Tags

, , , , , ,

 

Αύγουστος 2007. Παραθερίζουμε στο γνωστό Νησί, δηλαδή στα Βατερά της Μυτιλήνης), όπου πάμε οι ίδιοι άνθρωποι κάθε χρόνο από τότε που θυμάμαι. Όχι μόνο τον εαυτό μου. Από τότε που θυμάμαι γενικά. Το αγαπάμε το μέρος, μας ενώνουν τα ίδια πράγματα (φεγγάρια, θάλασσα, νοσταλγία και, βασικά, ούζα)… αλλά μας τελειώνουν οι άνθρωποι. Αυτό είναι πρόβλημα. Γιατί το βασικό πράγμα που θέλω εγώ στις διακοπές (εκτός από μπάνιο με καλό φωτισμό στο ενοικιαζόμενο δωμάτιο) είναι το Κ.Ν.Γ. = Κάτι Να Γίνεται. Έστω και να νομίζω απλά ότι γίνεται. Εγώ και τα φανταστικά μου φλερτ περνάμε πολύ ωραία, αλήθεια, είναι το λεγόμενο «φλερτ με προφυλάξεις», δεν κινδυνεύεις να κολλήσεις τίποτα ούτε καν συναισθηματικό. Αλλά έτσι…

 …σου λείπει και λίγο εξάιτμεντ ρε γαμώτι.

 

Οπότε, είμαστε Εκεί. Κι εκεί που περνάνε οι πρώτες μέρες με το απόλυτο τίποτα και αγωνιζόμαστε να κρατήσουμε ηθικό υψηλό και θερμιδικό σύνολο χαμηλό, εμφανίζεται Φίλος Γείτονας από Πάντα (τον γνωρίσαμε και τον βρίσαμε εδώ), ο οποίος όμως φέτος έχει κάνει την υπέρτατη φιλανθρωπική κίνηση του Εκεί. Έχει Φέρει Φίλους. Δηλαδή καινούριους. Outsiders. Φρέσκο Αίμα. Και όχι μόνο αυτό, αλλά οι –δύο, όχι απλά ένας- φίλοι είναι εμφανισιμότατοι. Ο ένας δηλαδή, γιατί ο άλλος είναι Θεός. Εγώ τους βλέπω πρώτη φορά ενώ είμαστε για μπάνιο, συστηνόμαστε, τους βλέπω και το ίδιο βράδυ στο φοβερό παραλιακό Αρένα κλαμπ, κάνουμε λίγο χαβαλέ με φωτογραφίες και χορό αλλά τίποτα το συνταρακτικό.

Απλά ομορφαίνουν το τοπίο.

 

Εγώ, μπάι δε γουέι, αν έχω κάποιο στόχο, έχω τον απλά εμφανισιμότατο, ο άλλος παραείναι υπερθέαμα για τα δεδομένα μου -ας είμαστε και ρεαλιστές. Εκτός της ευρύτερης παρέας και της Αδερφής, (η οποία ήτο και είναι με το φίλο της, άρα ανενεργή), υπάρχει η Φυσική Ξανθιά Φίλη (ΦΞΦ), η οποία μοιράζεται τις ίδιες «καλλιτεχνικές» ανησυχίες μ’ εμένα στο νησί. Ενεργούμε σαν ομάδα και η δράση μας είναι συμπληρωματική, βασιζόμενη στην αμοιβαία κατανόηση, στον ιερό αγώνα για υπέροχες καλοκαιρινές αναμνήσεις και στα τελείως διαφορετικά γούστα. Που, στη συγκεκριμένη περίπτωση…

…κάνουν τους καλούς φίλους.

