Tags

, , , ,

Καλοκαίρι 2008, Μύκονος. Τα λόγια είναι περιττά. Παρόλα αυτά, θα τα πω. Επισκέπτομαι τη ΦΞΦ στο νησί των ανέμων, η οποία είναι εκεί ένα Σαββατοκύριακο το μήνα για επαγγελματικούς λόγους. Ε, λέμε, κρίμα κι άδικο είναι να πάει κοτζάμ Μύκονος χαμένη, Μύκονος είναι, τη ζητάει τη βλακεία ο οργανισμός της. Οπότε, παίρνω κι εγώ το high speed και πάω να την κάνω. Τη βλακεία. Το πρώτο βράδυ, μην ξέροντας τίποτα απ’ τα κατατόπια και, δυστυχώς, δεν ξέραμε, δεν ρωτήσαμε κιόλας, βρισκόμαστε σε τρομακτικό μπαρ ΜΟΝΟ με τουρίστες (Ιταλούς και Άγγλους), μιλιούνια από δαύτους, οι οποίοι έχουν πιει τρία βαρέλια μπύρα ο καθένας αλλά συνεχίζουν ακάθεκτοι. ΦΞΦ έχει βρει μικροσκοπικό Ιταλό που μιλάει ελάχιστα αγγλικά αλλά της μιλάει με την άλλη γλώσσα, την οικουμενική, και δείχνουν να συνεννοούνται. Χορεύουμε λίγο και γλιτώνω ως εκ θαύματος από βέβαιο ποδοπάτημα, αρπαγή και βιασμό συγχρόνως. Τουρίστες γενικά τρομερά διαχυτικοί…

…κι όταν λέω «τρομερά», εννοώ «τρομακτικά».

Οπότε, βρίσκω καρεκλίτσα στο προαύλιο πιάνοντας γωνία, εγώ και το ποτό μου, και περιμένω υπομονετικά να τελειώσει η βραδιά. Φαντάσου, κάποια στιγμή, περνάει από εκεί που κάθομαι και με βλέπει ο (Έλληνας) σερβιτόρος και μου λέει: “ωχ, τι κάνεις εσύ μόνη σου εδώ;” Τόσο πολύ ταιριάζω στο σκηνικό. (Άσχετο, αλλά πάνω στο θέμα της ειλικρίνειας του προσωπικού των νυχτερινών μαγαζιών: Κάποια χρονιά, σε συζήτηση για αγαπημένο κλαμπ στο αγαπημένο μέρος που παραθερίζουμε, στα Βατερά, όλοι λένε ότι τα ποτά είναι μπόμπες. Εγώ διαμαρτύρομαι, επιμένω ότι δεν έχω πάθει ποτέ τίποτα και ότι τα ποτά είναι μια χαρά. Μια βραδιά, ενώ έχω πιει τρία ουίσκια και πάω να παραγγείλω το τέταρτο, ο τρισχαριτωμένος μπάρμαν μου λέει: “κοπελιά, δεν πίνεις καλύτερα κάτι κλειστό;…” Η καλοσύνη των μπάρμεν. Κλείνει η παρένθεση). Πίσω στη Μύκονο. Στο τέλος του πρώτου βραδιού, στο γυρισμό, θαμώνας του μπαρ κρατά στο χέρι ψηλά κι ανεμίζει δυο προφυλακτικά, φωνάζοντας και προσκαλώντας την κάθε ενδιαφερόμενη.

Μιλάμε για πχοιότητα.

Το δεύτερο βράδυ λοιπόν, λέω, δεν μπορεί, θα ρωτήσουμε. Και μας λένε. Και πάμε Caprice. Πολιτισμός. Το μόνο που φοβάμαι είναι ότι δεν θα έχω λεφτά να γυρίσω Αθήνα, γιατί το ποτό έχει όσο ένα γεύμα με τρία πιάτα, αλλά χαλάλι, δεν νιώθω καμία ανάγκη να πιάσω γωνία. Τουναντίον. Θέλω να πιάσω μπαρ. Μου μιλά νέος που κάνει κάτι σαν Δημόσιες Σχέσεις στο μαγαζί. Λέμε κάτι μπούρδες, μου κάνει κάτι κομπλιμέντα της πλάκας, λέει ότι είναι 26, μου δείχνει ένα ευγενικό ενδιαφέρον που μάλλον είναι από επάγγελμα. Για κάποιο λόγο (όχι πλήρως διευκρινισμένο), μου αρέσει. Φοράει τι-σερτ με στρας. Αυτό είναι. Μετά χορεύει. Όχι, ΑΥΤΟ είναι. Μετά, κάπου τον χάνω γιατί, ω! τι σύμπτωσις, εμφανίζεται δίπλα μου Μυστήριος Γοητευτικός Τύπος από εδώ. (Έχουμε πει, ο κόσμος είναι πολύ-πολύ μικρός. Καμία σχέση δηλαδή με Μυστήριο Γοητευτικό Τύπο). Έχοντας πλήρη όμως επίγνωση του ακριβούς μεγέθους της γοητείας του, Μυστήριος Γοητευτικός Τύπος δεν μου φαίνεται πια τόσο γοητευτικός. Άσε που μου φέρεται και σαν να μου κρατάει κακία. Ενώ -μεταξύ μας- αν κάποιος έπρεπε να κρατάει κακία είμαι εγώ, κι όχι μόνο κακία αλλά έπρεπε να κρατάω και αντίδοτο για δολοφόνο βόα-κροταλία…

