Tags

, , , ,

 

Αύγουστος 2009. Για να καταλάβεις τη δύσκολη και αποπροσανατολισμένη μου ψυχολογική κατάσταση, δες εδώ. Βρίσκομαι λοιπόν μεταξύ δύο σαφών και αντικρουόμενων εσωτερικών συλλογισμών που σαν διάλογος μεταξύ Εμού1 και Εμού2, αποτυπώνονται ως εξής: Εγώ1: “θέλω Αστείο Αγόρι”. Εγώ2: “Αστείο Αγόρι θα κάνει ΤΑ όργια στις διακοπές κι εσύ δεν θα κάνεις απολύτως τίποτα και μπορεί να ερωτευτεί και κάνα κοριτσάκι και μετά θα μουντζώνεις τον εαυτό σου”. Και, ως προνοητικό κορίτσι που είμαι, διάλεξα να μην μουντζώνω τον εαυτό μου. Οπότε, μοιραία, φτάνουμε πάλι 14 Αυγούστου.

Ναι, δεν είναι τυχαίο, είναι σχεδόν επίτηδες.

 

Στο εξωτικό κλαμπ Arena, από ό,τι θυμάμαι, πάλι κάποιος με φτύνει -είναι σχεδόν αναγκαία συνθήκη. Το γεγονός του φτυσίματος είναι η απόλυτη συνταγή της καταστροφής, γιατί, σε συνδυασμό με πολλά ποτά, οδηγεί σε πολλές εντελώς αυθόρμητες και εντελώς λάθος αποφάσεις. Είμαι λοιπόν σε μια απογοήτευση καθότι περίμενα κάτι καλύτερο από τη βραδιά, πίνω γιατί το καλύτερο με έχει στήσει (μεταφορικώς) και τότε, να ‘σου που εμφανίζεται ο Φυσικός Ξανθός Φίλος Φίλου (ΦΞΦΦ) της προπέρσινης χρονιάς. Σε βελτιωμένη κιόλας έκδοση –κάτι έχει κάνει αυτός.

Θυμίζω ότι, δύο χρόνια πριν, εγώ γι’ αυτόν πήγαινα αρχικά, απλά αλλιώς τα είχα υπολογίσει τα πράγματα κι αλλιώς προέκυψαν τελικά. ΦΞΦΦ με πιάνει στο μπίρι-μπίρι, θυμίζω επίσης ότι είναι -μετά από εκείνη την επεισοδιακή βραδιά- φανατικός μου θαυμαστής, θέλει να γίνει επίσημο μέλος στο ανεπίσημο κλαμπ, κι εγώ, επειδή α) πλέον πιστεύω στο Κάρμα της ημέρας και β) έχω πιει τόσο ώστε είναι εύκολο γενικά να με προσηλυτίσεις προς οποιαδήποτε Πίστη, όπως π.χ. βουδισμό, ινδουισμό, ταντρισμό, ακόμα και ΠΑΟΚ… λέω “άντε, ΟΚ”. ΦΞΦΦ δεν πιστεύει στ’ αυτιά του αλλά αμέσως αναλαμβάνει δράση. Δανείζεται σπορ αυτοκίνητο από Φίλο-Γείτονα-Από Πάντα και με πάει στο γνωστό σπίτι που έχω βρεθεί και την προ-προηγούμενη χρονιά. Να πω εδώ ότι αυτό το σπίτι δεν είναι απλά ένα σπίτι. Είναι σαν συγκρότημα σπιτιών σε ένα οικόπεδο, στο οποίο διαμένει ολόκληρο το σόι (του Φίλου-Γείτονα-Από Πάντα), οικογένειες, τις οποίες γνωρίζω -και με γνωρίζουν- πολύ καλά.

Τι ωραία που περνάμε βρε στη γειτονιά .