 

Πρώτη μέρα λοιπόν, τζίφος. Τη δεύτερη μέρα (14 Αυγούστου, μέρα σημαδιακή), είναι τα γενέθλια της ΦΞΦ, τα οποία κάθε χρόνο γιορτάζονται με τυμπανοκρουσίες. Είμαστε βράδυ μεγάλη παρέα (άνευ Φίλου Γείτονα από Πάντα και των Φίλων) για ούζα. Διάθεση παρέας, εξαιρετική. Προς το τέλος, και ενώ έχει ήδη βγει τούρτα και φρουτο-σύνθεση, εμφανίζονται οι τρεις Φίλοι παρέα με παρέα. Ε. Ρε. Γλέντια. Μεγάλη χαρά στο τραπέζι για τις νέες αφίξεις, μεγάλη χαρά και οι νέες αφίξεις, μερικές εκατοντάδες ακόμα «γεια μας»…

…κι έχουμε πιει στην υγειά της ΦΞΦ τόσες φορές, που ήδη ακούγεται οξύμωρο.

 

Σιγά-σιγά, λέμε να πηγαίνουμε και στο Αρένα κλαμπ. Και πάμε. Εκεί, περνάμε μάλλον πάρα πολύ ωραία αλλά λέω «μάλλον» γιατί η ΦΞΦ κερνάει σφηνάκια ανά πέντε λεπτά, και άρα οι αναμνήσεις μου είναι πολύ μα πολύ συγκεχυμένες. Θυμάμαι μόνο ότι χορεύω με τρέλα με όλους τους φίλους και γνωστούς και ότι η ΦΞΦ πίνει πολλά από τα σφηνάκια που δεν πίνω εγώ μόνη της. Βλέπεις, εγώ είμαι πολύ φτηνό ραντεβού, με 3 ποτά κάνω τα γλυκά μάτια και σε φίκο. Και έχω συναίσθηση, οπότε σταματάω. Άρα, στο βάθος του μυαλού μου έχω συναίσθηση ότι η ΦΞΦ έχει πιει πάνω από όσο εγώ θεωρώ ανθρωπίνως δυνατό. Η επόμενη καθαρή ανάμνησή μου είναι η ΦΞΦ να φιλιέται με το φίλο για τον οποίο πήγαινα εγώ -ο οποίος τυχαίνει να είναι επίσης Φυσικός Ξανθός, άρα Αγόρι Φυσικός Ξανθός Φίλος, άρα Αγόρι ΦΞΦ).

Εκεί με πιάνει μια μικρή απογοήτευση και μια αίσθηση εγκατάλειψης, η οποία μάλλον (πάλι “μάλλον”) περνάει γρήγορα. Διότι η αμέσως επόμενη ανάμνησή μου είναι κάπως στην αγκαλιά του Θεού Φίλου. Δεν ξέρω πώς βρέθηκα εκεί, είμαι σχετικά σίγουρη ότι δεν έχει συμβεί τίποτα (το λιπ γκλος ανέπαφο), πάντως είμαι εκεί. Εκείνη τη στιγμή, στο κλαμπ, γίνεται ένας μεγάλος καυγάς με άσχετους. Η ΦΞΦ λέει “πάω να τους χωρίσω”. Ευτυχώς, γνωρίζοντας την κατάστασή της, την κρατά το Αγόρι ΦΞΦ. Σου λέει “πού να την αφήσω τη μαύρη, που έχει πιει όλη τη Μαύρη Θάλασσα, να πλησιάσει τους αγριεμένους ντόπιους, να της βγάλουν κάνα μάτι, να τρέχουμε μετά στο Κέντρο Υγείας, αντί να τρέχουμε να βγάλουμε τα μάτια μας…” Η λογική του στέκει, παρόλο που ο ίδιος ίσως να έχει πιει τόσο που δεν μπορεί να σταθεί.

