Tags

, , ,

Μετά το καλοκαίρι, έρχεται χειμώνας 2007-2008. Είναι η εποχή που εγώ παρέα με την Αδερφή χτίζουμε τούβλο-τούβλο το eleven, το μπαρ-ρέστοραντ όπου μια φορά κι έναν καιρό όλοι ήξεραν τ’ όνομά μου (= κατά το τζινγκλ της γνωστής αμερικανικής σειράς Cheers – «…where everybody knows your name»). Μια βραδιά λοιπόν που στο μαγαζί δεν κινείται τίποτα ενδιαφέρον και μ’ έχει πιάσει το πονόψυχό μου, αποφασίζω να δώσω μια ευκαιρία σε άνθρωπο στον οποίο χρωστάω χάρη διότι με έσωσε κάποτε από βέβαιη ρομπίαση. (Φέξε μου και γλίστρησα αλλά μην αναρωτιέσαι, το μυαλό μου λειτουργεί με πολύπλοκες σεξουαλικο-ηθικές διεργασίες έως και τελείως randomly). Μετά από εκείνο το συμβάν της αποφυγής ρομπίασης, τον έχω απορρίψει πολλαπλώς κι αυτός έχει επιμείνει για πολύ καιρό –είδες; η επιμονή μερικές φορές ανταμείβεται. Ανεξαρτήτως του κλήρου που του έλαχε απόψε, ο τύπος μου είναι συμπαθής και έχει κάτι από Παπαστρούμφ ή μάλλον Άγιο Βασίλη, το οποίο μου βγάζει πολύ γλυκά και ζουπηχτικά συναισθήματα –άσε που πλησιάζουν Χριστούγεννα και άρα είναι και επίκαιρος.

Είναι μια άλλη οπτική του Secret Santa.

Καθόμαστε και πίνουμε και μιλάμε, μην φανταστείς, είναι μια από τις γνωστές συζητήσεις όπου το αλκοόλ φέρνει τους ημι-αγνώστους πιο κοντά. Μεταξύ άλλων, του λέω να κόψει το κάπνισμα. (Είναι από τα πράγματα που λέω σε οποιονδήποτε κάθεται να με ακούσει, γενικά). Με ρωτάει: «Αν κόψω το κάπνισμα, θα μου κάτσεις;» Απαντώ:

 Σκεφτόμουν να μην περιμένω τόσο.

Βλέμμα συνειδητοποίησης, χαμόγελο, πλατύ χαμόγελο, εσπευσμένες διαδικασίες, σπίτι. Αφού γίνονται τα πολύ αρχικά, Παπαστρούμφ-Άγιος Βασίλης με τοποθετεί στη στάση 69. Πάω κι εγώ να κάνω αυτό που αναμένεται να κάνει κανείς σ’ αυτή την περίσταση. Ξεκινάω να το κάνω. Παπαστρούμφ-Άγιος Βασίλης ξεκινάει κι αυτός… να μου γλείφει το μπούτι. Ε; Προς στιγμήν, σηκώνω το κεφάλι απορημένη. Κι όμως, δεν πτοείται. Συνεχίζει. Τι να κάνω; συνεχίζω κι εγώ. Συνεχίζει το ίδιο. Μου γλείφει το μπούτι. Αυτό ακριβώς. Ως το τέλος. Όταν λέω «τέλος» εννοώ φυσικά απ’ τη δική του πλευρά, γιατί αν εγώ είχα φτάσει την αυτοσυγκέντρωση / το διαλογισμό σε τέτοια επίπεδα ή είχα ανακαλύψει την τηλεκίνηση 1) δεν θα ‘μουν εδώ τώρα 2) θα του έριχνα τώρα αυτή τη στιγμή που το διαβάζεις μια παντόφλα στο κεφάλι, τηλεκινητικά). Μου γλείφει το μπούτι, λοιπόν. Με τέτοιο πάθος, που αναρωτιέμαι αν θα αφήσει και πιπιλιά. Αλλά τι παραπονιέμαι; Ένα μικρό μπλε ενθύμιο από τον Παπαστρούμφ. Γιατί, βλέπεις, ο καργιόλης ο Άη Βασίλης που υποτίθεται πως φέρνει δώρα…

…φέτος δεν έφερε ούτε γλειφιτζούρι.