 

Με το που μπαίνουμε μέσα στο οικόπεδο και ΦΞΦΦ πάει να παρκάρει το (σπορ) αυτοκίνητο με την όπισθεν, ακούμε ένα θόρυβο. Ουπς. Ο θόρυβος προέρχεται από το κύκνειο άσμα ενός μικρού αθώου μαντρότοιχου που στεκόταν εκεί αμέριμνα. Του ‘ρθε λίγο ξαφνικό -τουλάχιστον δεν υπέφερε. Αιωνία του η μνήμη. Να ζούμε να τον θυμόμαστε. Να σημειώσω εδώ ότι με ΦΞΦΦ δεν έχουμε ανταλλάξει ούτε καν φιλί, σκέτο μιλητό. Μάλλον δεν ήταν γραφτό. ΦΞΦΦ πανικοβάλλεται. Αρχίζει και παραμιλά τραβώντας τα (ξανθά) μαλλιά του. Εγώ απ’ την άλλη είμαι σε μια ημι-χαχανιστική κατάσταση, δεν είμαι σε θέση να συμμεριστώ τα προβλήματά του, κάλλιστα θα χάιδευα όμως τα μαλλιά του.

Εκείνη τη στιγμή, χτυπάει κινητό ΦΞΦΦ. Είναι οι άλλοι φίλοι που του ζητάνε να πάει να τους μαζέψει από το κλαμπ όπου τους έχουμε αφήσει να περιμένουν το δεύτερο δρομολόγιο. Είπαμε, το αμάξι ήταν διθέσιο και δεν χωράγαμε όλοι μέσα, οπότε χωριστήκαμε. ΦΞΦΦ διαμαρτύρεται λίγο στο τηλέφωνο αλλά υποχωρεί. (Άσχετο: ούτε μόνοι τους χωράνε εντελώς αλλά, ευτυχώς, μια ευθεία είναι η παραλία, έχω δει και πεντακάβαλο πάνω σε παπί). ΦΞΦΦ μου λέει αγχωμένα και με σημασία: “Κάτσε εσύ εδώ, να φέρω εγώ τους άλλους, να δούμε μετά τι θα κάνουμε”. Εγώ (υπάκουα): “Μάλιστα”. Κάθομαι. ΦΞΦΦ φεύγει. Έχω μείνει μόνη.

Καιτώρατι;

 

Χμμμ… Να κάτσω ήσυχα, ε; Χμμμ… Μόνο που τώρα, εγώ, βαριέμαι να κάθομαι εκεί που με έβαλε. Χμμμ… Βρίσκομαι ακόμα και υπό την επήρεια αλκοόλ και αυτού που θα ονομάσω «Σύνδρομο 14 Αυγούστου», δηλαδή σε διάθεση για έντονη δράση και βλακώδη περιπέτεια. Παίρνω τηλέφωνο Αγόρι με Γυαλάκια το οποίο έχω γνωρίσει πριν μερικές μέρες σε ροκ μπιτς μπαρ εν ονόματι Σκνίπα, όπου βαριέμαι αφόρητα μέχρι που τον βλέπω και τότε αποφασίζω να πάρω τη βραδιά στα χέρια μου. Πώς; του απευθύνω (στο άσχετο) την ευφυέστατη ατάκα «νομίζω ότι σε είδα στο μπάνιο το πρωί» Ναι. Ισχύει ότι τον είχα δει. Αλλά αυτό το ξεστομίζω πάνω στα Βατερά, όπου το μόνο σίγουρο στη ζωή είναι η παραλία και το μπάνιο στη θάλασσα. Είναι σαν να είσαι φυλακή, να βλέπεις βαρυποινίτη στην τραπεζαρία και να λες:

Έρχεσαι συχνά εδώ;

 

Το εκπληκτικό είναι ότι τέτοια ώρα, τέτοια λόγια, και ευτυχώς κάποιες βραδιές κάποιοι συνεννοούμαστε, οπότε Αγόρι με Γυαλάκια με ρωτάει «Τι πίνεις;» -όχι με το νόημα του «τι ναρκωτικά πίνεις;» αλλά του «τι ποτό πίνεις, να σε κεράσω». Η αντίδρασή του εκτιμήθηκε δεόντως. Πάντως, αυτή τη στιγμή Αγόρι με Γυαλάκια είναι στο χωριό με γαστρεντερίτιδα και δεν μπορεί να με βοηθήσει. Χμμμ…