Αφού αποφεύγουμε αυτό τον κίνδυνο, πάμε για τον επόμενο. ΦΞΦ δηλώνει ότι θέλει να γυρίσει μαζί με Αγόρι ΦΞΦ. Θεός Φίλος μού λέει να έρθω κι εγώ μαζί τους. Ειλικρινά, στο σταυρό που κάνω σ’ όλο το σύμπαν, στην ψυχή του οποιουδήποτε, μα τω Θεώ, ΔΕΝ σκέφτομαι να πάω για Θεό Φίλο. Αφού δεν έχει συμβεί τίποτα, δεν το έχω καν σαν πιθανότητα στο μυαλό μου. (Παρένθεση: Για μένα, ή φιλιέσαι μέσα στο κλαμπ, ή είναι πάρα μα πάρα πολύ δύσκολο -έως σχεδόν αδύνατον- να φιληθείς οπουδήποτε αλλού. Σοβαρά, πιστεύω με πάθος ότι αν δεν συμβεί εκεί, πάει, τη χάσαμε την ευκαιρία, το κορμί πατριώτη, κ.λπ). Απ’ την άλλη -και πάλι το ορκίζομαι ότι λέω αλήθεια- ξέρω ότι η ΦΞΦ είναι θαύμα που ακόμα στέκεται όρθια. Ανησυχώ. Την έχω έγνοια. Πού θα την αφήσω να πάει μόνη σε ξένο σπίτι με ξένους ανθρώπους σ’ αυτή την κατάσταση; Λέω ΟΚ, θα πάω μαζί. ΔΕΝ πάω για το Φίλο.

Πάω για το φιλότιμο.

 

Και στοιβαζόμαστε όλοι μέσα σ’ ένα αυτοκίνητο, άπειρα άτομα, ο Φίλος Γείτονας από Πάντα, η κουλ Αδερφή του, οι δύο έξτρα φίλοι (Αγόρι ΦΞΦ και Θεός Φίλος), η ημιλιπόθυμη ΦΞΦ, μια άσχετη γκόμενα που ήρθε για το μπούγιο(;) -ποιος ξέρει- κι εγώ που έχω ξενερώσει πλήρως και μαγικά μόλις έχω μπει στο αυτοκίνητο, κι έχω το σοβαρό μου βλέμμα άγχους. (Δηλαδή θείτσας και ντεκαυλέ). Τσεκάρω ΦΞΦ ανά διαστήματα. Μισοχαχανίζει στο Αγόρι ΦΞΦ και μισοκοιμάται. Εγώ βρίζω από μέσα μου. Και βρίζω ακόμα περισσότερο που *εγώ* δεν χαχανίζω.

Φτάνουμε στο σπίτι των Παιδιώνε-νε, ΦΞΦ και Αγόρι ΦΞΦ στην τρελή χαρά και ζάλη. Με το που μπαίνουμε, αυτοί δηλώνουν ότι πάνε στο ένα υπνοδωμάτιο. Εγώ λέω να φύγω. Θεός Φίλος μού λέει να κάτσω. Επιμένω να φύγω (με πιάνουν πολύ συχνά οι τάσεις φυγής, δεν είναι τίποτα, απλά την τσάντα μου και να φύγω). Αυτός επιμένει να κάτσω. Κάθεται σε έναν καναπέ. Μου λέει να κάτσω δίπλα. Κάθομαι. Λέμε δυο πράγματα για το τι δουλειά κάνουμε. Μετά σιγή. «Αυτάααα…» Ξαναλέω να φύγω. Ξαναλέει να κάτσω. Ξαναλέμε «Αυτάααα…» Κάπου εκεί, αλήθεια δεν ξέρω τι έγινε -αν έγινε- θυμάμαι μόνο το “πάμε στο δωμάτιο” που λέει Θεός Φίλος. Θυμάμαι επίσης ότι *πάω* στο δωμάτιο. Θυμάμαι κιόλας ότι το εν λόγω δωμάτιο είναι το ίδιο δωμάτιο στο οποίο έχουν πάει πριν λίγο η ΦΞΦ και το Αγόρι ΦΞΦ. Σκέφτομαι:

Μισή ντροπή δική τους, μισή ντροπή δική μας.

