Tags

, , , ,

Ο χειμώνας 2008-2009 περνάει με διάφορα χαριτωμένα αλλά ασήμαντα και με σταθερή την εβδομαδιαία σχέση μου με Αγόρι-Καράτε-Οικοδομή. Την Κυριακή της Καθαρής Δευτέρας (όταν η Δευτέρα είναι αργία παίζει το ρόλο Κυριακής για μένα και Αγόρι-Καράτε-Οικοδομή), πάμε με Αδερφή στο αγαπημένο μας Eleven Bar Restaurant που έχει αποκριάτικο πάρτι. Εγώ είμαι ντυμένη αγγελάκι (με το γνωστό λευκό φόρεμα που μου έχω αγοράσει στο παρελθόν με Αθώο Άγγλο, ως νυφικό. Μόνο απόκριες το φοράω). Επίσης, έχω ιγμορίτιδα και παίρνω Xozal (αντιισταμινικά) τα οποία μου φέρνουν τρο-με-ρή υπνηλία. Και, για κάποιο λόγο, έχουμε πάει στο μαγαζί από πολύ νωρίς. Για κάνα-δυο ώρες, μέχρι να γεμίσει, κοιμάμαι όρθια. Μόλις γεμίζει, αρχίζει live πρόγραμμα με εκκωφαντικά κλαρίνα. Μου έχουν ήδη σπάσει τα νεύρα και μου έχει ήδη σπάσει το κομμάτι της στέκας μαλλιών που συγκρατεί το φωτοστέφανο, το οποίο κομμάτι είναι ένα αγγελάκι. Κρατάω το αγγελάκι στο χέρι και λικνίζομαι στον τρελό ρυθμό των κλαρίνων. Νιώθω ότι κάποιος εκεί πάνω με τιμωρεί για τις αμαρτίες μου.

Το αγγελάκι βρίσκεται στην κόλαση.

Ξαφνικά, εμφανίζεται μπροστά μας παρέα με δυο κοπέλες και Αγόρι. Το Αγόρι είναι εντυπωσιακό, ψηλό, ευάερο, ευήλιο, πράσινα μάτια, φαρδιές πλάτες, φουλ πανσιόν τελεβιζιόν. Τον βλέπω κι ανοίγει το μάτι μου. Αυτός δεν με βλέπει –εδώ κάτω που βρίσκομαι στο 1,50 μου- και μιλάει στην Αδερφή. Μου κόβονται τα φτερά. Πίνω μια γουλιά ποτό και αποδέχομαι τη μοίρα μου ως κοντή, οπότε υπομένω στωικά τη νύστα, τα κλαρίνα και το φτύσιμο από ψηλά αγόρια.

Δεν πειράζει, είμαι αγγελάκι και με περιμένει ο Παράδεισος (Αμαρουσίου, όπου διαμένω).

Σε κάποια φάση, Αγόρι λέει ένα αστείο. Είμαι εκεί δίπλα –παρόλο που δεν φαίνομαι- και άθελά μου γελάω και αυθόρμητα κάνω ένα σχόλιο. Εκεί, Αγόρι αντιλαμβάνεται ότι υπάρχω. Αδερφή (αλτρουιστικά) πάει για ποτά. Εκείνη τη στιγμή παύουν τα κλαρίνα κι αρχίζει το κανονικό πρόγραμμα μουσικής. Αγόρι μιλάει σε μένα. Εγώ τον ρωτάω: “Γιατί δεν έχεις ντυθεί;” Αγόρι: “Φοράω στολή κάθε μέρα, σήμερα κάνω τη διαφορά.” Εγώ: “Δηλαδή, τι είσαι;” Αυτός: “Πυροσβέστης”. Πυ-ρο-σβέ-στης. Ενός λεπτού σιγή για εσωτερικό επιφώνημα ενθουσιασμού. Εγώ: “Είσαι ένα κινούμενο κλισέ”. Πυροσβέστης γελάει. Με απόλυτη επίγνωση του γεγονότος. Με πιάνει από τη μέση να χορέψουμε. Με μια ανέμελη κίνηση εγκατάλειψης, για να έχω το χέρι ελεύθερο, πετάω το αγγελάκι προς ένα πάγκο. Πέφτει μέσα σε τασάκι. Καίγεται.

Τα όμορφα αγγελάκια, όμορφα καίγονται.

Υ.Γ.

Με Πυροσβέστη συναντήθηκα 3 ακόμα φορές και εκτός του ότι το παιδί είχε ΑΥΤΗ την εμφάνιση, είχε ΚΑΙ χιούμορ και ήταν ΚΑΙ ταλαντούχο, γεγονότα τα οποία ωθούν το μέσο κορίτσι στην πυρομανία στον εμπρησμό ή τουλάχιστον στο να πατάει μανιωδώς και συγχρόνως όλα τα κουμπιά του ασανσέρ. Κάτι μου είχε αναφέρει τότε τύπου «θέλω να γνωρίζω κόσμο», το οποίο βέβαια μεταφράζεται ως «θέλω να πηδάω όσο πιο πολλές μπορώ, για όσο ακόμα μπορώ». (Τότε ήταν 24). Αστειευόμενος, μάλιστα, είχε οριοθετήσει το «όσο ακόμα μπορώ», με το «ώσπου να κάνω φαλάκρα και κοιλίτσα». Από τότε τον βλέπω (τυχαία) συχνά σε μαγαζιά, καθότι το παιδί είναι και του κεφιού. «Φωτιά, φωτιά, είναι ο έρωτας που ζούμε, φωτιά, φωτιά, έλα απόψε να καούμε», «Ρίξε στο κορμί μου σπίρτο να πυρποληθώ», «Φωτιά στα Σαββατόβραδα» κ.λπ. κ.λπ. Τον ξαναείδα και πρόσφατα, Ιούλιο 2012, όπου με θρίαμβο διαπίστωσα ότι έχει όντως κάνει φαλάκρα. Μην βιαστείς να με κρίνεις. Η χαρά μου δεν ήταν κακεντρεχής, κάθε άλλο. Δεν του στερεί τίποτα από εμφάνιση. Απλά, τώρα περιμένω να κάνει και κοιλίτσα. Υπομονετικά. Κι όταν συμβεί κι αυτό, τότε θα «ξεχάσω» το μάτι της κουζίνας ανοιχτό.

 Εναλλακτικά, θα ανεβάζω γατάκια πάνω σε δέντρα με το ζόρι.

Advertisements