίγουρα drama queen, με σαφέστατη άποψη για όλα, πιστεύει ότι έχει πάντα δίκιο και θέλει να περνάει το δικό της. (Έχω αναρωτηθεί πολλές φορές αν είναι οριακά διπολική).

Ευτυχώς, παράλληλα είναι πολύ καλός άνθρωπος. Έχει μυαλό, χιούμορ, ξεκάθαρη αντίληψη και ενσυναίσθηση. Σε ό,τι έχει πραγματικά σημασία είναι σωστή, ακούραστη, πάντα πρόθυμη να προσφέρει και να θυσιαστεί για το Καλό. Αν δεν συνδύαζε αυτά τα ασυμβίβαστα, θα μου ήταν ανυπόφορη. [Ξέρω πόσο άθλιο ακούγεται αυτό αλλά το είπα και ισχύει].

Είτε το πιστεύεις ή όχι, δεν με επηρέασε ποτέ στο ελάχιστο, παρόλο που υπήρχε σαν δυναμική στη ζωή μου, εκεί γύρω. Η “Κόρη της μαμάς μου” είναι η Αδερφή μου. Και τώρα και πάντα. Αυτές ήταν άρρηκτα συνδεδεμένες κι εγώ δεν ανήκα στην “ομάδα”. Εγώ ήμουν πάντα “η κόρη του μπαμπά”.

Γνωρίζω απόλυτα τι στο χαρακτήρα μου και τι στης αδερφής μου και αντίστοιχα στους χαρακτήρες των γονιών μου υπήρξε ο λόγος για να ισχύει αυτό, αλλά είναι μεγάλη συζήτηση και δεν υπάρχει λόγος να την κάνουμε τώρα. Ποτέ δεν πέρασα άσχημα στο σπίτι μου, ποτέ δεν υπήρξα παραμελημένη από κανέναν κι ακόμα κι αν η Μαμά μου ας πούμε “προτιμούσε” την Αδερφή από μένα γιατί η Αδερφή την άκουγε κι έκανε ό,τι της έλεγε η Μαμά, και άρα ήταν απείρως πιο εύκολο να συνεννοηθούν. Παρόλα αυτά λοιπόν, η αγάπη της Μαμάς ήταν τόσο μεγάλη και για τις δυο μας, που πάλι μου έφτανε και μου περίσσευε.

Παρόλο που πολλές φορές έχω πει ότι αν δεν ήμουν παιδί της και δεν με ήξερε, η μητέρα μου πιθανότατα δεν θα με συμπαθούσε. (Αλλά, σοβαρά, μην νομίζουμε ότι εξ ορισμού είναι δεδομένο ότι θα συμπαθιόμαστε με την οικογένειά μας. Όσο πιο γρήγορα συνειδητοποιήσουμε ότι αυτό είναι από μη-αυτονόητο έως και όνειρο απατηλό, τόσο καλύτερα).

Ο πατέρας μου είναι πιο χαμηλών τόνων αν και σε καμία περίπτωση χαμηλών τόνων γενικά. Ναι, αναφέρω το “βαρετό καστανό” στην περιγραφή του σε σχέση με το γαλανό αλλά συγχρόνως ήτο ο ωραίος του χωριού και, γενικά, ωραίος. Και ευχάριστος. Και κοινωνικός. Η Μάνα τον γούσταρε και δεν έπαψε να τον γουστάρει ποτέ, ακόμα κι αν γκρινιάζει όλη μέρα γι’ αυτόν και του φωνάζει. Λάτρης της συζήτησης για τη συζήτηση, της Ιστορίας, της φιλοσοφίας, της θεωρίας, του στιλ (κάποτε ήξερε και γαλλικά), του «παν μέτρον άριστον» και της συνήθειας (φρουτάκι και καφές το πρωί, γεύμα με κρασί το μεσημέρι, ύπνος, φρουτάκι το απόγευμα, περίπατος και γιαουρτάκι κάθε μα ΚΑΘΕ βράδυ).

Πάντα με προειδοποιούσε με το «η ζωή είναι ζούγκλα» αλλά με σεβόταν και θαύμαζε το ότι έκανα το δικό μου, ανεξάρτητα από όλο τον υπόλοιπο κόσμο. Ακόμα κι αν εκείνος διαφωνούσε εντελώς με τις επιλογές μου. Νομίζω ότι αυτό ξεκίνησε κάπου στα 14 μου, όταν σε μια ακόμα διάλεξη νουθεσίας, με συμβούλευε να ακολουθώ το δρόμο που αποδεδειγμένα οδηγεί στην επιτυχία και στην ευτυχία και να αποφεύγω τα δύσβατα μονοπάτια. Του απάντησα ότι προτιμώ να χαράξω το δικό μου. [Περισσότερα για τα μονοπάτια, εδώ].

it is our choices that show what we truly are Dumbledore

Ο Μπαμπάς, ζώντας σε ένα σπίτι με τρεις γυναίκες, ήθελε να απομακρύνεται λίγο για να βρίσκει την ησυχία του. Πολλές φορές άφηνε τη Μαμά να τον επισκιάζει, διότι απλά δεν θέλει την αντιπαράθεση. Συχνά οι δυο τους διασκεδάζουν μαλώνοντας, αυτό είναι το παιχνίδι τους. Πιθανόν κάνω και τους δύο να φαίνονται εξιδανικευμένοι. Καμία σχέση, αλλά δεν μπορώ να μιλήσω για τους γονείς μου τόσο σύντομα, αντικειμενικά και με ακρίβεια. Τους αγαπώ.

Το επόμενο κομμάτι του μηνύματός σου “παρόλα αυτά δεν μπορείς να βρεις ένα σωστό άντρα”, είναι απλά αστείο. Το “σωστός” δεν πάει σκέτο. Κάποιον με τον οποίο να ταιριάζω και “να δουλέψει” δεν μπορώ να βρω. Κάποιον σωστό για μένα, που το ίδιο να πιστεύει κι αυτός. Γιατί, εννοείται ότι ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ ΚΑΙ ΔΕΝ ΕΧΩ ΟΠΟΙΟΝ ΘΕΛΩ. Καμία μα ΚΑΜΙΑ σχέση. Και το ξέρω ότι θέλω έναν με πιο ισχυρή προσωπικότητα από μένα γιατί ξέρω ότι εύκολα μπορώ να επισκιάσω τον άλλον και να μην υπάρχει σωστή ισορροπία και να πάει όλο το πράγμα στο διάολο. Έχω απόλυτη συναίσθηση.

Δεν θέλω καθόλου να αναπαράγω τη σχέση των γονιών μου. Δεν έχω καμία σχέση με τη Μάνα μου εκτός από μεμονωμένα χαρακτηριστικά και δεν θα ήθελα κανέναν σαν τον πατέρα μου. ΔΕΝ θέλω να είμαι πρωταγωνίστρια στη σχέση, ούτε καν εικονικά. Θέλω ισοδυναμία.

Και ΔΕΝ είμαι πάντα ωραία παρέα (όπου «πάντα» βάλε «συνήθως»). Είμαι απόλυτη και ισχυρογνώμων, ξεροκέφαλη, απαιτητική από- και επικριτική με- τους οικείους μου, δεν αφήνω τίποτα να πέσει κάτω, παίρνω πολλά πράγματα στα σοβαρά που οι άλλοι τα αφήνουν να περάσουν έτσι, δυσκολεύομαι να έχω κατανόηση όταν διαφωνώ και δεν εγκρίνω τους λόγους για τους οποίους οι άλλοι έχουν ανάγκη από στήριγμα, δεν βρίσκω την ενέργεια για πολλά-πολλά με πολλούς-πολλούς, γενικά, δεν είμαι “εύκολος άνθρωπος”.

Ο τρόπος με τον οποίο διασκεδάζω και περνάω το χρόνο μου ελλείψει ανθρώπου δίπλα μου, δεν έχει ιδιαίτερη σχέση με το χαρακτήρα μου. Είναι δύο ξεχωριστά πράγματα. Όπως έχω πει, αν δεν υπάρχει Ένας, ας υπάρχουν πολλοί. Τώρα, αν σε έχω απογοητεύσει, λυπάμαι, αλλά δεν πειράζει (και τώρα δεν είναι απλά κλείσιμο μηνύματος). Δεν πειράζει γιατί δεν μπορώ και ούτε θέλω να κάνω αλλιώς. Αυτά είμαι”.

Κι εκεί έκλεισε το μήνυμα. Ο συγκεκριμένος τύπος δεν μου απάντησε ποτέ, μου ξαναμίλησε μετά από μήνες οπότε δεν έχω ιδέα αν η απάντησή μου τον κάλυψε ή όχι. Τι να πω, έκανα ό,τι μπορούσα. Και για να μην μείνουμε σε σοβαρά, πάρε και κάτι έξτρα από Μάνα…

Άνοιξη 2012

Ένα βράδυ, μιλάω με Μάνα και καταλήγουμε σε ημι-αστεϊζόμενο διαπληκτισμό του ποια είναι πιο τρελή. Έχει προηγηθεί συζήτηση της προηγούμενης μέρας όπου εγώ παραπονιέμαι ότι τρέχω με δουλειές και δεν έχω χρόνο να πλύνω ούτε πιάτα (γενικά το σπίτι μου είναι μπουρδέλο αλλά δεν της το λέω γιατί θα πάθει κρίση και θα εφορμήσει οπλισμένη με κουβάδες και βετέξ).

Μάνα: “Θες να ‘ρθω εγώ να στα πλύνω;”

Εγώ: “Όχι, ευχαριστώ”.

Μάνα πατάει τα (ακατανόητα) κλάματα. Μεταξύ λυγμών: “Έτσι βρε, μπράβο, απομακρύνετέ με τελείως!” (=μιλάει και για την Αδερφή).

Την επομένη, επαναφέρει το θέμα συζήτησης, ρωτάει γιατί δεν θέλω να έρθει να πλύνει τα πιάτα. Απαντάω ότι αν έρθει, θα πλύνει τα πιάτα, θα καθαρίσει και θα κάνει άλλα 200 πράγματα που θα έχουν ως αποτέλεσμα την επόμενη φορά που θα μπω εγώ σπίτι μου να μην ξέρω που βρίσκομαι αλλά και πού βρίσκεται το κωλόχαρτο και ό,τι άλλο χρειάζομαι, για τους επόμενους 3 μήνες. Πρόβλημα. Ειδικά με το κωλόχαρτο. Άσε το τι θα ακούσω που θα περιλαμβάνει τα χιτάκια “σε τι σπίτι μεγάλωσες εσύ”, “πού ζεις”, “δεν ντρέπεσαι” και “βρε μέχρι και τα πιάτα σου έπλυνα”, περί τις 3.716 φορές.

Λέω ότι γενικά δεν θέλω να μπαίνει κανείς σπίτι μου ποτέ. Εκεί κάτι λέει ειρωνικό για βραδινούς επισκέπτες και αναγκάζομαι να το πάρω πίσω κακήν κακώς και να δηλώσω την εξαίρεση “εκτός κι αν είναι αναγκαίο γιατί τους χρειάζομαι πάνω στο κρεβάτι μου”. Καταλήγω -σκεπτόμενη δυνατά- στο ότι πραγματικά αναρωτιέμαι πώς κατάφερα να συγκατοικήσω με δύο ανθρώπους σ’ αυτή τη ζωή χωρίς να τους δολοφονήσω.

Μάνα: “Και μετά λες ότι εγώ είμαι τρελή”.

Εγώ: “Τις μισές φορές παραπονιέσαι που δεν σε βοηθάμε με τις δουλειές και τις άλλες μισές που δεν αφήνουμε εσένα να μας βοηθήσεις με τις δουλειές. Φυσικά είσαι τρελή!”

Μάνα:

Τουλάχιστον, εγώ, υπήρξα και φυσιολογική.

 

*Σημείωση: Η λέξη «αμαρτίες» στον τίτλο δεν έχει καμία σχέση με αυτό το ποστ, χρησιμοποιήθηκε χάριν λογοπαίγνιου. Θεωρώ μεν ότι το τι είδους άνθρωποι είναι οι γονείς μας και το πώς μας μεγαλώνουν παίζει ρόλο στο ποιοι γινόμαστε τελικά αλλά, όπως θα έχεις καταλάβει, πιστεύω ότι το τελευταίο έχει πολύ περισσότερο να κάνει με το ποιοι επιλέγουμε να γίνουμε…

Ναι, αγάπησα κι εγώ τον Tyrion από το Game of Thrones

Απάντηση στο Μπραφ 35: Η γυναίκα η σωστή

Tags

, , , , , , , , , ,

Μέσα στα Χριστούγεννα, είδα το MΠΡΑΦ: 35 – Mikeius on Aντρίλα (part 1):

Παραμονή Πρωτοχρονιάς, μια και είχα ισιωμένο μαλλί, αποφάσισα να κάνω ένα video response με τον εαυτό μου να διαβάζει κάτι βλακείες που έγραψε πάνω στο θέμα. (Σαν βίντεο είναι βαρετό αλλά δεν είχα χρόνο να φτιάξω και εικονίτσες, είχα να πάω σε ρεβεγιόν).

Επίσης, εννοείται ότι δεν πιστεύω ότι υπάρχει “η γυναίκα η σωστή” ή “ο άντρας ο σωστός” αλλά σωστοί άνθρωποι που τυχαίνει να είναι γυναίκες ή άντρες. Αλλά κρίμα να χαλάσω το καλαμπούρι με ηθικολογία.

Δες το εδώ:

 

Αυτό είναι το κείμενο:

Άγνωστε Θεατή, ελπίζω να σου μπήκε καλά. Η χρονιά. Αυτό εδώ το video απαντά στο «Ποια είναι η γυναίκα η σωστή». Μια και δεν έχω αντίστοιχη λέξη με την «αντρίλα», ή με το «λούλη», θα ορίσω τη γυναίκα τη σωστή σαν αυτή που δεν είναι βλαμμένη, δεν είναι κατίνα, δεν είναι «γυναικούλα» και δεν είναι μαλακισμένη. Και, για να μην μας πάρει ως το 2014, θα θίξω τα θέματα που έθιξε και ο Mikeius. Ξεκινάμε:

1)      Κωλόχαρτο. Τα ζητήματα που απασχολούν τη γυναίκα τη σωστή σε σχέση με το κωλόχαρτο, είναι τα εξής: η αφθονία, η προσβασιμότητα, η ευκολία στο ξετύλιγμα και η εγγύτητά του με τη λεκάνη της τουαλέτας. Βάσει των παραπάνω, συχνά, το αγαπημένο σημείο τοποθέτησης κωλόχαρτου είναι πάνω στο καζανάκι ή πάνω στην ειδική υποδοχή του κωλόχαρτου. Όχι μέσα. Πάνω. Πολύ απλά, γιατί η γυναίκα η σωστή είναι λογική. Ναι, καλά άκουσες, λογική. Γέλα μαλάκα, αλλά τρέχα εσύ με τα βρακιά κατεβασμένα και το σκατό στον κώλο μέχρι το πλυντήριο. Και λέω ότι είναι θέμα λογικής γιατί η γυναίκα, (σωστή και μη), χρησιμοποιεί κωλόχαρτο ΚΑΘΕ ΦΟΡΑ που χρησιμοποιεί την τουαλέτα, δηλαδή και τις 3.716 φορές την ημέρα που πάει για κατούρημα. Βέβαια, την αγαπημένη της θέση κωλόχαρτου μπορεί να μην την μάθεις ποτέ μια και η γυναίκα η σωστή θα φροντίσει να τοποθετήσει το κωλόχαρτο στην ειδική υποδοχή ΠΑΝΤΑ πριν έχει επισκέψεις. Γιατί; γιατί δεν θέλει να την περάσεις για γύφτο. Αλλά, όπως και η ψεύτικες βλεφαρίδες, κι αυτό είναι μια ψευδαίσθηση. (Και μπάι δε γουέη, αν ακόμα αγοράζει περιοδικά, τα tips για τέλεια αποτρίχωση είναι ιδανική παρέα στο χέσιμο).

2)      Οπότε, επόμενο θέμα: Ξύρισμα – Μουστάκι. Η γυναίκα η σωστή δεν επιτρέπει στον εαυτό της να έχει τρίχες στη φάτσα, εκτός κι αν είναι φρύδια ή βλεφαρίδες. Οτιδήποτε άλλο είναι αποδεκτό μόνο αν έχει περάσει τα εβδομήντα και ή δεν βλέπει, ή έχει Πάρκινσον ή δεν έχει γοφό ή τέλος πάντων πολύ μεγαλύτερα προβλήματα απ’ αυτό, οπότε στ’ αρχίδια της. Αν βλέπεις αυτό το βίντεο και άρα μάλλον είσαι κάτω από 30, τότε απλά, ΟΧΙ. Όχι φιλενάδα, δεν μπορείς να βάζεις μολύβι στο μάτι και λιπ γκλος, και να ‘χεις μουστάκι. Ναι, φαίνεται. Και ναι, το ξέρω ότι συμβαίνει και είναι φυσικό αλλά μην το αφήσεις να συμβεί σε σένα. Τι θα γίνει κι ο Χόντος; Κλέφτης; Κι αν δεν θες να δώσεις λεφτά ούτε στο Χόντο, το μουστάκι φεύγει και με κλωστή. Παρένθεση: Θα πρόσεξες ότι πριν λίγο είπα «στ’ αρχίδια της». Η γυναίκα η σωστή έχει αρχίδια. Κι όπως έχει πει κάποιος άλλος πριν από μένα, τα φανταστικά αρχίδια της σωστής γυναίκας είναι πολύ μεγαλύτερα απ’ τα πραγματικά αρχίδια ενός… «λούλη».

3)      Ταινίες του genre «Σιγά-μην-βγω-με-το-μαλάκα-αφού-έχει-το-Τάδε-στο-Σταρ». Αν αυτό το βίντεο ήταν προσωπικό, θα έλεγα το Alien Vs Predator το 1 και το Tangled (Disney-Pixar). Αλλά δεν είναι. Η γυναίκα η σωστή, λοιπόν, θα δει ΚΑΘΕ ΦΟΡΑ το Notebook. ΚΑΘΕ ΦΟΡΑ. Και ΚΑΘΕ ΦΟΡΑ θα κλάψει στη σκηνή με τη βροχή. ΚΑΘΕ ΦΟΡΑ. Η γυναίκα η σωστή θα δει το Περηφάνια και Προκατάληψη, θα δει το Dirty Dancing, το Love Actually, το Amelie και όπου πρωταγωνιστεί ο Ryan Gosling, o Hugh Jackman και ο Jason Statham. ΚΑΘΕ ΦΟΡΑ. Γιατί η γυναίκα η σωστή θέλει να δει την Αγάπη να θριαμβεύει. Ναι ρε φίλε, πιστεύει στην Αγάπη σαν Ιδέα. Ακόμα κι αν ξέρει ότι όλο αυτό συμβαίνει μόνο στην οθόνη, γι’ αυτό ακριβώς προτιμάει να κάτσει σπίτι και να το απολαύσει με ένα δίλιτρο παγωτό σοκολάτα. Θέλει να δει την Αγάπη να νικά τα πάντα και το Jason Statham να γαμάει και να δέρνει. Αυτό.

4)      Υδρο-μαλακία. Η γυναίκα η σωστή έχει δοκιμάσει το ντουζ. (Και ναι, η γυναίκα η σωστή δεν λέει «ντους» αλλά «ντουζ», παρόλο που έκανε φροντιστήριο γαλλικά 9 χρόνια). Κι όταν λέω «έχει δοκιμάσει», δεν εννοώ ότι έχει δοκιμάσει να πλυθεί αλλά ότι έχει δοκιμάσει να δονηθεί. Όλες έχουμε δει σε ταινίες ή έχουμε διαβάσει ότι εκεί στο ‘Murica οι γκόμενες αυνανίζονται με την πίεση του νερού οπότε, ακόμα κι αν τα υδραυλικά της πολυκατοικίας είναι πιο κατάλληλα για το μαρτύριο της σταγόνας, όλες το έχουμε δοκιμάσει, επιτυχώς ή μη. Γιατί η γυναίκα η σωστή δεν θα πει ποτέ όχι σε έναν οργασμό. Και επειδή της αρέσουν και τα 2 σε 1, δεν θα πει όχι στο wash & cum.

