Tags

, , , , ,

 

Καλοκαίρι 2010 και είναι Παρασκευή. Από σήμερα, αρχίζει η καλοκαιρινή μου άδεια. Επιτέλους, γιατί την έχω ανάγκη, στη δουλειά δεν μας πληρώνουν τελευταία, χρειάζομαι να ξεφύγω από όλο αυτό. Το βράδυ έχω να πάω σε τύπου μπάτσελορ πάρτι Αγαπημένου Φίλου, το Σάββατο έχω να πάω στο γάμο του ιδίου Αγαπημένου Φίλου, μετά έχω δυο-τρεις μέρες προετοιμασία κι έπειτα αντιός αμίγκος για Βατερά. Η διάθεσή μου δεν πάει πιο πάνω.

Είμαι έτοιμη για αξέχαστες καλοκαιρινές περιπέτειες.

 

Στο τύπου μπάτσελορ, λοιπόν, στο Ακρωτήρι (“τύπου” γιατί τελευταία φορά που τσέκαρα, είμαι θηλυκού γένους, παρόλα αυτά, είμαι εκεί), οι καλεσμένοι είναι από όλο τον πλανήτη, από όλες τις φυλές και σε όλες τις αποχρώσεις διότι Αγαπημένος Φίλος – Γαμπρός έχει ζήσει Αμερική και τώρα μένει Αγγλία, άρα το γκεστ-λιστ είναι πολυεθνικό και η ατμόσφαιρα κοσμοπολίτικη. Το κέφι ρέει άφθονο, το αλκοόλ επίσης. Σε κάποια φάση, σε τρελό ενθουσιασμό, έχω ανέβει πάνω σε μπαρ και χορεύω με Αγαπημένο Φίλο – Γαμπρό. Δεν τσακίζω γόνατο, δεν γυρνάω αστράγαλο, το φόρεμα παραμένει –σχετικά- στη θέση του, άρα μιλάμε για μεγάλη επιτυχία. Κατεβαίνοντας, ψάχνω Αδερφή.

Μαρτυρία Αδερφής:

“Κοινωνικοποιούμαι και μιλάω με όλους τους καλεσμένους στην αγγλική (ανήκουμε και οι δύο στο ανεπίσημο διπλωματικό σώμα ως πρέσβειρες καλής θελήσεως), και σε κάποια φάση μου μιλάν κι άλλοι δύο τύποι από Αργεντινή και δείχνουν εσένα πάνω στο μπαρ. Υπόσχομαι ότι θα σας συστήσω και συνεχίζουμε τη συζήτηση”.

~Εν τω μεταξύ, εγώ εντοπίζω Αδερφή και βλέπω ότι μιλά με δύο τύπους. Ο ένας κοντός και χαριτωμένος, δηλαδή ο τύπος μου, και κάπως εξωτικός. Αδερφή μού κάνει νόημα να πάω, οπότε κατευθύνομαι προς τα εκεί.~

Συνέχεια Μαρτυρίας Αδερφής:

“Ο ένας τύπος κάτι μου λέει ότι είναι Μάνατζερ. Δεν καταλαβαίνω, λέει ότι είναι Μάνατζερ του κοντού. Εξωτικός Κοντός είναι -λέει- γνωστός ποδοσφαιριστής, μόλις έφτασε για να παίζει σε Γνωστή Ομάδα”. (Εδώ, όταν λέω “-λέει-” εννοώ ότι ο Μάνατζερ λέει, γιατί Εξωτικός Κοντός δεν μιλά γρι από καμιά γνωστή γλώσσα). Αδερφή προς Μάνατζερ: “Σοβαρά μιλάς, και συνέπεσε με το γάμο του Αγαπημένου Φίλου;” Μάνατζερ:

 Ποιο γάμο;

 

Αδερφή συνειδητοποιεί το μέγεθος της παρεξήγησης. Αργεντινοί δεν έχουν καμία σχέση με το γάμο. Σοκ και πανικός. Αδερφή κάνει επείγον νόημα να μην πάω. Πολύ αργά. Με την άκρη του ματιού μου, αμυδρά, βλέπω το επείγον νόημα αλλά, όπως είπα, είμαι σε τρομερά καλή διάθεση (έτσι, να το εμπεδώσουμε), μετά από ποτά/ σφηνάκια και, έχοντας εντοπίσει Εξωτικό Κοντό (ο οποίος παρεμπιπτόντως φοράει και Τ-σερτ με στρασάκια, η αδυναμία μου), δεν αλλάζω κατεύθυνση. Ντουγρού. Πάω, χαιρετάω, λένε και σε μένα κάτι για μάνατζερ, διάσημους ποδοσφαιριστές, ομάδες και δεν-με-νοιάζει-καθόλου, αλλά γνέφω ότι και καλά είμαι ενθουσιασμένη για τα ποδοσφαιρικά.

