Tags

, , , , , , , , ,

Ο καιρός έχει περάσει αλλά νομίζω ότι είναι κρίμα να μην το μοιραστώ αυτό. Είναι μια αναπάντεχη συζήτηση στο facebook από κάποια στιγμή το Καλοκαίρι, μέσα στον Ιούλιο, όπου μιλάω με άγνωστό μου στην πραγματική ζωή αλλά φίλο μου στο fb. Μου λέει ότι άρχισε να διαβάζει την Προϊστορία στο blog μου αλλά απογοητεύτηκε γιατί λείπει το συναίσθημα, ειδικά από κομμάτια όπως το Άρης Ανίκατε Μάχαν (το οποίο εγώ θεωρώ σχεδόν δακρύβρεχτο). Λίγο αργότερα λέει ότι τώρα διάβασε το Αυτή η παραλία είναι κόλλημα (το οποίο εγώ θεωρώ τρομερά αστείο) και λέει ότι το ‘στρωσα κάπως, αυτό έχει πιο πολύ συναίσθημα.

Εγώ: «μάλλον είσαι αναποφάσιστος»

Άγνωστος Φεϊσμπουκικός Φίλος: «σε τι;»

Εγώ: «στο τι προτιμάς, συναίσθημα ή πλάκα. Αλλά δεν πειράζει».

Άγνωστος Φεϊσμπουκικός Φίλος: «Δεν προσπαθώ να αποφασίσω τι θέλω από τα δύο. Θέλω και τα δύο. Εσένα όμως σου βγαίνει πιο εύκολα η πλάκα.

…και το ‘δεν πειράζει’ δεν ισχύει. Σε πειράζει το ότι είμαι αναποφάσιστος. Η αποφασιστικότητα είναι ένα προτέρημα του άντρα, και μου είπες πως είμαι αναποφάσιστος για να μου δείξεις ότι είμαι ελλιπής ή κατώτερος.

Ξεκινάς τις ιστορίες σου που μιλάνε για την παιδική σου ηλικία με ‘εν αρχή ην η Μάνα’. Μας λες για το πώς η άποψή της μέτραγε και σε επηρέαζε -όπως όταν ήθελε να είσαι καλή σαν την αδερφή σου και όταν την αναφέρεις πως ήταν παρούσα στο τεστ εγκυμοσύνης. Μας λες για το πώς σε τραυμάτισε με το κούρεμα. Αλλά έχω φτάσει μέχρι αφότου έχεις περάσει την εφηβεία και ο πατέρας σου δεν υπάρχει πουθενά. Το μόνο που λες είναι ότι ο πατέρας είναι ένα βαρετό καστανό (ένας υποτιμητικός χαρακτηρισμός από μόνος του) ή τον βάζεις στο πακέτο ‘γονείς’.

Είσαι πανέξυπνη. Τρομερά πνευματώδης. Λίγους ανθρώπους έχω συναντήσει με την ευστροφία σου. Και παρ’ όλα αυτά δεν μπορείς να βρεις έναν σωστό άντρα. Μπορείς να έχεις όποιον θέλεις αλλά γυρίζεις με μικρότερους, αδύναμους, ανεπαρκείς, και άθλιους.

Η μάνα σου επισκίασε τον πατέρα σου και εσύ αναπαράγεις τον ίδιο κύκλο με τους άντρες γύρω σου. Επιδιώκεις και βρίσκεις άντρες οι οποίοι να είναι με κάποιο τρόπο ανεπαρκείς και τους οποίους στην συνέχεια επισκιάζεις και απορρίπτεις, για να επιβεβαιώσεις αυτό στο οποίο έμαθες.

Είσαι κεφάτη, κατά βάθος ευγενική, και μαζί με την ευφυΐα σου σε φαντάζομαι πως θα είσαι μια ωραία παρέα. Αρκετές φορές το σκέφτηκα όμως ποτέ δεν αναζήτησα την παρέα σου γιατί ο τρόπος που λειτουργείς με έχει απογοητεύσει online.»

Ε; τι; ποιος;

Κι όμως, αυτά είπε ο Άγνωστος Φεϊσμπουκικός Φίλος και μια και αφήνω πολύ λίγα να πέσουν κάτω (εκτός από βρακάκια που μόλις έβγαλα), απαντώ.

Εγώ: “Δεν μου βγαίνει πιο εύκολα η πλάκα, απλά τα συναισθήματά μου αυτόματα μετατρέπονται σε κάτι χιουμοριστικό, υποθέτω ότι είναι ένας τρόπος αυτοάμυνας. Υπάρχουν και χειρότεροι, και χαίρομαι που μπορώ να χρησιμοποιήσω τον δικό μου προς όφελος των άλλων.

