Tags

, , , , ,

 Τέλειωσε μεν η Προ-Ιστορία αλλά θα κάνω άλλη μια αναδρομή στο κοντινό παρελθόν…

Μετά λοιπόν από το φανταστικό Πάσχα 2011 που είχα περάσει με 40 πυρετό, σε συνδυασμό με πονόδοντο και γυναικολογικά, αποφασίζω να πάω σε ομοιοπαθητικό γιατρό. Γενικά, το είχα σκεφτεί αρκετές φορές με τα τόσα που παθαίνω και, μάλιστα, μου το είχε προτείνει -απελπισμένος πλέον- ο γειτονικός μου γιατρός, ο οποίος με βλέπει όποτε έχω κάτι τραγικό. Δηλαδή περίπου μια φορά την εβδομάδα. Απελπισμένος Γειτονικός Γιατρός: “Τι να πω πια, όλοι ερχόμαστε σε επαφή με χιλιάδες ιούς και μικρόβια κάθε μέρα, αλλά ο οργανισμός μας τα πολεμάει. Εσύ, είναι σαν να μην έχεις καθόλου ανοσοποιητικό σύστημα. Γιατί δεν δοκιμάζεις ομοιοπαθητική;” Μετά απ’ αυτό το σχόλιο βέβαια, το πρώτο που δοκίμασα ήταν να κάνω εξέταση για HIV. Όταν ησύχασα (σχετικά) απ’ αυτό, είπα να δοκιμάσω και ομοιοπαθητική.

Στον ομοιοπαθητκό γιατρό, λοιπόν, μιλάω ασταμάτητα για δύο ώρες και εξιστορώ τα πάντα, από την παιδική μου ηλικία ως σήμερα, ιατρικά αλλά και άσχετα πράγματα που με χαρακτηρίζουν. Για παράδειγμα, ο μονόλογος πήγαινε κάπως έτσι: “…και στα 27 μου, πέρασα ανεμοβλογιά… κρυώνω αν έχει κάτω από 30 βαθμούς… παθαίνω συνέχεια διαστρέμματα… παθαίνω συνέχεια γυναικολογικά… όταν φεύγω απ’ το σπίτι γυρνάω πίσω για να βεβαιωθώ ότι έβγαλα το σίδερο απ’ την πρίζα… έχω μεγάλη φοβία με τα βασανιστήρια… λατρεύω τα σύκα… είμαι βραδινός τύπος αλλά φοβάμαι το σκοτάδι και κοιμάμαι με φωτάκι… δεν θέλω ποτέ κανένας να με βλέπει άβαφτη… βλέπω πολλά όνειρα με σπίτια… η συναναστροφή με κόσμο με κουράζει… δεν πίνω νερό απ’ το ψυγείο…” κ.λπ.

Αυτό, λοιπόν, για δύο ώρες. Και δεν είδα να τον παίρνει ο ύπνος ούτε στιγμή. Ήρωας. Κάτι έξτρα που δεν έχω αναφέρει για λόγους καλαισθησίας και χμμμ… διακριτικότιητας, είναι το εξής. Λέω: “Γιατρέ, επίσης, όσο καιγόμουν απ’ τον πυρετό το Πάσχα, έβγαλα κι ένα σπυρί στο κωλομέρι, το οποίο έχει μέγεθος αυγό μάτι”. Ομοιοπαθητικός Ήρωας: “Γιά να δω.” Εγώ (περίλυπη): “Ζε σέλω!” Ομοιοπαθητικός Ήρωας: “Έλα, δείξε μου” Εγώ: “Δεν είναι για να το δει άνθρωπος, θα έχετε εφιάλτες!” Ομοιοπαθητικός Ήρωας: “Έχω δει σκουλήκια να βγαίνουν από κεφάλι ανθρώπου.”

Του δείχνω το κωλομέρι.