Ξημερώνει. Ο κήπος κάτω είναι πολύ ωραίος, έχει λουλούδια, έχει και συκιές, λέω να κάνω μια βόλτα. Ούτε που μου περνάει απ’ το μυαλό ότι ξέρω όλους τους ενοίκους των γύρω σπιτιών που έχουν παράθυρα (και πόρτες) στον εν λόγω κήπο. 15 Αυγούστου, λοιπόν, 6 η ώρα το πρωί, εγώ κυκλοφορώ σαν την τρελή κι αλλοπαρμένη στον κήπο, με φόρεμα τελείως ξώπλατο (και ξώ- γενικά) με χρυσές αλυσίδες, μυρίζω τα λουλούδια, τρώω σύκα, γενικά περνάω εξαίρετα, μέχρι που το βαριέμαι κι αυτό -πόση ώρα κάνουν πια να έρθουν;- και λέω να φύγω. Φεύγω. Με το που βγαίνω σχεδόν στο δρόμο, βλέπω σπορ αυτοκίνητο με ΦΞΦΦ, Φίλο-Γείτονα-Από Πάντα και προπέρσινο Θεό-Φίλο. Σπορ αυτοκίνητο φρενάρει απότομα. Από μέσα πετάγεται ΦΞΦΦ.

Ο οποίος βρίσκεται σε ημι-υστερική κατάσταση. ΦΞΦΦ: “Ειρήνη, πού πας;!!!” Εγώ(χαλαρά κι ανέμελα): “Σπίτι μου, μία ώρα περίμενα κι έτρωγα σύκα, αργήσατε!” (Εν τω μεταξύ, να σημειώσω ότι με περιμένει πάλι το μεσημέρι η Μάνα για φαγητό, δεν θα δεχτεί φέτος καμία δικαιολογία). ΦΞΦΦ: “Ειρήνη, σε παρακαλώ κόψε τις βλακείες και μπες μέσα στο αυτοκίνητο!” Εγώ (με τελείως ζαμάν φου ύφος): “Αποκλείεται, πρέπει να ξυπνήσω νωρίς.” ΦΞΦΦ: “Ειρήνη, μην με τρελαίνεις, μπες μέσα!” Εγώ: “Είσαι ήδη τρελός, εγώ πάω σπίτι μου!” ΦΞΦΦ (σπάει): “Ειρήνη, σε παρακαλώ, μην το κάνεις αυτό, έχω τα προβλήματά μου, γκρεμίσαμε τη μάντρα… θα ‘χω να ανησυχώ και για σένα;!!!” Αυτό βέβαια είναι τελείως κουλό, δεν είμαστε ούτε στο Μπρονξ ούτε στην Ομόνοια. Οι άλλοι φίλοι μάλλον συνειδητοποιούν την παράνοια και επεμβαίνουν. Φίλος-Γείτονας-Από Πάντα, γελώντας: “Μια το τζιπ, μια η μάντρα, είσαι ζημιάρα γυναίκα!” Θεός-Φίλος: “Βρήκες σύκα; εγώ ψάχνω μια εβδομάδα τώρα και δεν έχω βρει κανένα!” Μιλάμε για *τέτοια* συμπαράσταση στο ΦΞΦΦ ο οποίος εκλιπαρεί, με την υστερία να έχει φτάσει σε ανησυχητικά επίπεδα: “Ειρήνη, δεν μπορώ να σ’ αφήσω να φύγεις μόνη σου, δεν είναι σωστό!” Με πιάνει κι απ’ το μπράτσο, να μπω ντε και καλά στο αυτοκίνητο. Διαμαρτύρομαι και, μάλιστα, προς στιγμήν πανικοβάλλομαι.

Αλλά, την αμέσως επόμενη στιγμή, ως από μηχανής Θεός (από αυτοκινήτου όμως, όχι από μηχανής) εμφανίζεται και φρενάρει Αγόρι Παλιό Απωθημένο. Θα κάνω εδώ μια μικρή αναδρομή στο παρελθόν. Το έτος 1989, όπου εγώ είμαι στην τρυφερή ηλικία των 12 μισό, «τα φτιάχνω» με -νομίζω 14χρονο- Ξανθό Αγόρι (τι διάολο, πολλοί ξανθοί έχουν μαζευτεί σήμερα). Εκείνο το καλοκαίρι, περπατάμε χεράκι-χεράκι, χορεύουμε μπλουζ και κερδίζουμε διαγωνισμούς χορού στη θρυλική Disco Dionissos, κοιτάμε τα αστέρια και φιλιόμαστε, για μένα είναι η πρώτη φορά (για το φιλί λέω, διεστραμμένο). Ήταν ειδυλλιακά. Αυτό το Ξανθό Αγόρι, λοιπόν, είχε κι ένα μικρό αδερφό. Ένα εκνευριστικό μούλικο, νομίζω 9 χρονών.

