Tags

, , , , , ,

 

Με Άχρηστο Παλιοκαργιόλη, όπως έλεγα, τα προβλήματα ήταν πολλά, μεγάλα και δισεπίλυτα. Αλλά, όχι ότι δεν περάσαμε και καλά. Ήταν πολύ ευχάριστος, ενθουσιώδης με μεταδοτικό τρόπο, ειδικά όταν ήμασταν με παρέα, είχε ανάγκη να βλέπει τον κόσμο να διασκεδάζει και να περνάει καλά κι έκανε ό,τι μπορούσε για να το πετύχει. Έπινε πολύ, κέρναγε πολύ, χόρευε, τραγουδούσε, κι όποτε ήμασταν σε μαγαζί και ο DJ έβαζε το κλασικό άσμα «Αυτός που περιμένω», έκανε το σοκαρισμένο που το τραγουδούσα και έδειχνε τον εαυτό του. γιατί υποτίθεται ότι Αυτός ήταν. Μου έδειχνε πάντα ότι μου είχε μεγάλη αδυναμία και μου φερόταν σαν να πίστευε ήμουν η γυναίκα της ζωής του (ήθελε και τα παιδιά μου) και πως η γνωριμία μας ήταν μοιραία κι ότι ήταν γραφτό.

Παρά το γεγονός ότι το σεξ ήταν γραφτό στ’ αρχίδια του.

 

Το στιλ του ήταν χαριτωμένο αλλά και λίγο γελοίο, επιτηδευμένα ανέμελο γιατί τον ένοιαζε το φαίνεσθαι, αλλά, για μένα που τον ήξερα, και καημένο. Άπειρα πανάκριβα ιταλικά πουκάμισα που άφηνε ξεκούμπωτα μέχρι το στομάχι, άλλα τόσα ιταλικά (πάντα) μοκασίνια σε δέρμα ή καστόρι -είχε και παντελόνες, μα τω Θεώ. Ξόδευε λεφτά για οποιαδήποτε μαλακία απ’ αυτές που θεωρούσε «καλή ζωή» χωρίς να το σκεφτεί ενώ συγχρόνως, οδηγούσε ένα κακόμοιρο χτυπημένο σεϊτσέντο και χρωστούσε παντού. Τελικά έχασε και το εστιατόριο που είχε όταν τον πρωτογνώρισα, πράγμα που αποφάσισε να μου κρύψει γιατί ντράπηκε να μου το πει. Λάτρευε τον παλιό ελληνικό (και ιταλικό) κινηματογράφο, και η περσόνα που είχε δημιουργήσει είχε έναν τέτοιο αέρα. Συχνά έκανε το Ναυαρχούκο από τη Δεσποινίς Διευθυντής ή τον Κωνσταντάρα (από κάθε του ρόλο). Κι ο ίδιος φερόταν σαν μεσήλικας που έκανε τον τέντι-μπόι. Θα μου πεις, κι εγώ πάω στην παραλία με λουκ Αλίκη Βουγιουκλάκη και πέρυσι παραλίγο να πάρω και τυρμπάν, τύπου εφέ προσομοίωσης στη Ρίκα Διαλυνά. Οπότε ποια είμαι εγώ να τον κρίνω;

Αλλά, μια που είπα πριν για Ιταλία, όταν με είχε πάει τριήμερο στη Ρώμη (ούτε στους δυο μήνες «σχέσης»), το πρώτο βράδυ περπατούσαμε για ώρες μες στη βροχή, κάτω απ’ την ομπρέλα, αλαμπρατσέτα στα πλακόστρωτα, ψάχνοντας απελπισμένα ένα μπαρ ή κλαμπ να μπούμε να πιούμε ένα ποτό. Περπατούσαμε, εγώ φορώντας ασημί φορεματάκι και κάτι σατέν γόβες Φεραγκάμο (=γνωστός σχεδιαστής), οι οποίες καταστράφηκαν ολοσχερώς. Βροχή, πλακόστρωτα, ώρες στο δρόμο, κάναμε πλάκα βρίζοντας τους Ιταλούς που δεν είχαν ένα μπαρ της προκοπής σ’ ολόκληρη τη Ρώμη, γκρινιάζαμε για το πού θα πιούμε ένα ποτό σαν άνθρωποι κι εγώ στηριζόμουν πάνω του και γελούσα. Βροχή, πλακόστρωτα, γόβες Φεραγκάμο, περπάτημα, κρύο, κι εγώ δεν έκανα τίποτα άλλο. Γελούσα. Ήμουν στη Ρώμη κι ερωτευμένη.

