Tags

, , , , , , , ,

 

Το παρακάτω συμβάν είναι κι αυτό του Αυγούστου 2010, τις πρώτες μέρες των διακοπών. Ακόμα, το θέρετρο (=Βατερά) δεν έχει κόσμο. Όχι ότι έχει και ποτέ πολύ κόσμο, αλλά ακόμα δεν έχει τον κόσμο που περιμένουμε και στον οποίο ελπίζουμε. Κυκλοφορώ λοιπόν με φίλους μου και ΦΞΦ, παρεΐστικα, ανέμελα, τύπου περνάμε και μόνοι μας καλά. Πράγματι, περνάμε μια χαρά. Το μόνο μου πρόβλημα απόψε είναι ότι έχω βάλει -και άρα έχω “κάψει”- ένα πολύ ωραίο καινούριο λευκό φόρεμα και –γαμώτι- δεν θα το δει κανείς. Το φόρεμα το έχω παραγγείλει από το ίντερνετ και δεν το έχω ξαναφορέσει ποτέ. ΟΚ, το είχα βάλει μια γρήγορη στην Αθήνα να δω αν μου κάνει ή πρέπει να το επιστρέψω, και μετά κατευθείαν βαλίτσα. Όταν το δοκιμάζω νωρίτερα στο δωμάτιο, μπροστά στον καθρέφτη, διαπιστώνω ότι το ύφασμα ίσως είναι λιγουλάκι λεπτό. Σκέφτομαι: «χμμμ… φεγγίζει…» Με μια δεύτερη, πιο κριτική ματιά, μου λέω αποφασιστικά:

Μ’ αυτό, ΔΕΝ μπαίνει εσώρουχο.

Αργότερα, στο μπιτς μπαρ-κλαμπ El Sol (δικαίως έχει αυτό το όνομα διότι πάντα βλέπουμε ήλιο), τα αγόρια της παρέας μας έχουν προσανατολιστεί προς το προσωπικό του μαγαζιού (πολύ στρατηγικά σωστή κίνηση όταν δεν υπάρχει κόσμος, γιατί τι να κάνουν και οι μπαργούμεν, βαριούνται κι αυτές). Κάποια στιγμή που πλησιάζει το χάραμα, εμείς τα κορίτσια πετάμε τάπες, ΦΞΦ έχει πιει λίγο, την πιάνει ένα κουλό τύπου “έχω πολύ ενέργεια, θέλω να περπατήσω”. Προτείνει να πάμε σπίτι με τα πόδια. Εγώ, υπό νορμάλ συνθήκες δεν θα το συζητούσα καν –μιλάμε για σχεδόν δυο χιλιόμετρα ως το σπίτι, άρα με τακούνι δεν παίζει- αλλά, κατά διαβολική σύμπτωση, έχω μαζί μου ένα ζευγάρι φλατ σανδάλια. Βέβαια, οι “νορμάλ συνθήκες” έχουν και τα όριά τους διότι, μια και ο προσανατολισμός των αγοριών προς το προσωπικό του μαγαζιού διήρκεσε όλο το καλοκαίρι, σε βαθμό που, δεκαπενταύγουστο, 8 η ώρα το πρωί, βρίσκομαι ακόμα στο μπιτς μπαρ/κλαμπ γιατί οι άλλοι περιμένουν μπας και γδυθεί καμιά μπαργούμαν και βουτήξει στη θάλασσα, και ΚΑΝΕΙΣ δεν με πάει σπίτι, παρά τις σπαραξικάρδιες παρακλήσεις μου, αναγκάζομαι και ΠΑΛΙ να το πάρω με το πόδι. Αυτή τη φορά, ξυπόλητη. Πίκρα. Βλέπεις, όταν έφευγε ο πολύς ο κόσμος τη λογική ώρα του, ας πούμε, 6 το πρωί, εγώ έλεγα “μα, θα χάσω το καλύτερο”.

Ακόμα το περιμένω.

Αλλάζω παπούτσι, λοιπόν, και ξεκινάω μαζί με ΦΞΦ να πάμε σπίτι. Μια ευθεία ο δρόμος, εγώ μπροστά, εκείνη πίσω, περπατάμε στα αριστερά, αφ’ ενός ζυγού και αναλύουμε το νόημα της ζωής (μας). Αναρωτιόμαστε τι θα κάνουμε αν δεν υπάρχει τίποτα ενδιαφέρον φέτος, μα πού πήγαν όλοι οι άντρες (δηλαδή σε ποιο νησί), τα γνωστά. ΦΞΦ είναι σε πολύ ευχάριστη διάθεση, κελαηδάει, εγώ σε όχι τόσο, αλλά κάνω ό,τι μπορώ. Δεν έχουμε περπατήσει πέντε λεπτά και πρώτα ακούω και αμέσως μετά βλέπω αυτοκίνητο να έρχεται σφαίρα και να περνά ξυστά από δίπλα μου. Αυτό που, περνώντας, σε κάνει να τιναχτείς πίσω απ’ τον αέρα και σου κόβεται η ανάσα. Ακούω ένα εκκωφαντικό “ΓΚΑΠ”. Γυρνάω πίσω και βλέπω ΦΞΦ πεσμένη μέσα σε χαντάκι. Για δύο δευτερόλεπτα σκέφτομαι “ωχ, έπεσε, μα τι κάνει εκεί, γιατί δεν σηκώνεται;” Σκύβω προς ΦΞΦ. Ψελλίζει: “Μην με ακουμπήσεις. Πάρε το 166”. Συνειδητοποιώ. Και στριγκλίζω.