5)      Ομπρέλα στη Βροχή. Η γυναίκα η σωστή, φυσικά και έχει ομπρέλα που κουβαλάει στην πρωινή της τσάντα. Πιθανότατα, χρωματιστή. Πιθανότατα, με σχεδιάκια. Αλλά, το κλου είναι το εξής: Εκτός κι αν έχει πληρώσει να της φτιάξουν το μαλλί κι άρα δεν το χαραμίζει εύκολα, το βράδυ όταν βγει, ΔΕΝ θα την πάρει μαζί. Γιατί η γυναίκα η σωστή θα σου πει «κάτσε, μαλάκας είμαι, να μου πει ο άλλος ‘δεν πειράζει μωρέ που βρέχει, ας παρκάρω 3 τετράγωνα παρακάτω, αφού έχεις ομπρέλα…’» Και ναι, τώρα νομίζεις ότι είμαι μαλακισμένη. Αλλά δοκίμασε εσύ να περπατήσεις 3 τετράγωνα στα νερά με τα τακούνια και τα ημι-ανύπαρκτα φορεματάκια με τα οποία γουστάρεις να μας βλέπεις, να σε δω μαλάκα για πότε το αφήνεις το αμάξι στον παρκαδόρο. Γιατί κι εγώ αν έβγαινα με τζιν-τι-σέρτ-μπουφάν κι αθλητικό, θα πήγαινα με τα πόδια ως το Σούνιο. Αλλά, στο Μαρούσι, αρνούμαι να βραχώ (και να κρυολογήσω). Παρένθεση: Η γυναίκα η σωστή, όταν κάνει νύξη για πάρκινγκ ή όταν ο άλλος το προτείνει απ’ την καλή του την καρδιά, συνεισφέρει χρηματικά. Αλλιώς, ναι, είναι μαλακισμένη.

6)      Μουνο-Ξύρισμα. Όπως ο άντρας ο σωστός, έτσι και η γυναίκα η σωστή ξέρει πως ό,τι βρίσκεται ανάμεσα στα πόδια της είναι πολύ πιο ευαίσθητο όταν δεν υπάρχει ενδιάμεσος… Δηλαδή τρίχες. Παράλληλα, δεν έχει ούτε τα κόμπλεξ «η πορνοβιομηχανία φταίει που οι άντρες θέλουν τις γυναίκες άτριχες» ούτε «αυτοί που θέλουν τις γυναίκες άτριχες είναι κρυφο-παιδεραστές». Παρόλα αυτά, η γυναίκα η σωστή κάνει ό,τι γουστάρει ΕΚΕΙΝΗ αλλά και αυτός που ασχολείται με τη δική της ευρύτερη περιοχή. Αν θέλει να πλέκει κοτσιδάκια και να τις χτενίζει όπως έκανε με την κούκλα της τη Μπι μπι μπο, με γεια της με χαρά της. Αρκεί να μην φαίνονται απ’ το μαγιό. Το ίδιο ισχύει και για μασχάλη-πόδι όταν διαλέγει να φορέσει ρουχαλάκια που αφήνουν την αντίστοιχη περιοχή ακάλυπτη και εμφανή. Το πώς κυκλοφορείς σπίτι σου είναι δική σου υπόθεση αλλά, στο σύγχρονο δυτικό κόσμο, η τρίχα στη μασχάλη είναι αντιαισθητική. Παρένθεση: Εννοείται, η γυναίκα η σωστή ΔΕΝ είναι βρώμικη/ ταγάρι/ εναλλακτική.

7)      Άντρες Φίλοι. Η γυναίκα η σωστή έχει άντρες φίλους στις εξής περιπτώσεις: 1) Αν κάποτε κάτι είχε παιχτεί μεταξύ τους, έγινε, το δοκίμασαν, τέλειωσε, οπότε τώρα μπορούν όλοι οι συμμετέχοντες να συγκεντρωθούν και να κάνουν και καμιά δουλειά αντί να περιμένουν να πιουν 8 ουίσκια για να φασωθούν. 2) Αν δεν υπάρχει απολύτως καμία περίπτωση να γουστάρει ο ένας τον άλλον, πράγμα που έχει αποδειχτεί με κάποιον άγνωστο-στο-υπόλοιπο-σύμπαν τρόπο. 3) Αν έχει άντρες-φίλους μέσα στην παρέα της αλλά όχι κάποιον και καλά «κολλητό» γιατί είναι αδύνατον να βεβαιωθεί για το παραπάνω. Με λίγα λόγια, η γυναίκα η σωστή δεν διατηρεί ΠΟΤΕ μα ΠΟΤΕ και για κανένα λόγο μια «φιλία» με έναν άντρα που τη γουστάρει, ενώ εκείνη τον βλέπει με το ίδιο ερωτικό/ σεξουαλικό ενδιαφέρον που αισθάνεται προς τη μοκέτα. Μπορεί να της κοστίσει, αλλά η γυναίκα η σωστή θα κάνει συνειδητή προσπάθεια να ξεκόψει από οποιονδήποτε που είναι γλυκός, καλός, την ακούει και είναι πάντα εκεί, έχοντας απώτερο σκοπό να τη γαμήσει. Αυτό πολλαπλασιάζεται επί 1.000 αν πιστεύει ότι ο τύπος είναι ερωτευμένος μαζί της. Η γυναίκα η σωστή προλαμβάνει το friend zone πριν αυτό εξελιχθεί. Γιατί, η γυναίκα η σωστή, ΔΕΝ είναι μαλακισμένη… εκτός κι αν ΕΣΥ φίλε μου φερθείς σαν μαλάκας. Χρόνια Πολλά!

10 τρόποι να την ψήσεις για παρτούζα

Tags

, , , , , ,

 

Μέσα στο Χριστουγεννιάτικο Πνεύμα, κοιτάζοντας τα στατιστικά μου, είδα ότι το κυρίαρχο google search που οδήγησε στο My Happy Ending αυτές τις μέρες ήταν το “πώς να την ψήσω για παρτούζα”.

Ο όρος “παρτούζα” συναντάται πολύ συχνά στο μπλογκ μου, παρόλα αυτά όμως, ουσιαστική απάντηση στο καυτό αυτό ερώτημα δεν υπάρχει. Μέρες που ‘ναι, το είδα λίγο σαν Dear Santa letter (γράμμα προς τον Άγιο Βασίλη) και με διάθεση αλληλεγγύης προς τον συνάνθρωπο, αποφάσισα να συνεισφέρω στην προσπάθεια του φίλου αναγνώστη.

Φίλε Αναγνώστη, να λοιπόν τι θα έλεγα στη θέση σου:

1) Όσο πιο πολλοί μαζευτούμε, τόσο πιο πολύ θα ζεσταθούμε.

2) Τέτοιο σώμα που έχεις μωρό μου, αμαρτία να μην το μοιράζομαι.

3) Ο Φίλος-Βάγγος που θα ‘ρθει, είναι γυμναστής και ειδικεύεται στο μασάζ.

4) Ο Φίλος-Βάγγος που θα ‘ρθει, λέει ότι έχεις τα πιο ωραία οπίσθια που έχει δει ποτέ.

5) Η Φίλη-Κικίτσα που θα ‘ρθει, είναι λίγο γεματούλα αλλά καλό κορίτσι.

6) Μετά θα μαγειρέψω, θα καθαρίσω όλο το σπίτι και θα κατεβάσω τα σκουπίδια.

7) Μετά θα δούμε μαραθώνιο Vampire Diaries και θα σε ταΐζω σοκολατάκια.

8) Το άλλο ΣΚ θα πάμε να δούμε τη μάνα σου στην Άνω Κωλοπετεινίτσα.

9) Θα σου δώσω την πιστωτική μου και θα σε αμολήσω όλη μέρα στο Mall.

10) Μήπως ξέρεις τι μέγεθος δαχτυλίδι φοράς; απλά έτσι ρωτάω, από περιέργεια…

 

hot chocolate and orgy later

 

happy new year now when does the orgy start

 

girlfriend threesome christmas sex

 

 

Christmas Beauty: Κάλαντα & Καλλυντικά

Tags

, , , , , , , , , , ,

Πώς θα βγεις Θεά στις χριστουγεννιάτικες φωτό

Όπως θα έχεις προσέξει, κόντρα στις προβλέψεις, ΔΕΝ ήρθε το τέλος του κόσμου. Πράγμα που σημαίνει ότι από σήμερα και για τις επόμενες δύο εβδομάδες, τα Χριστούγεννα αναμένεται να εορταστούν κανονικά, δηλαδή με χριστουγεννιάτικα και πρωτοχρονιάτικα πάρτι, γεύματα με οικογένεια, δείπνα με φίλους, γαλοπούλες, σαμπάνιες, μελομακάρονα κι όλα αυτά τα ευχάριστα και εορταστικά.

Πολύ ωραία όλα αυτά. Μόνο που, σε όλα αυτά τα κοινωνικά γεγονότα, ο κόσμος έχει μια κακή συνήθεια: να τραβάει φωτογραφίες σαν αδίστακτος παπαράτσι, εκεί που δεν το περιμένεις. Να σε αναγκάζει να ρουφάς κοιλιά μετά από 5 πιάτα, να καταπίνεις τη μπουκιά σου στα γρήγορα και να χαμογελάς αδέξια και τελείως απροετοίμαστη, ελπίζοντας να μην σου έχει φύγει όλο το κραγιόν. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά δυο μέρες μετά ανεβάζει και τις εν λόγω φωτογραφίες στο facebook και, το πιο σατανικό όλων, χωρίς να σε ρωτήσει, σε κάνει και tag!

Οπότε, ενώ εσύ πίνεις ανέμελα τη ζεστή σοκολάτα σου, μασουλάς κουραμπιέ και βλέπεις τα «Χριστούγεννα του Μίκυ» στην τηλεόραση, παράλληλα γίνεται της μουρλής στο προφίλ σου από σχόλια σε φωτογραφίες όπου έχεις βγει με γκριμάτσα «με-τύφλωσε-το-φλας», τρία τριπλοσάγονα, σπανάκι ή κραγιόν στο δόντι και με μια γυαλάδα στη μούρη που θυμίζει πετρελαιοκηλίδα (τι είπα τώρα για πετρέλαιο και μου ήρθε μια νοσταλγία θαλπωρής).

Με λίγα λόγια, έφαγες ήττα (όπως λέμε βασιλοπ-ηττα). Ήρθε η ώρα λοιπόν να βάλουμε τέλος στην τυραννία των μη-ευπρόσδεκτων tag, ειδικά από γνωστές μας που θα έπρεπε να ξέρουν καλύτερα, και που ορκίζονται: «μα τι λες βρε κουτό, αφού είσαι μια χαρά!»

Περνάμε λοιπόν στην επίθεση και ξεκινάμε από την προετοιμασία…

Πρόβλημα: Στις φωτογραφίες το δέρμα μου φαίνεται πιο χάλια απ’ ό,τι είναι, με κοκκινίλες, πανάδες, ατέλειες.

Λύση: Αν είναι να πας κάπου όπου υπάρχουν σοβαρές πιθανότητες να φωτογραφηθείς, άπλωσε λίγο μέικαπ, ίσως αραιωμένο με λίγη κρέμα αν δεν χρειάζεσαι κάλυψη, σε *όλο* το πρόσωπο. Ακόμα αν έχεις δέρμα χωρίς ιδιαίτερες ατέλειες, θα δείχνει πιο υγιές και πιο ομοιόμορφο. Αν η επιδερμίδα σου είναι σχεδόν τέλεια, βάλε τουλάχιστον μια κρέμα με χρώμα ή μια BB Cream (υπάρχουν σε κάθε μάρκα, από Garnier μέχρι Dior) και λίγο κονσίλερ όπου χρειάζεται (στο χρώμα του δέρματος). Αν πάλι έχεις ανάγκη από κάλυψη, διάλεξε ένα μέικαπ πιο σταθερό και παχύρευστο όπως το Double Wear της Estée Lauder ή το Teint Idole Ultra της Lancôme ή το MAC Studio Fix Fluid και άπλωσέ το καλά, σβήνοντας τουλάχιστον ως στη μέση του λαιμού. Γενικά, να θυμάσαι ότι το μακιγιαρισμένο δέρμα «γράφει» καλύτερα στο φακό.

Πρόβλημα: Πάντα βάζω μέικαπ αλλά η φάτσα μου βγαίνει κάτασπρη και μοιάζω με τον Κάσπερ το φαντασματάκι!

Λύση: Παρόλο που καλά κάνεις και βάζεις βάση, το φλας της φωτογραφικής μηχανής έχει την κακή συνήθεια να κάνει τα συστατικά του δείκτη προστασίας SPF του φον ντε τεν να αντανακλούν στο φακό, με αποτέλεσμα το πρόσωπό σου να εμφανίζεται λευκό, ενώ ο λαιμός και το ντεκολτέ σου έχουν άλλη απόχρωση. Αυτό που μπορείς να κάνεις είναι ή να φοράς μέικαπ χωρίς SPF, ή να απλώνεις λίγο μέικαπ και στα εκτεθειμένα σημεία (λαιμός, ντεκολτέ, ώμοι, εξαρτάται από το τι φοράς), ή –και αυτό προτείνω εγώ- να περνάς σε όλα στο τέλος μια ιδέα μπρόνζερ που θα σε κάνει να δείχνεις ομοιόμορφη.

Πάντως, τα Make Up For Ever (Sephora) έχουν τη σειρά HD (High Definition) ειδικά για photo-friendly καταστάσεις, ενώ το Face & Body των MAC είναι παλιό αγαπημένο στο χώρο των επαγγελματιών make-up artists και φωτογραφίζεται άψογα.

Πρόβλημα: Όχι απλά βάζω μέικαπ αλλά βάζω και κονσίλερ για λάμψη κάτω απ’ τα μάτια, αλλά στις φωτογραφίες μοιάζω με πάντα, σε ανάποδο!

Λύση: Πράγματι, το «Αντίστροφο Πάντα», είναι πολύ συχνό φαινόμενο στις φωτογραφίες (ακόμα και σελέμπριτις) και πάλι έχει να κάνει με το φλας της κάμερας. Αλλά δεν φταίει μόνο αυτό! Η δυναστεία των άπειρων προϊόντων που ξεφύτρωσαν μετά το εικονικό Touche Éclat του Yves Saint Laurent έχει καταδυναστεύσει τις απανταχού αθώες κορασίδες που είχαν την ατυχία να έχουν μαύρους κύκλους, δίνοντάς τους την ψευδή πεποίθηση ότι αυτό είναι το σωστό προϊόν γι’ αυτές. Λάθος. Αν έχεις μαύρους κύκλους, θα τους καλύψεις είτε με μέικαπ ή αν αυτό δεν φτάνει, με κανονικό κονσίλερ που είναι σχεδιασμένο για κάλυψη και όχι για λάμψη. Αν, μετά το κονσίλερ θες λίγη έξτρα λάμψη, μπορείς να απλώσεις *ελάχιστο* από το χαριτωμένο αυτό το προϊόν. Επαναλαμβάνω, ελάχιστο. Γιατί αλλιώς καταλήγεις με άσπρους κύκλους κάτω απ’ τα μάτια, πράγμα που δείχνει τελείως μα τελείως κουλό και ανήκει στο ζωολογικό κήπο.

Πρόβλημα: Ενώ στην πραγματικότητα δεν έχω λιπαρό δέρμα και σπάνια γυαλίζω, στις φωτογραφίες βγαίνω σαν να έκανα μακροβούτι μέσα στη σαλάτα.

Λύση: Δεν νοείται ότι θα κάνεις όλα τα προηγούμενα βήματα και δεν θα απλώσεις μετά πούδρα, έστω και μόνο στο κέντρο του προσώπου, δηλαδή μέτωπο-μύτη-πιγούνι. Ούτε να το σκέφτεσαι! Προτείνω να χρησιμοποιείς διάφανη πούδρα σε σκόνη αλλά αν δεν την συμπαθείς, τα MAC έχουν την εκπληκτική Blot Powder σε κόμπακτ που μπορείς να την πάρεις και μαζί σου και να κάνεις ρετούς όποτε θες. Αν παρόλα αυτά έχεις γενικά πολύ λιπαρό δέρμα και θες να είσαι σίγουρη ότι δεν θα καθρεφτίζεται ο κόσμος στο μάγουλό σου κατά τις 3 το πρωί, έχω ένα μοναδικό tip για σένα. Πήγαινε στο φαρμακείο και πάρε Γάλα Μαγνησίας (ναι, το απλό). Αφού βάλεις τις κρέμες σου αλλά πριν απλώσεις μέικαπ, ανακίνησε λίγο το μπουκάλι με το Γάλα Μαγνησίας, βάλε λίγο σε ένα βαμβάκι και άπλωσε απαλά με ταμποναριστές κινήσεις, χωρίς να τρίβεις. Μόλις στεγνώσει, συνέχισε με το μακιγιάζ. Δεν θα γυαλίζεις απόψε, εγγυημένα.

Πρόβλημα: Τα έχω κάνει όλα και το πρόσωπό μου φαίνεται άτονο / τα χαρακτηριστικά μου «χάνονται».

Λύση: Αν ακολούθησες τα προηγούμενα βήματα, η επιδερμίδα σου οφείλει να είναι χολιγουντιανών προδιαγραφών. Παρόλα αυτά, όταν έχουμε απλώσει τη βάση μας σωστά, συμβαίνει οι φυσικές σκιάσεις του προσώπου να «σβήνονται», γι’ αυτό χρειάζεται να τις επανατοποθετήσουμε. Ο τρόπος να το πετύχουμε είναι ο εξής.

Βήμα 1ο: Με σκιάσεις-κοψίματα (contouring) στα βαθουλώματα των παρειών, στα πλάγια της μύτης και κάτω από τη γραμμή του πιγουνιού. O πιο απλός τρόπος είναι με ένα ματ μπρόνζερ ή μια λίγο πιο σκούρα από την επιδερμίδα μας πούδρα, σε κόμπακτ. Ιδανικό προϊόν είναι το Benefit Hoola (Sephora) που δεν «πορτοκαλίζει» καθόλου.

Βήμα 2ο: Με φως, δηλαδή λάμψη (highlighting), εφαρμόζοντας μια πιο ανοιχτόχρωμη από την επιδερμίδα μας και πιθανώς ελαφρώς ιριδίζουσα πούδρα στα σημεία ακριβώς κάτω από το φρύδι, ακριβώς πάνω από το ρουζ, δηλαδή στην κορυφή των ζυγωματικών, κατά μήκος στο κέντρο της μύτης και αν θέλουμε ακριβώς πάνω απ’ τα χείλη. Είτε κάνουμε τα παιχνιδάκια με τις σκιάσεις και το φως είτε όχι, πάντα αλλά ΠΑΝΤΑ φοράμε ρουζ, ακόμα κι αν αυτό είναι σε ανεπαίσθητο ανοιχτό καραμελέ, αλλιώς θα είμαστε σαν ζόμπι και η Άγια Νύχτα θα μετονομαστεί σε Νύχτα των Ζωντανών Νεκρών.

Σημαντικό: Προσοχή με τα προϊόντα που περιέχουν glitter. Ναι, δίνουν μια εορταστική πινελιά και ναι ο φακός τα λατρεύει, αλλά επίσης τα κάνει να γυαλίζουν στο δεκαπλάσιο, άρα περιόρισέ τα μόνο π.χ. στο κέντρο του κινητού βλεφάρου και ΟΧΙ στα μάγουλα!