Ένας ακόμα λόγος που έμεινα μαζί του ήταν η αίσθηση ότι κάτι παραπάνω έχει και δεν το έχω καταλάβει. Βλέπεις, η πρώην γυναίκα του ήταν συντάκτρια στο περιοδικό Elle και εκτιμούσα τον τρόπο που έγραφε και άρα και την ίδια, και γνώριζα (από έγκυρες πηγές) ότι εκείνη ακόμα τον ήθελε. Οπότε, όταν πραγματικά είχα αμφιβολίες, έλεγα:

Μα δεν μπορεί, αυτή κάτι του βρήκε!

 

Το άλλο παράλογο είναι ότι παρόλο που στο Θεό μου (και «στο Θεό ΤΟΥ») δεν μπορώ να καταλάβω γιατί, ενώ δεν υπήρχε σεξ, αυτός υποστήριζε πως με ήθελε. Και το έβλεπα ότι με έβρισκε όμορφη. Και κάθε βράδυ που γυρνούσε σπίτι απ’ τη δουλειά, μου χαμογελούσε και φωτιζόταν, και το ‘βλεπα ότι ήταν χαρούμενος που με έβλεπε. Με έλεγε «Το Πίου του» (όχι το μαύρο πιστόλι, αρνιόταν να μου πει γιατί με είχε «βαφτίσει» έτσι, εκτός από μια φορά που δήλωσε ότι βγαίνει από το «Αγαπίου»). Και, μια φορά που είχαμε πάει σε έναν άσχετο γάμο, μου λέει «γιατί δεν κάνουμε κι εμείς ένα τέτοιο γλέντι του χρόνου;» Όλα αυτά από έναν άντρα που δεν ήθελε να με ακουμπήσει. Αλήθεια δεν ήθελε σχεδόν ποτέ, εκτός από Κυριακή πρωί που δεν δούλευε και ήταν χαλαρός και απλά ρόλαρε στην άλλη πλευρά του στρώματος κι αν του έδινες μηλόπιτα (βλέπε Αμέρικαν Πάι) ή άλλη τρύπα, πιθανώς θα την προτιμούσε. Και δεν ήταν ότι είχαμε καμιά άλλη βαθύτερη εγκεφαλική επικοινωνία. Καλαμπούρι, διασκεδαση, φαγητά, ποτά, συμπάθεια, αλλά κατά τα άλλα Μηδέν. Κάποια στιγμή είχε κάνει το λάθος και με είχε ρωτήσει «τι θέλεις;» Και του είχα πει. Και μου λέει κάπως φοβισμένος: «εγώ δεν μπορώ να στα δώσω όλα αυτά». Μην νομίσεις ότι είπα για παπούτσια, τσάντες, δαχτυλίδια και ταξίδια στο εξωτερικό. Κάτι παπαριές για μεσαιωνικά δάση, δράκους και μάχες με το Κακό είχα απαντήσει. Μιλούσα συμβολικά. Αλλά όταν είπε ότι δεν μπορεί, έπρεπε να τον είχα ακούσει. Συμπέρασμα:

ΜΗΝ μιλάς με γρίφους, γερόντισσα.