Το θέμα όμως δεν είναι το κωλομέρι. Για το οποίο, μάλιστα, λέει: “μια χαρά είναι” εγώ: “μα γιατρέ μου, δεν μπορεί να με δει άνθρωπος” αυτός: “υπάρχουν και πιο σοβαρά προβλήματα στη ζωή” εγώ (από μέσα μου): “γαμώτι!” Πάνω στη συζήτηση, του αναφέρω ότι τα τελευταία χρόνια “γνωρίζω πολύ κόσμο” (= κωδικός που συνήθως χρησιμοποιούν έτσι ασαφώς και νεφελωδώς κάτι εμφανίσιμα αγόρια και σημαίνει “πηδάω όπου μπορώ, όσο μπορώ”. Όταν τον χρησιμοποιούν κορίτσια, δεν είναι κωδικός, αλλά σημαίνει αυτό ακριβώς που λένε οι λέξεις, δηλαδή όντως γνωρίζουν πολύ κόσμο φιλικά, είτε γιατί άρχισαν Ισπανικά, σεμινάρια αγγειοπλαστικής, εθελοντική εργασία ή άντε και μαθήματα σάλσα. Όταν τον κωδικό τον χρησιμοποιώ εγώ, σημαίνει κάτι ενδιάμεσο).

Ομοιοπαθητικός Ήρωας ζητά να εξηγήσω τι εννοώ κι αρχίζω να εξηγώ πολύ απλά ότι για μένα το σεξ δεν είναι κάτι το Τρομερό. Ναι, ναι, ξέρω, είναι οι ιδιαίτερες προσωπικές στιγμές ενός ζευγαριού, η ώρα που μοιράζεσαι απόλαυση, χαρά και ηδονή με κάποιον άνθρωπο που έχεις επιλέξει, παίρνεις και δίνεις τρυφερότητα, κ.λπ. Ναι. ΟΚ. Μόνο που (προφανώς) δεν το βλέπω με τον “παλιακό” κλισέ ρομαντικό τρόπο που υποτίθεται ότι το βλέπουν ακόμα πολλά κορίτσια. Δεν το βλέπω ούτε σαν μέσο διαπραγμάτευσης/ μέσο συναλλαγής και “χειρισμού”. Δεν θέλω να με βγάζει κανείς έξω και να με κερνάει ποτά ή φαγητά μέχρι να “με ρίξει”. Δεν θέλω να με κυνηγήσει κανείς μέχρι να “το κάνουμε”. Δεν θα είμαι ποτέ αυτή που θα ελπίζει ότι αυτός που θέλω, κατά τη διάρκεια του “κυνηγητού” μπορεί και να με ερωτευτεί. Αν είναι να “με κυνηγήσει”, δεν θέλω να είναι για το σεξ. Το σεξ μπορώ να το δω και ξεχωριστά, μόνο του. Και ξέρω πώς ακούγομαι.

Σαν αγόρι.

Επιστρέφω στη συζήτηση με Ομοιοπαθητικό Ήρωα. Με ρωτάει γιατί ζω όπως ζω και γιατί κάνω ό,τι κάνω. (Όχι ότι κάνω κάτι το φοβερό, απλά κουβέντα να γίνεται). Ομοιοπαθητικός Γιατρός: “Το κάνεις για το σεξ;” Άντε πάλι. Για δισεκατομμυριοστή φορά στη ζωή μου, απαντώ ότι “όχι, δεν το κάνω για το σεξ. Δεν είναι το σεξ αυτό που με ενδιαφέρει”. Μεταξύ μας, εννοώ ότι δεν με ενδιαφέρει όταν κάνω νέες γνωριμίες, όχι γενικά, γιατί άμα το πετύχω το δέκα το καλό, το αλυσοδένω, το κλειδώνω στην ντουλάπα μου, του πετάω μπριζόλες και ανανάδες (ξέρω που σου λέω), και δεν το αφήνω ποτέ να ξαναδεί το φως του ήλιου. Δεν το λέω αυτό. Ούτε κάθομαι να εξηγήσω στον Ομοιοπαθητικό Ήρωα ότι το σεξ αυτό καθαυτό, παραδόξως, δεν είναι αυτό που έχει καθορίσει το λάιφ-στάιλ μου. Ούτε αναλύω το κοινώς γνωστό, θεμελιώδες ζήτημα: ότι για τα κορίτσια, η πρώτη φορά με κάποιον, 9 στις 10 δεν είναι ικανοποιητική ενώ για τα αγόρια, 9 στις 10, είναι. Είπαμε, το πρώτο ερώτημα στο Θεό αν μπαίναμε ποτέ στον παράδεισο (χλωμό), θα ήταν το εξής:

Θεέ μου, γιατί έβαλες τη ρημάδα την κλειτορίδα *έξω* απ’ τον κόλπο;

Ακόμα κι αν γινόταν κάνα γραφειοκρατικό λάθος και η ψυχή μου ανέβαινε προς βόρεια, 5ο σύννεφο δεξιά, μετά απ’ αυτή την ερώτηση, θα έπεφτε φάπα απ’ τον Άγιο Πέτρο και θα με πέταγαν έξω. Αλλά, το γεγονός αυτό, πιστεύω (βαθιά και ακράδαντα) ότι αποτελεί το βασικότερο στοιχείο που κάνει τις σχέσεις των δύο φύλων αυτό που είναι. Γιατί, εδώ που τα λέμε, δεν είναι και εντελώς παράλογο να δυσκολεύεται να πειστεί η άλλη να κάνει κάτι που οι πιθανότητες αλλά και η εμεπιρία της τής λένε ότι δεν θα ευχαριστηθεί ιδιαίτερα, και να θέλει γι’ αυτό κάτι ως “αντάλλαγμα” (για ψυχολογικό μιλάω, όχι γι’ αυτό που χρεώνουν οι δεσποινίδες που συχνάζουν στη Συγγρού). Π.χ. μια -έστω αμφιβόλου φερεγγυότητας και αξιοπιστίας- υπόσχεση ή την ελπίδα ότι κάπου θα οδηγήσει αυτή η “παραχώρηση”. Όσο ανόητο και να ακούγεται αυτό. Και, βασικά, όσο κι αν είναι θλιβερό.

Η προσωπική μου θεωρία είναι ότι αν ευχαριστιόμασταν εξίσου το σεξ αγόρια-κορίτσια με την ίδια ευκολία, από την πρώτη φορά με κάποιον, θα κάναμε ΤΑ όργια. Ποιες τουαλέτες στα μαγαζιά, μιλάω για τουαλέτες στη δουλειά. Κάνουν τα μάτια σου πουλάκια απ’ την οθόνη και θες να βγεις για ένα τσιγάρο; Πάμε πρώτα για ένα γρήγορο στων Ανδρών και το κάνεις μετά. Θα βγαίναμε όλοι στις πλατείες, στα παγκάκια, στις παιδικές χαρές, στα πάρκα. Η χαρά του παιδιού. Γιούχουουου. Αλλά, δυστυχώς, η φύση έκανε διακρίσεις μεταξύ των δύο φύλων. Σεξιστικές σεξουαλικές διακρίσεις. Απλά, δεν είμαστε φτιαγμένοι το ίδιο. Στο συγκεκριμένο θέμα, οι άντρες είναι ευνοημένοι. Και ξέρω πώς ακούγομαι.

Σαν κορίτσι.

Θα κάνω εδώ μια όχι τελείως πετυχημένη παρομοίωση, που έχει όμως κάποιες σαφείς αναλογίες με το θέμα: Ας πούμε πως έχεις έναν Πεινασμένο Τύπο με ένα χοτ-ντογκ στο χέρι. Πεινάει. Πεινάει και θέλει επειγόντως να το ψήσει. Μπροστά του, από μηχανής Θεά, εμφανίζεται μια ψηστιέρα. Εκτός κουτιού. Πεινασμένος Τύπος κατενθουσιάζεται. Βάζει την ψηστιέρα στην πρίζα. Είπαμε, εκτός κουτιού, άρα δεν υπάρχουν οδηγίες, τίποτα. Οπότε, δεν πα να ‘χει η ψηστιέρα πεντακόσια προγράμματα ψησίματος για να κρατάει το λουκάνικο ζουμερό, να λιώνει το τυρί ομοιόμορφα, να κάνει το ψωμί έξτρα τραγανό και να τραγουδάει άριες μόλις το ψήσει στην εντέλεια; Ο άνθρωπος πεινάει, θέλει να ψήσει ένα χοτ ντογκ. Και δεν την έχει ξαναχρησιμοποιήσει αυτή τη γαμημένη την ψηστιέρα και δεν έχει και το μάνιουαλ. Το χώνει μέσα κι ο Θεός βοηθός. Του πούστη, όπως και να ‘χει, το χοτ-ντογκ θα ψηθεί. Δεν είναι και πυρηνική φυσική. Πολλοί λίγοι θα ασχοληθούν με το πόσο ευχαριστήθηκε η ψηστιέρα την όλη διαδικασία και με το αν μετά η ψηστιέρα νιώθει ολοκληρωμένη σαν ψηστιέρα. Εκτός κι αν πετύχεις μη-πεινασμένο και μάστορα, τύπου «40 Χρόνια Φούρναρης, έχω ψήσει…» (+ κυκλική κίνηση με το χέρι που συνοδεύεται από επιφώνημα “πσσσ…!”) Αλλιώς, κάπως έτσι βλέπει και ο μέσος άντρας το σεξ για πρώτη φορά με μια γκόμενα. Και, με αυτό σαν δεδομένο…