 Τους λέω ότι ξέρω και τι σημαίνει οφ σάιντ.

 

Εξωτικός Κοντός λέει στο Μάνατζερ να μεταφράσει ότι χορεύω πολύ ωραία, ότι γενικά είμαι πολύ ευχάριστη στο μάτι (αν δεν το πει ο κοντός στην κοντή, ποιος θα το πει;) και με κερνάνε ποτό. Όπου στην Αργεντινή έχουν –λέει- το έθιμο ότι όταν κερνάνε κάποιον ένα ποτό, πρέπει να πιουν κι αυτοί το ίδιο που πίνει αυτός τον οποίο κερνάνε. Το οποίο σημαίνει ότι βάζω δυο ξένους ανθρώπους καλοκαιριάτικα να πιουν από «ένα Haig με πολύ νερό σε ψηλό». Τους βλέπω ότι κάνουν μορφασμό δυσαρέσκειας αλλά το καταπίνουν. (Γελάω ασυγκράτητα). Επίσης, αναρωτιέμαι:

Με τέτοια έθιμα στην Αργεντινή, πώς και δεν είναι όλοι συνέχεια γκολ;

 

Μετά από το κερασμένο ποτό και με μια θολούρα αλλά συγχρόνως και γυαλάδα στο μάτι, λέω στο Μάνατζερ να μεταφράσει ότι Εξωτικός Κοντός είναι πολύ χαριτωμένος. Αυτό το σημείο υπήρξε καθοριστικό (στο λέω εγκυκλοπαιδικά να το ξέρεις, πολύ το εκτίμησε ο Αργεντινός). Αδερφή βλέπει από μακριά το βλέμμα μου και καταλαβαίνει το Μάταιο της υπόθεσης, οπότε δεν βλέπει το λόγο να διαμαρτύρεται πλέον. Ασχολούμαι ελεύθερα με Εξωτικό Κοντό. Πότε μέσω Μάνατζερ, πότε στο μουγγό. Ανταλλάσσουμε και τηλέφωνα (με Μάνατζερ, βέβαια, διότι τηλέφωνο στο μουγγό δεν γίνεται). Αλλά χωρίζουμε με υποσχέσεις ότι θα ξανα-ιδωθούμε:

Είσαι στο μυαλό κάτι μαγικό.

 

Την επομένη, ομολογώ ότι googlάρω Εξωτικό Κοντό και όντως είναι διάσημος. Επίσης, μου έχει πει ψέματα για την ηλικία του. Έχει πει ότι είναι μικρότερος από ό,τι πραγματικά είναι, έκοψε μια πενταετία. Σοβαρά, συγκινούμαι. Αυτό δεν έχει ξαναγίνει. Δυο μέρες αργότερα, μετά από ακατανόητα sms από Μάνατζερ (ο οποίος ξέρει αγγλικά εμπειρικά, δεν είναι και του Κέιμπριτζ), κανονίζουμε για φαγητό στο Ledra Marriott όπου διαμένει προσωρινά ο Εξωτικός Κοντός. Παραδόξως, η όλη φάση έχει πλάκα και γελάμε πολύ με Μάνατζερ μόνο που δυστυχώς δεν μεταφράζει ούτε το εν τρίτο προς Εξωτικό Κοντό, ο οποίος πρέπει να βαριέται θανάσιμα. Εγώ μαθαίνω πολλά για ποδόσφαιρο, πειράζω και Εξωτικό Κοντό που πίνει μπίρα και τρώει πατατάκια και λέει ότι αύριο στην προπόνηση πρέπει να τρέξει δυο χιλιόμετρα παραπάνω εξαιτίας τους, γελάω χαιρέκακα γιατί επιτέλους κάποιος συμπάσχει με το ζήτημα Ηθελημένη Στέρηση Νόστιμων Φαγώσιμων Πραγμάτων, μετά σκέφτομαι ότι αυτός όμως παίρνει εκατομμύρια, ΟΚ, το παίρνω πίσω το χαιρέκακο γέλιο, έχει αρχίσει και η εποχή που δεν μας πληρώνουν όπως προανέφερα, μελαγχολώ για κάνα τρίλεπτο. Όχι παραπάνω, όμως. Βλέπεις, ακόμα τότε, κι εγώ και οι περισσότεροι, δεν έχουμε ιδέα τι μέλλει γενέσθαι. Αναγκαστήκαμε να περιορίσουμε το χαβιάρι στο δεκατιανό και είπαμε:

Έλα μωρέ, μπόρα είναι, θα περάσει.

