Tags

, , ,

 

Ακόμα Αύγουστος 2009. Τελευταία μέρα (νύχτα) στο νησί. Τυγχάνει να έχω διάφορα θέματα, μερικά από αυτά είναι τα εξής: 1) Αγόρι Παλιό Απωθημένο με φτύνει. 2) Το ότι είναι η τελευταία μας μέρα (νύχτα) είναι αγχωτικό και τρομακτικό για μένα διότι στην Αθήνα με περιμένει –υποψιάζομαι- μια διόλου ευχάριστη κατάσταση με Αστείο Αγόρι (σωστά υποψιάζομαι). 3) Αδερφή έχει γαστρεντερίτιδα (υπάρχει επιδημία), άρα βγαίνω μόνη με Γαμπρό για φαγητό, πράγμα κομματάκι άβολο. Το λύνουμε πίνοντας κάτι κρασιά. Δίπλα από εκεί που τρώω με Γαμπρό, στο εξαιρετικό (γκουχ γκουχ) ροκ μπιτς μπαρ Σκνίπα, έρχεται σιγά-σιγά η παρέα μου. Ε, τελευταία βραδιά είναι, λέω να πάω κι εγώ από κει για ένα τελευταίο ποτό. Γαμπρός πάει για ύπνο. Είναι να ξεκινάμε κατά τις 4 το πρωί για αεροδρόμιο. Τώρα πρέπει να είναι 2. Στη Σκνίπα, πίνω το ένα μου ποτό. Παλιό Απωθημένο Που Με Φτύνει, με φτύνει χωρίς καμιά απολύτως αμφιβολία. Πίνω δεύτερο ποτό. Οι προοπτικές δεν βελτιώνονται. Σε συνδυασμό με αυτό που με περιμένει στην Αθήνα, έχω πέσει ψυχολογικά. Μια κατάσταση που, όπως έχω ξαναπεί, όταν συνδυάζεται με αλκοόλ, είναι τρομερά ασταθής και επιρρεπής στη μαλακία.

Μια σπίθα αρκεί να φέρει τη διαστροφή.

 

Εκείνη την ψιλο-θλιβερή στιγμή, εμφανίζεται και μου μιλάει Συνομήλικος Παιδικός Φίλος, που για κάποιο λόγο κάνει κολλητή παρέα με Ζαχαρωτό. Τι είναι το Ζαχαρωτό; Ζαχαρωτό είναι ένα αγόρι που δουλεύει σερβιτόρος στο υπέροχο (γκουχ γκουχ) ροκ μπιτς μπαρ Σκνίπα. Τον είχε πάρει το μάτι μου και την περασμένη χρονιά αλλά τότε φαινόταν 1) απαγορευτικά μικρός (ακόμα και για μένα) 2) απαγορευτικά χαριτωμένος -απορώ πώς δεν έχει χρειαστεί μεταμόσχευση στο μάγουλο αυτό το παιδί, πρέπει να του το τσιμπάνε τουλάχιστον 10 φορές τη μέρα 3) θα επαναλάβω το προηγούμενο αλλά θέλω να το φανταστείς σε υπέρτατο βαθμό, ένα πράγμα έτσι σαν συνδυασμός καραμελωμένου μήλου, μάρσμάλοου, κάπκεικ, ορέο μπισκότο… τι άλλο; Σαν παγωτίνι περιχυμένο με σιρόπι σοκολάτα-φράουλα. Χειλάκι πετροκέρασο και μάγουλο βερίκοκο…

…ρίκο-ρίκο-ρίκοκο, ρίκο-ρί, κοκό.

 

Αλλά τζιζ κακό. Γιατί, επίσης, του ρίχνω σίγουρα 10 κιλά ενώ παράλληλα τον έχω δει με μαγιό και παίζεις σος στους κοιλιακούς, οπότε όλο μαζί είναι απλά απαγορευτικό. Τέλος. Αλλά μιλούσα με Συνομήλικο Παιδικό Φίλο, κολλητό του Ζαχαρωτού. Κάτι μου λέει για Ζαχαρωτό, το οποίο δεν είμαι σε θέση να κατανοήσω πλήρως αλλά κάτι πιάνω ότι αν δεν προλάβω εγώ θα προλάβει άλλη. Μου παίρνει λίγο, δεν καταλαβαίνω τι συμβαίνει -μ’ έπιασαν και απροετοίμαστη, έχω και τις σκοτούρες μου- αλλά σε λίγο εμφανίζεται δίπλα μου Ζαχαρωτό.

 Αχ, το γλυκό μου!