Τέλος πάντων, την επόμενη φορά που σκανάρω το χώρο, Αγόρι Δημόσιες Σχέσεις χορεύει με ξανθό κοριτσάκι με τα μισά μου χρόνια (πολύ συχνό φαινόμενο). Αποδέχομαι τη μοίρα μου, παραγγέλνω δεύτερο ποτό, πάει το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν μιας ακόμα αναπτυσσόμενης χώρας. Πίνω μια γουλιά, εναποθέτω ποτό σε τραπεζάκι. Αγόρι Δημόσιες Σχέσεις και Μικρή Ξανθιά χορεύουν πλέον πολύ κοντά μου. Μικρή Ξανθιά κάνει σχέδια (στο χορό, δεν είναι και τόσο μικρή ώστε να ζωγραφίζει σχέδια στους τοίχους με μαρκαδόρους). Εκεί λοιπόν, πάνω στα σχέδια, Μικρή Ξανθιά ρίχνει και το -ολόκληρο- ποτό μου. Δεν το προσέχει καν.

Αυτό κάνει κάτι μέσα μου να σπάσει και να επαναστατήσει.

Για πρώτη (και, ως τώρα, ίσως μοναδική φορά στη ζωή μου), διεκδικώ αγόρι από άλλη. Αρχίζω να χορεύω με τακτική επίθεσης. Αγόρι Δημόσιες Σχέσεις είναι σχετικά αθώο, δεν ξέρει ποιος είναι σύμμαχος και ποιος εχθρός, είναι πρόθυμο να παραδοθεί και στα δύο στρατεύματα. Λέω: “η μικρή σου φιλενάδα, όχι μόνο μου πήρε εσένα αλλά μου έριξε και το ποτό μου -απαράδεκτο!” Αγόρι Δημόσιες Σχέσεις επεξεργάζεται το τι άκουσε… Μπερδεμένος, λέει: “Σου πήρε εμένα;” Κι αμέσως χαμογελά κι ανεμίζει λευκή σημαία. Θρίαμβος, νίκη (αυτή του “όποιος προλάβει”), Μικρή Ξανθιά υποχωρεί τελείως. Η βραδιά συνεχίζεται ευχάριστα, παρελαύνουμε πανηγυρικά σε διάφορα Μυκονο-μαγαζιά, περνάμε εξαιρετικά…

…Αϊ λαβ Μύκονος.

Την τρίτη βραδιά αργούμε πολύ να βγούμε αλλά περνάμε πάλι από Caprice. ΦΞΦ πάλι βρίσκει κάτι (κάποιον) να ασχοληθεί. Ασχολούμαι κι εγώ με Αγόρι Δημόσιες Σχέσεις, είμαι σε πολύ χάι διάθεση, σε κάποια φάση μου λέει να πάμε να δω την καλύτερη θέα του νησιού, χαίρομαι εγώ, λέω στην απασχολημένη ΦΞΦ ότι πάω κι έρχομαι, και ξεκινάει ένα ρομαντικό (λέω “ρομαντικό” και αναρωτιέμαι πόσα Ακαθάριστα Εθνικά Προϊόντα πόσων χωρών χαλάλισα στο μπαρ για να το αποκαλώ έτσι) τρεχαλητό στα γραφικά μυκονιάτικα καλντερίμια.

Το πώς ΔΕΝ παθαίνω διάστρεμμα είναι από τα μεγάλα ερωτήματα της ζωής.