Πρόβλημα: Τι να κάνω με το υπόλοιπο μακιγιάζ μου;

Λύση: Για τα μάτια και τα χείλη, λυπάμαι που θα σε απογοητεύσω αλλά θα σου πω να ανατρέξεις σε άλλα άρθρα, γιατί αλλιώς το συγκεκριμένο θα μας πάρει μια αιωνιότητα. Μερικά γρήγορα tips γιατί σε συμπαθώ: Οι έντονα χρωματιστές σκιές, αν δεν είναι επαγγελματικά βαλμένες, έχουν τον κίνδυνο να φαίνονται ελαφρώς αστείες στις φωτογραφίες. Ρίσκαρέ το δοκιμάζοντάς τις μόνο αν έχεις εξασκηθεί και είσαι σίγουρη ότι το ‘χεις. Αν δεν είσαι, τότε τα σκούρα σοκολατί με μια ιδέα χρυσού αν το συνολάκι που φοράς είναι σε θερμά χρώματα και τα σκούρα γκρι με μια ιδέα ασημί αν είσαι ντυμένη στα ψυχρά, είναι σίγουρες και δοκιμασμένες επιλογές. Αν πάλι φόρεσες μαύρα και θες να βάλεις κόκκινο κραγιόν, μια σαμπανί σκιά με έντονο eye liner είναι ο κλασικός all-time-chic συνδυασμός. Σε κάθε περίπτωση, γύρισε τις βλεφαρίδες σου με το ειδικό ψαλίδι και βάλε μπόλικη μάσκαρα (ή ακόμα καλύτερα, φόρεσε ψεύτικες).

Πρόβλημα: Ωραία, φεύγω απ’ το σπίτι μου μια κούκλα. Αλλά για πόσο;

Λύση: Για να βεβαιωθείς ότι θα παραμείνεις έτοιμη για zoom-in καθ’ όλη τη διάρκεια της βραδιάς, ακολούθησε τα παρακάτω tips:

1)     Προτείνω να ΜΗΝ πιεις κόκκινο κρασί. Θα κάνει τα χείλη σου και ίσως τα δόντια σου να «βάψουν» και αν χαμογελάσεις σε φωτογραφία, θα φανεί.

2)     Μόλις φας, πήγαινε τσέκαρε στο μπάνιο αν έχεις σπανάκι (ή αγριογούρουνο) στο δόντι. Όχι μόνο για χάρη του φωτογράφου αλλά και για χάρη του πλησίον σου.

3)     Αν έχεις τη συνήθεια να δαγκώνεις τα χείλη σου και να σου μένει κραγιόν στα δόντια, έχε το στο νου σου και πέρνα τη γλώσσα σου από πάνω τους συχνά. Αν πας στο μπάνιο να ανανεώσεις το κραγιόν ή το lip gloss σου, τσέκαρέ το κι αυτό.

4)     Αν δεν έχεις φέρει μαζί σου πούδρα ή έχεις ήδη προσθέσει δυο στρώσεις και πλέον δείχνει σαν τσιμέντο, ένας καλός τρόπος να φρεσκάρεις το δέρμα σου είναι να βρέξεις λίγο χαρτί κουζίνας και να το ταμπονάρεις ελαφρά (πολύ απαλά) στο πρόσωπό σου για απορροφήσει τη γυαλάδα και να ανανεώσει το μακιγιάζ χωρίς να το «ενοχλήσει». Σοβαρά.

Πρόβλημα: Θα τον σκοτώσω το φωτογράφο, ΑΥΤΟΣ ΦΤΑΙΕΙ!

Λύση: Ο φόνος δεν είναι λύση. Ψυχραιμία. Τη στιγμή που πάει λοιπόν κάποιος σατανικός τύπος να σε βγάλει φωτογραφία, αναφώνησε «αχ! μια στιγμή» και αμέσως κάνε -και καλά «αυθόρμητα»- τα εξής:

1)     Γύρνα ελαφρά προς τα δεξιά. Για τον περισσότερο κόσμο υποτίθεται ότι το αριστερό προφίλ είναι το καλύτερο (εγώ το έχω τσεκάρει για μένα, ισχύει).

2)     Γύρνα ελαφρά προς τα δεξιά. Όχι, δεν είναι λανθασμένη επανάληψη. Το λέω γιατί αν βγεις στη φωτογραφία ¾ και όχι ανφάς φάτσα-κάρτα, θα φαίνεσαι πιο λεπτή και πιο χαριτωμένη. Αν βάλεις μάλιστα και το ένα πόδι μπροστά από το άλλο, θα είσαι φτυστή η Αντριάνα Λίμα.

3)     Γείρε λίγο το κεφάλι σου προς τα μπροστά και/ή προς το πλάι. Εδώ μιλάμε για μια ανεπαίσθητη χαριτωμενιά που σαν σκοπό έχει να εξαλείψει το διπλοσάγονο που εμφανίζεται ακόμα κι αν έχεις να φας μελομακάρονο τα τελευταία 5 χρόνια. Αν κάνεις το λάθος και γείρεις το κεφάλι σου προς τα πίσω ή απλά στέκεσαι ίσια, τις δίπλες δεν τις αποφεύγεις (δεν λέω για το γλυκό). Αν όμως προτείνεις ελαφρά το πιγούνι σου προς τα μπροστά και/ ή το πλάι, τεντώνει το δερματάκι σου τσίτα και έχεις γωνίες σούπερ-μόντελ.

4)     Όσο κι αν γέρνεις πλέον τόσο που χρειάζεσαι στήριγμα για να μην τσακιστείς πάνω στα δεκάποντα (εδώ, ένα νταβραντισμένο αγόρι δίπλα σου στη φωτό είναι ό,τι πρέπει), διατήρησε το βλέμμα σου ζωηρό και σπινθηροβόλο. Είτε κοιτάς την κάμερα είτε το διπλανό αγόρι που λέγαμε, λίγο παιχνίδισμα, λίγος αυθεντικός ενθουσιασμός, ένα αυθόρμητο και αληθινό χαμόγελο, θα κάνουν τη φωτογραφία άξια να τη βάλεις φωτογραφία προφίλ.

Ακόμα καλύτερα, αν βγεις σκασμένη στα γέλια. Γιατί, μεταξύ μας, δεν έγινε και τίποτα αν δεν βγεις Θεά. Σιγά τα κάστανα. Αρκεί αυτή τη βραδιά να έχεις περάσει καλά. Σκέψου ότι είναι γιορτές, είσαι κάπου και διασκεδάζεις με τους φίλους σου, έχεις λόγους να γελάς, έχεις την πολυτέλεια να νιώθεις Χριστούγεννα παρά τις αντιξοότητες που ζούμε σ’ αυτή τη χώρα (όπου τίποτα πλέον δεν είναι δεδομένο), οπότε χαμογέλα και απόλαυσε αυτές τις πολύτιμες στιγμές. Πίστεψέ με, θα φανεί και στις φωτογραφίες. Κι αν όλα παν στραβά και δεν γείρεις το κεφάλι σωστά… ε, δεν ήρθε και το τέλος του κόσμου!

love camera photo beauty

 

Το κέρατό μου το ταρανδένιο

Tags

, , , , ,

 

Συνέβη πριν 3 χρόνια, αλλά είναι των ημερών. Τέτοιες μέρες λοιπόν, το 2009, Εγώ, Μάνα και Αδερφή βρισκόμαστε στο Ιασώ, σε επίσκεψη σε οικογενειακές φίλες-νέες μαμάδες. Τους πάμε δώρο κάτι χαριτωμένα χριστουγεννιάτικα ζιπουνάκια ταράνδους.

Η Μάνα, με παράπονο, λέει στις κόρες: “δεν θα θέλατε κι εσείς ένα μωράκι να το ντύσετε ταρανδάκι;”

Εγώ, γυρνάω και λέω στην Αδερφή:

Άμα θες, ντύνομαι εγώ.

 

 

 

 

 

Μπάι δε γουέη, η Αδερφή είναι οδοντίατρος…

 

Ζήτα μου ό,τι θες

Tags

, , , , , , , , , , , ,

Αυτό το κομμάτι είναι από το 2010 αλλά είναι τρομερά επίκαιρο και ταιριάζει τρομερά στη στιγμή.

Μια και φαίνεται ότι μπήκε χειμώνας και είμαι εδώ στο παγωμένο μου σπίτι (προφανώς είναι νωρίς για πετρέλαιο), κουκουλωμένη με fleece κουβέρτες, με τσάι -αλλά χωρίς συμπάθεια- και το μέλλον να διαφαίνεται ψυχρό, σκοτεινό και νεφελώδες, λέω να ανοίξω μια συζήτηση. (Μια και δεν έχω θέρμανση, πιτσίνια και ταινία Disney, που θα έκαναν τη ζωή μου πολύ καλύτερη αυτή τη στιγμή). Ένιγουέι, υπάρχει ένα θέμα που με έχει προβληματίσει. Τα τελευταία δύο-τρία χρόνια περίπου, άπειρος κόσμος που με γνωρίζει -μια και έχω φτάσει σε μια κάποια ηλικία, και ζω ακόμα έτσι όπως ζω- με ρωτάει μα, τελικά, τι θέλω. Όχι αν θέλω ροζ γόβες ή παγκόσμια ειρήνη αλλά τι θέλω από το άλλο φύλο. Τι ψάχνω. Και, μάλιστα, προς μεγάλη μου έκπληξη, εκπλήσσονται οι ίδιοι όταν λέω ότι θέλω έναν άνθρωπο δίπλα μου. Για να το ξεκαθαρίσω, εκπλήσσονται όταν λέω ότι θέλω ΕΝΑΝ άνθρωπο δίπλα μου.

Μα καλά, πλάκα κάνετε; Δεν είναι προφανές; Σοβαρά τώρα; Θα εξηγήσω λοιπόν πολύ σύντομα το τι αντιμετωπίζω. Πιθανότατα όχι μόνο εγώ. Υπάρχουν δύο κατηγορίες αντρών που απευθύνονται σ’ εμένα. Η πρώτη, στην ηλικία 20-27, μου μιλάνε για σεξ. Για συγκεκριμένα πράγματα. Που θέλουν να κάνουμε παρέα. Που έχουν το αντίθετο αποτέλεσμα απ’ αυτό για το οποίο προορίζονταν. Που κάνουν κάθε διάθεση που μπορεί να είχα να εξαφανίζεται, αφήνοντας πίσω της μια ελαφριά απέχθεια. Και, κάθε φορά, αναγκάζομαι να έχω μια προσωπική αυτοθεραπευτική συνεδρία με τον εαυτό μου, όπου μου κάνω πατ-πατ στην πλάτη και με πείθω ότι σώπα, σώπα, δεν είναι τόσο τραγικός ο κόσμος, παιδιά είναι κι αυτά, νομίζουν ότι επειδή είσαι μεγαλύτερη για κάποιο λόγο…

…ξυπνάς, κοιμάσαι κι ονειρεύεσαι ιπτάμενα καυλιά.

(Παρόλο που ναι, κυρίες και κύριοι, συνέβη ΚΑΙ αυτό, εδώ).

Μα -σου λέει- για ποιον άλλο λόγο κοιτάς τα 20χρονα; Έλα μου ντε. Μήπως -λέω μήπως- γιατί είναι πιο χαριτωμένα, γιατί χορεύουν ωραία κι έχουν πλάκα; Μήπως γιατί μου αρέσει που με κάνουν να χαχανίζω (=giggling = αγαπημένη λέξη) σαν ηλίθιο; Μήπως γιατί αυτά είναι που βρίσκονται εκεί έξω κι όχι οι 30-και-κάτι που έχουν πάει για ύπνο από νωρίς ή είναι σπίτι με τη Σχέση τους -γιατί βγαίνει όλη η πλέμπα Σάββατο βράδυ- και προτιμούν να κάτσουν στον καναπέ με delivery και ταινία; Μήπως γιατί επίσης δεν πιστεύω ότι ο άνθρωπος “ωριμάζει” αργότερα; Αλλά ότι το μόνο που γίνεται -αν όχι χειρότερος- είναι απλά μια πιο αποκρυσταλλωμένη (άντε, και εξελιγμένη) έκδοση του εαυτού του; Αλλά πότε δηλαδή έγινε ξαφνικά καλό το “αποκρυσταλλωμένο”; Καλό είναι, όταν ήταν καλό απ’ την αρχή. Αλλιώς, πόσους γνωρίζουμε που έχουν πανηλίθιες, στενόμυαλες, παράλογες απόψεις και δεν είναι καν διατεθειμένοι/ ικανοί να τις αλλάξουν; Είναι καλό τώρα αυτό; Επίσης, δεν ακούς και την τόοοση μαλακία “δεν θέλω σχέση” που ακούς απ’ τη δεύτερη κατηγορία. Γιατί δεν υπάρχει και λόγος. Δεν τίθεται θέμα. Καμία υπόσχεση, καμία προσδοκία. Και η προσδοκία είναι η πηγή της δυστυχίας.

Η δεύτερη κατηγορία λοιπόν, (πολύ πιο περιορισμένη), είναι των 27 και άνω. Με το ύφος το κουρασμένο, το βαρύ, το “τα ‘χω δει όλα, τα ‘χω κάνει όλα, τίποτα δεν με εκπλήσσει πια, πού να τρέχεις, δε βαριέσαι… κ.λπ.” Βαρύ κι ασήκωτο. Στην κυριολεξία. Δεν ξεκουνιούνται. Δεν ενθουσιάζονται. Δεν λένε τη μαλακία για τη μαλακία. Δεν βλέπεις τη λάμψη στο βλέμμα. Είχαν μια σοβαρή σχέση, δύο σοβαρές σχέσεις, άντε και τρεις, δεν έχουν ξεπεράσει καμία ή δεν έχουν ξεπεράσει τη μία, ή τέλος πάντων δεν δείχνουν έτοιμοι να τα κάνουν όλα απ’ την αρχή όπως τα έκαναν Τότε. Δεν είναι tabula rasa.

Τις περισσότερες φορές αυτό σημαίνει ότι έχουν “baggage”, δηλαδή ότι έρχονται με “συναισθηματικές αποσκευές” που κουβαλάνε στην πλάτη. (Άσχετα με το πού θα πάει μεταξύ σας η βαλίτσα). Εγώ, μπορεί όταν πηγαίνω διακοπές να μην έχω ιδέα τι είναι το “ταξιδεύω ελαφρά” και να νιώθω μια ανασφάλεια χωρίς τις 216 χρυσές σκιές μου και τα 37 μπικίνι, αλλά, στις σχέσεις, δεν χρειάζεται να κάνω ούτε τσεκ-ιν. Κατευθείαν στο Gate μου κι άντε γεια.

don't bring emotional baggage relationship short trip

Νομίζω πως οι “αποσκευές”, οι οποίες από τη θετική τους πλευρά είναι το “έπαθα κι έμαθα” είναι βασικός λόγος που, πολλοί συνομήλικοι, παρόλο που ισχυρίζονται (και πιστεύουν) το αντίθετο, αποφεύγουν ό,τι δεν μπορούν να ταξινομήσουν και να διαχειριστούν εύκολα. Αποφεύγουν ό,τι απαιτεί (συναισθηματική) επένδυση. Επειδή έπαθαν κι έμαθαν. Και μπορεί και να είναι έτοιμοι για την επόμενη (γκόμενα), αλλά δεν πρόκειται να αφιερώσουν την ενέργεια που αφιέρωσαν Τότε. Δεν θα πέσουν και με τα μούτρα, πού χρόνος, πού όρεξη για τέτοια, έχουμε μεγαλώσει, τι να κάνεις… δουλειά μωρέ… Ναι, αυτοί μου μιλάνε για δουλειά*. Για αποδοχές. Για προοπτικές.

Δεν. Με. Ενδιαφέρει. Η. Δουλειά*. Όταν πρωτογνωρίζω κάποιον, δεν με ενδιαφέρει ούτε η δουλειά, ούτε η ελληνική πραγματικότητα, ούτε το σάπιο σύστημα, ούτε οτιδήποτε “σοβαρό”. Πες μου μαλακίες. Αστείες μαλακίες. Να γελάσουμε. Ό,τι να ‘ναι. Κορόιδεψέ με στην ανάγκη. Για την εμφάνισή μου, στην ανάγκη. Εσύ ποιος/τι είσαι πραγματικά; ΟΚ, ας πούμε ότι είσαι 35, αλλά… τι θέλεις να γίνεις όταν μεγαλώσεις; Σου αρέσει η πίτσα για πρωινό; Ποια ικανότητα σούπερ-ήρωα θα ήθελες να είχες; Άρχοντας των Δαχτυλιδιών ή Χάρι Πότερ; Πες μου να κοιτάξω εκεί. Κλέψε μου μια πατάτα τηγανιτή. Πάρ’ τες όλες, δεν τρώω. Δώσε μου τη ντομάτα σου. Κοίτα με. Σου χαμογελάω. Σαν να είμαστε 15. Το ξέρεις; μ’ αρέσεις. Και πίστεψέ με.

Φίλος 35+ σχολιάζει λέγοντας ότι ίσως πρέπει να αλλάξω τα κριτήρια ηλικίας και εμφάνισης. Απαντώ: “Μα δεν επιλέγω εγώ, εκείνοι επιλέγουν. (Αυτή είναι ίσως η μεγαλύτερη κατάρα τού να είσαι κορίτσι, κάθεσαι και περιμένεις σαν τον μαλάκα να σε διαλέξουν). Και, εννοείται ότι ΑΛΛΑ είναι τα κριτήριά μου. Η ηλικία και η εμφάνιση μού είναι αδιάφορα, αν υπάρχουν τα άλλα. Αυτό που μάλλον μπερδεύει (αναφέρομαι στην εικόνα μου προς τα έξω) είναι ότι, όπως μπορούν συνήθως τα αγοράκια, μπορώ κι εγώ να διαχωρίσω το παιχνίδι από το Ωραίο, το Μεγάλο, το Αληθινό. Αλλά οι Ολυμπιακοί είναι κάθε 4 χρόνια.

Εν τω μεταξύ, να μην παίξουμε καθόλου;”

*(Σημειώνω ότι όλα αυτά ήταν προ κρίσης. Τώρα, ποια δουλειά; όποιος έχει δουλειά δεν το λέει παραέξω για να μην τον πιάσει το κακό μάτι).

Ε, ΟΚ, υπάρχει κι αυτό...

Αυτό είναι για το “η ελπίδα πεθαίνει πάντα τελευταία”…

 

Diablo, μέρος 3ο: Ύπαγε οπίσω μου Σατανά

Tags

, , , , , , , , ,

Στα 2 προηγούμενα ποστς, έλεγα για το Διαβολικό Δίδυμο. Θα πω κι εδώ πως ό,τι βλέπεις μέσα σε αγκύλες, δηλαδή έτσι: [Μπλα μπλα μπλα], είναι οι δικές μου σκέψεις πάνω στις φεϊσμπουκικές μας συζητήσεις.

Κάποια στιγμή, λοιπόν, όπου με ρωτάει γιατί μπλοκάρω μαζί του, αναφέρεται και η αμηχανία μας στο σεξ.

Εγώ: «με μπλοκάρει η ΟΛΗ μας συνύπαρξη. Δεν μιλάω μόνο για το σεξ αλλά αναγκαστικά συμβαίνει ΚΑΙ στο σεξ. Πάρα πολύ λίγες στιγμές είμαι άνετα μαζί σου…»

Εγώ (συνεχίζω): «…νομίζω ότι το έχουμε συζητήσει αρκετές φορές, δεν βγαίνει τελείως νόημα. Είναι κρίμα, γιατί θεωρητικά θα μπορούσαμε να περνάμε εκπληκτικά, αλλά είμαστε κάθε φορά στο “ΟΚ αλλά κάτι λείπει/φταίει”. Είναι αυτό το ευγενικό αλλά ψυχρό και απόμακρο, το πνευματώδες αλλά απρόσωπο, το ότι δεν γελάμε μαζί αλλά απλά ανταλλάσσουμε εξυπνάδες κατά 90%. Λογικό δεν σου φαίνεται;»

Διαβολικός Δίδυμος: «ναι ΟΚ… σε αρκετά κάπως έτσι είναι. το θέμα είναι πως δεν καταλαβαίνω ΓΙΑΤΙ είμαστε έτσι. δεν νιώθω ανταγωνιστικά μαζί σου. Ούτε προσπαθώ να σου δείξω “τι έξυπνος είμαι”».

Εγώ: «ούτε εγώ νιώθω έτσι… αλλά αν βγάλω το σεξ απ’ τη μέση, αυτό που με κάνεις να νιώθω γενικά είναι ότι με αντιπαθείς και δεν θες να μου δώσεις ούτε μισό εκατοστό οικειότητας.» [Το “νιώθω ότι παρόλο που με γουστάρεις, με αντιπαθείς” το έχουμε πει ο ένας στον άλλον ξανά, και όντως αυτή είναι συχνά η αίσθηση].