Δεν καταλαβαίνω πώς και τι, αλλά σχεδόν συγχρόνως, συνειδητοποιώ ότι ουρλιάζει και κάποιος άλλος. Οδηγός του αυτοκινήτου, έχει σταματήσει στη μέση του δρόμου είκοσι μέτρα μπροστά, βγαίνει και τρέχει προς το μέρος μας ουρλιάζοντας “τη χτύπησα, τη χτύπησα!” Δεν επικοινωνώ. Κοιτάζω ΦΞΦ, το χέρι της είναι γυρισμένο κάπως που δεν θα έπρεπε να πηγαίνει κανονικά ένα χέρι, φρικάρω, δεν ξέρω τι άλλο έχει γίνει. Σε δευτερόλεπτα, όλη η παρέα μας και οι υπόλοιποι θαμώνες του μαγαζιού είναι δίπλα. Όλοι λένε ότι άκουσαν το “ΓΚΑΠ”. Δεν ξέρω πώς γίνεται αυτό. Εγώ καταρρέω και κλαίω μες στο δρόμο. Είμαι παντελώς άχρηστη. Ευτυχώς, εκείνοι παίρνουν τηλέφωνα και φωνάζουν αστυνομία και ασθενοφόρο. Οδηγός είναι κι αυτός αστυνομικός, 20 χρονών. Απόλυτα φρικαρισμένος, πανικοβλημένος, σοκαρισμένος, κλαίγοντας, λέει ότι προσπάθησε να αποφύγει μια μηχανή που ερχόταν αντίθετα. Εγώ δεν είδα καμιά μηχανή. ΦΞΦ ψελλίζει ότι την είδε αυτή. Εκκωφαντικό ίου ίου ίου. Το ασθενοφόρο.

Όταν μαζεύουν ΦΞΦ με το φορείο για να τη βάλουν μέσα, ΦΞΦ μού κάνει νόημα πόσο Θεός είναι ο Οδηγός: ξανθός, γαλανός, 20 χρονών, ωραίο σώμα, 20 χρονών. Τη βλέπω να κάνει το νόημα και να χαμογελά κι ένα βάρος φεύγει από πάνω μου, εκείνη τη στιγμή νιώθω ότι στο τέλος όλα θα πάνε καλά. Μου λένε να μπω κι εγώ μέσα στο ασθενοφόρο. Θα την πάμε πρώτα στο Κέντρο Υγείας, μετά θα την πάνε στο Νοσοκομείο στην πόλη (απέχουμε μιάμιση ώρα από κει), ενώ εγώ θα πρέπει να πάω πρώτα στο αστυνομικό τμήμα να δώσω κατάθεση. Η παρέα ακολουθεί. Μέσα στο ασθενοφόρο, η γιατρός-τραυματιοφορέας-δεν-ξέρω-τι, έχει την πιο αστεία και τσιριχτή φωνή που έχω ακούσει στη ζωή μου. Ούτε σαν καρτούν, πιο αστεία, το κορίτσι είναι ανεκμετάλλευτο διαμάντι, μπορεί να γίνει διάσημη. ΦΞΦ πότε πέφτει σε κόμμα απ’ το σοκ, πότε ξυπνάει, την ακούει και γελάει. Εγώ ακόμα τρέμω. Η ζωή δεν βγάζει ακριβώς νόημα.

Φτάνουμε στο Κέντρο Υγείας. Λέμε σε ΦΞΦ ότι θα τη δούμε στο Νοσοκομείο και ξεκινάμε με παρέα μου και Οδηγό για το αστυνομικό τμήμα. Είναι πλέον τελείως μέρα. Φοράω το λευκό μου φόρεμα που φεγγίζει. Χωρίς εσώρουχα. Και πάω να δώσω κατάθεση.

Αστυνομικό θρίλερ και σοφτ πορνό μαζί.