Έχω τη θεωρία ότι όταν κρατάς κάποιον που σου αρέσει απ’ το χέρι και χαχανίζεις, ούτε τακούνι ούτε πλακόστρωτο σ’ ενοχλεί (αύριο κλαίνε). Μετά από πολύ τρεχαλητό, φτάνουμε Κάπου. Το Κάπου δείχνει να είναι ένα σπίτι. Εγώ δεν έχω καμία διάθεση για δραστηριότητες εσωτερικού χώρου, ούτε που μου έχει περάσει απ’ το μυαλό, διαμαρτύρομαι. Επιμένει ότι όντως θα μου δείξει τη θέα και μετά θα γυρίσουμε, λέει ότι ακόμα, ουσιαστικά, δουλεύει. ΟΚ, λέω, μπαίνουμε. Ωραίο σπίτι, παραδοσιακό αλλά ανακαινισμένο, δίπατο/ τρίπατο, εντυπωσιακό. Μπαίνουμε σ’ ένα δωμάτιο, ανεβαίνουμε μια σκαλίτσα, ανοίγει μια πόρτα βεράντας και ααα… ιδού η θέα. Χμμμ… καλή είναι, αλλά δεν τρελάθηκα κιόλας. Δεν θα φανώ όμως αγενής, κάνω την εντυπωσιασμένη.

Τι ωραία θέααα!

Κι εκεί που δεν το περιμένω, ξαφνικά, Αγόρι Δημόσιες Σχέσεις με βουτάει, με σηκώνει, κατεβαίνει τη σκάλα μ’ εμένα στα χέρια (εκεί μένω άναυδη αλλά χειροκροτάω κιόλας σιωπηλά, δεν είναι κι απλό πράγμα αυτό), και με ρίχνει πάνω στο κρεβάτι. Εκεί θυμώνω τρομερά και αρχίζω και ουρλιάζω: “ΠΑΣ ΚΑΛΑ; ΜΕ ΕΦΕΡΕΣ ΕΔΩ ΓΙ’ ΑΥΤΟ, ΛΕΓΟΝΤΑΣ ΟΤΙ ΘΑ ΜΟΥ ΔΕΙΞΕΙΣ ΤΗ ΘΕΑ;!!!” Αυτός: “Καλά, κι εσύ πίστεψες τέτοια ώρα ότι ήθελα να δούμε ΑΠΛΑ ΤΗ ΘΕΑ;!!!”

Η παραπάνω ερώτηση είναι προβληματική για μένα, διότι ισχύει το εξής: ενώ μπορώ μια χαρά να αντιμετωπίσω την ωμή αλήθεια οπότε δεν χρειάζεται να πεις ψέματα, αν πάλι μου πεις ψέματα, κι αυτά θα τα πιστέψω. Ό,τι μου πεις. Για παράδειγμα. Πιθανό Αγόρι: “Πάμε σπίτι σου να κάνουμε ό,τι είναι να κάνουμε;” Εγώ (αν ψήνομαι): “Άντε, και δεν πάμε;” ή Εγώ (αν δεν ψήνομαι): «Άστο να μείνουμε φίλοι». Αυτό είναι σε αντιδιαστολή με το ακόλουθο. Πιθανό Αγόρι: “Πάμε σπίτι μου να δούμε το φτερωτό μου μονόκερο;” Εγώ (αν ψήνομαι): “Γιούπι!!! Πάμε!!!” ή Εγώ (αν δεν ψήνομαι): “Γιούπι!!! Πάμε!!!” Καταλαβαίνεις, δεν είναι να μου πεις ψέματα. Ναι, λοιπόν, φυσικά και το πίστεψα.

Και η πίστη μου ποτέ δεν μ’ έσωσε.

Οπότε, τσακωνόμαστε. Παράλληλα όμως, για κάποιον ημι-αδιευκρίνιστο λόγο, δεν τον φοβάμαι ιδιαίτερα έως και καθόλου. Εγώ: “Μα έχω αφήσει τη ΦΞΦ μόνη της!” Αυτός: “Η ΦΞΦ είναι με το φίλο μου!” Εγώ: “Μα είναι πολύ νωρίς ακόμα!” Αυτός: “Είναι μετά τις 5!!!” (Θα στο εξηγήσω αυτό της ώρας, άλλη φορά) Εγώ: “Δεν έχω και τα δικά μου προφυλακτικά!” Αυτός: “Τι έχουν τα δικά σου δηλαδή;” Εγώ: “Δεν είναι ότι έχουν, είναι ότι ΔΕΝ έχουν!” Αυτός: “;;;τι ΔΕΝ έχουν;;;” Εγώ: “Nonoxylonol 9!” Αυτός: “…;;;…” Εγώ: “Άστο! Αλλά είπες ότι ακόμα δουλεύεις!” Αυτός: “Θα γυρίσω μετά πίσω στο μαγαζί!” Εγώ: “Κι εγώ τι θα κάνω; είναι πολύ νωρίς για να πάω σπίτι!” Αυτός: “Πολύ νωρίς; Μα θα είναι 6! Αλλά θα ‘ρθεις κι εσύ στο μαγαζί, να βρεις τη ΦΞΦ!” Εγώ: “…Μα θα μου έχει χαλάσει το μακιγιάαααζ! Κλαψ –λυγμός- κλαψ”. Μιλάμε για τέτοια συζήτηση και ΤΕΤΟΙΑ επιχειρηματολογία. Το θέμα είναι (ναι, το θέμα είναι άλλο) ότι ο συνδυασμός του ότι τον βρίσκω χαριτωμένο/ έχω πιει/ τον θεωρώ ακίνδυνο, έχει ένα πολύ ενδιαφέρον εφέ πάνω μου. Ενδιάμεσα από κάθε φράση που ουρλιάζω και τον βρίζω, τον πιάνω και τον φιλάω. Είπα, έχω πιει. Ο δόλιος ανταποκρίνεται, αλλά με αυξανόμενη απορία στο βλέμμα.