Διαβολικός Δίδυμος: «αυτό είναι δικό σου θέμα. Γιατί δεν “σε αντιπαθώ”»

Εγώ: «είναι και δικό σου, εφόσον με κάνεις να αισθάνομαι έτσι. Δεν μου συμβαίνει με άλλους ανθρώπους. Αν είσαι αυτά που περιέγραψα λίγο παραπάνω, δεν είναι και παράλογο».

Διαβολικός Δίδυμος: «Αυτά; “απρόσωπο, πνευματώδη κλπ;”»

Εγώ: «Ναι. Όλα τα αντίθετα του “γλυκός”»

Διαβολικός Δίδυμος: «μάλιστα. Γενικώς ακούω αρκετά… πρωτότυπα από εσένα -όχι πως [οι άλλοι] με περιγράφουν πάντα, σαν… γλυκούλι ή με παρόμοια επίθετα. Αλλά εσύ τους δίνεις μια χροιά… σχεδόν κρύα όταν με περιγράφεις. Σαν να με αντιπαθείς.»

Εγώ: «touché» [=ωραίο το αστειάκι σου, το εκτίμησα].

Αλλά, φίλε μου, ΔΕΝ μένω εκεί. Με την ατρόμητη, θαρραλέα και εκτυφλωτικά αστραφτερή ειλικρίνεια που τα τελευταία χρόνια με διακατέχει, συνεχίζω ακάθεκτη…

Εγώ: «Κοίτα, παρόλο που το όλο πράγμα είναι άξιο προβληματισμού [η αμηχανία και η “δυσκολία”, παρόλο που υπάρχει χημεία]  …μπορώ να πω ότι αυτή η κατάσταση [του εκνευρισμού και της μη-εκπλήρωσης των συναισθηματικών αναγκών] …με εξυπηρετεί. Αν δεν υπήρχε και αν περνούσαμε πολύ ωραία και γελούσαμε και με έκανες να χαχανίζω [=το νόημα της ζωής] …και μετά δεν μου μιλούσες για 3 εβδομάδες [την τελευταία φορά που τον είχα δει ήταν ακριβώς 3 εβδομάδες πριν απ’ αυτή τη συζήτηση και μάλιστα είχαμε περάσει και ωραία] …θα με κατέστρεφε.»

Διαβολικός Δίδυμος απαντά:

Μάλιστα

Αυτό μόνο, τέλος. Όχι απλά τέλος πρότασης, αλλά τέλος συζήτησης και τέλος επικοινωνίας, γενικά. Του στέλνω μια εβδομάδα μετά κάτι ακίνδυνο για να καταλάβει ότι δεν υφίσταται θέμα, αλλά κι αυτό πάει άπατο (ή είχε γκόμενα σπίτι). Επικοινωνία μηδέν, για πάνω από μήνα. Αν δεν είχα συναίσθηση του τι είχα και τι έχασα, δηλαδή τίποτα + τίποτα, αυτό το «μάλιστα» θα είχε πονέσει. Στο παρελθόν, έχοντας ακούσει αντίστοιχα «μάλιστα», έχω ρίξει μαύρο δάκρυ απόρριψης, η αυτοπεποίθησή μου έχει συντριπτεί, η πτωχή μου καρδιά έχει υποστεί βαθιά τραύματα και το πτωχό μου το ψυγείο έχει υποστεί βαριά πλήγματα. Γιατί, βέβαια, το Άπιαστο πάντα ασκούσε μοιραία έλξη στις αθώες, ρομαντικές κορασίδες -πιθανότατα και στους αθώους ρομαντικούς κορασίδους, αλλά δεν το κόβω.

Απλά Μαθήματα Γυναικείας Αυτοάμυνας. Δεν θα προλάβει να πει ούτε “μάλιστα”.

Όχι ότι σταμάτησα ποτέ να είμαι αθώα ή ρομαντική. Όχι βέβαια. Η ελπίδα θα επιζήσει και μετά την κατσαρίδα, νομίζω ότι στο ‘χω πει. Αλλά, μια και έλεγα και πιο πριν ότι αυτή η ιστορία είναι γραμμένη ΓΙΑ ΣΕΝΑ, θα μοιραστώ μαζί σου αυτό που εγώ, εδώ και κάποιο καιρό, έχω αποφασίσει να κάνω ψυχρά, υπολογιστικά και αδίστακτα: Να πνίξω 2 ιδέες με τα ίδια μου τα χέρια:

1)    Την αυταπάτη: Κατά το «μην είσαι μαλάκας, δεν το θες αυτό γιατί είναι προφανές ότι δεν είναι Αυτό. Ό,τι και να δημιούργησες στο μυαλό σου, όσο κι αν έψαξες να βρεις κοινά και συνδέσεις, όσο κι αν λες «μα θα ήμουν τέλεια γι’ αυτόν», είσαι ΜΟΝΗ σου. Σταμάτα να χτίζεις κάστρα στην *κινούμενη* άμμο. Δεν υπάρχει τίποτα εκεί. Μόνο μισά λόγια και ακόμα πιο μισές πράξεις. Όσο και να θες να κάνεις τον εαυτό σου να πιστέψει ότι αυτό –που νομίζεις ότι ζεις- είναι Αυτό, μπάζει από παντού. Δεν το βλέπεις; Μπάζο, ε Μπάζο;»

2)    Το συμβιβασμό: Κατά το «μην είσαι μαλάκας, το ξέρεις πως αν δεν έχεις Αυτό, καλύτερα να μην έχεις τίποτα. Όπως λέει και Κάποιος Που Δεν Θυμάμαι: “Η μεγαλύτερη μοναξιά είναι να νιώθεις μόνος ενώ έχεις κάποιον δίπλα σου”. Αν δεν είναι Αυτό κι εσύ επιμείνεις και κάτσεις εκεί ντε και καλά, θα είσαι δυστυχισμένη. Έχεις υπάρξει εκεί, δεν θυμάσαι; Πόσες φορές θες να μάθεις απ’ τα λάθη σου για να το εμπεδώσεις; Σκέψου τα βράδια που έκλαιγες σιωπηλά δίπλα του στο κρεβάτι, να μην σ’ ακούσει, γιατί κάτι έλειπε. Σκέψου, απ’ την άλλη, τι ωραία που είναι να ζεις στο ροζ σπίτι σου, να βλέπεις Mtv, να μαγειρεύεις στις 3 το πρωί, να κοιμάσαι με την ανατολή και κανένας να μην ροχαλίζει… Γιατί να θες να το αλλάξεις αυτό με τίποτα άλλο εκτός απ’ Αυτό;

Από προσωπική εμπειρία και βαθιά επίγνωση της βλακείας μου, εγώ στη ζωή μου έχω αποδείξει ότι είμαι πολύ επιρρεπής στην εξιδανίκευση και συνεπώς στην αυταπάτη. Ναι, παρόλο που ακριβώς από πάνω ανέφερα το συμβιβασμό, στη δική μου ζωή (ως τώρα), δεν κρατάει για πολύ. Μόλις το συνειδητοποιήσω ότι αυτό που ζω είναι συμβιβασμός, την κάνω με συνοπτικές διαδικασίες (παρόλο που μέχρι να το συνειδητοποιήσω, μπορώ να ζω στην αυταπάτη για χρόνια). O καθένας μας, βέβαια, είναι διαφορετικός. Εσύ ξέρεις ποιο είναι το δικό σου αδύνατο σημείο. (Και, τουλάχιστον, ας έχεις συναίσθηση του τι κάνεις και γιατί).

Εγώ, λοιπόν, έχοντας πλήρη συναίσθηση της δήλωσης που έκανα στο Διαβολικό Δίδυμο σε συνδυασμό με τις δικές του γενικότερες δηλώσεις (που μόνο συμφωνητικό ότι «για οιαδήποτε συναισθηματική εμπλοκή δεν φέρει καμία ευθύνη» δεν με έβαλε να υπογράψω), δεν μπορώ να σου περιγράψω πόσο γέλιο μου πρόσφερε αυτό το «μάλιστα». Άρχισα μάλιστα να το χρησιμοποιώ σαν απάντηση σε κάθε πιθανή ιδέα που μου ακούγεται φρικαλέα. Θέλει και το ανάλογο ύφος, πρώτα σαν να προηγείται ένα μικρό «χμμμ…» αλλά μετά με μια ψυχρότητα οριστική και αμετάκλητη. Παραθέτω προσωπικά παραδείγματα χρήσης, αλλά δοκίμασέ το κι εσύ με προτάσεις που σου ακούγονται εξίσου ανατριχιαστικά τρομακτικές και φρικαλέες:

1) Random Ανθρώπινο Πλάσμα: «Ειρήνη, κανονίζουμε να πάμε στο βουνό για κάμπινγκ στα χιόνια, και είσαι καλεσμένη!»

Εγώ: «μάλιστα»

2) Random Ανθρώπινο Πλάσμα: «Ειρήνη, οι τουαλέτες είναι δεξιά, δεν έχει σαπούνι ούτε χαρτί και το καζανάκι δεν λειτουργεί, αλλά είναι ελεύθερες!»

Εγώ: «μάλιστα»

3) Random Ανθρώπινο Πλάσμα: «Ειρήνη, απόψε έχει βραδιά ποίησης και νορβηγικού κινηματογράφου στο Τάδε κοκτεϊλάδικο -σε περιμένουμε!»

Εγώ: «μάλιστα».

Ε μα διάολε, κάποια στιγμή πρέπει να πεις κι εσύ “μάλιστα” και να σηκωθείς να φύγεις.  Άστο(ν) να πάει στο διάολο…

Diablo, μέρος 2ο: Διδυμό-τυχο μπλουζ

Tags

, , , , , , , ,

Συνέχεια από εδώ.

Έχω δηλώσει στο παρελθόν ότι το να διατηρώ σχέσεις μόνο για σεξ με συνομήλικους (χοντρικά μιλάμε τώρα, δηλαδή με αγόρια από 30 και πάνω), με τους οποίους μάλιστα μπορώ να ανταλλάξω και δυο κουβέντες, μου φαίνεται απείρως καταθλιπτικό. (Το έχω δηλώσει σε αυτό το πολύ διορατικό κείμενο, εδώ). Δεν έχει ούτε την πλάκα που έχει με τα αγόρια των 20-25 που είναι χαριτωμένα και με κάνουν να γελάω, δεν έχει ούτε κάτι πιο ουσιαστικό, ούτε επικοινωνία, ούτε μέλλον, μόνο μια θλίψη, μια ματαιότητα, ένα «τι κρίμα» και τσαλακωμένα σεντόνια. Για Διαβολικό Δίδυμο αποφασίζω να κάνω μια εξαίρεση, γιατί η προσωπικότητα και η συμπεριφορά του δεν με αφήνουν -όσο και να είμαι επιρρεπής- να τον δω κοριτσίστικα και ρομαντικά. Όχι ότι περνάει και δεν ακουμπάει, αλλά δεν με διαλύει κιόλας. Οπότε, αποφασίζω να διατηρήσω τη γνωριμία μας προς το παρόν, γιατί 1) φιλάει ωραία 2) το πάρε-δώσε περιλαμβάνει ψιλοπειραχτικές (που μ’ αρέσει) συζητήσεις στο facebook 3) τα «ραντεβού» δεν είναι σκέτο σεξ αλλά βγαίνουμε πρώτα για ποτό και συζήτηση και 4) φιλάει ωραία. Για όλους αυτούς τους λόγους, πάει στο διάολο. Το δικαιολογώ στον εαυτό μου σαν τουριστική-επιμορφωτική εμπειρία, βλέπε:

Πολιτιστική βραδιά αφιερωμένη στη σύγχρονη ποίηση – σερβίρονται κοκτέιλ και ολίγον σεξ.

Πάλι δειγματοληπτικά, να μερικές συζητήσεις μας στο facebook. Ναι, είμαι παρανοϊκή, αλλά ορκίζομαι ότι σχετίζονται με την υπόθεση. Ό,τι βλέπεις μέσα σε αγκύλες, δηλαδή έτσι: [Μπλα μπλα μπλα], είναι οι σκέψεις μου πάνω στους διαλόγους.

Εγώ: «εσύ κάνεις τον εαυτό σου να φαίνεται σοβαρός, απόμακρος, ελιτίστικος, κουλτουριάρης και ξαναλέω σοβαρός, γιατί θα μπορούσες να συνδυάζεις τα παραπάνω με ελαφρότητα και θα ήταν πιο “εύκολο”». [=το πάρε-δώσε μεταξύ μας].

Διαβολικός Δίδυμος: «Δεν νομίζω πως είμαι κανένας βαρετά σοβαρός… Εκτός αν έδωσα αυτή την αίσθηση».

Εγώ: «όχι, δεν είσαι, γιατί είσαι όμορφος. Αν δεν ήσουν, φίλε μου, γάμα τα». [Αστειάκι για να ελαφρύνω τη διάθεση γιατί μάλλον εγώ φαίνομαι βαρετή και κλαψομούνα].

Άλλη φορά, κάτι λέω ότι θέλω πρώτα ένα ποτό, έστω και σπίτι, ώστε να νιώσω άνετα, να συνηθίσω λίγο στην ιδέα και να καταφέρω να συνυπάρξω μαζί του, γιατί είναι κάπως «τρομακτικός». [Εννοώ ότι με κάνει να νιώθω τόσο άβολα που έχω σκεφτεί να παίρνω μαζί μου φλασκί με ουίσκι στην τσάντα και να κατεβάζω γουλιές κρυφά λέγοντας και καλά ότι πάω τουαλέτα. Αμέσως μετά είναι οι γαργάρες με κολώνια].

Διαβολικός Δίδυμος: «τι σε τρομάζει;»

Εγώ: «Πρόχειρα: είσαι ευγενικός, εξυπηρετικός και με καλούς τρόπους χωρίς να είσαι γλυκός. Κατανοείς και χρησιμοποιείς το χιούμορ χωρίς να γελάς.» [Πράγματι, για να τον κάνω να γελάσει πρέπει να κάνω τούμπες με στολή ρινόκερου ντυμένου Μαντόνα –μην πεις μαλακία- αλλά ΚΑΙ τάμα στον Άγιο Ραφαήλ].

1η Μαρτίου 2012. Διαβολικός Δίδυμος: «καλή Άνοιξη»

Εγώ: «άντε ν’ ανθίσουμε»

Διαβολικός Δίδυμος: «αμήν… στήμονες – σέπαλα – πέταλα… όλα… με γύρη ολόγυρα…»

Εγώ: «και νέκταρ να κυλά μέσα μας, να μαγευτούν οι μέλισσες, να ‘ρθουν να το τρυγήσουν.»

Διαβολικός Δίδυμος: «ΟΚ… καβλώστε μαζί μας – βουκολικά»

Και πάλι καλά που απάντησε με αστείο, γιατί την ώρα που έλεγα αυτές τις παπαριές ένιωθα ακριβώς έτσι:

αλλά στο ανάποδο.

Στο ανάποδο, γιατί, να σκεφτείς, εγώ ούτε καν θέλω ντε και καλά να γαμήσω. Οπότε μιλάμε για την κοριτσίστικη βερσιόν:

Τι κάνω ο μαλάκας για να μην θέλει απλά και μόνο να με γαμήσει.

Λίγο πριν το καλοκαίρι 2012, Διαβολικός Δίδυμος κάνει μια θεωρητική απόπειρα να μου δώσει να αναλάβω ένα κομμάτι κειμενογραφικής-μεταφραστικής δουλειάς που είχε, πράγμα το οποίο έμεινε μόνο στη θεωρία γιατί όταν έπρεπε να κανονιστούν οι λεπτομέρειες για να μου δώσει τη δουλειά ήταν άφαντος, άργησε υπερβολικά και τελικά το θυμήθηκε πολύ αργά. (Φίλε, άστο, κατεβαίνω Βατερά). Τον προειδοποιώ από πριν ότι άλλο είναι το πάρε-δώσε μεταξύ μας, που είναι σκέτο «το απλό», δηλαδή ραντεβου-σεξουαλικό, κι άλλο η δουλειά. Δεν γίνεται εκεί να είναι αναξιόπιστος. Με διαβεβαιώνει ενδιάμεσα ότι δεν θα είναι, αλλά, όπως είπα, στο τέλος το πράγμα ναυαγεί. Κάπου σ’ όλα αυτά μου λέει ΤΟ κουλό:

Διαβολικός Δίδυμος: «Θέλω να μου έχεις εμπιστοσύνη, γενικότερα. Και στις προθέσεις μου, και σε αυτά που σου λέω. Αβλεψίες ή λάθη που γίνονται δεν είναι ούτε αποτέλεσμα αδιαφορίας, ούτε γαϊδουριάς – και σίγουρα δεν είναι εσκεμμένα.»

Λέει και κάτι άλλα και απαντάω σε όλα, συμπεριλαμβάνοντας αυτό:

Εγώ: «το “θέλω να μου έχεις εμπιστοσύνη” είναι ωραίο αλλά κουτό, δεν το σχολιάζω καν». [Ε ναι. Το «θέλω να μου έχεις εμπιστοσύνη» το λένε κάτι κατά συρροήν δολοφόνοι για να καθησυχάσουν τα οσονούπω θύματά τους και να τα πείσουν να τους ακολουθήσουν ήσυχα στον τόπο του σφαξίματος. (Επίσης, το έλεγε και ο Άχρηστος Παλιοκαργιόλης. Αϊ ρεστ μάι κέις)].

Σε φάσεις, το πράγμα γίνεται και πιο πολύπλοκο:

Διαβολικός Δίδυμος: «Υπάρχει λόγος που δεν αφήνεσαι μαζί μου; ή εγώ το νομίζω απλώς;»

Εγώ: «Δηλαδή αυτό που βλέπω εγώ από σένα είναι το “αφημένο”? …και ενώ μερικές φορές αφήνομαι, άλλες φορές νιώθω ότι είμαι στο γυναικολόγο για τεστ ΠΑΠ». [Είναι αυτό που έλεγα ότι πού και πού μόνη μου λέω και καμιά μαλακία να περνάει η ώρα –παρόλο που κανείς δεν γελάει. Γενικότερα, η απάντηση σ’ αυτό που με ρωτάει είναι το ότι όταν γνωρίζεις ότι δεν σε παίρνει να αφεθείς, υπάρχει ένας στοιχειώδης μηχανισμός άμυνας που δεν σε αφήνει να αφεθείς].

Άλλη φορά, ατάκα-κορυφή:

Διαβολικός Δίδυμος: «άσε με να σε κακομάθω… *σε έναν βαθμό*… δεν είναι κακό»

[Προφανώς, εγώ έβαλα εκεί τα αστεράκια. Αλλά… «ΣΕ ΕΝΑΝ ΒΑΘΜΟ»; Όπα ρε φίλε, πώς αφήνεσαι τόσο, θα εκτεθείς.]

Έχει και συνέχεια. Κάτι λέω εγώ με σεξουαλικό υπονοούμενο. Αυτός απαντά:

Διαβολικός Δίδυμος: «Εκμεταλλεύτρια…για το κορμί μου με θέλεις μόνο…»

Εγώ: «Δίνεις και κάτι άλλο;»

Διαβολικός Δίδυμος: «Ζήτησες κάτι;»

Εγώ: «δεν έλαβα το memo» [εννοώ το memo (=notification) ότι μπορούσα να ζητήσω κάτι].

Διαβολικός Δίδυμος: «πώς το θέλεις;»

Εγώ: «το κορμί σου ή το memo?» [ε ναι, είμαι παλιά καραβάνα, σιγά μην κάνω το λάθος να πάω να βγάλω αυθαίρετα δικά μου συμπεράσματα].

Διαβολικός Δίδυμος: «ξεκίνα από το memo…»

Εγώ: «μια ματιά σου μόνο φτάνει…» [πάλι λέω μια παπαριά ως παλιά καραβάνα, αλλά, εννοείται ότι αυτή είναι η γνωστή μέθοδος του «ισχύει ΚΑΙ σαν πλάκα, ισχύει ΚΑΙ στα σοβαρά» -θα μπορούσε, δηλαδή, θεωρητικά].