…εσύ ψήνεσαι;

Οπότε, επαναλαμβάνω όχι, δεν είναι για το σεξ. Μετά από τόσα που έχω πει, αυτό ακούγεται σαν μια υποκρισία και μισή, το έχω υπόψη μου. Είναι αναμενόμενο να με παρεξηγήσει κανείς -παρόλο που είμαι ένα σεβαστό κορίτσι (με την ευρεία έννοια), (του “κοριτσιού”, όχι του “σεβαστού”), και θα έφτανα ως το σημείο να πω ότι δεν είμαι καν χαλαρών ηθών, παρόλο που με την ηλικία έχουν χαλαρώσει κι αυτά, όπως όλα πάνω μου άλλωστε. Γνωρίζω ότι δίνω λάθος εντύπωση. Χαλαρά.

Ομοιοπαθητικός Ήρωας ρωτά: “Γιατί το κάνεις λοιπόν;” Για μια στιγμή αναρωτιέμαι τι να απαντήσω. Μα, είμαι μόνη μου (στη ζωή), τι να κάνω, δηλαδή; Ειδικά τις Κυριακές, βαριέμαι. Το σκέτο “τρώω δίκιλα παγωτού και βλέπω Star” το είχα κάνει παλιότερα για άπειρα χρόνια, περιμένοντας το γνωστό Πρίγκιπα στο Άσπρο Άλογο (έστω και ποδηλάτη σε δίκυκλο άλλης απόχρωσης), ο οποίος όμως φαίνεται ότι έχει στήσει το μισό σύμπαν. Ε δεν περιμένω άλλο, σόρι κιόλας, θα παραγγείλω. Μια ζωή με πολλή πλάκα (την αστεία, η ταφόπλακα έρχεται μετά) παρακαλώ. Σε ψηλό (ποτήρι. Το αγόρι, παρακαλώ να είναι σε κοντό). Γιατί, ναι, μ’ αρέσουν τα αγόρια. Μ’ αρέσει να φιλιέμαι.

to make out = φασώνομαι

Παραλίγο να αναφέρω και το μάντρα μου (μιλάω για μόττο, όχι για πέτρινο τοιχάκι) που ονομάζω Το Νόημα Της Ζωής: “Να είμαι στη μέση του κλαμπ, κάτω από τη ντισκομπάλα, να παίζει r’n’b και να χορεύω και να φιλιέμαι με Χαριτωμένο Αγόρι που χορεύει και μυρίζει ωραία”. Εδώ το ‘χα, αλλά συγκρατήθηκα. Λέω:

Άσε, ο άνθρωπος έχει δει σκουλήκια να βγαίνουν από κεφάλι ανθρώπου, του ‘δειξα και το σπυρί στο κωλομέρι, κρίμα είναι, αρκετά έχει υποφέρει.

