Tags

, , , , , ,

 

Είναι λοιπόν μέσα προς τέλη Ιουλίου 2012 κι εγώ ασχολούμαι με πολύ σημαντικά ζητήματα όπως 1) το μαύρισμά μου στη βεράντα της κουζίνας -δεν πάω για μπάνιο στην Αθήνα γιατί με το που θα μπω στη θάλασσα κολλάω όλα τα γυναικολογικά του λεκανοπεδίου, 2) την αποκρυπτογράφηση της επικοινωνίας και συναναστροφής μου με Διαβολικό Δίδυμο, 3) διάφορους άλλους ταλαίπωρους που φέρνει στο δρόμο μου η ζωή, 4) τις θερμίδες του παγωτού Δωδώνη χωρίς ζάχαρη, το οποίο καταναλώνω σαν να μην υπάρχει αύριο (και μάλιστα με μπικίνι). Το ηθικό πάντως είναι υψηλό γιατί τέλος Ιουλίου δεν πα να καίγεται ο κόσμος, δεν πα να έρχεται η Δευτέρα Παρουσία, έρχεται και o Αύγουστος οπότε σκόνη και μπούρμπουρη, γιατί bitches, εγώ θα πάω Βατερά.

Σε ένα ημι-παράλληλο σύμπαν, αρχίζω και μιλάω σε καθημερινή βάση με το Αγόρι που έλεγα παραπάνω που κάθε δεύτερη Παρασκευή πάει για χημειοθεραπείες. Το πράγμα είναι αρκετά σουρεάλ. Η *ιδέα* του πράγματος είναι σουρεάλ γιατί, στην πραγματικότητα, παρόλη την αρχική αμηχανία, η συζήτηση κυλάει εύκολα, καθόλου βεβιασμένα και αρκετά ευχάριστα. Το ότι ο ίδιος είναι συνήθως με θετική διάθεση έως και μες στην καλή χαρά, βοηθάει κι εμένα στο να αντιμετωπίζω το όλο πράγμα σαν «εντάξει μωρέ, δεν είναι τίποτα το τρομερό, καρκίνος είναι, θα περάσει».

Εκείνος δεν εκφράζει ποτέ τίποτα απαισιόδοξο, ποτέ κανένα παράπονο. Μιλάμε για τις καθημερινές λεπτομέρειες της αρρώστιας σαν να μιλάμε για ένα κρυολόγημα, μιλάμε για τις χημειοθεραπείες σαν να μιλάμε για συνεδρίες λέιζερ αποτρίχωσης. Έχουμε ένα κοινό: είμαστε και οι δύο καλοί στο να ρίχνουμε τα πράγματα στην πλάκα, ακόμα και τα πιο δύσκολα πράγματα. Μάλλον, ίσως *ειδικά* τα πιο δύσκολα πράγματα. Στα πολλά και διαφορετικά θεωρητικά και μη που συζητάμε, όταν διαφωνούμε μερικές φορές παίζει το χαρτί «έχω δίκιο γιατί έχω καρκίνο». Αλλά για πλάκα. Γελάμε.

Γελάμε ενώ μιλάμε για καρκίνο.

 

Και μιλάμε πολλές ώρες την ημέρα. Τα ωράριά μας είναι παρόμοια, δηλαδή κοιμόμαστε λίγο πριν το ξημέρωμα και ξυπνάμε μεσημέρι, οπότε κάνουμε παρέα ο ένας στον άλλον όταν οι άλλοι κοιμούνται. Μ’ αφήνει ήσυχη όταν ασχολούμαι με άλλα αγόρια. Θα ξαναπώ ότι μου έχει ξεκαθαρίσει ότι δεν μιλάμε επειδή με βλέπει ερωτικά -αν και δεν με βρίσκει τελείως χάλια- απλά γνωρίζει ότι δεν θα μπορούσε να γίνει τίποτα μεταξύ μας αυτή την περίοδο και ότι δεν έχει καμία σχέση με αυτούς που μου αρέσουν συνήθως. Συχνά-πυκνά το λέει πειράζοντάς με για τον εντυπωσιακό αριθμό γνωριμιών μου που φοιτούν στο ΤΕΦΑΑ.

Εγώ, απ’ την άλλη, δεν είμαι σίγουρη. Δεν είμαι σίγουρη για τίποτα. Τα ακούω αυτά που λέει, τα καταλαβαίνω, δυσκολεύομαι όμως να τα καταγράψω και να τα πιστέψω. Όπως έχω αποδείξει πολλές φορές στο παρελθόν, όταν πρωτο-γνωρίζω κάποιον, αν μιλάμε για ώρες και γελάμε, μου παίρνει κάπου… χμμμ… 3 μέρες να τον ερωτευτώ. 3 μέρες όταν τον βλέπω κάθε μέρα και περνάμε χρόνο μαζί. Τον συγκεκριμένο, βέβαια, ακόμα δεν τον έχω δει. Οπότε, ΟΚ, δεν είναι το ίδιο, παρόλο που χαχανίζω (διαδικτυακά) και τον πειράζω με διάθεση φλερταριστική και ύφος γκομενικό. Παρόλο που μιλάμε σχετικά αθώα και υπάρχουν σαφή όρια. Κι εγώ δεν είναι ότι αισθάνομαι κάτι τρομερά έντονο, πάντως, πάνω στην εβδομάδα έχω αποφασίσει ότι θέλω οπωσδήποτε να τον δω.