Διαβολικός Δίδυμος: «Ναι, σε πίστεψα»

Εγώ: «αμοιβαίο» [για την ιστορία περί memo]

Διαβολικός Δίδυμος: «δεν είπα κάτι για να με πιστέψεις ή όχι…»

Εγώ: «πράγματι». [Εκεί είναι που η έκφρασή μου, από χαριεντίζουσα γίνεται σοβαρή. Πράγματι, δεν έχει πει τίποτα, απλά έχει πει διάφορες παπαριές οι οποίες θα μπορούσαν να εκληφθούν από μια απρόσεκτη ενθουσιασμένη ύπαρξη ως τεκμήρια ότι ο εν λόγω Δίδυμος όχι μόνο επιζητά κάτι παραπάνω από «το απλό» ο ίδιος, αλλά της ζητά (της Απρόσεκτης Ενθουσιασμένης Ύπαρξης) και να του το ζητήσει. Με λίγα λόγια, στη θέση μου, άλλη θα έπαιρνε τηλέφωνο μοδίστρα που έχει φήμη τεχνίτρας στο κέντημα με σατέν και σβαρόφσκι].

Διαβολικός Δίδυμος: «ανέλυσε». [Προφανώς, ο παγερός μου τόνος φωνής βγαίνει και στο γραπτό. *Τόσο* παγερός].

Εγώ: «αναφερόμουν στο “δεν ζήτησες κάτι”. Ασχέτως με το ότι το να μου το λένε είναι ένα συνηθισμένο pattern (=μοτίβο) στη ζωή μου… [ναι, για άγνωστο λόγο, άνθρωποι μου λένε να τους ζητάω πράγματα, μόνο που όποτε το έχω κάνει, έχω πάρει μόνο ένα πράγμα. Δηλαδή τρία: τ’ αρχίδια μου].

Εγώ (συνεχίζω): «…εγώ δεν θα το έλεγα ποτέ σε κανέναν, αν δεν ήθελα να δώσω». [Αυτό ήταν σημαντικό, δώσε βάση. Είναι σημαντικό να σκεφτόμαστε πρώτα πριν πούμε ό,τι μαλακία μας κατέβει, ακόμα κι αν η μαλακία ακούγεται όμορφη. Μην σου πω ότι *ειδικά* τότε είναι ακόμα πιο σημαντικό να την καταπιείς (τη μαλακία), δηλαδή όταν δεν είσαι σίγουρος ότι την εννοείς. Σεβάσου τον συνάνθρωπο και μην του δίνεις ψεύτικες/ ανυπόστατες ελπίδες].

Εγώ (συνεχίζω): «…αλλά έκανα το λάθος να κρίνω εξ ιδίων, οπότε το πήρα πίσω». [Επίσης σημαντικό είναι το να μην κρίνεις από σένα σ’ αυτή τη ζωή, για να μην κριθείς: μαλάκας].

Μιλώντας όμως για τις «ψεύτικες/ ανυπόστατες ελπίδες», σου εφιστώ την προσοχή στο εξής: Αυτή εδώ η ιστορία δεν είναι γραμμένη ούτε για Διαβολικό Δίδυμο (ο οποίος γενικά δεν έδωσε καμία απολύτως ελπίδα, το παραπάνω ήταν απλά ένα και μοναδικό παραστράτημα και συγχωρείται) ούτε για μένα (εγώ είχα απόλυτη συναίσθηση του πράγματος) αλλά ΓΙΑ ΣΕΝΑ, δηλαδή για τον πιθανό Παραλήπτη Ψεύτικης Ελπίδας. Η συμβουλή που έχω να σου δώσω είναι να εκπαιδεύσεις τον εαυτό σου να αναγνωρίζει όταν του λένε κάτι που είναι πολύ ωραίο για να είναι αληθινό. Ο άλλος το είπε εξαιτίας της στιγμής, το είπε γιατί μόλις είχατε πηδηχτεί, το είπε γιατί είχε πιει, το είπε γιατί δεν πρόσεχε, το είπε γιατί κέρδισε ο ΠΑΟΚ, πάντως ΔΕΝ το εννοούσε. Αν το είπε μόνο μια φορά, ΔΕΝ μετράει. Δεν σήμαινε τίποτα. Στα 10 αρνητικά τύπου «δεν θέλω σχέση», το 1 θετικό τύπου «εσύ είσαι διαφορετική», είναι σαν να μην υπάρχει. Μην ακούς μόνο αυτό που θέλεις. Γενικά, τα ανάμικτα μηνύματα είναι της πούτσας. Ο άνθρωπος που θέλει πραγματικά, όχι μόνο στο λέει ξανά και ξανά, αλλά και στο δείχνει. Δεν σου αφήνει ουδεμία αμφιβολία.

Ακόμα κι αν χάσει ο ΠΑΟΚ.

 

Συνέχεια εδώ

 

 

Diablo, μέρος 1ο: Ο διάβολος μέσα σου

Tags

, , , , , , , ,

 

Κάπου το χειμώνα, παράλληλα με τη γνωριμία μου με Κουτάβι, είχα αναφέρει σε Αγαπημένη Φίλη ότι θα βγω με τύπο που το ζώδιό του είναι Δίδυμος κι έχει ωροσκόπο Δίδυμο. Αγαπημένη Φίλη:

Μπα; βγαίνει ραντεβού ο Σατανάς;

Κι όμως, εγώ τυγχάνει να γνωρίζω ότι οι Υδροχόοι (όπως εγώ) ταιριάζουμε με τους Διδύμους περισσότερο από ό,τι με οποιοδήποτε άλλο ζώδιο -το αναφέρει ρητά, άλλωστε, και κάθε έγκυρο αστρολογικό περιοδικό. (Άσε που το έχω διαπιστώσει και ιδίοις όμμασι με Αστείο Αγόρι, εδώ). Γι’ αυτό, ενίοτε ζω επικίνδυνα και ρίχνω τόπο στον Ερμή (τον ανάδρομο).

Σ’ αυτήν εδώ την ιστορία, όλα ξεκίνησαν από μια πολύ-πολύ μακρινή γνωστή της Αδερφής, την οποία είχα δει μια φορά τυχαία σε κάτι μπουζούκια -και μάλιστα από μακριά. Μετά μάλλον έγινε φίλη στο facebook με Αδερφή, και κάπως έτσι, επίσης τυχαία, άρχισε να διαβάζει και το μπλογκ μου. Λίγο αργότερα, με κάνει φίλη στο facebook και ξεκινά να μου μιλά. Εγώ είμαι δεκτική κι ευγενική, παρόλο που η συζήτηση μαζί της σύντομα κατευθύνεται σε ελαφρώς τρομακτικά μονοπάτια, με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες από τη σεξουαλική της ζωή, οι οποίες –όσο κι αν σε εκπλήσσει- δεν αποτελούν πληροφορίες που θέλω να ακούω από αγνώστους. Τουλάχιστον που δεν γουστάρω. Που μάλιστα δεν μπορώ *καν* να γουστάρω, διότι τυγχάνει να είναι γυναίκες. Αποτελούν «TMI» που σημαίνει «Too Much Information», που σημαίνει «θα ήμουν πιο χαρούμενος άνθρωπος αν αυτό δεν το είχα μάθει ποτέ». Για να το ξεκαθαρίσω, αυτά που αναφέρω σ’ αυτό το μπλογκ γύρω από το σεξ είναι αυτό ακριβώς όπως το λέω:

ΓΥΡΩ από το σεξ

Τα αναφέρω ακριβώς όπως τα θέλω, ώστε (σε μένα τουλάχιστον, δεν ξέρω για σένα) να μην είναι αηδιαστικά. Αν ήταν ειπωμένα διαφορετικά, θα ήταν ένα ροζ μπλογκ (όχι μόνο κυριολεκτικά), θα ‘χε πολλές φωτογραφίες με κώλους και βυζιά και θα πλήρωνες συνδρομή για να το διαβάζεις.

Τέλος πάντων, από την πρώτη συνομιλία μας στις 23 Δεκεμβρίου του 2011, Μακρινή Γνωστή Αδερφής λέει: «Γιατί δεν κάνεις φίλο και τον φίλο μου τον Τάδε που είναι δημοσιογράφος και είναι και cute;» (=χαριτωμένος). Παραθέτει και λινκ στο προφίλ του εν λόγω «χαριτωμένου» φίλου. Εγώ γενικά δεν είμαι διόλου επιλεκτική στους «φίλους» -βασικά δεν έχω καταλάβει γιατί θα πρέπει να είμαι- άρα της λέω «και δεν τον κάνω;» -επί λέξει. Με την πρώτη (γρήγορη) ματιά, δεν βλέπω καν φωτογραφία στο προφίλ του αλλά δεν με πειράζει, απλά πατάω add as a friend. Με κάνει ακσέπτ.

Ο καινούριος μου φίλος είναι πολύ δραστήριος στο fb, στις επόμενες ημέρες βλέπω ότι ανεβάζει καθημερινά 2-3 στάτους, όλα στα ελληνικά, όλα ορθογραφημένα (με την παλιά σχολή, «νΟιώθω» όχι τα απλοποιημένα), γραμματική-συντακτικό κομπλέ, με αυτό το κάπως εξευγενισμένο της σκέψης.

(Παίζουν βέβαια και κάτι στίχοι από ποιήματα και άλλα «ψαγμένα» κουλτουρέ ρομαντικο-φανή αλλά πάει στο διάλο). Γενικά, γίνεται προφανές ότι του κόβει, έχει μια άλφα παιδεία, καλλιέργεια, ποιότητα (χωρίς «χ»), και γενικά όλα αυτά τα ουτοπικά…

…που σπάνια συναντάς σε στρέιτ άνθρωπο που βλέπεται και δεν έχει γυναίκα και τρία παιδιά.

Επειδή προφανώς δεν είμαι η μόνη που βρίσκει δυσεύρετα αυτά τα χαρακτηριστικά, σύντομα διαπιστώνω πως ό,τι μα Ο,ΤΙ κι αν ποστάρει, σε δευτερόλεπτα έχει τουλάχιστον 50 Likes συν τουλάχιστον καμιά δεκαριά σχόλια από κάτω. Όλα μα ΟΛΑ από γκόμενες. Στα οποία δεν απαντάει καν. (Σοβαρά, απαντάει μόνο σε άντρες που του κάνουν σχόλια, το οποίο συμβαίνει σε ένα 5% των στάτους του. Σε γκόμενα θα απαντήσει μόνο η γκόμενα είναι η Μαριόν Κοτιγιάρ και του πει κάτι απίστευτα σουπεργουάου έξυπνο ή αν του πει (απόλυτα τεκμηριωμένα) ότι είπε μαλακία. Μόνο τότε). Αλλιώς, τις γκόμενες της έχει γραμμένες. Στα σχόλια.

Για να σου εξηγήσω, σε μια μετέπειτα συζήτηση, του λέω ότι βγαίνω απ’ το facebook γιατί πρέπει να φύγω:

Διαβολικός Δίδυμος: «έτσι είναι οι ντίβες… όλο στη βόλτα…»

Εγώ: «πσιτ… σεμνό και ταπεινό αγόρι που απέχεις από ντίβα, ανέβασε κάνα στάτους ότι έξυσες τ’ αρχίδια σου να γελάσουμε με τα αχ και βαχ των σχολίων από κάτω, κι άσε εμάς τις κοινές θνητές να βγούμε βόλτα μπας και μας κοιτάξει κάνας χριστιανός…»

Αλλά επανέρχομαι. Τα υπόλοιπα που βλέπω απ’ το προφίλ του είναι ότι είναι σε μια αξιοπρεπή ηλικία –λίγο μεγαλύτερη απ’ τη δική μου- και ότι είναι Δίδυμος (καθώς προ-είπα). Κατά τα άλλα, το μόνο που μπορώ να καταλάβω από τις φωτογραφίες του, οι οποίες είναι ή ασπρόμαυρες ή καλλιτεχνικές, το οποίο σημαίνει μισές δηλαδή άει γαμήσου-κάτσε-ήσυχα-και-βγες-μια-νορμάλ-φωτογραφία-της-προκοπής, έχει μπλε μάτια -ή μπλε μάτΙ –καθότι δεν είμαι σίγουρη αν υπάρχει φωτό στην οποία εμφανίζονται και τα δύο συγχρόνως. (Αλλά κι αυτό μου ‘χει ξανασυμβεί, οπότε δεν φοβάμαι τίποτα). Στο θεωρητικό μιλάω πάντα, δεν τον έχω γνωρίσει τον άνθρωπο. Αλλά, ως ήταν αναμενόμενο, κάποια στιγμή, βλέπω κάποιο στάτους και, αυθορμήτως, σχολιάζω. Δεν θυμάμαι τι.

Ανήμερα πρωτοχρονιάς, μου στέλνει μήνυμα. Επαινεί το σχόλιό μου και λέει για το τι-ενδιαφέρουσα-που-είμαι-και-έχω-ΚΑΙ-βυζιά. Όχι ότι όντως λέει κάτι απ’ τα δύο, απλά μου μιλάει (και το πιάνω το γενικό νόημα). Εκεί επίσης καταλαβαίνουμε, φίλες και φίλοι, ότι γι’ αυτό δεν απαντάει στα σχόλια που του κάνουν οι 6.316 γκόμενες-φίλες του: απλά κόβει το ενδιάμεσο (το σχόλιο) και επικοινωνεί αμέσως στο ίνμποξ. (Πώς ήταν αυτό το δημοφιλές λογοπαίγνιο πριν μερικά χρόνια; «επι-το-πέως»; Αυτό). Αρχίζουμε και μιλάμε, λοιπόν. Μαθαίνω ότι εκτός από ζώδιο Δίδυμο, έχει και ωροσκόπο Δίδυμο. Συζητάμε και για άλλα, περί ανέμων και μειδιαμάτων.

Εντελώς δειγματοληπτικά, μια βραδιά που έχουμε μείνει και οι δύο σπίτι και μιλάμε, του λέω: «εσύ πίνεις κρασί και ακούς Εν Λευκώ – εγώ τρώω παγωτό και έχω ανοιχτό Mtv». Αυτός: «πόσο ΔΕΝ μοιάζουμε!» Και κάνει και γελαστή φατσούλα. Το πράγμα κυλάει πολύ πολιτισμένα, με σαφή φλερταριστική διάθεση μεν, αλλά χωρίς κανένα άγχος και καμία ανυπομονησία δε. Και οι δύο έχουμε αρκετά (δηλαδή αρκετούς και αρκετές) να ασχοληθούμε, άρα δεν υπάρχει καμία βιασύνη. Περνάει έτσι περίπου ένας μήνας.

Προς το τέλος Ιανουαρίου, γνωρίζω Κουτάβι και αρχίζω τα πάρε-δώσε μαζί του, που διαρκούν μέχρι και σχεδόν τέλος Μαρτίου. Κάπου γύρω στις Απόκριες, όπου το Κουτάβι έχει δηλώσει ότι θέλει το κορυφαίο «Αποκλειστικά Σεξ Αλλά Με Αποκλειστικότητα ‘Σχέσης’» (Κωδικό όνομα: ΑΣΑΜΑΣ και σλόγκαν: «Άσα μας κουκλίτσα μου»), εκεί που επεξεργάζομαι το πώς ακριβώς θα χειριστώ το εν λόγω θέμα, κανονίζω να δω Διαβολικό Δίδυμο. Έτσι, αναγνωριστικά. (Το δηλώνω από πριν να μην περιμένει πολλά-πολλά). Το αναφέρω ότι θα βγω μαζί του σε Αγαπημένη Φίλη, και εξ ου και η αρχή αυτουνού του ποστ.

Είμαι σίγουρη ότι κάπου την είχα γράψει την ιστορία του 1ου ραντεβού αλλά δεν την βρίσκω πουθενά, γαμώτηνπουτάναμουγαμώ. Βρήκα κάτι σημειώσεις γι’ αυτήν αλλά όχι την ίδια την ιστορία και δυστυχώς οι σημειώσεις δεν βγάζουν και πολύ νόημα. Περιλαμβάνουν αναφορές στο πολυαγαπημένο βιβλίο (σειρά βιβλίων) χιούμορ & επιστημονικής φαντασίας Hitch Hikers’ Guide to the Galaxy του Douglas Adams (=Γυρίστε το Γαλαξία με ωτοστόπ) και στην ταινία «το μωρό της Ρόζμαρυ», το οποίο μάλιστα το έχω γραμμένο λογοπαιγνιακά, «μωρό της ροζ-μαρή». Αυτό το τελευταίο σίγουρα είχε να κάνει με τη Σατανική φύση του Διαβολικού Διδύμου και το άγχος πιθανής εγκυμοσύνης και κύησης του Αντίχριστου, αλλά δεν έχω ιδέα πώς διάβολο κόλλαγε και πού (είπα, για σκέτο ποτό πήγαμε, πάνω απ’ τα ρούχα).

Πάμε λοιπόν σε κοκτεϊλάδικο: Nouvelle Vague στο Κολωνάκι. Η πρώτη σημείωση ήταν κάτι για το μπαρ (μάλλον είχε αργήσει) όπου είπε ότι δεν θα με άφηνε ποτέ να μπω σε μπαρ να τον περιμένω μόνη μου, κι εγώ είχα σκεφτεί αμέσως ότι κι όμως, όσο άβολα νιώθω σε άλλες καταστάσεις, ειδικά όταν απαιτείται κοινωνική επαφή και συναναστροφή με άλλους ανθρώπους, ένα μπαρ είναι ένα μπαρ. Ό,τι και να ‘ναι και όπου και να ‘ναι. Είναι ένα μπαρ, κι εγώ στα μπαρ νιώθω σαν στο σπίτι μου. (Βλέπε το γνωστό άσμα:

Εγώ, είμαι του μπαρ.

Κι έτσι, συνειρμικά, είχα σκεφτεί το παραπάνω βιβλίο όπου ένας από τους χαρακτήρες (ο Ζάφοντ Μπίμπλιμπροξ) έχει εφεύρει το κοκτέιλ Πανγκαλάκτικ Γκάργκλ-μπλάστερ, το οποίο είναι μια επικίνδυνα εκρηκτική γόμωση που σερβίρεται σε μπαρ στην άκρη του γαλαξία. Κι εκεί να είμαι, λοιπόν, σε άγνωστο πλανήτη, στο Ρεστοράν Στο Τέλος Του Σύμπαντος, δεν μπορεί, θα υπάρχει κάποιου τύπου -γήινος ή όχι- Μπαρτέντερ ο οποίος θα σερβίρει κάποιου τύπου κοκτέιλ όπως π.χ. το Πανγκαλάκτικ Γκάργκλ-μπλάστερ, του οποίου η επίδραση θα έχει ως αποτέλεσμα να σε κάνει σταδιακά να βλέπεις τα πράγματα πιο θολά, ώσπου να σηκώσεις το ποτήρι σου και να κάνεις ένα «γεια μας» στο απέναντι εξωγήινο μονόφθαλμο τέρας με τα πλοκάμια, που σε κέρασε σφηνάκι και σου κάνει το γλυκό μάτι. Απλά Πράγματα.

Άλλωστε, η σοφία όλου του σύμπαντος και το τέλος του κόσμου, βρίσκονται σε ένα μπαρ…

Θυμάμαι επίσης το ότι με το που βλέπω Διαβολικό Δίδυμο… (θυμάσαι που είπα ότι μόνο αποσπασματικά τον έχω δει σε κάτι βλαμμένες καλλιτεχνικές φωτογραφίες;) …ε, όταν τον πρωτοβλέπω σε ολόκληρο, με τα κομμάτια του παζλ ενωμένα, λέω «ω ρε πούστη μου, είναι ωραίος. Και κοντός ΚΑΙ ωραίος. Γάμα τα». (Επιπλέον, διαθέτει δύο μάτια, δηλαδή πλήρες σετ. Σε μπλε). Ενώ πίνουμε το ποτό μας, και γουλιά-γουλιά τον βρίσκω και πιο ελκυστικό, συζητάμε. Πάνω στην κουβέντα, λέει ότι ποτέ στη ζωή του δεν είχε σχέση (με γκόμενα). Ποτέ. Ούτε για έναν χρόνο. Είναι πιο μεγάλος από μένα. Δεν παραθέτει καν σαν λόγο την καραμέλα που όλοι έχουν πιπιλήσει:

δεν βρήκα ποτέ/ δεν έχω βρει ακόμα την κατάλληλη.