 

Προς το τέλος, με είχε πικράνει πολύ. Παρόλο που παρέμεινα ερωτευμένη μαζί του μέχρι να φύγω. Για μήνες δήλωνε ότι θα διόρθωνε λάθη που είχε κάνει και θα έκανε πράγματα που είχε υποσχεθεί. Δεν έκανε τίποτα αλλά μου έλεγε να έχω πίστη σ’ αυτόν κι ότι «όλα θα γίνουν». Κι εγώ, για μήνες τον πίστευα, παρόλο που όλα παρέμεναν θλιβερά και χαλασμένα. Τον αγαπούσα. Το καλοκαίρι του 2006 είχα θέσει κάτι τελεσίγραφα (ληξιπρόθεσμα), αλλιώς είχα δηλώσει ότι θα τελειώναμε εκεί και ότι θα πήγαινα μόνη μου Μυτιλήνη. Έφτασε η εβδομάδα που θα φεύγαμε διακοπές και δεν είχε συμβεί τίποτα απ’ αυτά που είχαμε συμφωνήσει, δεν είχε διορθωθεί τίποτα. Θα σημειώσω εδώ ότι το ζήτημα σεξ έχει τη δυνατότητα να καθορίσει μία σχέση, ειδικότερα όταν δεν υπάρχει. Είναι θέμα ύπουλο και τρώει τη σχέση από μέσα, σαν το σαράκι, μέχρι που σχεδόν δεν υπάρχει πια τίποτα. Γιατί, σιγά-σιγά χάνεται και το άγγιγμα, η τρυφερότητα, η εγγύτητα. Διστάζεις ακόμα και να τον ακουμπήσεις. Φοβάσαι να το συζητήσεις. Κι αφού έχεις φάει μια και δυο απορρίψεις…

…καλύτερα να σε γδάρουν ζωντανή παρά να το ζητήσεις.

 

Εκείνες τις μέρες που ήξερα ότι έπρεπε να τον αφήσω, για πρώτη φορά μού παρουσιάστηκαν έντονα ψυχοσωματικά προβλήματα. Περπατούσα και, ξαφνικά, σχεδόν έπεφτα κάτω, χωρίς να προλάβω καν να ζαλιστώ, απλά έχανα τον κόσμο. Εκείνος δεν ήθελε να χωρίσουμε αλλά δεν είχε να προσφέρει καμιά εξήγηση για τίποτα ούτε καμιά δικαιολογία. Δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς, δεν είχα επιλογή, είπα ότι τελειώσαμε. Την τελευταία μέρα πριν τις διακοπές, πήγα στη δουλειά με τις βαλίτσες ώστε να φύγω κατευθείαν. Μέχρι το μεσημέρι, λιποθύμησα 2-3 φορές (στιγμιαία, αλλά και πάλι). Κάπου εκεί έκανα το λάθος και του έστειλα μήνυμα. Δεν θυμάμαι τι έλεγε αλλά δυστυχώς ήταν καλό. Το έγραψα εν μέσω λυγμών αλλά το πέτυχα. Σαν δομή, έλεγε κάτι τύπου: «Αν πιστεύεις ότι είμαι αυτό κι αυτό κι αυτό για σένα, αν εσύ θέλεις να είσαι αυτό κι αυτό κι αυτό… τότε έλα να με βρεις στο πλοίο». Δεν απάντησε μέχρι που είχα μπει μέσα στο καράβι και το είδα τελευταία στιγμή:

Μην αφήσεις τον καπετάνιο να φύγει. Έρχομαι!

 

Θυμάμαι, είμαι στην ουρά για την καμπίνα, φτάνω μπροστά-μπροστά, και πίσω μου περιμένει κόσμος. Εγώ και Άχρηστος Παλιοκαργιόλης έχουμε κλείσει δίκλινη. Με ρωτάνε στη ρεσεψιόν για τα άτομα που θα είναι στην καμπίνα, λέω «δεν ξέρω ακόμα αν θα υπάρχει άλλος ή αν θα είμαι μόνη μου». Από πίσω μου στην ουρά, η γκρίνια και οι συζητήσεις κοπάζουν. Το ενδιαφέρον εντείνεται. Οι της ρεσεψιόν ρωτάνε «τι ακριβώς εννοείτε κυρία μου;» δεν ξέρω τι να τους πω, λέω: «δεν ξέρω σίγουρα αν θα έρθει». Με ρωτάνε πώς γίνεται να μην ξέρω. Τους διαβεβαιώνω ότι δεν ξέρω. Η ανάκριση συνεχίζεται για λίγο και δεν βγαίνει νόημα, δεν μπορούν να με πιστέψουν, δεν έχω ιδέα γιατί, είμαι βρίσκομαι ήδη στα πρόθυρα κατάρρευσης και είμαι σε απόγνωση. Και σαν σε αργή κίνηση, γυρνάω το κεφάλι μου και βλέπω το ζεν πρεμιέ: Άχρηστος Παλιοκαργιόλης με γυαλί ηλίου και το πουκάμισο να ανεμίζει, προσπερνάει την ουρά, έρχεται μπροστά και απευθύνεται προς όλους: «Παιδιά, δεν έγινε κάτι, εγώ είμαι, ήρθα». Προς εμένα:

Πίου μου, ήρθα.

 

Ωσανά. Αγαλλίαση. Εγώ κοιτάζω κάτω και προσπαθώ να μην φανεί το χαμόγελο ανακούφισης και το βλέμμα της απόλυτης ευτυχίας αλλά σίγουρα δεν τα καταφέρνω. Ακτινοβολώ. Η (τρελή) σύμπτωση είναι ότι τυχαίνει να είναι γνωστός με τον υπεύθυνο της ρεσεψιόν (Άχρηστος Παλιοκαργιόλης ήταν απ’ τον Πειραιά με μπαμπά Καπετάνιο, ίσως αυτό να το εξηγεί). Υπεύθυνος της ρεσεψιόν, τον βλέπει και του λέει:

Καλά ρε μαλάκα, εδώ χαρήκαμε ότι πέσαμε σε λεσβιακά, εσένα περιμέναμε τελικά;

 

Και περάσαμε ένα υπέροχο, υπέροχο, ειδυλλιακό καλοκαίρι πριν το τέλος Σεπτεμβρίου όπου ήρθε και το οριστικό τέλος. Γύρω στις 20 Σεπτεμβρίου κατεβαίνω Μυτιλήνη για την κηδεία της γιαγιάς μου. Γυρνώντας, κάποια γεγονότα με κάνουν να συνειδητοποιήσω ότι ο προηγούμενος μήνας ήταν απλά ένας μήνας του μέλιτος και ότι αν μείνω με Άχρηστο Παλιοκαργιόλη θα ζω για πάντα χωρίς σεξ. Για μια εβδομάδα, δεν μπορούσα καν να του μιλήσω. Η συνειδητοποίηση ήρθε πάνω μου σαν φορτηγό τούβλα. Ό,τι κι αν έλεγε δεν τον άκουγα, δεν έδινα σημασία, δεν πίστευα τίποτα. Προσπαθούσα να το διαχειριστώ αλλά δεν μπορούσα να το αντιμετωπίσω και δεν γινόταν με τίποτα να το προσπεράσω. Μέρες σιωπής μετά, εκείνος άρχισε να φωνάζει ότι αν δεν πρόκειται να του μιλήσω, τότε να χωρίσουμε.

Και έγνεψα «ναι».

 

Δεν μπορούσε να το πιστέψει ότι εγώ τον άφηνα για το σεξ, μια και τα προβλήματα ήταν πολλά και ήξερε ότι είχε χεσμένη τη φωλιά του πολλαπλώς, αλλά σοβαρά, όλα τα άλλα, και τη βλακεία, και τα ψέματα, και την ασυνέπεια, όλα του τα δικαιολογούσα. Όμως, μια ολόκληρη ζωή με άνθρωπο δίπλα μου αλλά χωρίς σεξ, δεν μπορούσα να τη δικαιολογήσω. Σε μένα. Την τελευταία βραδιά που πέρασα στο Θησείο, ενώ είχα μαζέψει τα πράγματά μου και ξέραμε κι οι δύο ότι θα έφευγα το πρωί, έρχεται να ξαπλώσει δίπλα μου. Με κοιτάζει ημι-παρακλητικά, ημι-προκλητικά. Λέει: «…έλα… για το αντίο, για μια τελευταία φορά και πίστεψέ με, θα είναι ωραία». Δεν το πίστευα. Αυτό που άκουγα. Έφευγα εξαιτίας αυτού ακριβώς του θέματος και μου το ζητούσε για τελευταία φορά. Μετά από τόσες φορές που εξαιτίας του ήμουν πληγωμένη, επιτέλους, ήμουν πολύ, μα πολύ θυμωμένη. Τον κοιτάζω βαθιά, σοβαρά και διαπεραστικά. Λέω:

 Δεν πρόκειται να με ακουμπήσεις ποτέ, ποτέ ξανά.