Στην κλίμακα της παράνοιας, παίρνω 10 με τόνο.

Αφού γυρνάμε πίσω (άπρακτοι), εγώ με όρεξη για συνέχιση της βραδιάς κι αυτός κάπως μπερδεμένος, εγώ και η ΦΞΦ βρίσκουμε παρέα και πάμε και κάπου αλλού (που ήταν χάλια) αλλά εγώ το είχα δηλώσει ότι είναι πολύ νωρίς ακόμα. Αγόρι Δημόσιες Σχέσεις μας βλέπει που φεύγουμε με τους άσχετους-χάλιες και μας αποχαιρετά ακόμα πιο μπερδεμένο. Την επόμενη βραδιά, Αγόρι Δημόσιες Σχέσεις με αντιμετωπίζει καχύποπτα και προσεκτικά -δικαίως- και μετά αρνείται να μου δώσει σημασία. Εγώ τα βάφω μαύρα. Κάπου πάμε, κάτι κάνουμε, ΦΞΦ πάλι ασχολείται με κάποιον (έλεος! και εννοώ λίγο έλεος και σε μένα!), εγώ θέλω Αγόρι Δημόσιες Σχέσεις, δεν με νοιάζει κανείς άλλος πεισματικά, φυσάει ο άνεμος στο καταραμένο νησί όπως πάμε για Guzel, βάζω μαντήλι γύρω απ’ το μαλλί, άνοιξε πέτρα να διαβώ άντρας να μην με βλέπει. Λέμε τώρα.

Παράλληλα, διαδραματίζονται και γεγονότα ημέρας (προ νύχτας, τέλος πάντων). Για να δώσω μια ιδέα, να πω ότι διαμένουμε στο δωμάτιο όπου μένει πάντα η ΦΞΦ μέσω δουλειάς. Κοιμόμαστε σε ένα διπλό κρεβάτι –αλλά την ώρα που κοιμόμαστε, τέτοια ώρα τέτοια λόγια. Στο επίπεδό μας (πάνω στο κτίσμα εννοώ, όχι το άλλο επίπεδό μας) οδηγεί μια σκαλίτσα. Το δωμάτιο είναι σε μια βεράντα πρώτη πόρτα εμείς και λίγο πιο μετά, στρίβοντας, στη δεύτερη πόρτα είναι ένα gay ζευγάρι, δύο τύποι γύρω στα 40. Ο ένας ξανθός στο ξεπλυμένο του, ο άλλος από κάπου εξωτικά, σκούρος και κάπως βυσσινι-παράξενο. Έχουμε ήδη χαμογελάσει όλοι ευγενικά όταν έχουμε συναντηθεί σε σκαλίτσα/ είσοδο/ έξοδο, όλα πολύ πολιτισμένα. Στην πόρτα μας έχει ένα κομμάτι τζάμι και κάτι για να κλείνει το τζάμι, δεν έχουμε ασχοληθεί ιδιαίτερα, με μόνη πρόσβαση το gay ζευγάρι και ούτε καν δίπλα-δίπλα τα δωμάτια, νιώθουμε μια σχετική ασφάλεια και έχουμε μια ελευθερία κινήσεων. Το βραδάκι, έχω μπει πρώτη για μπάνιο. Αμέσως μετά, μπαίνει ΦΞΦ. Εγώ με πετσέτα στο μαλλί, έχω βάλει πρώτα σουτιέν και πάω για τα υπόλοιπα. Εκείνη τη στιγμή, κάποιος πλησιάζει την πόρτα…