 

Κι όμως, φίλε μου. Σιγά μην μοιραστώ εγώ τη ντροπή. Πέφτουμε στο ένα κρεβάτι. Στο διπλανό κρεβάτι, Αγόρι ΦΞΦ πάνω από ΦΞΦ, ΦΞΦ ακόμα χαχανίζει, καθησυχάζομαι. Εκεί είναι ίσως που το μέσο κορίτσι (αλλά εγώ πιθανόν είμαι το τελευταίο, κι αν πάμε κατά ύψος, σίγουρα) μπορεί να έρθει σε αμηχανία, αλλά από εκεί κι έπειτα, εγώ βρίσκομαι σε γνωστά χωράφια. Όχι μόνο μεταφορικά αλλά και κυριολεκτικά, γιατί το ξέρω το κτήμα και το σπίτι στο οποίο βρισκόμαστε από την παιδική μου ηλικία -άσχετο. Αλλά, ψιλή κουβεντούλα με αγνώστους; καλύτερα να μου ξεκολλάς τα νύχια ένα-ένα. Συζήτηση περί ανέμων και υδάτων; γδάρε με ζωντανή (ΟΚ, δεν το εννοώ, αλλά καταλαβαίνεις). Το προκείμενο, απ’ την άλλη, είναι πολύ πιο εύκολο. Υπάρχει πρωτόκολλο. Έστω, μπούσουλας. Μέσες-άκρες, ξέρεις τι να κάνεις. Και να μην “το ‘χετε” στη συζήτηση, εκείνη τη στιγμή, θέλει δεν θέλει, ο άλλος θα σου δώσει πάσα. Μια ψυχή πού ναι να βγει, θα βγει. Το ίδιο και τα δυο μάτια. Οπότε, παίζω μπάλα. Κι επειδή ο αγώνας είναι φιλικός και δεν υπάρχει ούτε μίσος ούτε πάθος ούτε κανένα άλλο συναίσθημα, κάνω και σχέδια.

Ξέρεις, ανάποδο ψαλίδι, και τέτοια.

 

Αυτό που δεν έχω συνειδητοποιήσει όμως, είναι ότι έχω κερκίδα. Μετά το τελευταίο νικητήριο σουτ, βγαίνω από το δωμάτιο να πάω στο μπάνιο επειγόντως, και το κοινό παραληρεί: “Πού πας με το στρινγκ;!!!” Μαθαίνω λοιπόν -κατόπιν εορτής- ότι ΦΞΦ, όντας ημιλιπόθυμη, δεν λαμβάνει μέρος σε καμία απόπειρα περιπτύξεων. Το Αγόρι ΦΞΦ βρισκόταν από πάνω της αποκλειστικά για εφέ. Έτσι λοιπόν απέκτησα έναν φανατικό οπαδό. Θα σου πω άλλη φορά, απλά να θυμάσαι ότι κάθε χρονιά στα Βατερά είναι σαν να βλέπεις αμερικανική σειρά αλλά τα επεισόδια δεν είναι τελείως αυτοτελή.

Συνεχίζονται…

 

Το θέμα είναι ότι -δυστυχώς- η βραδιά δεν τελειώνει εκεί. (Μάλλον, η βραδιά έχει τελειώσει προ πολλού, είναι τελείως μέρα, αλλά μέχρι να πέσω για ύπνο, το θεωρώ ακόμα “η βραδιά”). Μ’ αυτά και μ’ αυτά, λοιπόν, είναι ώρα να πάω σπίτι. Η ΦΞΦ μένει ακριβώς δίπλα, εγώ 10 λεπτά με τα πόδια. Για κάποιο λόγο, δεν θέλω να με πάνε σπίτι (οι γνωστές τάσεις φυγής), το μόνο που ζητάω είναι ένα απλό τι-σερτ για να μην βγω πρωί-πρωί δεκαπενταύγουστο που ο κόσμος βάζει τα καλά του και πάει εκκλησία, με το ξώπλατο και το ξώβυζο (Μπλουζάκι 2 σε 1 – εγγυημένη επιτυχία, κάθε φορά). Μου δίνουν το απλό τι-σερτ, το φοράω, περπατάω και πάω. Φτάνω στα δωμάτια. Ανεβαίνω πάνω, ανοίγω τσάντα για το κλειδί, πάω να ανοίξω.