 

Και γυρνάω σπίτι. Όχι στους Γονείς μου αλλά ακριβώς δίπλα τους, στην γκαρσονιέρα που μέχρι να μπει στο νοσοκομείο, είχαμε τη γιαγιά. Με το που μπαίνω την κάνω ροζ και μοβ, ψωνίζω κουρτίνες και σεντόνια και δουλεύω για να ξεχνιέμαι. Για δύο εβδομάδες, αποκοιμιέμαι κάθε βράδυ κλαίγοντας Δύο εβδομάδες. Τόσο κράτησε. Δεν ξέρω πώς αλλά μετά μου τέλειωσε. Τίποτα, ούτε πόνος, ούτε νοσταλγία ούτε πικρή γεύση. Αναμνήσεις πιο ξεθωριασμένες κι από χιλιοπαιγμένη μπομπίνα ασπρόμαυρου ελληνικού κινηματογράφου. Ευτυχώς, πιο πολύ κωμωδία παρά δράμα.

 Εδώ που τα λέμε, είναι δύσκολο να κρατήσεις κακία στον Κωνσταντάρα που χλιμιντρίζει.

 

Κοινώς, μην επαναλαμβάνεις λάθη που έχεις ήδη κάνει. Υπάρχουν τόσα καινούρια που σε περιμένουν…

 

Δεν θέλω να αφήσω ούτε εσένα με πικρή γεύση, οπότε για το τέλος σου έχω αυτό. Στο μήνα πάνω της γνωριμίας μας με Άχρηστο Παλιοκαργιόλη, Άχρηστος Παλιοκαργιόλης ακόμα φαντάζει αξιαγάπητος και λαμπρή προοπτική. Είμαστε σε ένα από τα πρώτα ραντεβού, σε μπαρ. Τω καιρώ εκείνω, πριν μείνουμε μαζί, όπως είπα παραπάνω, βλεπόμαστε μετά τις 11, αμέσως μετά τη δουλειά (μιλάμε για ωράρια εργασίας εξαιτίας των οποίων έπαθα συγχρόνως ωτίτιδα-φαρυγγίτιδα-πυώδη αμυγδαλίτιδα και δυο εβδομάδες μετά, ανεμοβλογιά. Τι να κάνω; Έπρεπε να διαλέξω: Συμβίωση ή Θάνατος). Μετά τις 11, λοιπόν, κατευθείαν μετά τη δουλειά, έχω ψωμολυσσάξει. Ενώ πίνουμε ουίσκι, τρώω φιστίκια. Άχρηστος Παλιοκαργιόλης: “Μην τα τρως αυτά.” Εγώ, μασουλώντας: “Γιατί;” Άχρηστος Παλιοκαργιόλης: “Ξέρεις πόσοι έχουν πιάσει τα παπάρια τους και μετά έχουν βάλει τα χέρια τους μέσα σ’ αυτό το μπολ με τα φιστίκια;” Εγώ (χωρίς νοητικό φιλτράρισμα):

 Ξέρεις πόσα παπάρια έχω γλείψει εγώ;

 

 

Σημείωση: Σκεπτόμενη αναδρομικά (μπας και γλίτωνα 3 χρόνια από τη ζωή μου), θα έπρεπε να φάω δυο-τρία φιστίκια, να κάνω το γευσιγνώστη, να μασήσω αργά και στοχαστικά με αυτοσυγκέντρωση, και να πω:

 Μμμ… να δεις που πέρασε κι ο Τάδε από δω…

 

 

Advertisements