Πρώτα βλέπω τη σκιά. Σκιάζομαι. Κοιτάζω και αντιλαμβάνομαι ότι είναι ο εξωτικός βυσσινι-παράξενος gay τύπος. Από το τζαμάκι, με βλέπει κι αυτός: Πετσέτα στο μαλλί, σουτιέν, τελεία. Επαναλαμβάνω: Τελεία! Λέω, ΟΚ, με είδε πώς είμαι, θα φύγει. Εξωτικός Βυσσινι-παράξενος Gay Τύπος γυρνάει πόμολο και ανοίγει πόρτα(!!!) Αν δεν ήμουν απολύτως σίγουρη για το “gay”, θα με είχαν ακούσει ως τη Σαντορίνη. Με κοιτά. Τον κοιτώ. Λέει στα αγγλικά: “χίλια συγγνώμη, αλλά αναρωτιόταν μήπως είστε μόνες σας και θέλετε παρέα για να βγείτε απόψε…” Τον κοιτώ στα μάτια. Πιάνω βρακί. Δεν ξεκολλάω βλέμμα, τον κοιτώ. Αργά αλλά σταθερά, με τα μάτια μου καρφωμένα όλη την ώρα στα δικά του, βάζω πόδι νούμερο ένα μέσα στο βρακί. Τον κοιτώ. Βάζω και πόδι νούμερο δύο στο βρακί. Τον κοιτώ. Ανεβάζω βρακί στη θέση του. Τον κοιτώ. Λέω: “όχι, μην ανησυχείτε, μια χαρά είμαστε, βρίσκουμε παρέα και μόνες μας”. Εξωτικός Βυσσινι-παράξενος Gay Τύπος φεύγει, αρχίζω να βάφομαι ανακουφισμένη.

Αργότερα, ΦΞΦ βγαίνει απ’ το μπάνιο ανυποψίαστη και δεν πιστεύει στ’ αυτιά της. Το κλου είναι ότι την επόμενη μέρα, Εξωτικός Βυσσινι-παράξενος Gay Τύπος πάει να κάνει ΤΟ ΙΔΙΟ πράγμα, απλά αυτή τη φορά έχω προλάβει κι έχω βάλει βρακί κι έχω κλειδωμένη πόρτα, αλλά ζητάει να την ανοίξω. Ρωτάει αν έχουμε ανοιχτήρι για κρασί κι αν θέλουμε να πιούμε κρασί μαζί τους. Σοβαρά, τι μήνυμα περνάω; Με είδε χτες με ύφος έτοιμο για τρελίτσες; Ευγενικά, λέω πως δυστυχώς έχω μόνο μέχρι τσιμπιδάκι φρυδιών αλλά όχι ανοιχτήρι και ότι θα βγούμε να πιούμε πιο σοβαρά ποτά και όχι κρασί. Αργότερα, ΠΑΛΙ η ΦΞΦ βγαίνει ανυποψίαστη απ’ το μπάνιο, και ΠΑΛΙ δεν πιστεύει στ’ αυτιά της.

Η φερεγγυότητά μου σ’ αυτό το νησί έχει κλυδωνιστεί ανεπανόρθωτα.

Τελευταία μας μέρα, παίρνουμε ταξί και πάμε Super Paradise. Το θεματάκι με το μέρος είναι ότι αν δεν οδηγείς, δεν έχεις πρόσβαση παρά μόνο με πούλμαν συν καΐκι ή με ταξί. Κι άντε και πας. Πώς θα γυρίσεις; Τα πούλμαν και τα καΐκια κάποια στιγμή (νωρίς) σταματάνε. Την ώρα περίπου που αρχίζει ο τζερτζελές. Κι αν περιμένεις να πάρεις τηλέφωνο ταξί από κινητό και να ‘ρθει ως εκεί, παίξε και λόττο γιατί έχει τζακ-ποτ. Βλέπεις, παρά την απόσταση, σαν κούρσα δεν είναι και η πρώτη επιλογή σου αν είσαι ταρίφας.

 Οι πιθανότητες να σου αφήσουν στο πίσω κάθισμα δέκα τεκίλες (με ή χωρίς πίτσες), είναι 10 προς 1.

Βλέπεις, με δικαιολογία την ωραιότατη παραλία, η μουσική βαράει ανελέητα, ορδές ξαναμμένων τουριστών μπουγελώνονται, πίνουν σφηνάκια, χορεύουν πάνω στα μπαρ-πεζούλια-ο ένας πάνω στον άλλον-όπου βρουν, την πέφτουν όλοι σε όλους ανεξαιρέτως και κάποιοι ξένοι (Ιταλοί; Άγγλοι; Απροσδιόριστης Εθνικότητος; δεν έχω ιδέα, πάντως μαυρισμένοι και gay) πού ‘χουν ξεμείνει στο νησί, κρατάνε ένα μικρόφωνο και, με συνοδεία του πιωμένου κι αλλοπαρμένου πλήθους, ουρλιάζουν ρυθμικά:

Mykonooos!