Επίσης Ξανθό.

 

Τα επόμενα χρόνια, Ξανθό Αγόρι σταμάτησε νομίζω να έρχεται στα Βατερά, ευτυχώς δεν με ενδιέφερε πια, μεγαλώσαμε, κάποια στιγμή μάλλον γνώρισε και τη σημερινή γυναίκα του και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα. Κι ερχόμαστε στο καλοκαίρι 2002. Βρίσκομαι στο In the Music, το μαγαζί που είναι όχι απλά μη-καλοκαιρινό αλλά χτισμένο τελείως με προδιαγραφές πυρηνικού καταφύγιου, ούτε μια ηλιαχτίδα δεν τολμά να μπει μέσα (το έχω αναφέρει στο παρελθόν εδώ) και η βραδιά για άλλη μια φορά δεν υπόσχεται τίποτα. Εκεί που κοιτώ αμέριμνα στο κενό, το μάτι μου πιάνει στο βάθος ένα εντυπωσιακότατο Ξανθό Αγόρι με λευκό πουκάμισο. Οι ματιές μας διασταυρώνονται. Ρομπίασις. Κάνω να πάρω τα μάτια μου από πάνω του, αλλά Ξανθό Αγόρι χαμογελά. Κάνω το γνωστό που κοιτάς πίσω σου να δεις αν όντως χαμογελά σε σένα, μην ανταποδώσεις χαμόγελο κι αυτός χαμογελάει σε άλλη, και γίνεις παραπάνω ρόμπα. Πίσω μου, κάτι ντόπιοι φαντάροι.

Δύο τινά: ή έχω τηλεμεταφερθεί στο Blue Oyster από τη Μεγάλη των Μπάτσων Σχολή ή χαμογελάει σε μένα.

 

Ξανθό Αγόρι συνεχίζει να χαμογελάει και με πλησιάζει. Σε απόσταση περίπου δυο μέτρων, επιτέλους, κάνει τη σύνδεση το (φαγωμένο) καλωδιάκι στον εγκέφαλό μου. Αναφωνώ: «Αδερφέ Ξανθού Αγοριού!… Καλέ, πώς μεγάλωσες έτσι!!!» (Ναι, μου είχε διαφύγει ότι δεν θα παρέμενε για πάντα 9 ετών, είμαι πανέξυπνη, στο ‘χω πει). Ας μην τα πολυλογώ παραπάνω, προκύπτει ότι όταν «τα ‘χα» με τον αδερφό του το 1989 εκείνος (σε ένα πολύ προ-εφηβικό επίπεδο) κάπως ζήλευε και κάπως του ‘χα μείνει απωθημένο. Τι; Εσύ νόμιζες ότι το ορίτζιναλ Ξανθό Αγόρι ήταν το Αγόρι Παλιό Απωθημένο; Όχι φίλε μου. Εκείνο το καλοκαίρι, λοιπόν, σε συνδυασμό με σιωπηλό καημό λόγω φτυσίματος από άλλο αγόρι (τα ‘χω κάνει πουτάνα, το ξέρω) τα «ψιλο-έχω» με Αδερφό Ξανθού Αγοριού. Ο οποίος –άσχετη πληροφορία- τυγχάνει να φιλάει ακριβώς ίδια με τον αδερφό του. Δηλαδή υπέροχα. Κι όμως, φίλε μου, παρόλο που το 2003 εγώ είμαι 26 χρονών και άρα σε απόλυτα λογική και αναμενόμενη ηλικία για περαιτέρω περιπτύξεις, τότε ακόμα ΔΕΝ τις επιτρέπω στον εαυτό μου μαζί με όχι σοβαρούς υποψηφίους για γάμο ή δενξέρωτι. (Δεν ξέρω τι σκατά σκεφτόμουν, σοβαρά).