Γι’ αυτό ζω έτσι λοιπόν. Ακόμα. Γιατί δεν βλέπω ικανοποιητική εναλλακτική. Αλλά -και ίσως αυτό να το λέω για να με καθησυχάσω- δεν νομίζω ότι είναι και λίγο να ζούμε όπως ζούμε από επιλογή. Με την προϋπόθεση ότι ξέρουμε το γιατί, για ό,τι κι αν είναι αυτό το οποίο έχουμε διαλέξει. Και, μια και φαίνεται πως το μητρικό μου ένστικτο μάλλον ξέχασε να βάλει ξυπνητήρι ή πάτησε snooze και αποκοιμήθηκε και σίγουρα δεν θα προλάβει να πάει στη δουλειά, δεν πιστεύω ότι έχω και καμιά σοβαρή δικαιολογία για να συμβιβαστώ. Δηλαδή, γιατί; Για να μπορώ π.χ. να πηγαίνω υπέροχα ταξίδια σε όλο τον κόσμο μαζί με κάποιον που δεν θέλω πια να βλέπω μπροστά μου; Άσε, φίλε, καλή είναι και η ηλιοθεραπεία στο μπαλκόνι μου, παρέα με το γείτονα με τα κυάλια. Α, και, το “θα πεθάνεις μόνη σου” δεν ισχύει. Ισχύει δηλαδή, αλλά ισχύει ούτως ή άλλως. Μετά από κάποια ηλικία, μόνο γιαγιάδες βλέπεις να συνεχίζουν ντούρασελ κόντρα σε κάθε νόμο της φύσης, κόντρα στα δεδομένα της κρίσης, της γραφειοκρατίας, της τιμής της ντομάτας και κάθε άλλης κοσμοθεωρίας. Αλλά, και παρέα να έχεις, πάλι μόνος σου θα πεις στο Τέλος: “κλείνω λίγο τα μάτια, ξυπνήστε με όταν τελειώσουν οι διαφημίσεις…” Άρα;

Δεν μου διαφεύγει, βέβαια, ότι τα περιθώριά μου μέχρι που στη λίστα με τα χόμπι μου να φιγουράρουν τα αξιοζήλευτα “πλέξιμο, 7 γάτες και συλλογή από πορσελάνινες φιγούρες” είναι πολύ περιορισμένα.

World of KnitCraft: Battle of the Grandmas. -Coming soon

Μην βλέπεις που γνωρίζω συνέχεια πλήθος νεαρών, έχω απόλυτη επίγνωση ότι αυτό δεν πρόκειται να κρατήσει για πολύ (ας μην είχα χτίσει Hondo, MAC και Sephora και οι εν λόγω νεαροί ήδη θα τρόμαζαν όταν θα μ’ έβλεπαν και απλά θα έτρωγαν όλο τους το φαΐ). Αυτό που θέλω να πω είναι πως όποιες επιλογές κι αν κάνουμε, τελικά, καλό είναι να είμαστε προετοιμασμένοι -ή έστω υποψιασμένοι- για τις συνέπειες. Π.χ., αν είσαι αλλεργική στο πλέξιμο και στις γάτες, καλύτερα να βγεις από σήμερα σε μπαρ με 35ρηδες έτοιμους για γάμο.

Και να μου πεις και πού είναι αυτό το μπαρ γιατί έχω και κάτι φίλες να αποκαταστήσω.

Ως τότε λοιπόν, μέχρι να τελειοποιήσω την τέχνη του να πλέκω ζιπουνάκια για γατάκια και μέχρι να αποκτήσω σύνθετο-βιτρίνα με τζαμάκι για να επιδεικνύω τη συλλογή από πορσελάνινες βοσκοπούλες, όσο δεν υπάρχει ο Ένας, ας υπάρχουν Πολλοί. Είναι ο μόνος συμβιβασμός που είμαι πρόθυμη και διατεθειμένη (προς το παρόν) να κάνω. Γιατί, δεν πιστεύω ότι έχεις περισσότερες πιθανότητες να βρεις τον ΕΝΑΝ αν δεν δοκιμάσεις κανέναν. Εσύ, αν δεν έχεις δοκιμάσει ένα φαγητό, πώς θα ξέρεις αν σου αρέσει; Απλά επειδή φαίνεται ωραίο και μυρίζει ωραία; (Και, πριν προλάβεις να πεις “ναι” θυμίζω ότι το μέλι μυρίζει ποδαρίλα και τα τυριά ακόμα χειρότερα.) Αλλά δες το κι έτσι: όταν ακόμα το μόνο στερεό που είχες δοκιμάσει ήταν η φρουτόκρεμα, ήξερες εσύ ότι το αγαπημένο σου φαγητό θα είναι η καρμπονάρα; Κι εγώ, που τρελαίνομαι για φάβα; αν δεν την είχα δοκιμάσει, θα το ψυχανεμιζόμουν λες, εξ όψεως, ότι λατρεύω τη φάβα;

Κι αν αυτός που ψάχνω, δηλαδή, είναι η “φάβα” μου;

 

 

Advertisements