Πάλι στο eleven bar restaurant (ναι, σταθερή αξία), έχω γνωρίσει μυστήριο γοητευτικό τύπο (= όχι στις ηλικίες που κοιτάζω συνήθως, ίσως και άνω των 30), που μιλά με αινίγματα (όχι κυριολεκτικά «τι είναι πράσινο και έχει κάνει χαλάουα*» αλλά μεταφορικά) και χορεύει και εξαιρετικό φλαμένκο. Σε φάσεις έχει και πλάκα με έναν αινιγματικό (πάλι), τρόπο. Και χορεύει. Και είναι γοητευτικός. Ε, πόσα να ζητήσεις πια; Μετά από μερικά συναπτά παρασκευοσάββατα φλαμένκο-ανιγματικότητας, μια βραδιά, πάμε σπίτι. Εκεί, όπως κάνουμε συχνά σε τέτοιες περιπτώσεις, εγώ βγάζω τα ρούχα μου. Μυστήριος Γοητευτικός Τύπος βγάζει και τα δικά του. Και τον κοιτάζω. Και θέλω να ξαναβάλω τα δικά μου. Η έκφραση που χρησιμοποιείται σε αντίστοιχες φάσεις στην Αμερική, είναι «σαν το χέρι ενός μωρού». Μόνο που εδώ μιλάμε ότι είναι σαν το χέρι το δικό μου…

…Με διάμετρο μπράτσου. Μετά από χρόνια γυμναστήριο.

Το κοιτάζω. Τον κοιτάζω στα μάτια. Το ξανακοιτάζω. Τον ξανακοιτάζω στα μάτια. Λέω: «Αυτό. Δεν. Γίνεται». Ακολουθεί πολύ πειθώ, υπομονή κι επιμονή -με την καλή έννοια. Βλέπεις, προφανώς ο άνθρωπος δεν αντιμετωπίζει για πρώτη φορά το δισταγμό/ τρόμο / το-βάζω-στα-πόδια-ξεβράκωτη-κι-αλλοπαρμένη, οπότε κάνει μια φιλότιμη προσπάθεια να δουλέψει το πράγμα. Και, κάπως, όντως δουλεύει. Το «δουλεύει» βέβαια είναι σχετικό, γιατί εγώ χρειάζεται να κάνω παράλληλα ασκήσεις Λαμάζ (=αναπνευστικές τεχνικές για γυναίκες πάνω στη γέννα) και συγχρόνως έχω την τσαλακωμένη φάτσα μορφασμού όπως όταν είσαι στο νοσοκομείο για να σου πάρουν αίμα και η νοσοκόμα ψάχνει φλέβα με τη βελόνα. Τόσο απολαυστικά.

(*Απάντηση αινίγματος: Ο Βάτριχος)

Μην πεις «γιατί δεν έκανες τίποτα άλλο κοπέλα μου;» Όχι, μην το πεις. Δεν γινόταν. Μπορείς εσύ να φας μήλο με μια μπουκιά; Ε, ούτε εγώ. Τέλος πάντων, κάποια στιγμή το μαρτύριο τελειώνει (συγχρόνως με αυτόν). Κάνω το σταυρό μου. Πάω στο μπάνιο, μου κάνω προς τα κάτω «σώπα-σώπα, πέρασε», βάζω χαμομήλια (μην ρωτήσεις), γυρνάω στο κρεβάτι, ξαπλώνουμε λίγο. Κάνα 20λεπτο μετά, νιώθω κάτι να κινείται κάτω απ’ το πάπλωμα προς νότια. Τον κοιτάζω. Με κοιτάζει. Με νόημα. Λέω «μου κάνεις πλάκα». Όχι, το εννοεί. Τον διώχνω κακήν κακώς. Τον ξαναβλέπω δυο-τρεις φορές στο eleven, είναι πολύ ευχάριστος, πρόθυμος, διαχυτικός, αλλά αίνιγμα, μυστήριο και φλαμένγκο πάνε άπατα, εγώ πλέον τον βλέπω ΑΥΣΤΗΡΑ σαν φίλο. Φίλε, δεν γίνεται. Εκτός κι αν…

…εκτός από προφυλακτικά, έχεις πάνω σου κι επισκληρίδιο.

want a ride on my huge cock?
NO!

Advertisements