Ίσως ο τρόπος που περιγράφω το μέρος να ακούγεται φρικαλέος για τον περισσότερο κόσμο και, για οποιονδήποτε πολιτισμένο άνθρωπο κάτω των 30 (και πολύ λέω), με ένα άλφα επίπεδο, μάλλον είναι. Εγώ, ως ψυχρός και αντικειμενικός παρατηρητής, ζυγίζω την κατάσταση και τις προοπτικές μας. Λέω:

ΦΞΦ, εδώ είναι παράδεισος.

Αλλά, υπάρχει και το προαναφερθέν πρόβλημα: πώς θα γίνει και δεν θα ξεμείνουμε κι εμείς εκεί για πάντα και, μετά από χρόνια, δεν θα βρεθούμε με μικρόφωνο στο χέρι και απόχρωση Λάκη Γαβαλά, να φωνάζουμε “Mykonooos!” με αξάν; (Κι εντάξει εγώ, έχω και μεσογειακή επιδερμίδα, μαυρίζω. Η ΦΞΦ όμως;) Καταστρώνω σχέδιο δράσης. Λέω: “ΦΞΦ, μετά την παραλία, θα πάμε να πιάσουμε μπαρ. Εκεί, θα πρέπει να βρούμε από 2 έως και 3 αγόρια μαξ (απ’ το «μάξιμουμ»), να κάτσουμε δίπλα τους”. ΦΞΦ χαμογελά και γνέφει θετικά αλλά απορεί: «Γιατί 2 έως και 3;» Δεν είμαστε στο ίδιο μήκος κύματος. Ρίχνω φάπα. Προσθέτω:

Για να χωράμε στο αυτοκίνητο, Φυσική Χαζή Ξανθιά Φίλη!

Συνεχίζω σοβαρά: “Πρέπει να είναι Έλληνες. Και, όπως είπα, να φαίνεται ότι έχουν αυτοκίνητο. (Θα έχουν αυτή τη σιγουριά στο βλέμμα, που καταλαβαίνεις ότι δεν ανησυχούν πώς θα γυρίσουν)”. ΦΞΦ κάνει ότι το ‘χει, κατάλαβε, δεν χρειάζεται να πω τίποτα άλλο. Της πιάνω τα χέρια και την κοιτώ στα μάτια: “Πρόσεξέ με καλά. Τα αγόρια, ΔΕΝ πρέπει να είναι και πολύ της προκοπής”. Βλέμμα απογοήτευσης. Εξηγώ: “Δεν μας παίρνει να βρουν τίποτα θεές, τίποτα Ιταλίδες και να μας αφήσουν στα κρύα του γιαλού. Πρέπει να είναι καλά παιδιά αλλά με ελαφρώς περιορισμένες εμφανισιακές δυνατότητες. Μ’ ακούς; Ας ψιλοβλέπονται, στην περίπτωση που είναι απόλυτη ανάγκη να βάλουμε τα μεγάλα μέσα, αλλά να μην έχουν καμία απολύτως πιθανότητα να πάνε σπίτι με τους βραζιλιάνικους κώλους πάνω στο μπαρ. Καμία. Και να το ξέρουν. Να χαρούν που θα πάμε να “παρκάρουμε” δίπλα τους. Θα πρέπει επίσης να κοινωνικοποιηθούμε και να γνωριστούμε”. Σε όλη μου τη ζωή, μα τω Θεώ, κανένα σχέδιό μου δεν έχει πετύχει όσο αυτό. Κανένα όμως. (Λάθος, εκτός από αυτό). Πέτυχε κατά γράμμα. Όχι μόνο γνωριστήκαμε, ήπιαμε σφηνάκια και μας γύρισαν τα παιδιά με προθυμία, αλλά μας είπαν και: “Το βράδυ, τραπέζι στο Guzel”.

Αλλά, η νύχτα είχε τα δικά της σχέδια.

Τελευταίο βράδυ στη Μύκονο, λοιπόν. Εγώ, στο Super Paradise πέρασα σούπερ, μιλάμε να έρχονται τα αγόρια στη σειρά και να ρωτάνε ποιον προτιμάω -μεγάλες στιγμές- σε βαθμό που βέβαια με έπιασε μια τρομαγμένη άρνηση και δεν ασχολήθηκα με κανέναν (παρόλα αυτά, το εκτίμησα). Αλλά δεν είμαι σε τρομερά ανεβασμένη διάθεση γιατί συνεχίζω να θέλω Αγόρι Δημόσιες Σχέσεις (ο καθένας με το κόλλημά του), και μάλλον το έχω χάσει. Και μεταφορικά και κυριολεκτικά, γιατί όταν πάμε Caprice δεν το βλέπω πουθενά. Με βαριά καρδιά, συνεχίζουμε στο μαγαζί νούμερο 2. Εκεί, η διάθεσή μου πέφτει πιο πολύ γιατί 1) δεν βλέπω τίποτα ενδιαφέρον 2) βρίζω τον εαυτό μου που έχασα Αγόρι Δημόσιες Σχέσεις και 3) δίπλα μου είναι Ύποπτος Χάλια Τύπος που με κοιτάζει ύποπτα. Δυστυχώς, αρχίζει και μου μιλάει και ύποπτα. Ευτυχώς, απ’ την άλλη πλευρά βρίσκονται δύο αθώα παιδάκια που φαίνονται τελείως παιδάκια και αποπνέουν απόλυτη εμπιστοσύνη. Στρέφομαι προς το κοντινό μου παιδάκι, ζητώντας βοήθεια. Παιδάκι σκύβει ευγενικά, μου αγγίζει τη μέση και μου λέει ότι είδε ότι ο Ύποπτος Χάλια Τύπος με ενοχλεί και να μην ανησυχώ. Παιδάκι μυρίζει ωραία.