Όχι, φίλε μου. Λέει ότι δεν πολύ-θέλει και ότι δεν του ταιριάζει η μονογαμία. Και κάπου εκεί Διαβολικός Δίδυμος με πιάνει απ’ τη μέση. Ε, τι να κάνω, τον πιάνω κι εγώ. Και ημι-φιλιόμαστε. Κατά διαβολική σύμπτωση, την ίδια στιγμή, σαν να έχει τηλεπάθεια, Κουτάβι αρχίζει να με αναζητά μανιωδώς: με μήνυμα, κλήση, κι άλλο μήνυμα, κι άλλη κλήση. Παρά το ΑΣΑΜΑΣ, Κουτάβι ως τώρα έχει υπάρξει ο καλύτερος φίλος αυτού του ανθρώπου (δηλαδή εμού). Πιστός σύντροφος, τρυφερό, παιχνιδιάρικο, χαδιάρικο, πετάς μπαλάκι και στο φέρνει, και γενικά πολύ-πολύ κουταβένιο, κι εκείνη τη ρημάδα τη βραδιά με ψάχνει μ’ ένα παραπονεμένο, πληγωμένο και γλυκό τρόπο, τύπου «μα πού είσαι και με έχεις αφήσει μόνο μου;»

Κοιτάζω Διαβολικό Δίδυμο. Ετών 38, κανένας δεσμός ποτέ, μπλε μάτι, κουλτούρα, πνεύμα, και «βαριέμαι, ασφυκτιώ, πνίγομαι στους δυο μήνες με την ίδια γυναίκα». Σκέφτομαι Κουτάβι που με λέει «Γατούλι» και που όταν μένει σπίτι μου δεν μπορεί να κοιμηθεί αν δεν με έχει αγκαλιά. Κάνω φιλικό πατ-πατ στην πλάτη Διαβολικού Διδύμου και λέω «σόρι, αλλά έχω μια δουλειά» -χωρίς να προσθέσω το πιο βασικό: «…και καμιά δουλειά εδώ πέρα». Και χάνομαι μέσα στη νύχτα. Όχι ότι χάνομαι, τρόπος του λέγειν, απλά παίρνω ταξί και πάω Guzel, αλλά είπα να το κάνω λίγο φιλμ νουάρ. Αλλιώς, να πω ότι έφυγα βιαστικά λες και το ρολόι χτύπησε δώδεκα.

Ούτε γοβάκι δεν άφησα πίσω μου, αλλά δεν χανόμαστε, το νούμερό μου το ξέρει.

Μετά από εκείνη τη βραδιά, προς τέλος Μαρτίου, έρχεται το τελικό ρήγμα με Κουτάβι και είμαι απαρηγόρητη. Αυτό είναι επίσης τρόπος του λέγειν, καθότι υπάρχουν διάφοροι άνθρωποι πρόθυμοι να με παρηγορήσουν, μεταξύ των οποίων και Διαβολικός Δίδυμος. Όπου μου λέω ενθαρρυντικά: «ε, ώρα είναι να το ξαναδούμε αυτό το παιδί». Να σημειώσω εδώ ότι έχω απόλυτη συναίσθηση του χάσματος που υπάρχει μεταξύ μας στο στιλ, στα γούστα, στις προτιμήσεις, στον επιθυμητό τρόπο διασκέδασης, κ.λπ. Μπορεί να μην υπάρχει το χάσμα των γενεών (που υπάρχει συνήθως), αλλά στο λάιφ-στάιλ βρισκόμαστε αντικριστά στο Γκραν Κάνυον. Χαιρετιόμαστε από μακριά, στη μέση γκρεμός. Για παράδειγμα, μια φορά κάτι λέει για το ότι δεν βγαίνει Παρασκευή και Σάββατο βράδυ που βγαίνουν όλοι (οι πληβείοι) και κάτι του λέω “ΟΚ, αλλά… δεν είναι το ίδιο. Δεν σου ‘ρχεται τόσο εύκολα να γνωρίσεις κάποιον και να φιλιέσαι μαζί του Δευτεριάτικα…”

…ενώ την Παρασκευή, θες να φιλήσεις όλο τον κόσμο.

(Τέτοιο χάσμα, κάνει και ηχώ). Έχω την εντύπωση ότι γι’ αυτόν, εγώ είμαι το αντίστοιχο του ό,τι είναι το μέσο 20χρονο για μένα. Για τα δικά του δεδομένα, πιθανότατα είμαι πολύ αλαφρόμυαλη (δεν είναι γαμάτη ρετρό λέξη;), ρηχή, ροζ-τσιχλοφουσκέ και τέτοια. Αλλά, είπαμε, έχω βυζιά. (Και καλή ορθογραφία). Οπότε ξαναβλεπόμαστε. Και δεν περνάμε άσχημα, παρόλες τις αντιξοότητες. Υπάρχει χημεία, υπάρχει αμοιβαία αντίληψη του ότι ο άλλος δεν είναι ηλίθιος (βασικό), σε κάποιες φάσεις υπάρχουν και αυτές οι στιγμές που λες «ναι, ίσως κάτι υπάρχει εδώ».

Μια φορά, κατά τη διάρκεια αναζήτησης θέσης πάρκινγκ στο Μοναστηράκι, ενώ Διαβολικός Δίδυμος απελπίζεται αργά αλλά σταθερά, εγώ, καθότι δεν συμμερίζομαι ιδιαίτερα το πρόβλημά του, παρατηρώ φράσεις και συνθήματα γραμμένα πάνω σε τοίχους. Κάπου βλέπω ένα “Πες μου ότι θες”. Λέω φωναχτά ότι ξέχασαν το κόμμα στο “ό,τι”, εκείνος λέει ότι ζητάω πολλά. Την ίδια στιγμή, μου περνάει απ’ το μυαλό το νόημα της φράσης γραμμένης έτσι επίτηδες, χωρίς το κόμμα.

Πες μου ότι *θες*.

Λέω πόσο μα πόσο θέλω να γράφτηκε έτσι. Και συμφωνεί. (Προφανώς, συμφωνεί στο πόσο μεγάλη φαντασία έχω πάνω στη γραμματική, αλλά και πάλι).

Άλλη φορά, μετά από ποτό στην Καρύτση, ενώ περπατάμε προς το αυτοκίνητο και με κρατάει αλαμπρατσέτα, ακούμε από κάπου κάπως ονειρική ζωντανή μουσική και ψάχνουμε να τη βρούμε. Ανεβαίνουμε κάτι σκάλες στον Ιανό και πετυχαίνουμε λάιβ με μια τραγουδίστρια και πιάνο, και καθόμαστε να το ακούσουμε. Κράτησε εξίμισι λεπτά αλλά ήταν πολύ ωραία.

Σε άλλο ποτό, σε ταράτσα-κοκτεϊλάδικου, έχει ξεχάσει το όνομα κάποιου γνωστού του και τον σώνω συστήνοντας μόνη μου τον εαυτό μου, αναγκάζοντας έτσι τον «γνωστό» να μου πει το όνομά του. Διαβολικός Δίδυμος μου ζουλάει το μπούτι συνωμοτικά. Μετά γελάμε και οι δύο. Κι έχουμε θέα το φεγγάρι. Και με κρατάει αγκαλιά. Άλλη φορά, είμαστε σπίτι του ξαπλωμένοι και κάτι συζητάμε για βιβλία, και για λίγο χάνομαι στη συζήτηση και νιώθω κανονικός άνθρωπος που συνεννοείται με κάποιον άλλον άνθρωπο, και είναι και τότε ωραία.

Να σημειώσω εδώ ότι άλλη μια διαφορά μας είναι ότι εκείνος είναι κάπως πιο πρωινός τύπος ενώ εγώ κάθε απόγευμα σηκώνομαι από το ροζ μου φέρετρο διψασμένη για φρέσκο και ολοπόρφυρο χυμό ρόδι και έτοιμη για περιπέτεια. Κάθε φορά που είμαι σπίτι του, εξαιτίας της αμηχανίας και της «όχι-και-πολλά-πολλά» συμπεριφοράς του, προσπαθώ να «μαζέψω» λίγο την τρυφερότητα -που «μου βγαίνει» πλέον, στα γεράματα. Μετά από τα (αργούτσικα) ποτά λοιπόν, τα οποία υπομένει εξαιτίας μου, όταν αργότερα στο σπίτι του έχει νυστάξει και σχεδόν αποκοιμιέται, γίνεται σαν γατί και του αρέσει που τον φιλάω και τον χαϊδεύω, πράγμα που εκμεταλλεύομαι πλήρως -γιατί δεν θα το θυμάται το επόμενο πρωί.

Τι να κάνεις, αν δεν σου κάθεται στο ξύπνιο, τον πιάνεις στον ύπνο*.

*Το παραπάνω αναφέρεται βασικά σε γυναίκες και/ή σε αθώα χάδια, αλλιώς είναι βιασμός και θα πας φυλακή, σε προειδοποιώ.

Υπάρχουν κάποιες ωραίες στιγμές, λοιπόν, αλλά αυτές οι στιγμές είναι λίγες. Και η αμηχανία πολλή. Από το «γεια σου» μέχρι και το σεξ. Όχι κακό, αλλά κι αυτό, αμήχανο. Είναι ένας περίεργος συνδυασμός που με κάνει συνέχεια να σκέφτομαι «αχ, τι ωραία που θα ήταν αν ήταν αλλιώς…» Σοβαρά, είναι απίστευτο το σε πόσες «σχέσεις» -ακόμα και τελείως περιστασιακές- επενδύουμε (σε χρόνο ή συναίσθημα) προσδοκώντας ανάσταση νεκρών και πιστεύοντας ότι «αν αυτό άλλαζε, τότε θα ήταν σούπερ».

Πάντως εγώ γενικά του αναφέρω πολλά για τα στοιχεία σ’ αυτόν που θεωρώ frustrating (= εκνευριστικά, που με θυμώνουν και που συγχρόνως με θλίβουν, που με φέρνουν στα όρια της υπομονής μου). Του τα λέω ΜΠΑΣ ΚΑΙ δεν τα ‘ξερε και θέλει να τ’ αλλάξει, αλλά είναι το ίδιο σαν να μου πει κάποιος: «είσαι κοντή, το ξέρεις;» κι εγώ να απαντήσω έκπληκτη:

Άει στο διάολο, και δεν το λες τόσον καιρό; Αύριο κιόλας, θα ξυπνήσω και θα ‘μαι 1,75!

 

Το Twilight είναι και επίκαιρο. (Οι μη-ρεαλιστικές προσδοκίες είναι πάντα επίκαιρες…)

Συνέχεια εδώ

Χάρη* Πότε; & η (κρεβατο)κάμαρα με τα μυστήρια μηνύματα

Tags

, , , ,

 

Δεν έχω ξανα-αναφέρει εδώ ότι τελευταίως βλέπω ένα αγόρι κάπως αποκλειστικά (κι όταν λέω “κάπως” εννοώ “εντελώς” αλλά το παίζω και καλά). Το αγόρι το λένε «Αγόρι Που Δεν Θα ‘Πρεπε». Έχω μιλήσει γι’ αυτόν μόνο στα στάτους μου στο facebook αλλά, πού θα πάει, θα ‘ρθει η ώρα του και για εδώ. Αγόρι Που Δεν Θα ‘Πρεπε, λοιπόν, τυγχάνει να είναι στο χωριό του αυτό το ΣΚ και, χτες βράδυ, Σαββατόβραδο δηλαδή, εγώ μένω σπίτι. Ενώ στο Star έχει Harry Potter and the Chamber of Secrets κι εγώ το παρακολουθώ κάτω απ’ το πάπλωμα -μασουλώντας ό,τι υπάρχει στο ψυγείο, με έμφαση στη σοκολάτα- συγχρόνως είμαι online.

μα τον Τούτατη, έπρεπε, δεν είχα επιλογή

 

Ακολουθούν 3 συζητήσεις με Αγνώστους:

 (έχω αφήσει ορθογραφικά και έλλειψη τόνων σχεδόν αυτούσια –δεν ήταν πολλά).

 

Συζήτηση 1

Άγνωστος 1: Γεια Ειρηνη! Βγηκες? Θα βγεις?

Εγώ: Είμαι σπίτι και βλέπω Harry Potter.

Άγνωστος 1: Πες τιποτα για σενα.. Τη σχεση που εχεις τη δινεις συνεχεια στεγνα.. για πλακα το κανεις? Δεν τσατιζεται που του τη λες δημοσιως.. ή δεν σε νοιαζει? Ξερεις την έκφραση “τον δινεις στεγνα”.. μαλλον θα τον κανει να αισθανεται αβολα

Εγώ: Ξέρω την έκφραση, αλλά όταν συμβαίνει κάτι που βρίσκω αστείο και πιστεύω ότι μπορεί να το βρει και κάνας άλλος αστείο, χωρίς να προσβάλλω κανέναν, δεν έχω πρόβλημα να το μοιραστώ. Και δεν λέω για τίποτα πραγματικά κακό. Όχι, δεν τσαντίζεται, απλά αισθάνεται άβολα με τη δημοσιοποίηση.

Άγνωστος 1: εβλεπα τις φωτο σου… ομορφες.. πολυ κοινωνική.. χαμογελο πραγματικό… μια φιλαρεσκεια – αυταρεσκεια και μια ποδολαγνεια την βλέπω.. και παίζεις με πλάτη στο καλαθι.. γιατι βαφεσαι τοσο πολυ? το παρακανεις.. δεν το χρειαζεσαι τοσο..

~Τέλος Συζήτησης~

(…δηλαδή έτσι νόμιζα/ ήλπιζα. Αλλά συνεχίζει.)

Άγνωστος 1: δεν κοιμασαι 3 η ωρα? γραφεις μηπως ή τελικα βγηκες οψίμως..?

Εγώ: Ούτως ή άλλως μένω ξύπνια μέχρι αργά και τώρα μιλάω και με το αγόρι που λέγαμε.

~Τέλος Συζήτησης~

 

Συζήτηση 2

Άγνωστος 2: Wanna be my doll?

Εγώ: Ken, is that you?

Άγνωστος 2: Που τον ξερεις τον Tαδε??

Εγώ: απ’ το ίδιο χωριό είμαστε.

Άγνωστος 2: κανετε παρεα στην Αθηνα???

Εγώ: σπάνια στην Αθήνα, αλλά στα Βατερά είμαστε στην ίδια ευρύτερη παρέα.

Άγνωστος 2: θα τον δειρω. το καλοκαιρι διλαδι ερχεσαι Βατερα???

Εγώ: ναι

Άγνωστος 2: κοιτα να δεις ναμην ερθεις με το αγορι σου

~Τέλος Συζήτησης~

 

 

Συζήτηση 3

Άγνωστος 3: Καλησπέρα. Εχουμε γνωριστεί;

Εγώ: εδώ πιο πάνω λέει “conversation started today”, οπότε μάλλον όχι.

Άγνωστος 3: Ναι κι εγω το προσεξα. Πως κι έτσι; Παράξενο

Εγώ: Αυτό και τα γιγάντια γραμμικά σχέδια στο Περού είναι από τα μεγάλα μυστήρια της ζωής.

Άγνωστος 3 (μετά από ώρα): Γιατι δεν μου μιλας;

Εγώ: Γιατί δεν έχω κανένα λόγο να φλερτάρω.

Άγνωστος 3: εγω εχω λογο να φλερταρω αλλα αυτη τη στιγμη δεν το κανω γιατι εσυ εισαι αθηνα κι εγω κρητη

Εγώ: και το δικό μου το αγόρι στην Αριδαία. Είδες άδικη που είναι η ζωή;

Άγνωστος 3: εχεις σχεση εξ αποστασεως; Ησουν καπως ειρωνικη

Εγώ: όχι, έχει πάει στο χωριό του για το ΣΚ. Έτσι μιλάω, είναι το νορμάλ μου.

Άγνωστος 3: Ειναι το νορμάλ σου; Οκ

~Τέλος συζήτησης~

 

*Ο (αρκετά) αποτυχημένος τίτλος “Χάρη Πότε;” ήταν προφανώς χάριν λογοπαιγνίου ενώ παράλληλα σήμαινε και “Πότε θα μου δοθεί χάρη”, δηλαδή πότε θα πάψει να επικοινωνεί μαζί μου ο κάθε πικραμένος. Δεν μιλούσα για κανέναν Χάρη. Δεν ξέρω κανέναν Χάρη. Μα τον Άγιο Χαράλαμπο.

Τι είναι αυτό που το λένε Αγάπη

Tags

, , , , , , , ,

 

Όπως έλεγα, το καλοκαίρι του 2011 άρχισα ομοιοπαθητική. Ένα σημαντικό πράγμα -λέει- στην ομοιοπαθητική, όταν πας πρώτη φορά και λες όλα σου τα προβλήματα στο γιατρό, είναι η λεγόμενη “ετερο-περιγραφή”. Η «ετεροπεριγραφή» είναι ο τρόπος με τον οποίο θα σε περιέγραφαν οι άλλοι, όλα αυτά δηλαδή που θα έλεγαν τα πιο κοντινά σου πρόσωπα -που σε ξέρουν καλά- για να σε χαρακτηρίσουν. Η ετεροπεριγραφή πρέπει να είναι όσο το δυνατόν πιο αντικειμενική και κοντά στην αλήθεια. (Αν δεν έχεις ιδέα τι να περιμένεις από το πρώτο σου ραντεβού με το γιατρό, αυτά τα βγάζεις εκείνη τη στιγμή απ’ το κεφάλι σου -κι εύχεσαι οι φίλοι σου να σε νομίζουν έξυπνη, γνωστική και σκεπτόμενο άτομο). Γενικά, καλό είναι να μην πέσεις τελείως έξω και καλό είναι επίσης να μην πας να ρωτήσεις τη γνώμη του περιπτερά της γειτονιάς που σε γουστάρει (εκτός βέβαια κι αν έχεις διατηρείς δεσμό δέκα ετών με τον περιπτερά, άλλο αυτό). Εγώ τυχαίνει να ξέρω από πριν ότι θα μου ζητήσει ο γιατρός αυτή την ετεροπεριγραφή, οπότε λέω να προετοιμαστώ και να ‘χω μαζί μου σκονάκι.

Ξέρω ότι η Αδερφή και η Μάνα θα μου πουν πάνω-κάτω τα ίδια, οπότε, για να μην μπω σε συζητήσεις χωρίς νόημα, χωρίς τέλος και χωρίς ελπίδα, κάνω τη λιγότερο επίπονη επιλογή και διαλέγω την Αδερφή. Ωραία. Πάει αυτό. Το θέμα είναι ότι χρειάζομαι και κάποιον εκτός οικογένειας. Μούμπλε μούμπλε. Χμμμ… Μια και, για χιλιοστή φορά, θα πω ότι είμαι βαθιά αντικοινωνικό άτομο, δεν νομίζω ότι κανένας από τους φίλους μου με έχει ζήσει στενά κι από κοντά για αρκετό καιρό ώστε να κάνει γι’ αυτό που χρειάζομαι. Νομίζω ότι οι περισσότεροι έχουν μάλλον λάθος εντύπωση (ναι, συνήθως προσπαθώ να προστατεύω αυτούς που δεν έφταιξαν σε τίποτα από τη σκληρή πραγματικότητα του εαυτού μου, ας με νομίζουν καλύτερα ροζ, τσουλέ και ελαφρόμυαλη). Μόνο που, ο μόνος άλλος άνθρωπος που (έχει την ατυχία να) σε ζει από πολύ κοντά είναι ο Άλλος, δηλαδή το εκάστοτε έτερον ήμισυ. Χμμμ… Κάτσε να σκεφτώ.