Μέσα στο τμήμα, προφανώς δίνω κάπως περίεργη εντύπωση, με κοιτάνε από πάνω μέχρι κάτω με δυσπιστία. Η δυσπιστία των αστυνομικών ξεκινά απ’ τη φάτσα μου με το «αποκλείεται αυτή να μην είναι μεθυσμένη» και καθώς το βλέμμα κατεβαίνει προς τα κάτω, φτάνει στο «μήπως κι εγώ είμαι μεθυσμένος;» Εγώ πάντως δεν έχω πιει ούτε δυο ποτά (είχα το λαιμό μου) και πιστεύω πως και τρία μπουκάλια να είχα πιει, μετά από ό,τι συνέβη θα ήμουν πλήρως νηφάλια. Εξιστορώ ό,τι είδα, με βάζουν να επαναλάβω τα πάντα είκοσι τρεις χιλιάδες φορές και δείχνουν να μην μου έχουν και απόλυτη εμπιστοσύνη, παρόλο που προσέχω πολύ να είμαι ευγενική, υπομονετική, να μην ευξάπτομαι, να μην ουρλιάζω από το σοκ και τον εκνευρισμό και βασικά να ΜΗΝ σταυρώνω τα πόδια μου. Ο τύπος που γράφει την αναφορά στον υπολογιστή είναι τελείως ανορθόγραφος και έχει άθλιο συντακτικό αλλά όταν προσφέρομαι να του το διορθώσω, παθαίνει ένα μικρό εγκεφαλικό. Τελικά, κάποια στιγμή, με αφήνουν να βγω.

Παρέα μου έχει αρχίσει ήδη να βλέπει τα κωμικά στοιχεία της κατάστασης (γι’ αυτό είναι και παρέα μου). Εγώ καταριέμαι την τύχη μας, καταριέμαι όλα τα τροχοφόρα του σύμπαντος, καταριέμαι την κακιά στιγμή του ατυχήματος και καταριέμαι την κακιά στιγμή που αποφάσισα αυτή τη βραδιά να φορέσω αυτό που φοράω. Δεν ήταν να με δει κανείς να κυκλοφορώ μέρα. Και πόσο μάλλον στο αστυνομικό τμήμα ή στο νοσοκομείο, το οποίο είναι ο επόμενος σταθμός.

Ξεκινάμε τη διαδρομή προς νοσοκομείο, εγώ με δυο μου φίλους. Σταματάνε να πάρουν καφέ και τυρόπιτες, εγώ ούτε καφέ πίνω ούτε τρώω οτιδήποτε πιτοειδές, παίρνω νερό και κάτι αχλάδια. Στο δρόμο ζαλίζομαι, κάθομαι μπροστά. Το αυτοκίνητο δεν έχει κλιματισμό. Ο δρόμος έχει στροφές. Παίρνουμε τα –εύχομαι-να-μην-σου-τύχει-ποτέ-να-σε-ξυπνήσουν-έτσι- τηλέφωνα που πρέπει να πάρουμε, συνεννοούμαστε με Γονείς ΦΞΦ να μας συναντήσουν στο νοσοκομείο. Στην αρχή της διαδρομής είμαστε κάπως σοβαροί, στο τέλος όχι και τόσο. Η κατάσταση κωμικοτραγική. Γέλια και ενοχές μαζί. Φτάνουμε στο Νοσοκομείο, βρίσκουμε τη ΦΞΦ και οι γονείς της είναι ήδη εκεί. Οι απώλειες είναι οι εξής: Ένα σμπαραλιασμένο χέρι από τον καθρέφτη του αυτοκινήτου που τη χτύπησε και ένα διάστρεμμα από το πέσιμο. Θα μπει την άλλη μέρα χειρουργείο. Σκέφτομαι ότι θα χάσει το καλοκαίρι της. Βάζω τα κλάματα. Οι φίλοι με μαζεύουν να μην κλαίω μπροστά της. Βγαίνουμε σε μια βεράντα, μου λένε αστεία κι εγώ κλαίω, κι ενώ κλαίω, γελάω. ΦΞΦ μας διώχνει να πάμε να ξεκουραστούμε. Το δικό μας δράμα εδώ τελειώνει.

Της ΦΞΦ δεν τέλειωσε τόσο εύκολα. Έκανε το χειρουργείο, έχασε το καλοκαίρι της, το χέρι της δεν έγινε καλά, έχασε παραπάνω καιρό, χρειάστηκε και δεύτερο χειρουργείο, της πήρε σχεδόν ένα χρόνο, δεν ήταν κάτι που ξεπέρασε τόσο απλά. Από τότε, φοβάται να περάσει δρόμους. Κι από τότε, δεν έχει ξανάρθει στα Βατερά. Θα ‘θελα να πω κάτι που να βγάζει νόημα, κάτι που να το κάνει πιο εντάξει, έλα μωρέ, συμβαίνουν αυτά, μες στη ζωή είναι, μη χειρότερα, πάλι καλά, Άγιο είχατε… αλλά όχι. Μακριά. Μην πίνεις και οδηγείς, μην πίνεις και περπατάς. Μην προκαλείς την κακή σου τύχη. Και μην ρωτάς «πού πήγαν όλοι οι άντρες;» γιατί ποτέ δεν ξέρεις από πού θα σου ‘ρθουν και με πόσα χιλιόμετρα την ώρα.

Επίσης, τελευταία παράκληση: Είναι δυνατόν, έξω απ’ τα αστυνομικά τμήματα, να βάλουν εκείνα τα κουτιά μ’ εκείνες τις μακριές λουλουδάτες φούστες που έχουν ειδικά για την περίπτωση που η περιβολή σου δεν είναι αρκετά σεμνή…; Ξέρεις μωρέ, αυτά που έχουν στα νησιά…

…έξω από τις εκκλησίες…;

 

Advertisements