 

Αλλά ας γυρίσουμε πίσω στο Ledra Marriott. Κάπου εκεί έρχεται η ρημάδα η ώρα της συνέχειας. Και, μεταξύ δισταγμού αλλά και του «ε τι άλλο θα κάνουμε δηλαδή;» πάμε στη ρημαδοσουίτα. Άσχετο: Πολλά ωραία αθλητικά παπούτσια τακτοποιημένα στην είσοδο. Μετά από δυο κουβέντες και “ααα, τι ωραίο σοβατεπί”, ο Μάνατζερ λέει να φεύγει σιγά-σιγά. Εγώ (θεατρικά, βλέπε ελληνικό δράμα): “Στάσου Μάνατζερ! Πού πας; Μη φεύγεις” Μάνατζερ: “Εεεε… εγώ να κάτσω, αλλά δεν νομίζω ότι Εξωτικός Κοντός θα χαρεί ιδιαίτερα…” Εκεί, αρκετά πανικοβλημένη, σκέφτομαι να γράψω μια λίστα με πράγματα που μπορεί να προκύψουν πάνω στο προκείμενο για να μου τα μεταφράσει πριν φύγει, αλλά ντρέπομαι κιόλας (ναι, πού και πού συμβαίνει κι αυτό). Παραιτημένη, λέω απλά να μεταφράσει την κλασική μου ατάκα:

Βγάλε παπούτσια και πλύνε χέρια. Με αυτή τη σειρά.

 

Μάνατζερ μεταφράζει. Και οι δύο ξεκαρδίζονται. Εξωτικός Κοντός είναι υπάκουος, γυρνάει από μπάνιο και μου δίνει να μυρίσω χέρι-φραγκοστάφυλο. Εγκρίνω. Μετά λύπης, βλέπω Μάνατζερ να φεύγει. Βγάζω κι εγώ παπούτσια. Κάθομαι δίπλα σε Εξωτικό Κοντό στην άκρη του κρεβατιού. Κανείς μας δεν φτάνει να πατήσει κάτω, ποδαράκια κρέμονται και τα κουνάμε από αμηχανία. Για κάνα λεπτό. Μετά, Εξωτικός Κοντός αποδεικνύει ότι στη ζωή του έχει φάει πολύ λίγα πατατάκια και, παράλληλα, έχει φάει πολύ προπόνηση. Παίζει μπάλα. Επίσης το ‘χει και με τα νοήματα, δείχνω ότι θα ήθελα λαστιχάκι μαλλιών και μου δίνει, τον κοιτάζω με απορία γιατί πάει πολύ να τυχαίνει να είσαι προετοιμασμένος γι’ αυτό ενώ έχεις κοντό μαλλί και μάλιστα αρχίζει τις δικαιολογίες, αλλά βέβαια εκείνος μιλάει στη γλώσσα του, εγώ μιλάω αγγλικά και ελληνικά, κανείς μας δεν καταλαβαίνει τίποτα, οπότε δεν θα μάθω ποτέ πώς εξηγείται το εύκαιρο λαστιχάκι μαλλιών…

 *καχύποπτο βλέμμα*

 

Το γλωσσικό χάσμα, παραδόξως, δεν αποτελεί τόσο μεγάλο πρόβλημα όσο περίμενα, εκτός του ότι οι μόνες λέξεις που ξέρει στα ελληνικά (από την προπόνηση) είναι “έλα” και “γρήγορα”. Παρόλο που τίποτα από τα δύο δεν μου είναι χρήσιμο στην παρούσα φάση, η άλλη γλώσσα, η οικουμενική, πάει ροδάνι οπότε συνεννοούμαστε. Εξωτικός Κοντός – Θρύλος. Όταν τελειώνει το πανηγύρι, ψάχνω εσώρουχο. Δεν το βρίσκω. Σηκώνω παπλώματα, τίποτα, κοιτάζω κάτω απ’ το κρεβάτι, τζίφος. Ψάχνει κι αυτός, κάνει τη σουίτα άνω-κάτω, χώνεται κάτω απ’ το κρεβάτι, κάτω απ’ το τραπέζι, κάτω απ’ το σκαμπό, τελικά το βρίσκει. Κρατώντας το ψηλά και με θριαμβευτικό ύφος, Εξωτικός Κοντός αναφωνεί:

 Tanga!

 

Συμπέρασμα:

 Τα άπλυτα θα βγουν στη φόρα ακόμα κι αν τα ‘χεις πλύνει με Αριέλ.

 

Advertisements