Το επόμενο είναι αποκύημα της φαντασίας σου. Ήθελα απλά να κλείσω το μήνυμα με μια άκακη πρόταση και δεν είχα χρόνο να σκεφτώ κάτι καλύτερο. Όντως είχα θεωρήσει ότι τα μηνύματα “κριτικής” που είχαν προηγηθεί (στα οποία περίμενα κάτι απείρως χειρότερο, τύπου “γράφεις, γράφεις και δεν έχει πλάκα πουθενά”), έρχονταν σε αντίφαση με το κομμάτι που είπες ότι προτιμούσες, αλλά δεν είχε σημασία, αυτό εννοούσα, διότι δεν σκεφτόμαστε όλοι με τον ίδιο τρόπο και το έχω συνηθίσει.

Εν αρχή ην η Μάνα γιατί έπρεπε κάπως να αρχίσω, και το συγκεκριμένο ψιλο-ισχύει στη φύση (τι να βάλω, «εν αρχή ην ένα πήδημα»;) Η Μαμά μου, λοιπόν. Η μαμά μου είναι ένας χείμαρρος, ένας τρομερά πληθωρικός άνθρωπος, πολύ δυναμική προσωπικότητα, εκρηκτική, φωνακλού, συχνά υστερική, σίγουρα drama queen, με σαφέστατη άποψη για όλα, πιστεύει ότι έχει πάντα δίκιο και θέλει να περνάει το δικό της. (Έχω αναρωτηθεί πολλές φορές αν είναι οριακά διπολική).

Ευτυχώς, παράλληλα είναι πολύ καλός άνθρωπος. Έχει μυαλό, χιούμορ, ξεκάθαρη αντίληψη και ενσυναίσθηση. Σε ό,τι έχει πραγματικά σημασία είναι σωστή, ακούραστη, πάντα πρόθυμη να προσφέρει και να θυσιαστεί για το Καλό. Αν δεν συνδύαζε αυτά τα ασυμβίβαστα, θα μου ήταν ανυπόφορη. [Ξέρω πόσο άθλιο ακούγεται αυτό αλλά το είπα και ισχύει].

Είτε το πιστεύεις ή όχι, δεν με επηρέασε ποτέ στο ελάχιστο, παρόλο που υπήρχε σαν δυναμική στη ζωή μου, εκεί γύρω. Η “Κόρη της μαμάς μου” είναι η Αδερφή μου. Και τώρα και πάντα. Αυτές ήταν άρρηκτα συνδεδεμένες κι εγώ δεν ανήκα στην “ομάδα”. Εγώ ήμουν πάντα “η κόρη του μπαμπά”.

Γνωρίζω απόλυτα τι στο χαρακτήρα μου και τι στης αδερφής μου και αντίστοιχα στους χαρακτήρες των γονιών μου υπήρξε ο λόγος για να ισχύει αυτό, αλλά είναι μεγάλη συζήτηση και δεν υπάρχει λόγος να την κάνουμε τώρα. Ποτέ δεν πέρασα άσχημα στο σπίτι μου, ποτέ δεν υπήρξα παραμελημένη από κανέναν κι ακόμα κι αν η Μαμά μου ας πούμε “προτιμούσε” την Αδερφή από μένα γιατί η Αδερφή την άκουγε κι έκανε ό,τι της έλεγε η Μαμά, και άρα ήταν απείρως πιο εύκολο να συνεννοηθούν. Παρόλα αυτά λοιπόν, η αγάπη της Μαμάς ήταν τόσο μεγάλη και για τις δυο μας, που πάλι μου έφτανε και μου περίσσευε.

Παρόλο που πολλές φορές έχω πει ότι αν δεν ήμουν παιδί της και δεν με ήξερε, η μητέρα μου πιθανότατα δεν θα με συμπαθούσε. (Αλλά, σοβαρά, μην νομίζουμε ότι εξ ορισμού είναι δεδομένο ότι θα συμπαθιόμαστε με την οικογένειά μας. Όσο πιο γρήγορα συνειδητοποιήσουμε ότι αυτό είναι από μη-αυτονόητο έως και όνειρο απατηλό, τόσο καλύτερα).