Ο τελευταίος Άλλος που κράτησε ικανό διάστημα είναι ο Άχρηστος Παλιοκαργιόλης. Χμμμ… βέβαια, εδώ δεν εμπιστευόμουν Άχρηστο Παλιοκαργιόλη να αλλάξει μια λάμπα, κι αν του μίλαγα ξανά θα τον έβριζα για τα λεφτά που μου χρωστάει, κι αν τον έβλεπα κι από κοντά θα του άλλαζα εγώ τα φώτα, άρα θα πίστευα ποτέ ότι αποτελεί ιδανική επιλογή; Μάλλον όχι. Οπότε, ποιος;

Χμμμ… δεν έχω επιλογή. Στέλνω μήνυμα σε Αθώο Άγγλο. Αθώο *Παντρεμένο* Άγγλο. Χωρίσαμε πριν δέκα χρόνια (εδώ). Αλλά Αθώος Άγγλος απαντά. Ρωτάει τι έγινε και γιατί χρειάζομαι ομοιοπαθητική. Εξηγώ μέσες άκρες ότι δεν έγινε τίποτα σοβαρό και αν μπορεί να μου στείλει 2-3 προτασούλες μόνο, με μια γενική περιγραφή. Αθώος Άγγλος με παίρνει τηλέφωνο. Αφού μιλάμε για κανά μισάωρο, λέει θα μου τη στείλει στο email μου. Το ίδιο βράδυ, μου στέλνει μια σελίδα κείμενο.

Μετά από το τηλεφώνημα κι αυτά που μου γράφει, με πιάνει μια ανείπωτη θλίψη και μελαγχολία. Περίμενα -όπως και πήρα- αληθινά (και όχι απαραίτητα ευχάριστα) λόγια από την Αδερφή, αλλά αλήθεια δεν έχω ιδέα τι περίμενα απ’ αυτόν. Ήταν απλά ο μόνος που μπορούσα να ρωτήσω, κι έχω απόλυτη συναίσθηση της ρομπίασης του να ρωτάς “ποια είμαι;” έναν παντρεμένο άνθρωπο που ζει σε άλλη χώρα από την οποία σηκώθηκες κι έφυγες (εγώ τον χώρισα) πριν δέκα χρόνια. Πιο χαμηλά δεν πάει. Δηλαδή πάει, αλλά ο Θεός τότε με σταμάτησε από το να ρωτήσω Αστείο Αγόρι, με τους ουρανούς να ανοίγουν και εκκωφαντικό ηχητικό εφέ με ηχώ:

Ειρήνη, έχεις ήδη πιάσει πάτο! Άσ’ το τηλέφωνο κάτω!

 

Τέλος πάντων, δεν ξέρω τι περίμενα από Αθώο Άγγλο. Αλλά δεν περίμενα να διαβάσω αυτό το γράμμα που απευθυνόταν στο γιατρό, που έλεγε ότι με γνώρισε από τα 19, ότι πιθανώς να έχω αλλάξει από τότε αλλά δεν το νομίζει, γιατί ο χαρακτήρας μου φαινόταν διαμορφωμένος από πολύ παλιότερα, πολύ πριν με γνωρίσει. Το γράμμα που έλεγε προκαταβολικά συγγνώμη αν με προσβάλλει, και μετά με περιέγραφε με… πολύτιμα λόγια (ναι, ξέρω ότι ακούγεται αηδία αλλά δεν ξέρω πώς αλλιώς να το πω), με εικόνες που είχα ξεχάσει και πράγματα που, όταν έχεις συνηθίσει για καιρό να βλέπεις τον εαυτό σου με τα μάτια των άλλων που σε πρωτογνωρίζουν, δεν τα βλέπεις πια και δεν έχουν τίποτα να κάνουν με γκλίτερ και με παγιέτες -τις οποίες τότε δεν φόραγα καν. Μεταξύ άλλων, έλεγε:

Από τους ανθρώπους που θεωρεί δικούς της, είναι σχεδόν αβάσταχτα απαιτητική αλλά συγχρόνως μπορούν να βασιστούν στο ότι θα είναι αμετακίνητα πιστή…

 

Αυτό το γράμμα ουσιαστικά περιέγραφε αυτά που πιστεύω κι εγώ για τον εαυτό μου (κάπου εκεί βαθιά κρυμμένα), αυτά που πιστεύω ότι με κάνουν άνθρωπο που ψιλοαξίζει να γνωρίσεις, και, αν έχεις τέτοια γρουσουζιά και κατάρα πάνω σου, ίσως και να αγαπήσεις. Αυτά που εύχομαι να πιστέψει κι Όποιος είναι (όχι “όποιος να ‘ναι”, όχι ακόμα) που θα τύχει να βρεθεί στο δρόμο μου. Αυτά που αγαπώ κι εγώ από μένα. Το έχει πει και η αξιαγάπητη -κατ’ εμέ- Κάρι στο Sex & the City (και, το ‘χω πάρει απόφαση, αποκλείεται να μην είσαι φαν και να το διαβάζεις αυτό το μπλογκ): Αν βρεις κάποιον που σ’ αγαπάει για αυτό που εσύ αγαπάς τον εαυτό σου, αυτό είναι υπέροχο.

Ναι, είναι.

 

 

Όπως υπέροχη ήταν κι η στιγμή που όταν Αθώος Άγγλος είχε έρθει για πρώτη φορά να με δει στο σπίτι των Γονιών μου, το καλοκαίρι μετά το εξάμηνο που πέρασα στην Αγγλία, τότε ακόμα ήμασταν πιο πολύ ερωτευμένοι με την *ιδέα* του ότι είμαστε ερωτευμένοι και, καθισμένοι ένα βράδυ στην κουζίνα, είπε ασυναίσθητα κάτι σχεδόν από μέσα του, δεν θυμάμαι τι, ήταν κάτι που δεν είπε για να το ακούσω και να απαντήσω, μιλούσε στον εαυτό του, ήταν δικό του προσωπικό αστείο. Και γέλασα, και απάντησα σαν να είναι δικό μου. Και γύρισε και με κοίταξε. Και κοιταχτήκαμε. Και μου είπε απλά:

 So… it’s You.

 

Και δεν με άφησε ποτέ να έχω καμία αμφιβολία. Ποτέ. Γι’ αυτό, δεν περίμενα ότι γίνεται να ξεχάσεις το πώς είναι να σ’ αγαπάει κάποιος αληθινά. Η λήθη, βέβαια, μπορεί να είναι ένας προσωρινός αμυντικός μηχανισμός. (Η ηλιθιότητα, πάλι, μπορεί να είναι αμυντικός μηχανισμός που διαρκεί για πάντα, αλλά κοστίζει λιγουλάκι πιο ακριβά). Έτσι ήταν να αγαπάς και να σ’ αγαπούν. Και καλά που δεν ρώτησα Άχρηστο Παλιοκαργιόλη, ο οποίος επέμενε πεισματικά ότι μ’ αγαπούσε, παρόλο που αρνιόταν να μου πει γιατί. Έχουμε πει πόσο μικρός είναι ο κόσμος, έτσι; Χτες, λοιπόν (θυμίζω, καλοκαίρι 2011), μιλάω με κάποιον (ωραίο) άγνωστο στο facebook και μου λέει ότι έχουμε κι έναν κοινό γνωστό, ρωτάω ποιον, μου περιγράφει έναν τύπο, λέω ότι δεν ξέρω κανέναν τέτοιο τύπο, μου περιγράφει μια φωτογραφία μου… Καλέ! Ο Άχρηστος Παλιοκαργιόλης! Είναι -λέει- παντρεμένος τώρα. Μην κάνω την αριθμητική. Η αγάπη, κράτησε μια μέρα (αφού έφυγα).

Άραγε, τα δικά μου τα λεφτά τι πλήρωσαν; τα προσκλητήρια, τα κουφέτα ή το γαμήλιο ταξίδι;

 

Μετά το πρώτο ταξίδι που ο Αθώος Άγγλος έκανε για να με δει, ακολούθησαν κι άλλα. Για τον ένα χρόνο που είχαμε σχέση από απόσταση, βλεπόμασταν μια φορά το μήνα, συνήθως ερχόταν αυτός άλλες φορές πήγαινα εγώ. Τότε, δεν είχαμε skype, δεν είχαμε facebook, δεν είχαμε msn, δεν είχαμε email, δεν είχαμε κινητά. Μόνο γράμματα (δεκάδες), καρτοτηλέφωνα και «πετάω την Παρασκευή». Κάθε ταξίδι είχε ένα κοινό. Όταν ερχόταν η στιγμή να χωρίσουμε, στο αεροδρόμιο, Αθώος Άγγλος άφηνε τα δάκρυα κι έτρεχαν. Ποτάμι. Κάθε φορά. Θυμάμαι ότι τον φιλούσα να τα σκουπίσω, τον παρηγορούσα όπως μπορούσα αλλά από μέσα μου τον θεωρούσα αδύναμο, έλεος, ένας μήνας ήταν μόνο. Άκουγα κάτι τέτοιο:

Αν δεν σε είχα γνωρίσει, θα ήταν πανεύκολο. Αλλά τώρα, ξέρω πώς είναι. Και δεν μπορώ να ζήσω χωρίς αυτό.

 

Το περασμένο σαββατοκύριακο (πάλι, μιλάω για κοντά στο καλοκαίρι 2011), είμαι Why Sleep με τη Φίλη. Σε κάποια φάση, Φίλη πάει για κατούρημα. Μετά από λίγο, κι ενώ έχουν πλησιάσει επικίνδυνα διάφοροι υπερβολικά φιλικοί αλλόφυλοι πρόθυμοι να μου κάνουν παρέα, Φίλη επιστρέφει και μου λέει: “Τι σου ‘φερα;” Κοιτάζω. Ωχ! Το Ροζ Πουκάμισο Γκάζι! Με το που κοιταζόμαστε, βάζουμε και οι δυο τα γέλια. Γελάμε για κανά δίλεπτο. Χαιρόμαστε πολύ που βλέπουμε ο ένας τον άλλον, λέει ότι είχε χάσει κινητό κι έχει χάσει το τηλέφωνό μου, λέω “βέεεβαια”, πάω να του την πω για πλάκα και μιλάω δήθεν σοβαρά χρησιμοποιώντας το όνομά του, ας πούμε: “Άκου εδώ, Χρήστο!” αυτός ξαφνικά κατσουφιάζει και λέει κάτι τύπου (με άλλα ονόματα): “Δεν με λένε Χρήστο, με λένε Χάρη”. Σιγή. Ουπς! ΟΚ, έκανα λάθος, το παραδέχομαι. (Προς υπεράσπισή μου, μιλάμε για τέτοια κοντινή αναλογία ονομάτων). Και δεν φταίω εγώ. Αλλά πού να εξηγήσω ότι ΠΑΝΤΑ τον αναφέρω (και τον σκέφτομαι) ως “Ροζ Πουκάμισο Γκάζι”; Του δείχνω και το κινητό μου, έτσι τον έχω αποθηκευμένο. Με βάζει να του κάνω κλήση. Ωραία, το λύσαμε. Δεν με μισεί. Αυτή η παρένθεση φαίνεται άσχετη αλλά δεν ήταν τελείως. Ήθελα να πω ότι μ’ αυτά και μ’ εκείνα, ξεχνάς πώς είναι και το Άλλο.

Το Άλλο, που όταν στην Αγγλία είχα πάει μια φορά από το Μπέρμινχαμ στο Λονδίνο για να μείνω ένα βράδυ και την άλλη μέρα να ξυπνήσω και να πάω για δεύτερη συνέντευξη στα Boots, τότε που ένιωθα μικρό κοριτσάκι, μόνη και φοβισμένη, χωρίς να το ζητήσω, Αθώος Άγγλος με άκουσε χάλια στο τηλέφωνο και οδήγησε 3 ώρες το βράδυ μετά τη δουλειά, απλά να έρθει να κοιμηθεί δίπλα μου και να ξανα-οδηγήσει το πρωί 3 ώρες να ξαναπάει δουλειά. Ήταν τόσο κουρασμένος, ούτε δυο λέξεις δεν ανταλλάξαμε, απλά μ’ αγκάλιασε κι έπεσε δίπλα μου.

 

Έφυγα οριστικά απ’ την Αγγλία παρόλο που τον αγαπούσα και που μ’ αγαπούσε. Για μένα, δυστυχώς, κάτι δεν υπήρχε πια. Τον έβλεπα σαν αδερφό μου (κλισέ, αλλά θλιβερά αληθινό). Για εκείνον ήταν πάντα όπως παλιά. Του είχα γράψει τότε ένα τελευταίο γράμμα (πλέον είχαμε email αλλά ήθελα να το έχει σε χαρτί) και του έλεγα πολλά, δεν θυμάμαι τι, αλλά θυμάμαι μια σκηνή. Έλεγα ότι αν έρθει ποτέ το Τέλος του Κόσμου και χρειαστεί να μπούμε στη μάχη ενάντια στο Κακό, εγώ κι αυτός θα πολεμάμε δίπλα-δίπλα. Και, με γνήσια λογική Harry Potter -που μου φαίνεται απόλυτα σωστή- του έλεγα να μην φοβάται τίποτα, γιατί το ότι αγαπήθηκε τόσο θα είναι για πάντα εντυπωμένο πάνω του, σαν φυλαχτό που κανείς δεν μπορεί να του πάρει μακριά. Πάντα να το θυμάται…

you have been loved. (Και που αλλάζει ο χρόνος, το γεγονός παραμένει).

 

…Γιατί, ναι, το ξεχνάς. Ξεχνάς πώς είναι η Αγάπη. (“Αλίμονο σ’ αυτούς που δεν αγάπησαν…” -έχω και λαϊκό ρεπερτόριο, όχι, παίζουμε). Και δεν θέλω να το ξεχνάω. Αλλά ήταν σοκ όταν μου το θύμισε ο Αθώος Άγγλος με το μήνυμά του που άρχιζε με:

Γεια σου, είμαι εγώ, ο πάλαι ποτέ πρώην σου και για πάντα αδερφός σου από άλλη μητέρα.

 

Αυτός 2 μέτρα, ξανθός, γαλανός και Άγγλος, Εγώ 1.50, καστανή και Ελληνίδα. Κι όμως, ήμασταν το ίδιο.

 

Ήταν Αγάπη. Και δεν ξεχνιέται. Απλά δεν θέλω και να μου το θυμίζω κάθε μέρα, γιατί δεν θέλω να το σκέφτομαι όλη την ώρα και να ζω συνέχεια ένα δράμα. Το δράμα της ματαιότητος των επιπόλαιων (παρότι αναγκαστικών) επιλογών της ζωής μου. Αν επικεντρωνόμουν σ’ αυτό, δεν θα έβγαινα έξω ποτέ αλλά θα καθόμουν σπίτι κάθε βράδυ και θα πλάνταζα στο κλάμα, θα πέρναγαν δύσκολα τα μπαρ, θα χρεοκοπούσαν τα ταξί, θα ‘κλεινε o Hondos και το Sephora, θα γονάτιζα τη χαρτομαντηλο-βιομηχανία και την παγωτο-βιομηχανία. (Θα ‘παιρνα και τουλάχιστον 286 κιλά, κι άντε να βρεις γερανό Σάββατο βράδυ). Ούτε αστειάκια, ούτε χασκογελάκια, ούτε λιπ γκλος, ούτε ντισκομπάλες, ούτε χρυσά φορεματάκια. Σκέτο δράμα, σου λέω. Ασπρόμαυρο. Κι εγώ δεν μπορώ, θέλω κάτι από ροζ φουξιομόβ, από μεταλλιζέ τιρκουάζ ή από μπλε ελεκτρίκ…

…και καλό τέλος.

 

Εξομολόγηση: “Γιατρέ μου, αμάρτησα”

Tags

, , , , ,

 Τέλειωσε μεν η Προ-Ιστορία αλλά θα κάνω άλλη μια αναδρομή στο κοντινό παρελθόν…

Μετά λοιπόν από το φανταστικό Πάσχα 2011 που είχα περάσει με 40 πυρετό, σε συνδυασμό με πονόδοντο και γυναικολογικά, αποφασίζω να πάω σε ομοιοπαθητικό γιατρό. Γενικά, το είχα σκεφτεί αρκετές φορές με τα τόσα που παθαίνω και, μάλιστα, μου το είχε προτείνει -απελπισμένος πλέον- ο γειτονικός μου γιατρός, ο οποίος με βλέπει όποτε έχω κάτι τραγικό. Δηλαδή περίπου μια φορά την εβδομάδα. Απελπισμένος Γειτονικός Γιατρός: “Τι να πω πια, όλοι ερχόμαστε σε επαφή με χιλιάδες ιούς και μικρόβια κάθε μέρα, αλλά ο οργανισμός μας τα πολεμάει. Εσύ, είναι σαν να μην έχεις καθόλου ανοσοποιητικό σύστημα. Γιατί δεν δοκιμάζεις ομοιοπαθητική;” Μετά απ’ αυτό το σχόλιο βέβαια, το πρώτο που δοκίμασα ήταν να κάνω εξέταση για HIV. Όταν ησύχασα (σχετικά) απ’ αυτό, είπα να δοκιμάσω και ομοιοπαθητική.

Στον ομοιοπαθητκό γιατρό, λοιπόν, μιλάω ασταμάτητα για δύο ώρες και εξιστορώ τα πάντα, από την παιδική μου ηλικία ως σήμερα, ιατρικά αλλά και άσχετα πράγματα που με χαρακτηρίζουν. Για παράδειγμα, ο μονόλογος πήγαινε κάπως έτσι: “…και στα 27 μου, πέρασα ανεμοβλογιά… κρυώνω αν έχει κάτω από 30 βαθμούς… παθαίνω συνέχεια διαστρέμματα… παθαίνω συνέχεια γυναικολογικά… όταν φεύγω απ’ το σπίτι γυρνάω πίσω για να βεβαιωθώ ότι έβγαλα το σίδερο απ’ την πρίζα… έχω μεγάλη φοβία με τα βασανιστήρια… λατρεύω τα σύκα… είμαι βραδινός τύπος αλλά φοβάμαι το σκοτάδι και κοιμάμαι με φωτάκι… δεν θέλω ποτέ κανένας να με βλέπει άβαφτη… βλέπω πολλά όνειρα με σπίτια… η συναναστροφή με κόσμο με κουράζει… δεν πίνω νερό απ’ το ψυγείο…” κ.λπ.

Αυτό, λοιπόν, για δύο ώρες. Και δεν είδα να τον παίρνει ο ύπνος ούτε στιγμή. Ήρωας. Κάτι έξτρα που δεν έχω αναφέρει για λόγους καλαισθησίας και χμμμ… διακριτικότιητας, είναι το εξής. Λέω: “Γιατρέ, επίσης, όσο καιγόμουν απ’ τον πυρετό το Πάσχα, έβγαλα κι ένα σπυρί στο κωλομέρι, το οποίο έχει μέγεθος αυγό μάτι”. Ομοιοπαθητικός Ήρωας: “Γιά να δω.” Εγώ (περίλυπη): “Ζε σέλω!” Ομοιοπαθητικός Ήρωας: “Έλα, δείξε μου” Εγώ: “Δεν είναι για να το δει άνθρωπος, θα έχετε εφιάλτες!” Ομοιοπαθητικός Ήρωας: “Έχω δει σκουλήκια να βγαίνουν από κεφάλι ανθρώπου.”

Του δείχνω το κωλομέρι.

Το θέμα όμως δεν είναι το κωλομέρι. Για το οποίο, μάλιστα, λέει: “μια χαρά είναι” εγώ: “μα γιατρέ μου, δεν μπορεί να με δει άνθρωπος” αυτός: “υπάρχουν και πιο σοβαρά προβλήματα στη ζωή” εγώ (από μέσα μου): “γαμώτι!” Πάνω στη συζήτηση, του αναφέρω ότι τα τελευταία χρόνια “γνωρίζω πολύ κόσμο” (= κωδικός που συνήθως χρησιμοποιούν έτσι ασαφώς και νεφελωδώς κάτι εμφανίσιμα αγόρια και σημαίνει “πηδάω όπου μπορώ, όσο μπορώ”. Όταν τον χρησιμοποιούν κορίτσια, δεν είναι κωδικός, αλλά σημαίνει αυτό ακριβώς που λένε οι λέξεις, δηλαδή όντως γνωρίζουν πολύ κόσμο φιλικά, είτε γιατί άρχισαν Ισπανικά, σεμινάρια αγγειοπλαστικής, εθελοντική εργασία ή άντε και μαθήματα σάλσα. Όταν τον κωδικό τον χρησιμοποιώ εγώ, σημαίνει κάτι ενδιάμεσο).