Και το κανονίζουμε για ένα απόγευμα. Κάτι χαλαρό, τύπου καφέ-ποτό. Είμαι ήδη για καφέ –επαγγελματικό ραντεβού- κι έρχεται να με βρει. Έχω προσπαθήσει ήδη να αφαιρέσω οποιαδήποτε προσδοκία από το μυαλό μου. Όπως και να ‘ναι, ό,τι και να ΄ναι, τον συμπαθώ, χαίρομαι να του μιλάω –πράγμα που δεν μου συμβαίνει με πολύ κόσμο- ήδη απολαμβάνω την παρέα του και τον εκτιμώ. Δεν θέλω να σκέφτομαι τίποτα άλλο. Δεν θέλω να σκέφτομαι αν θα μου αρέσει. Αν θα μου είναι ελκυστικός. Έχω προσπαθήσει και να σβήσω τις φωτογραφίες του απ’ το μυαλό μου, μια και έχει πει ότι δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Θέλω να μην περιμένω τίποτα. Θέλω.

Θέλω και παγκόσμια ειρήνη.

 

Φτάνει. Τον βλέπω, χαίρομαι που τον βλέπω, αλλά δεν είμαι σίγουρη πώς να αντιδράσω και πώς να φερθώ. Δεν μου βγαίνει τίποτα απ’ αυτά που ένιωθα από μακριά. Το παίζω εκ του ασφαλούς. Διατηρώ μια ευχάριστη, άνετη και φιλική στάση, αλλά εδώ και δέκα μέρες, μ’ αυτό το αγόρι μιλούσα δωδεκάωρα και νύχτες ολόκληρες φλερτάροντας μαζί του και σίγουρη ότι τον γουστάρω, και τώρα πάω να μαζέψω τα αμάζευτα.

Κι εκείνος φαίνεται πολύ σφιγμένος. Νομίζω ότι έχει απόλυτη συναίσθηση του τι συμβαίνει, γεγονός που κάνει το όλο πράγμα ακόμα πιο άβολο. Δεν έχω ιδέα πώς να το χειριστώ. Κάνω πως όλα είναι απολύτως νορμάλ, υπερβάλλω στα χαμόγελα, γελάω με αστεία που δεν είναι τόσο αστεία, αλλά είμαι απογοητευμένη. Όχι μόνο απογοητευμένη. Νιώθω και ένοχη, μαλακισμένη, προδομένη απ’ τον εαυτό μου, προδομένη απ’ το σύμπαν, ξανά ένοχη, ξανά μαλακισμένη, ξανά απογοητευμένη. Αλλά δεν μπορώ να κάνω κάτι. Φέρομαι συγκρατημένα και φιλικά.

Στο κάτω-κάτω, είναι ένας άγνωστος με τον οποίο μιλούσα μερικές μέρες στο facebook. Φέξε μου. Το ‘χω κάνει μόνο χμμμ… καμιά… πενηνταριά φορές. Δεν έγινε και τίποτα. Αλλά κρίμα. Πραγματικά μου άρεσε. Άντε τώρα να βρω κάποιον άλλον της προκοπής ν’ ασχοληθώ. Ευτυχώς που φεύγω σε λίγες μέρες για Βατερά και θα ξεκόψουμε λίγο, αναγκαστικά.

Αλλιώς, πώς πας από το «μιλάμε κάθε νύχτα, όλη νύχτα» στο «μιλάμε αραιά και τελείως φιλικά»; Σίγουρα πρέπει να γίνει σταδιακά και προοδευτικά. Αλλά εγώ δεν είμαι για τέτοια, θέλω ξεκάθαρα πράγματα, όχι νεφελώδη ούτε ενδιάμεσα. Και σίγουρα δεν θέλω να είμαι φίλη με κάποιον που (ίσως να) με γουστάρει. Είπαμε, η καριολίασή μου έχει ένα όριο και το friend zone είναι μετά απ’ αυτό. Οπότε ίσως είναι προτιμότερο να εξαφανιστώ. Αλλά είναι τόσο καλό και σωστό και αξιόλογο παιδί. Και καθόλου μαλάκας. Και πόσο μαλάκας θα φανώ εγώ; Γιατί, ερωτώ:

Πώς ξεκόβεις από κάποιον που έχει καρκίνο;

 

that post gave me cancer

 

*Το περιεχόμενο αυτού του ποστ μπορεί να σου φανεί αγενές, κακοήθες, προσβλητικό ή και επώδυνο. Λυπάμαι πολύ. Πάντως είναι απόλυτα ειλικρινές. 
 
Advertisements