Ο πατέρας μου είναι πιο χαμηλών τόνων αν και σε καμία περίπτωση χαμηλών τόνων γενικά. Ναι, αναφέρω το “βαρετό καστανό” στην περιγραφή του σε σχέση με το γαλανό αλλά συγχρόνως ήτο ο ωραίος του χωριού και, γενικά, ωραίος. Και ευχάριστος. Και κοινωνικός. Η Μάνα τον γούσταρε και δεν έπαψε να τον γουστάρει ποτέ, ακόμα κι αν γκρινιάζει όλη μέρα γι’ αυτόν και του φωνάζει. Λάτρης της συζήτησης για τη συζήτηση, της Ιστορίας, της φιλοσοφίας, της θεωρίας, του στιλ (κάποτε ήξερε και γαλλικά), του «παν μέτρον άριστον» και της συνήθειας (φρουτάκι και καφές το πρωί, γεύμα με κρασί το μεσημέρι, ύπνος, φρουτάκι το απόγευμα, περίπατος και γιαουρτάκι κάθε μα ΚΑΘΕ βράδυ).

Πάντα με προειδοποιούσε με το «η ζωή είναι ζούγκλα» αλλά με σεβόταν και θαύμαζε το ότι έκανα το δικό μου, ανεξάρτητα από όλο τον υπόλοιπο κόσμο. Ακόμα κι αν εκείνος διαφωνούσε εντελώς με τις επιλογές μου. Νομίζω ότι αυτό ξεκίνησε κάπου στα 14 μου, όταν σε μια ακόμα διάλεξη νουθεσίας, με συμβούλευε να ακολουθώ το δρόμο που αποδεδειγμένα οδηγεί στην επιτυχία και στην ευτυχία και να αποφεύγω τα δύσβατα μονοπάτια. Του απάντησα ότι προτιμώ να χαράξω το δικό μου. [Περισσότερα για τα μονοπάτια, εδώ].

it is our choices that show what we truly are Dumbledore

Ο Μπαμπάς, ζώντας σε ένα σπίτι με τρεις γυναίκες, ήθελε να απομακρύνεται λίγο για να βρίσκει την ησυχία του. Πολλές φορές άφηνε τη Μαμά να τον επισκιάζει, διότι απλά δεν θέλει την αντιπαράθεση. Συχνά οι δυο τους διασκεδάζουν μαλώνοντας, αυτό είναι το παιχνίδι τους. Πιθανόν κάνω και τους δύο να φαίνονται εξιδανικευμένοι. Καμία σχέση, αλλά δεν μπορώ να μιλήσω για τους γονείς μου τόσο σύντομα, αντικειμενικά και με ακρίβεια. Τους αγαπώ.

Το επόμενο κομμάτι του μηνύματός σου “παρόλα αυτά δεν μπορείς να βρεις ένα σωστό άντρα”, είναι απλά αστείο. Το “σωστός” δεν πάει σκέτο. Κάποιον με τον οποίο να ταιριάζω και “να δουλέψει” δεν μπορώ να βρω. Κάποιον σωστό για μένα, που το ίδιο να πιστεύει κι αυτός. Γιατί, εννοείται ότι ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ ΚΑΙ ΔΕΝ ΕΧΩ ΟΠΟΙΟΝ ΘΕΛΩ. Καμία μα ΚΑΜΙΑ σχέση. Και το ξέρω ότι θέλω έναν με πιο ισχυρή προσωπικότητα από μένα γιατί ξέρω ότι εύκολα μπορώ να επισκιάσω τον άλλον και να μην υπάρχει σωστή ισορροπία και να πάει όλο το πράγμα στο διάολο. Έχω απόλυτη συναίσθηση.

Δεν θέλω καθόλου να αναπαράγω τη σχέση των γονιών μου. Δεν έχω καμία σχέση με τη Μάνα μου εκτός από μεμονωμένα χαρακτηριστικά και δεν θα ήθελα κανέναν σαν τον πατέρα μου. ΔΕΝ θέλω να είμαι πρωταγωνίστρια στη σχέση, ούτε καν εικονικά. Θέλω ισοδυναμία.

Και ΔΕΝ είμαι πάντα ωραία παρέα (όπου «πάντα» βάλε «συνήθως»). Είμαι απόλυτη και ισχυρογνώμων, ξεροκέφαλη, απαιτητική από- και επικριτική με- τους οικείους μου, δεν αφήνω τίποτα να πέσει κάτω, παίρνω πολλά πράγματα στα σοβαρά που οι άλλοι τα αφήνουν να περάσουν έτσι, δυσκολεύομαι να έχω κατανόηση όταν διαφωνώ και δεν εγκρίνω τους λόγους για τους οποίους οι άλλοι έχουν ανάγκη από στήριγμα, δεν βρίσκω την ενέργεια για πολλά-πολλά με πολλούς-πολλούς, γενικά, δεν είμαι “εύκολος άνθρωπος”.