Το μόνο που ξέρω είναι ότι το Αγόρι Παλιό Απωθημένο ήταν απωθημένο και για τους δυο μας.

 

Πίσω στο 2009. Αγόρι Παλιό Απωθημένο με ρωτάει τι γίνεται εκεί, αν είμαι καλά και αν θέλω να με πάει σπίτι. Σκέψου, μπροστά του βλέπει ένα σπορ αυτοκίνητο σταματημένο στη μέση του δρόμου, τρεις τύπους εκ των οποίων ο ένας μ’ έχει πιάσει να με βάλει με το ζόρι στο αυτοκίνητο κι εμένα που με ξέρει από παλιά. Οπότε, πολύ καλά κάνει και επεμβαίνει. Εγώ, πασιχαρής, απευθύνομαι σε ΦΞΦΦ: “Τώρα λοιπόν δεν θα είμαι μόνη μου, οπότε κανένας λόγος να ανησυχείς. Θα με πάει σπίτι το Αγόρι Παλιό Απωθημένο!” ΦΞΦΦ δεν είναι διόλου ευχαριστημένος με την έκβαση των πραγμάτων, αλλά στο τέλος υποκύπτει. Πάω σπίτι με Ιππότη – Αγόρι Παλιό Απωθημένο. Αφού φτάνουμε σπίτι αποφασίζει να ανέβει πάνω για να σιγουρευτεί -και καλά- ότι είμαι καλά, όπου γίνεται μια σύντομη εξάσκηση του ταλέντου που έχει κοινό με τον αδερφό του, αλλά ως εκεί. Είπαμε, έχω και φαΐ στης Μάνας σε λίγες ώρες. Δεν με παίρνει να το χάσω άλλον ένα δεκαπενταύγουστο.

Θα με σφάξει και θα με θυσιάσει στην κοίμηση της Θεοτόκου.

 

Υ.Γ.

Φέτος το καλοκαίρι (δηλαδή Αύγουστος 2012), μια βραδιά στο μπιτς μπαρ Hola, βλέπω ξανά Φίλο Γείτονα από Πάντα, Θεό–Φίλο και ΦΞΦΦ (ναι, μόνο ως τριάδα εμφανίζονται). Οι οποίοι έχουν κάποιες ενστάσεις σχετικά με το πώς ακριβώς έλαβαν χώρα τα γεγονότα. Μιλάμε για ενστάσεις σε ένα 5% της ιστορίας, οι οποίες επικεντρώνονται α) στο πώς ακριβώς έσπασε η μάντρα, με το πρώτο παρκάρισμα ή με την όπισθεν όταν ΦΞΦΦ πήγε να παραλάβει τους υπόλοιπους και β) με το γεγονός ότι μεταξύ εμού και ΦΞΦΦ δεν είχε γίνει απολύτως καμιά περίπτυξη -όπως υποστηρίζω εγώ. Οι 3 Παρτουζοφύλακες επιμένουν ότι κάτι είχε γίνει. Ζητάω κι εγώ να μου πουν τι, με αυθεντική περιέργεια διότι, όπως κατάλαβες κι από το παραπάνω κείμενο, όταν φιλιέμαι με κάποιον το θυμάμαι, το φιλί εντυπώνεται στη μνήμη μου. Μου λένε ότι του έγλειφα το στέρνο όταν παρκάραμε. Παιδιά, σοβαρά, δεν ξέρω. Όντως είχα πιει πολύ. Αλλά δεν είναι κάτι που μοιάζει με κάτι που θα έκανα. Χωρίς να φιληθώ με κάποιον, κατευθείαν στέρνο; Κουλό μου φαίνεται. Αλλά, τους πιστεύω. Τους πιστεύω διότι ανέφεραν ότι από αυτή τη βραδιά αλλά κι από εκείνη(!!!) υπάρχει βίντεο. Για το οποίο δεν θέλω να ξέρω. Και υποψιάζομαι ότι δεν θα θέλει να ξέρει ούτε η μαμά μου. Γι’ αυτό, ό,τι πεις αγόρι μου:

Στερνό μου στέρνο που σ’ έγλειψα πρώτα.

 

Now available in video

 

Advertisements