Ομοιοπαθητικός Ήρωας ζητά να εξηγήσω τι εννοώ κι αρχίζω να εξηγώ πολύ απλά ότι για μένα το σεξ δεν είναι κάτι το Τρομερό. Ναι, ναι, ξέρω, είναι οι ιδιαίτερες προσωπικές στιγμές ενός ζευγαριού, η ώρα που μοιράζεσαι απόλαυση, χαρά και ηδονή με κάποιον άνθρωπο που έχεις επιλέξει, παίρνεις και δίνεις τρυφερότητα, κ.λπ. Ναι. ΟΚ. Μόνο που (προφανώς) δεν το βλέπω με τον “παλιακό” κλισέ ρομαντικό τρόπο που υποτίθεται ότι το βλέπουν ακόμα πολλά κορίτσια. Δεν το βλέπω ούτε σαν μέσο διαπραγμάτευσης/ μέσο συναλλαγής και “χειρισμού”. Δεν θέλω να με βγάζει κανείς έξω και να με κερνάει ποτά ή φαγητά μέχρι να “με ρίξει”. Δεν θέλω να με κυνηγήσει κανείς μέχρι να “το κάνουμε”. Δεν θα είμαι ποτέ αυτή που θα ελπίζει ότι αυτός που θέλω, κατά τη διάρκεια του “κυνηγητού” μπορεί και να με ερωτευτεί. Αν είναι να “με κυνηγήσει”, δεν θέλω να είναι για το σεξ. Το σεξ μπορώ να το δω και ξεχωριστά, μόνο του. Και ξέρω πώς ακούγομαι.

Σαν αγόρι.

Επιστρέφω στη συζήτηση με Ομοιοπαθητικό Ήρωα. Με ρωτάει γιατί ζω όπως ζω και γιατί κάνω ό,τι κάνω. (Όχι ότι κάνω κάτι το φοβερό, απλά κουβέντα να γίνεται). Ομοιοπαθητικός Γιατρός: “Το κάνεις για το σεξ;” Άντε πάλι. Για δισεκατομμυριοστή φορά στη ζωή μου, απαντώ ότι “όχι, δεν το κάνω για το σεξ. Δεν είναι το σεξ αυτό που με ενδιαφέρει”. Μεταξύ μας, εννοώ ότι δεν με ενδιαφέρει όταν κάνω νέες γνωριμίες, όχι γενικά, γιατί άμα το πετύχω το δέκα το καλό, το αλυσοδένω, το κλειδώνω στην ντουλάπα μου, του πετάω μπριζόλες και ανανάδες (ξέρω που σου λέω), και δεν το αφήνω ποτέ να ξαναδεί το φως του ήλιου. Δεν το λέω αυτό. Ούτε κάθομαι να εξηγήσω στον Ομοιοπαθητικό Ήρωα ότι το σεξ αυτό καθαυτό, παραδόξως, δεν είναι αυτό που έχει καθορίσει το λάιφ-στάιλ μου. Ούτε αναλύω το κοινώς γνωστό, θεμελιώδες ζήτημα: ότι για τα κορίτσια, η πρώτη φορά με κάποιον, 9 στις 10 δεν είναι ικανοποιητική ενώ για τα αγόρια, 9 στις 10, είναι. Είπαμε, το πρώτο ερώτημα στο Θεό αν μπαίναμε ποτέ στον παράδεισο (χλωμό), θα ήταν το εξής:

Θεέ μου, γιατί έβαλες τη ρημάδα την κλειτορίδα *έξω* απ’ τον κόλπο;

Ακόμα κι αν γινόταν κάνα γραφειοκρατικό λάθος και η ψυχή μου ανέβαινε προς βόρεια, 5ο σύννεφο δεξιά, μετά απ’ αυτή την ερώτηση, θα έπεφτε φάπα απ’ τον Άγιο Πέτρο και θα με πέταγαν έξω. Αλλά, το γεγονός αυτό, πιστεύω (βαθιά και ακράδαντα) ότι αποτελεί το βασικότερο στοιχείο που κάνει τις σχέσεις των δύο φύλων αυτό που είναι. Γιατί, εδώ που τα λέμε, δεν είναι και εντελώς παράλογο να δυσκολεύεται να πειστεί η άλλη να κάνει κάτι που οι πιθανότητες αλλά και η εμεπιρία της τής λένε ότι δεν θα ευχαριστηθεί ιδιαίτερα, και να θέλει γι’ αυτό κάτι ως “αντάλλαγμα” (για ψυχολογικό μιλάω, όχι γι’ αυτό που χρεώνουν οι δεσποινίδες που συχνάζουν στη Συγγρού). Π.χ. μια -έστω αμφιβόλου φερεγγυότητας και αξιοπιστίας- υπόσχεση ή την ελπίδα ότι κάπου θα οδηγήσει αυτή η “παραχώρηση”. Όσο ανόητο και να ακούγεται αυτό. Και, βασικά, όσο κι αν είναι θλιβερό.

Η προσωπική μου θεωρία είναι ότι αν ευχαριστιόμασταν εξίσου το σεξ αγόρια-κορίτσια με την ίδια ευκολία, από την πρώτη φορά με κάποιον, θα κάναμε ΤΑ όργια. Ποιες τουαλέτες στα μαγαζιά, μιλάω για τουαλέτες στη δουλειά. Κάνουν τα μάτια σου πουλάκια απ’ την οθόνη και θες να βγεις για ένα τσιγάρο; Πάμε πρώτα για ένα γρήγορο στων Ανδρών και το κάνεις μετά. Θα βγαίναμε όλοι στις πλατείες, στα παγκάκια, στις παιδικές χαρές, στα πάρκα. Η χαρά του παιδιού. Γιούχουουου. Αλλά, δυστυχώς, η φύση έκανε διακρίσεις μεταξύ των δύο φύλων. Σεξιστικές σεξουαλικές διακρίσεις. Απλά, δεν είμαστε φτιαγμένοι το ίδιο. Στο συγκεκριμένο θέμα, οι άντρες είναι ευνοημένοι. Και ξέρω πώς ακούγομαι.

Σαν κορίτσι.

Θα κάνω εδώ μια όχι τελείως πετυχημένη παρομοίωση, που έχει όμως κάποιες σαφείς αναλογίες με το θέμα: Ας πούμε πως έχεις έναν Πεινασμένο Τύπο με ένα χοτ-ντογκ στο χέρι. Πεινάει. Πεινάει και θέλει επειγόντως να το ψήσει. Μπροστά του, από μηχανής Θεά, εμφανίζεται μια ψηστιέρα. Εκτός κουτιού. Πεινασμένος Τύπος κατενθουσιάζεται. Βάζει την ψηστιέρα στην πρίζα. Είπαμε, εκτός κουτιού, άρα δεν υπάρχουν οδηγίες, τίποτα. Οπότε, δεν πα να ‘χει η ψηστιέρα πεντακόσια προγράμματα ψησίματος για να κρατάει το λουκάνικο ζουμερό, να λιώνει το τυρί ομοιόμορφα, να κάνει το ψωμί έξτρα τραγανό και να τραγουδάει άριες μόλις το ψήσει στην εντέλεια; Ο άνθρωπος πεινάει, θέλει να ψήσει ένα χοτ ντογκ. Και δεν την έχει ξαναχρησιμοποιήσει αυτή τη γαμημένη την ψηστιέρα και δεν έχει και το μάνιουαλ. Το χώνει μέσα κι ο Θεός βοηθός. Του πούστη, όπως και να ‘χει, το χοτ-ντογκ θα ψηθεί. Δεν είναι και πυρηνική φυσική. Πολλοί λίγοι θα ασχοληθούν με το πόσο ευχαριστήθηκε η ψηστιέρα την όλη διαδικασία και με το αν μετά η ψηστιέρα νιώθει ολοκληρωμένη σαν ψηστιέρα. Εκτός κι αν πετύχεις μη-πεινασμένο και μάστορα, τύπου «40 Χρόνια Φούρναρης, έχω ψήσει…» (+ κυκλική κίνηση με το χέρι που συνοδεύεται από επιφώνημα “πσσσ…!”) Αλλιώς, κάπως έτσι βλέπει και ο μέσος άντρας το σεξ για πρώτη φορά με μια γκόμενα. Και, με αυτό σαν δεδομένο…

…εσύ ψήνεσαι;

Οπότε, επαναλαμβάνω όχι, δεν είναι για το σεξ. Μετά από τόσα που έχω πει, αυτό ακούγεται σαν μια υποκρισία και μισή, το έχω υπόψη μου. Είναι αναμενόμενο να με παρεξηγήσει κανείς -παρόλο που είμαι ένα σεβαστό κορίτσι (με την ευρεία έννοια), (του “κοριτσιού”, όχι του “σεβαστού”), και θα έφτανα ως το σημείο να πω ότι δεν είμαι καν χαλαρών ηθών, παρόλο που με την ηλικία έχουν χαλαρώσει κι αυτά, όπως όλα πάνω μου άλλωστε. Γνωρίζω ότι δίνω λάθος εντύπωση. Χαλαρά.

Ομοιοπαθητικός Ήρωας ρωτά: “Γιατί το κάνεις λοιπόν;” Για μια στιγμή αναρωτιέμαι τι να απαντήσω. Μα, είμαι μόνη μου (στη ζωή), τι να κάνω, δηλαδή; Ειδικά τις Κυριακές, βαριέμαι. Το σκέτο “τρώω δίκιλα παγωτού και βλέπω Star” το είχα κάνει παλιότερα για άπειρα χρόνια, περιμένοντας το γνωστό Πρίγκιπα στο Άσπρο Άλογο (έστω και ποδηλάτη σε δίκυκλο άλλης απόχρωσης), ο οποίος όμως φαίνεται ότι έχει στήσει το μισό σύμπαν. Ε δεν περιμένω άλλο, σόρι κιόλας, θα παραγγείλω. Μια ζωή με πολλή πλάκα (την αστεία, η ταφόπλακα έρχεται μετά) παρακαλώ. Σε ψηλό (ποτήρι. Το αγόρι, παρακαλώ να είναι σε κοντό). Γιατί, ναι, μ’ αρέσουν τα αγόρια. Μ’ αρέσει να φιλιέμαι.

to make out = φασώνομαι

Παραλίγο να αναφέρω και το μάντρα μου (μιλάω για μόττο, όχι για πέτρινο τοιχάκι) που ονομάζω Το Νόημα Της Ζωής: “Να είμαι στη μέση του κλαμπ, κάτω από τη ντισκομπάλα, να παίζει r’n’b και να χορεύω και να φιλιέμαι με Χαριτωμένο Αγόρι που χορεύει και μυρίζει ωραία”. Εδώ το ‘χα, αλλά συγκρατήθηκα. Λέω:

Άσε, ο άνθρωπος έχει δει σκουλήκια να βγαίνουν από κεφάλι ανθρώπου, του ‘δειξα και το σπυρί στο κωλομέρι, κρίμα είναι, αρκετά έχει υποφέρει.

Γι’ αυτό ζω έτσι λοιπόν. Ακόμα. Γιατί δεν βλέπω ικανοποιητική εναλλακτική. Αλλά -και ίσως αυτό να το λέω για να με καθησυχάσω- δεν νομίζω ότι είναι και λίγο να ζούμε όπως ζούμε από επιλογή. Με την προϋπόθεση ότι ξέρουμε το γιατί, για ό,τι κι αν είναι αυτό το οποίο έχουμε διαλέξει. Και, μια και φαίνεται πως το μητρικό μου ένστικτο μάλλον ξέχασε να βάλει ξυπνητήρι ή πάτησε snooze και αποκοιμήθηκε και σίγουρα δεν θα προλάβει να πάει στη δουλειά, δεν πιστεύω ότι έχω και καμιά σοβαρή δικαιολογία για να συμβιβαστώ. Δηλαδή, γιατί; Για να μπορώ π.χ. να πηγαίνω υπέροχα ταξίδια σε όλο τον κόσμο μαζί με κάποιον που δεν θέλω πια να βλέπω μπροστά μου; Άσε, φίλε, καλή είναι και η ηλιοθεραπεία στο μπαλκόνι μου, παρέα με το γείτονα με τα κυάλια. Α, και, το “θα πεθάνεις μόνη σου” δεν ισχύει. Ισχύει δηλαδή, αλλά ισχύει ούτως ή άλλως. Μετά από κάποια ηλικία, μόνο γιαγιάδες βλέπεις να συνεχίζουν ντούρασελ κόντρα σε κάθε νόμο της φύσης, κόντρα στα δεδομένα της κρίσης, της γραφειοκρατίας, της τιμής της ντομάτας και κάθε άλλης κοσμοθεωρίας. Αλλά, και παρέα να έχεις, πάλι μόνος σου θα πεις στο Τέλος: “κλείνω λίγο τα μάτια, ξυπνήστε με όταν τελειώσουν οι διαφημίσεις…” Άρα;

Δεν μου διαφεύγει, βέβαια, ότι τα περιθώριά μου μέχρι που στη λίστα με τα χόμπι μου να φιγουράρουν τα αξιοζήλευτα “πλέξιμο, 7 γάτες και συλλογή από πορσελάνινες φιγούρες” είναι πολύ περιορισμένα.

World of KnitCraft: Battle of the Grandmas. -Coming soon

Μην βλέπεις που γνωρίζω συνέχεια πλήθος νεαρών, έχω απόλυτη επίγνωση ότι αυτό δεν πρόκειται να κρατήσει για πολύ (ας μην είχα χτίσει Hondo, MAC και Sephora και οι εν λόγω νεαροί ήδη θα τρόμαζαν όταν θα μ’ έβλεπαν και απλά θα έτρωγαν όλο τους το φαΐ). Αυτό που θέλω να πω είναι πως όποιες επιλογές κι αν κάνουμε, τελικά, καλό είναι να είμαστε προετοιμασμένοι -ή έστω υποψιασμένοι- για τις συνέπειες. Π.χ., αν είσαι αλλεργική στο πλέξιμο και στις γάτες, καλύτερα να βγεις από σήμερα σε μπαρ με 35ρηδες έτοιμους για γάμο.

Και να μου πεις και πού είναι αυτό το μπαρ γιατί έχω και κάτι φίλες να αποκαταστήσω.

Ως τότε λοιπόν, μέχρι να τελειοποιήσω την τέχνη του να πλέκω ζιπουνάκια για γατάκια και μέχρι να αποκτήσω σύνθετο-βιτρίνα με τζαμάκι για να επιδεικνύω τη συλλογή από πορσελάνινες βοσκοπούλες, όσο δεν υπάρχει ο Ένας, ας υπάρχουν Πολλοί. Είναι ο μόνος συμβιβασμός που είμαι πρόθυμη και διατεθειμένη (προς το παρόν) να κάνω. Γιατί, δεν πιστεύω ότι έχεις περισσότερες πιθανότητες να βρεις τον ΕΝΑΝ αν δεν δοκιμάσεις κανέναν. Εσύ, αν δεν έχεις δοκιμάσει ένα φαγητό, πώς θα ξέρεις αν σου αρέσει; Απλά επειδή φαίνεται ωραίο και μυρίζει ωραία; (Και, πριν προλάβεις να πεις “ναι” θυμίζω ότι το μέλι μυρίζει ποδαρίλα και τα τυριά ακόμα χειρότερα.) Αλλά δες το κι έτσι: όταν ακόμα το μόνο στερεό που είχες δοκιμάσει ήταν η φρουτόκρεμα, ήξερες εσύ ότι το αγαπημένο σου φαγητό θα είναι η καρμπονάρα; Κι εγώ, που τρελαίνομαι για φάβα; αν δεν την είχα δοκιμάσει, θα το ψυχανεμιζόμουν λες, εξ όψεως, ότι λατρεύω τη φάβα;

Κι αν αυτός που ψάχνω, δηλαδή, είναι η “φάβα” μου;

 

 

Χιτσ-cock-ικός Επίλογος

Tags

, , , ,

 

Τελευταία μέρα διακοπών 2010. Μετά τα όσα συνέβησαν εκείνο το καλοκαίρι (ελπίζω να μην κρατάς σκορ γιατί δεν ξέρω πώς θα τα μπαλώσω, χτυπάω ξύλο και φτύνω στον κόρφο μου), την ώρα λοιπόν που πακετάρω το πρωί, από το ανοιχτό παράθυρο μπαίνει στο δωμάτιό μου πετώντας, ένα πουλί. (Μόνο του, ανεξάρτητο, όχι συνδεδεμένο πάνω σε κάποιον). Ένα συνηθισμένο πουλί μπήκε στο δωμάτιο και ήρθε κι έκατσε πάνω στο κρεβάτι μου, δίπλα στην ανοιχτή βαλίτσα. (Λίγο αργότερα το πουλάκι πέταξε και μετά δεν πήρε ούτε ένα τηλέφωνο, αλλά τι περιμένεις;) Το ειρωνικό αυτό συμβάν μου θύμισε κάτι που είχα πει πρόσφατα –τότε-σε κάποιον:

Επειδή είμαι μεγαλύτερη, για κάποιο αδιευκρίνιστο λόγο, εσύ και οι συνομήλικοί σου πιστεύετε ότι μέρα-νύχτα ονειρεύομαι ιπτάμενα πουλιά…

(ΟΚ, είχα χρησιμοποιήσει μια πιο κακιά λέξη αντί για “πουλιά”, σε πληθυντικό θηλυκού και που συχνά συνοδεύεται από τη λέξη «μπλε» αλλά το νόημα είναι ακριβώς το ίδιο και είχα όντως πει “ιπτάμενες”). Το γεγονός αυτό, λοιπόν, δείχνει -χωρίς καμία πλέον αμφιβολία- ότι το σύμπαν έχει χιούμορ. Εις βάρος μου.

Κι άντε να τα μαζεύουμε σιγά-σιγά, γιατί πήγε μακριά η βαλίτσα…

 

Και εδώ φίλες και φίλοι θα παρακολουθήσουμε μια ανεξάρτητη παραγωγή που αποτελεί μια πετυχημένη αυτοβιογραφική φωτο-αναπαράσταση, εμπνευσμένη από την Τέχνη του κινηματογράφου, η οποία -όπως πάντα- μιμείται τη ζωή:

Τα Πουλιά – Η Ζωή Μου – The Movie

Η ιστορία ξεκίνησε ανέμελα έναν Αύγουστο στα Βατερά, με ΕΝΑ ελεύθερο πουλί και εμένα την αθώα περιστερά… (ναι, Αύγουστο, μην κοιτάς που φοράω γούνα, είχε μελτέμια).

…αλλά, επειδή 1 πουλί = κανένα, σύντομα τα πουλιά έγιναν πολλά και δεν είχα πλέον χρόνο ούτε να πάω κομμωτήριο…

Άσε που, τώρα που το σκέφτομαι, το τελευταίο παλιόπουλο μ’ έχει χέσει κανονικά, δεν σήκωσε το κουλό του να πάρει ούτε ένα τηλέφωνο…

Is it a bird? is it a plane? Είναι σερβιέτα με φτερά (άσχετο) ή… είναι Ιπτάμενο Πουλί;

Αδερφή, να δεις που αυτά τα πουλιά θα μας γαμήσουν…

Ρε, δεν είπα ΟΧΙ παρτούζα;

ή τα μάτια μου κάνουν πουλάκια ή γίνεται του πουλιού το κάγκελο. Φοβάμι πουλύ (ακσάν χωριού).

Αδέρφια μου! Αλήτες, πουλιά! Τρέξτε! Τρέξτε μακριά να σωθείτε!

Ω Θεέ μου, έκανα το λάθος να πουλί-σω την αξιοπρέπειά μου, κι η ζωή μου κατάντησε ένα πουλο-ερείπιο…

Δεν πάει άλλο, παίρνω τα φορέματά μου με τις πούλιες και… τον πούλο!