Πού είναι το κλειδί; Οέο; Στην τσάντα μου πάντως, δεν είναι. Ω ρε πούστη μου. Ψυχραιμία. Παίρνω τηλέφωνο τους Φίλους, μπας και το άφησα εκεί. Δεν βλέπουν πουθενά κλειδί. Ψάχνω τον άνθρωπο του ξενοδοχείου, που έχει δεύτερο κλειδί. Λείπουν όλοι, έχουν πάει εκκλησία, δεν υπάρχει ψυχή. Ξαφνικά, αναλαμπή. Τα δωμάτια επικοινωνούν κάπως από τις βεράντες, οπότε, αν και της Αδερφής δεν είναι ακριβώς δίπλα, θα καταφέρω να μπω. Αρχίζω και χτυπάω στης Αδερφής. Στην αρχή, απαλά και γλυκά:

Τοκ τοκ τοκ…

 

Αδερφή κοιμάται με ωτοασπίδες, γιατί Γαμπρός ροχαλίζει. Το θυμάμαι και χτυπάω πιο δυνατά. Στέλνω μήνυμα σε Αδερφή μπας και δει το κινητό να αναβοσβήνει. Τίποτα. Θεωρώ Αδερφή χαμένη υπόθεση και, ενώ κοπανάω την πόρτα με ζήλο, απευθύνομαι σε Γαμπρό: “Γαμπρέ, γαμπρέ! σε παρακαλώ πολύ, άνοιξέ μου!” Αυτή η παράκληση, πάει κλιμακωτά, σαν άρια. Στην αρχή με επείγον τόνο, αργότερα με παραπονιάρικο, μετά με απελπισμένο, τέλος με κλαψιάρικο. Εν τω μεταξύ, τους έχω πάρει άπειρα τηλέφωνα. Αναπάντητες κλήσεις παντού. Συνειδητοποιώ, βέβαια, ότι το γεγονός ότι δεν λέω ακριβώς “Γαμπρέ” αλλά χρησιμοποιώ το όνομα Γαμπρού, κλαίγοντας έξω απ’ την πόρτα και παρακαλώντας να μου ανοίξει, παρουσιάζει ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον θέαμα, αρκούντως εξευτελιστικό.

Πάλι, όλη η ντροπή δική μου. Παραιτούμαι.

 

Κατεβαίνω κάτω, στην καφετέρια που βρίσκεται ακριβώς στο ισόγειο των ενοικιαζόμενων, κάθομαι σε πλαστική καρεκλίτσα και περιμένω υπομονετικά. Ε, κάποιος θα ξυπνήσει ή θα γυρίσει ο ξενοδόχος από την εκκλησία. Ελπίζω να μην πάει κατευθείαν για οικογενειακό τραπέζι, ω Θεέ μου λυπήσου με! Σε λίγο, έρχεται ο χαμογελαστός φούρναρης κι αφήνει πάνω στο τραπέζι μου την παραγγελία της ημέρας, άπειρα στρογγυλά ζεστά φραντζολάκια. (Εγώ δεν επιτρέπεται καν να φάω ψωμί). Τραγική ειρωνεία. Στην αρχή, Φούρναρης νομίζει ότι είμαι του προσωπικού, τι άλλο να είμαι μόνη μου πρωί-πρωί εκεί πέρα, μετά προσέχει την εξαθλίωση στο βλέμμα, το μπλε ελεκτρίκ μάτι, το τακούνι, το ότι έχω γείρει στο πλάι της καρέκλας, και γνέφει με συμπαράσταση:

 Κι εγώ το πήγα σερί.