Ανησυχώ (ότι θα πάω φυλακή).

Να κάνω εδώ μια παρένθεση και να πω ότι στη Μύκονο, μεταξύ gay αγοριών, άπλυτων Ιταλών, άλλων τουριστών, ντόπιων νησιωτών, τρελαμένων φοιτητών, δήθεν και μη σκαφάτων και ό,τι να ‘ναι, υπάρχει και μια μικρή και ιδιαίτερη άλλη κατηγορία. Κάτι αγοράκια γέννημα-θρέμμα βορείων προαστίων (πιθανώς υπάρχουν και κοριτσάκια αλλά εγώ μόνο τα αγοράκια έχω προσέξει), τόσο φλωράκια όμως, που σου φέρνουν δάκρυα στα μάτια. Απ’ αυτά τα πανέμορφα παιδάκια με τα εξαιρετικά γονίδια (γιατί τουλάχιστον η μαμά είναι πρώην μοντέλο/ καλλονή), που έχουν ζήσει με ξένες γκουβερνάντες, έχουν πάει σε ιδιωτικά ξένα σχολεία κι έχουν περάσει τόσον καιρό ταξιδεύοντας στο εξωτερικό, που έχουν ένα απροσδιόριστο ακσάν καλής κοινωνίας και ανατροφής. Ευγενέστατα, με καλούς τρόπους, απ’ αυτά που μεγάλωσαν με χόμπι την ιππασία. Τα παιδάκια που είναι δίπλα μου, είναι απ’ αυτά.

Σαν να ξεφυλλίζεις περιοδικό και να πέφτεις πάνω σε διαφήμιση Ralph Lauren.

Το κοντινό που μου μιλάει έχει ξανθό σπαστό μαλλάκι ημίμακρο, πράσινα ματάκια, κόκκινα χειλάκια και φοράει τη χαρακτηριστική στολή πουκάμισο-πουλόβερ δεμένο στους ώμους-λευκό παντελόνι-μοκασίνια. Άντε να ‘ναι 17 μαξ. Κάτι λέμε, ρωτάω και την ώρα, μου δείχνει το πελώριο ρολόι του, πλησιάζει 5, λέω: “…γιατί κάποια στιγμή πρέπει να πάμε και Guzel”. Συμφωνεί: “ναι, στις 5 είναι ώρα-Guzel”. Το άλλο αγοράκι φαίνεται ελαφρότατα μεγαλύτερο (ίσως και 18), καστανό, όμορφο, σοβαρό. Εγώ δεν δίνω γενικά πολύ σημασία (προς τιμήν μου). Σε λίγο, σηκωνόμαστε να φύγουμε. Στο δρόμο προς την έξοδο, βλέπω Αγόρι Δημόσιες Σχέσεις σε τραπέζι με δεκαπέντε άλλα κοριτσάκια. Με βλέπει. Του λέω: “Πού χάθηκες;” Λέει: “Εγώ χάθηκα;” Λέω: “Μάλλον ήσουν απασχολημένος να δείχνεις τη θέα…” (Έπεσα χαμηλά, το ξέρω). Βγαίνω. Έξω απ’ το μαγαζί, ψυχολογικό ράκος, σωριάζομαι σε ένα πεζούλι να κλάψω τη μοίρα μου. Αμέσως βγαίνει ΦΞΦ με τα δυο φλωράκια. Ξανθό Φλωράκι:

Έλα, πήγε 5. Δεν είπαμε ότι θα πάμε Guzel;