 

Αυτοσυγκρατούμαι να μην του τσιμπήσω το μάγουλο που έλεγα. Ζαχαρωτό αρχίζει να μου μιλάει. Είναι και κοινωνικό. Μου ρίχνω ένα εσωτερικό χαστούκι μπας και ξυπνήσω, για να ξεκολλήσω απ’ τα δικά μου και να προσέξω τι λέει. Με κερνάει το τρίτο μου ποτό. Το εσωτερικό χαστούκι ήταν μάταιο. Για να καταλάβεις, εγώ δεν ήταν να πιω άλλο. Και κρασιά στο φαγητό και 2 ουίσκια είναι υπεραρκετά για να πρέπει να φεύγουμε στις 4. Αλλά το κέρασε. Τι να κάνω, να τον προσβάλλω; Ντροπή. Πίνω. Λέει κάτι ότι κρίμα πια να χορεύουμε μαζί και να μην έχουμε γνωριστεί καλά-καλά, γνέφω καταφατικά, όντως κάπου θυμάμαι να χορεύουμε μια απ’ τις προηγούμενες μέρες. Λέει ότι είναι στο ΤΕΦΑΑ (τι έκπληξη) και ότι σπουδάζει Ρυθμική (αυτό είναι όντως έκπληξη). Θεέ μου, φαντάσου τι θεϊκά πλάσματα έχει συμφοιτήτριες κι επίσης, σίγουρα δεν του ρίχνω μόνο 10 κιλά, αλλά 20. Τι να πεις τώρα; Ας πιω. Πίνω. Αμέσως μετά, κάτι λέει ότι μπορεί να κάνει και άλμα ανάποδα (κάπως μου εξηγεί ότι εννοεί ανάποδη τούμπα), κάνω την εντυπωσιασμένη φάτσα, ως τώρα δεν έχω πει κουβέντα. Λέει και “στα Τάδε δωμάτια δεν μένεις; Θα έρθω κάτω απ’ το παράθυρό σου να σου δείξω!”

 Όπα.

 

Εκεί, το μυαλό μου υπερθερμαίνεται από την έντονη επεξεργασία. Ανοίγω το στόμα μου. Σίγουρα είμαι στο τσακ να πω μαλακία αλλά επιτέλους μπαίνει σε λειτουργία και αναλαμβάνει ο Αυτόματος Συνομιλητής, χρήσιμος σε περιπτώσεις επικοινωνιακής βλάβης. Λέω: “Βρε Ζαχαρωτό μου, αν είναι να έρθεις μέχρι εκεί να μου δείξεις, ε… ας ανέβεις και πάνω…” Κι εδώ έχουμε ένα πολύτιμο μάθημα διακριτικής σαφήνειας και λακωνικότητας. Λες λίγα αλλά ουσιαστικά. Με κοιτάζει να καταλάβει αν κατάλαβε σωστά. Τον κοιτάζω να το επιβεβαιώσω. Με πολύ συνοπτικές διαδικασίες, λοιπόν, (γιατί έχω πει ότι φεύγουμε στις 4 και μπορεί πλέον να είναι και 3.30), Ζαχαρωτό κάνει να φύγουμε. Δανείζεται κλειδιά μηχανακίου από Μπαργούμαν. Εγώ πίνω το υπόλοιπο τρίτο ποτό μονορούφι. Εγώ είμαι γκολ. Μπαργούμαν με κοιτά έντονα στα μάτια. Μου λέει με σημασία: “Πρόσεχε…!” Γυρνάω και κοιτάζω χαρωπό Ζαχαρωτό. Σαν να βλέπω το Μπάμπι το Ελαφάκι. Ξαναγυρνάω και την κοιτάζω με απορία. Μπαργούμαν:

 …το μηχανάκι!

 

Ε πες το έτσι! Φτάνουμε στο δωμάτιο. Εγώ συνεχίζω φυσικά να είμαι γκολ. Κάνουμε ό,τι κάνουμε ενώ εγώ χαχανίζω συνέχεια (ποτό + χαριτωμένο αγόρι = χαχανητό, αποτελεί επίσημα αποδεδειγμένο θεώρημα. Πριν τελειώσουμε ό,τι κάνουμε, ακούγεται χτύπημα πόρτας. Το αγνοούμε. Μετά από ένα λεπτό, χτύπημα πόρτας γίνεται πιο έντονο. Είναι η Αδερφή. Σκατά. Πρέπει να φύγουμε για το αεροδρόμιο. Ζαχαρωτό δεν δείχνει να χαλιέται, αχ βρε τι καλόβολο παιδί. Λέει:

 Δεν πειράζει, το επόμενο καλοκαίρι!