 

Μόνο που εγώ το πήγα φυρί-φυρί”. Παίρνω τηλέφωνο Μάνα και εξηγώ λακωνικά, χωρίς περιττές ακατάλληλες-προς-Μάνα λεπτομέρειες, ότι έχω κλειστεί απέξω και ότι θα πρέπει κάποια στιγμή να κοιμηθώ κι εγώ, και άρα εμένα να μην με περιμένουν για το παραδοσιακό γιορτινό γεύμα. Βέβαια, το ότι παίρνω τηλέφωνο ότι έχω κλειστεί απέξω στις 9 το πρωί αντί ας πούμε για τις 5, είναι ένα θέμα. Μάνα: “Δεν γύρισες με την Αδερφή σου;” Εγώ: “Όχι, ήμασταν με τη ΦΞΦ.” “Και πού ήσασταν τόσες ώρες;” “Με το Φίλο-Γείτονα από Πάντα και τους φίλους του μωρέ, το ξενυχτίσαμε, έτσι για πλάκα!» Δεν πιστεύεις πόσο βολεύει όταν οι διαπλεκόμενοι είναι χωριανά παιδιά των οποίων οι γονείς είναι οικογενειακοί γνωστοί, πάντα εμπνέουν εμπιστοσύνη.

Πού να ‘ξερε…

 

Μάνα παραμένει -δικαίως- ελαφρώς καχύποπτη. «Τι “το ξενυχτήσατε”; στις 9 το πρωί;» “Ρε μαμά, είμαι εδώ τουλάχιστον μιάμιση ώρα, δεν ήθελα να πάρω να μην σας ξυπνήσω!” Αυτό πιάνει. Έχω το πολυπόθητο συγχωροχάρτι αποχής από το οικογενειακό τραπέζι. Κάτι είναι κι αυτό. Κάποια στιγμή, ίσως καταφέρω κι εγώ να κοιμηθώ. Πλέον, με βαράει ο ήλιος ντάλα, είμαι άυπνη από πάντα, έχω το χάλι μου, άνθρωποι γυρνούν από την εκκλησία φρέσκοι-φρέσκοι και χαμογελαστοί με τα γιορτινά τους, εγώ το απόλυτο ναυάγιο στην κλειστή καφετέρια να τα λέω με τον άρτο τον επιούσιον γύρω-γύρω.

Εμφανίζεται Ξενοδόχος. Με κοιτάει, γελάει, ρωτάει πώς ξέμεινα εκεί, λέω “μεγάλη ιστορία”, μου ανοίγει, το πολυπόθητο κλειδί μου βρίσκεται στην κρεμάστρα μέσα στο δωμάτιο. Βλέπεις, σ’ αυτά τα μαγικά δωμάτια, πριν βγεις έξω, απλά πατάς το πόμολο από μέσα και κλειδώνεις, άρα, βγαίνοντας, δεν έχεις ανάγκη το κλειδί. Κι όταν έχεις αργήσει ήδη ένα τέταρτο γιατί δεν έβγαινε ίσιο το άι-λάινερ, είναι πολύ εύκολο -στη βιασύνη σου- να το ξεχάσεις μέσα. Αλλά το έχεις απόλυτη ανάγκη για να ξαναμπείς. Αυτό, ή έστω έναν Γαμπρό που δεν ροχαλίζει τόσο ή μια Αδερφή που δεν κοιμάται με ωτοασπίδες ή μια φίλη που δεν έχει γενέθλια 14 Αυγούστου ή να μην το ‘χες κάνει τάμα κάθε χρόνο ότι θα γίνεσαι ρεζίλι 14 Αυγούστου…

 …ή τέλος πάντων μια ντροπή που την αφήνεις να πηγαίνει και μ’ άλλους.

 

 

Advertisements