Μαζεύω τα κομμάτια μου και σηκώνομαι. Εντάξει λοιπόν, να πάμε Guzel. Με τον αέρα να μας παίρνει και να μας σηκώνει (κυριολεκτικά, κρατιέμαι απ’ όπου βρω), φτάνουμε. Δεν ξέρω πώς και γιατί μας θυμόταν στην πόρτα ο πορτιέρης από προηγούμενο βράδυ (δεν έχουμε κάνει τίποτα εκεί, αλήθεια) αλλά μας χαμογελάει αναγνωριστικά και λέει να μπούμε αλλά τα μικρά θα πληρώσουν. Μπαίνουμε. Οι του Super Paradise έχουν φύγει. (Μάλλον εκείνοι δεν έβλεπαν το μαγαζί σαν άφτερ όπως εμείς). Μέσα, γίνεται της ακολασίας από κόσμο. Η διάθεσή μου επανέρχεται σιγά-σιγά από γλυκύτητα και ευγένεια Ξανθού Φλωρακίου, το οποίο, όταν περνάει πολύς κόσμος, με αγκαλιάζει απαλά αλλά σταθερά (πολύ αθώα, σοβαρά), για να μην με σπρώχνουν. Τι τζέντλεμαν. Μιλάει περί ανέμων και υδάτων και λέει να βγούμε και στην Αθήνα, έχει τραπέζι κάθε Σάββατο (δεν θυμάμαι σε ποιο παραλιακό μαγαζί). Λέω: “Χρειάζεσαι να έρθω ως κηδεμόνας σου;” Λέει: “Εγώ σε καλώ, θα περάσω να σε πάρω κι εσύ έλα ως ό,τι θέλεις, απλά έλα.” (Κάτι τέτοιες ατάκες με ρίχνουν). ΦΞΦ βαριέται, ο άλλος είναι υπερβολικά μικρός για τα γούστα της και δεν είναι και τρομερά ομιλητικός. Αλλά μόλις τελειώνει το ποτό της και ψάχνει να αφήσει κάπου το ποτήρι, Καστανό Φλωράκι της το παίρνει απ’ το χέρι να το αφήσει στο μπαρ, ρωτάει αν θέλει άλλο ποτό. ΦΞΦ εντυπωσιάζεται.

Τι εξυπηρέτηση!

Κάποια στιγμή, ενώ έχει ξημερώσει από ώρα, λέμε να φύγουμε. Βγαίνουμε και οι τέσσερις στο ανελέητο φως του ήλιου. Ξανθό Φλωράκι μου λέει (και το εννοεί): “Ωχ, πώς σκίστηκε έτσι όλο το φόρεμά σου;” Κουτό, αθώο παιδί. Του εξηγώ ότι έτσι είναι το κόψιμο, είναι η κοιλιά απέξω. Ξανθό Φλωράκι το κοιτά με εντυπωσιασμένα απορημένο βλέμμα. Φλωράκια μένουν πολύ κοντά, λένε να πάμε μαζί τους στο ξενοδοχείο για πρωινό. Εκεί πέφτει μια σιωπηλή συνεννόηση μεταξύ εμού και ΦΞΦ. Ας πούμε ότι ξεκινάω εγώ και φαντάσου εναλλαγή προσώπων. “Δεν ξέρω, εσύ τι λες;” “Γιατί όχι;” “Απλά θα φάμε πρωινό, το ξέρεις, έτσι;” “Λες;” “Σίγουρα, δεν υπάρχει περίπτωση να κάνουν αυτοί κίνηση, θα περιμένουν από μας, κι εγώ δεν κάνω, ντροπή.” “Ντρέπεσαι εσύ;” “Ναι ρε, ντρέπομαι! Άσε που θα ‘χει λιώσει η φάτσα μου τέτοια ώρα και κοίτα τα, αυτά είναι μπουμπούκια!” “Έχεις δίκιο. Απλά θα φάμε και πρέπει να κάνουμε και δίαιτα. Ας το αφήσουμε…” Περνάμε στο φωναχτό: “Παιδιά, εμείς δεν πεινάμε, πρέπει να πάμε και για ύπνο, σε λίγες ώρες ταξιδεύουμε”. Μετά λύπης μας λένε καληνύχτα κι ανεβαίνουν τα σκαλιά του ξενοδοχείου τους.

Τα καμαρώνουμε από μακριά.

Μένω μόνη με ΦΞΦ και τα μελτέμια να σφυρίζουν. Λέω: “Ωραία, και τι κάνουμε τώρα;” ΦΞΦ: “Τι κάνουμε; πάμε για ύπνο, τι να κάνουμε;” Εγώ: “Χμμμ… εγώ, αν δεν ήταν τα μικρά, δεν θα ‘φευγα ακόμα απ’ το Guzel…” ΦΞΦ: “Δηλαδή λες να πάμε πίσω;!!!” Εγώ (δειλά): “Ναι…;” Και πάμε πίσω. Στην πόρτα, μας βλέπει ο Πορτιέρης. Γελάει. Λέει: «τι έγινε ρε κορίτσια;»

…Γυρίσατε πίσω αφού βάλατε τα μικρά για ύπνο;

Advertisements