 

Ο Θεός να έχει του χρόνου αυτόν καλά κι εμένα πιο αδύνατη. Ζαχαρωτό φεύγει κι εγώ κάνω φιλότιμες προσπάθειες να φορέσω κάτι πιο λογικό για ταξίδι και να μειώσω το eye-liner σε κάτι επίσης πιο λογικό για ταξίδι. Με καθυστερεί ελαφρώς το ότι είμαι γκολ και χαχανίζω αδιαλείπτως. Αδερφή έρχεται, με κατσαδιάζει, τελικά φεύγουμε. Στο δρόμο, που κρατά περίπου μιάμιση ώρα, κάθομαι δίπλα σε Γαμπρό στη θέση του συνοδηγού γιατί ζαλίζομαι και βασικά γιατί Αδερφή κάθεται πίσω μαζί με Γάτα σε κλουβί.

 Γιουπι-γιάγια, γιούπι-γιούπι-γιάγια…

 

Από ό,τι μου λένε αργότερα, η διαδρομή περιλαμβάνει: 1) Εμένα που κοιμάμαι πέφτοντας μπροστά ώστε να με συγκρατεί μόνο η ζώνη και άρα κάνοντας κύκλους και πέφτοντας συνέχεια πάνω στον Γαμπρό-οδηγό. 2) Γαμπρό-οδηγό ο οποίος με το ένα χέρι οδηγεί και με το άλλο σπρώχνει εμένα πίσω στη θέση μου. 3) Εμένα (πάλι) που αποπνέω εσάνς ουίσκι. 4) Τη Γάτα που νιαουρίζει σπαρακτικά. 5) Την Αδερφή που υποφέρει από τη δική μου ζαλιστική κίνηση, τη δική μου εσάνς ουισκιού και τη δική της γαστρεντερίτιδα. 6) Τέλος, η διαδρομή περιλαμβάνει την περιστασιακή σφαλιάρα που μου ρίχνουν όλοι (εκτός Γάτας, ελπίζω) για όλα αυτά.

Φτάνουμε αεροδρόμιο. Ξυπνάω. Είμαι ακόμα γκολ. Γαμπρός φεύγει με αυτοκίνητο για λιμάνι. Αδερφή ανησυχεί ότι δεν θα με αφήσουν να πετάξω σε τέτοια κατάσταση. Ανά δίλεπτο, μου ρίχνει φάπες. Εγώ έχω βάλει μαντίλι στο κεφάλι και γυαλί ηλίου, άνοιξε gate να διαβώ, και, σε φάσεις, χαχανίζω. Εκεί είναι που τρώω τις περισσότερες φάπες, τώρα που το σκέφτομαι. Με έχει πιάσει κι ένα άγχος και ψάχνω λουκούμια στα Duty Free γιατί μου έχει παραγγείλει το Αγόρι Καράτε-Οικοδομή στο οποίο έχω πει ότι γυρνάω μια μέρα αργότερα γιατί την πρώτη μέρα θέλω να δω Αστείο Αγόρι.

Εδώ μούντζωσέ με ελεύθερα.

 

Τελικά, πετάμε. Φτάνουμε Αθήνα. Δεν είμαι πλέον μεθυσμένη αλλά νιώθω άυπνη κι εξαντλημένη. Παραλαμβάνω σάκο από γραμμή αποσκευών, παίρνουμε ταξί για σπίτι. Φτάνοντας σπίτι, χτυπάει τηλέφωνο. Είναι το αεροδρόμιο. Γουάου. Αυτό δεν μου έχει ξανασυμβεί ποτέ. Για μια στιγμή νιώθω ότι ζω σε ταινία δράσης και έχει γίνει αεροπειρατεία στο Air Force One, ο Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών με χρειάζεται. Αλλά όχι. Λένε ότι έχω πάρει το λάθος σάκο. Λέμε στον ταρίφα να σταματήσει, κατεβαίνω, πάω στο πορτ μπαγκάζ, τσεκάρω το σάκο. Ο σάκος μου από το Elle έχει μέσα καρό πουκάμισα και φανέλες Μινέρβα. Κάπου, ένας ηλικιωμένος κύριος άνοιξε το δικό του σάκο και βρήκε μέσα χρωματιστά φορέματα με παγιέτες. Με το ίδιο ταξί, φεύγω πίσω στο αεροδρόμιο. Το Ζαχαρωτό μού βγήκε ελαφρώς ξινό. Για να μην πω, φυσικά, τι έγινε το ίδιο βράδυ με Αστείο Αγόρι. Πίκρα.

 Άντε, και του χρόνου.

 

 

 

Advertisements