Ο τρόπος με τον οποίο διασκεδάζω και περνάω το χρόνο μου ελλείψει ανθρώπου δίπλα μου, δεν έχει ιδιαίτερη σχέση με το χαρακτήρα μου. Είναι δύο ξεχωριστά πράγματα. Όπως έχω πει, αν δεν υπάρχει Ένας, ας υπάρχουν πολλοί. Τώρα, αν σε έχω απογοητεύσει, λυπάμαι, αλλά δεν πειράζει (και τώρα δεν είναι απλά κλείσιμο μηνύματος). Δεν πειράζει γιατί δεν μπορώ και ούτε θέλω να κάνω αλλιώς. Αυτά είμαι”.

Κι εκεί έκλεισε το μήνυμα. Ο συγκεκριμένος τύπος δεν μου απάντησε ποτέ, μου ξαναμίλησε μετά από μήνες οπότε δεν έχω ιδέα αν η απάντησή μου τον κάλυψε ή όχι. Τι να πω, έκανα ό,τι μπορούσα. Και για να μην μείνουμε σε σοβαρά, πάρε και κάτι έξτρα από Μάνα…

Άνοιξη 2012

Ένα βράδυ, μιλάω με Μάνα και καταλήγουμε σε ημι-αστεϊζόμενο διαπληκτισμό του ποια είναι πιο τρελή. Έχει προηγηθεί συζήτηση της προηγούμενης μέρας όπου εγώ παραπονιέμαι ότι τρέχω με δουλειές και δεν έχω χρόνο να πλύνω ούτε πιάτα (γενικά το σπίτι μου είναι μπουρδέλο αλλά δεν της το λέω γιατί θα πάθει κρίση και θα εφορμήσει οπλισμένη με κουβάδες και βετέξ).

Μάνα: “Θες να ‘ρθω εγώ να στα πλύνω;”

Εγώ: “Όχι, ευχαριστώ”.

Μάνα πατάει τα (ακατανόητα) κλάματα. Μεταξύ λυγμών: “Έτσι βρε, μπράβο, απομακρύνετέ με τελείως!” (=μιλάει και για την Αδερφή).

Την επομένη, επαναφέρει το θέμα συζήτησης, ρωτάει γιατί δεν θέλω να έρθει να πλύνει τα πιάτα. Απαντάω ότι αν έρθει, θα πλύνει τα πιάτα, θα καθαρίσει και θα κάνει άλλα 200 πράγματα που θα έχουν ως αποτέλεσμα την επόμενη φορά που θα μπω εγώ σπίτι μου να μην ξέρω που βρίσκομαι αλλά και πού βρίσκεται το κωλόχαρτο και ό,τι άλλο χρειάζομαι, για τους επόμενους 3 μήνες. Πρόβλημα. Ειδικά με το κωλόχαρτο. Άσε το τι θα ακούσω που θα περιλαμβάνει τα χιτάκια “σε τι σπίτι μεγάλωσες εσύ”, “πού ζεις”, “δεν ντρέπεσαι” και “βρε μέχρι και τα πιάτα σου έπλυνα”, περί τις 3.716 φορές.

Λέω ότι γενικά δεν θέλω να μπαίνει κανείς σπίτι μου ποτέ. Εκεί κάτι λέει ειρωνικό για βραδινούς επισκέπτες και αναγκάζομαι να το πάρω πίσω κακήν κακώς και να δηλώσω την εξαίρεση “εκτός κι αν είναι αναγκαίο γιατί τους χρειάζομαι πάνω στο κρεβάτι μου”. Καταλήγω -σκεπτόμενη δυνατά- στο ότι πραγματικά αναρωτιέμαι πώς κατάφερα να συγκατοικήσω με δύο ανθρώπους σ’ αυτή τη ζωή χωρίς να τους δολοφονήσω.

Μάνα: “Και μετά λες ότι εγώ είμαι τρελή”.

Εγώ: “Τις μισές φορές παραπονιέσαι που δεν σε βοηθάμε με τις δουλειές και τις άλλες μισές που δεν αφήνουμε εσένα να μας βοηθήσεις με τις δουλειές. Φυσικά είσαι τρελή!”

Μάνα:

Τουλάχιστον, εγώ, υπήρξα και φυσιολογική.

 

*Σημείωση: Η λέξη «αμαρτίες» στον τίτλο δεν έχει καμία σχέση με αυτό το ποστ, χρησιμοποιήθηκε χάριν λογοπαίγνιου. Θεωρώ μεν ότι το τι είδους άνθρωποι είναι οι γονείς μας και το πώς μας μεγαλώνουν παίζει ρόλο στο ποιοι γινόμαστε τελικά αλλά, όπως θα έχεις καταλάβει, πιστεύω ότι το τελευταίο έχει πολύ περισσότερο να κάνει με το ποιοι επιλέγουμε να γίνουμε…

Ναι, αγάπησα κι εγώ τον Tyrion από το Game of Thrones

Advertisements