Tags

, , , , , ,

Όπως έχω ξαναπεί, παραθερίζω στη Μυτιλήνη, συγκεκριμένα, στην παραλία των Βατερών. Εκεί, λοιπόν, το καλοκαίρι του 2003, μεταξύ ακρογιαλιάς και ξαπλώστρας, με πιάνει μια μελαγχολία. Αν θυμάσαι, εγώ είμαι με Geek Αγόρι. Έχω σχέση. Αλλά τα Βατερά ΔΕΝ βοηθάνε. Βλέπεις, όταν βρίσκεσαι στα Βατερά, βλέπεις τα πράγματα με άλλη οπτική. (Ενίοτε διπλά, αλλά δεν μιλάω γι’ αυτό, και νηφάλιος να είσαι, βλέπεις το σύμπαν με άλλο μάτι).

Ίσως φταίει το νερό.

 

Ήλιος, θάλασσα, παραλία, μπιτς μπαρ, χαρά της ζωής κι εγώ δεν ξέρω πού είμαι και τι κάνω. (Συναισθηματικά). Μεγάλο το δίλημμα. Δεν αντέχω. Βασανίζομαι. Όταν δεν μιλάμε στο τηλέφωνο με Geek Αγόρι, μου ‘ρχονται μηνύματα: «Πόσο θα ήθελα να ήμουν εκεί τώρα». «Δεν αντέχω μέχρι να τελειώσουν οι μέρες». «Θέλω να σε δω και να σε σφίξω στην αγκαλιά μου». Και άλλα τέτοια. Ξεφυσάω. Είμαι στη μαύρη απελπισία. Περνάω σαράντα κύματα μέχρι να πάρω την απόφαση αλλά την παίρνω. Με το που θα γυρίσω, τέλος. Είναι ακόμα η εποχή (δηλαδή πριν πατήσω τα 30) που δεν έχω τη δυνατότητα να σκέφτομαι πάνω από ένα αγόρι τη φορά, οπότε πρέπει να τελειώσει η ρομαντικο-συναισθηματική αποκλειστικότητα προς τον έναν, ώστε να αρχίσει προς κάποιον άλλον. Πλέον, μπορώ να κερδίσω χρυσό μετάλλιο στο μούλτι-τάσκινγκ.

Και ο μόνος λόγος που δεν λέω «μούλτι-φάκινγκ» είναι γιατί ακούγεται σαν παρτούζα.

 

Αφού όμως έχω ξεμπερδέψει με τους προσωπικούς μου ηθικούς περιορισμούς, στο ραντάρ μου εμφανίζεται ο 18-19χρονος(?) χαριτωμένος Οικογενειακός Φίλος που είχα αναφέρει τις προάλλες. Τελευταία φορά τον θυμάμαι σαν τρομερά ενοχλητικό μυξιάρικο που έσκουζε χωρίς προφανή λόγο, αλλά μάλλον έχει αλλάξει από τότε. Δεν έχω ιδέα πού διάολο ήταν τα ενδιάμεσα χρόνια και ποσώς με ενδιαφέρει. Αυτό το καλοκαίρι, βάζει μουσική στο μπαρ, χορεύει όλη μέρα με το μαγιό, χαμογελάει με νόημα και φλερτάρει όλο το Σύμπαν και γενικά αποτελεί αυτό το ευχάριστο θέαμα που απλά αφήνεις το μάτι σου να ξεκουράζεται πάνω του. Η προσοχή μου συγκεντρώνεται πάνω του και, μια και δεν έχω αναπτύξει την ικανότητα διάσπασης της προσοχής, δεν κοιτάζω ούτε ενδιαφέρομαι για οτιδήποτε άλλο έχει να προσφέρει η παραλία/ η βραδιά/ η ζωή. Απλά περνάω την ώρα μου δημιουργικά ξεροσταλιάζοντας από μακριά, ενώ εκείνος φλερτάρει ανέμελα και ασχολείται με πολλές-πολλές άλλες γκόμενες.

Αυτός, το μούλτι-φάκινγκ παίζει να το είχε τελειοποιήσει από νωρίς.

 

Εκείνο το καλοκαίρι, λοιπόν, κυκλοφορώ με Φυσική Ξανθιά Φίλη (ΦΞΦ) και Φίλο-Γείτονα Από Πάντα ο οποίος έχει τζιπ και μας πάει δεξιά-αριστερά, σε διάφορες τελειωμένες βραδιές σε εξίσου (αν όχι περισσότερο) τελειωμένο after μαγαζί με πολλούς φαντάρους (In the Music). Άπειροι φαντάροι. Εγώ όμως εκείιιιιι. Δεν πα να χορεύουν καν-καν μπροστά μου οι δόκιμοι μόνο με τα πηλίκια στα επίμαχα σημεία; Εγώ έχω μάτια μόνο για Οικογενειακό Φίλο. Πάει και τέλειωσε. 14 Αυγούστου λοιπόν, αργά πλέον (πιθανώς έχει ξημερώσει έξω αλλά το μαγαζί δεν έχει παράθυρα μην και αναθαρρήσουμε, μαύρη είν’ η νύχτα μες στο μπαρ, μαύρη και στην ψυχή μου), εγώ έχω κάτσει πάνω σ’ ένα σκαμνί και πίνω το ουίσκι μου αργά και βασανιστικά.

Ατενίζω απέναντι Αυτόν (τον Οικογενειακό Φίλο) που μάλλον -το παλιόπαιδο- την έχει πατήσει με μία, και τώρα έχει μάτια μόνο γι’ αυτήν, την έχει απόψε σε κλειστή άμυνα, της χορεύει, της κάνει κόλπα, μόνο τούμπες δεν κάνει, αυτή αντιστέκεται, αυτός επιμένει, εγώ αναστενάζω. Όχι τίποτα, αλλά επειδή υποψιάζομαι ότι τη θέλει πραγματικά και δεν την έχει, νιώθω κι άσχημα και λυπάμαι και γι’ Αυτόν. Μιλάμε για *τέτοια* κατάντια. Εμείς, κύριε, όταν θέλουμε κάποιον τον θέλουμε αλτρουιστικά. Είμαστε υπεράνω. Αν μας θέλει αυτός που θέλουμε, έχει καλώς. Αλλιώς, θα τον χάσουμε με το τούτο μας καθαρό. (Μην σκεφτείς αηδίες, εδώ μιλάμε για ήθος και αξιοπρέπεια και το «τούτο» αναφέρεται στο κούτελο).

Εν τω μεταξύ, όσο εγώ κάνω το ναυάγιο πάνω στο σκαμπό, η Φυσική Ξανθιά Φίλη μιλά με Πανάθλιο Ντόπιο Τύπο -δεν είμαι διόλου ρατσίστρια αλλά ο συνδυασμός: λαδωμένο μαλλί χαίτη/ λευκό φανελάκι Μινέρβα/ στενό ξεβαμμένο τζιν/ χρυσή αλυσίδα στο λαιμό/ τουλάχιστον ένα αγνοούμενο δόντι/ καφέ σαγιοναροπέδιλο του παππού/ αδυναμία κατανόησης χρησιμότητας αποσμητικού… ε, δεν είναι και ιδανικός. Ακόμα κι αν είναι ο τελευταίος άντρας στον πλανήτη, πιστεύω πως θα καταφέρω να αντισταθώ. Θα κάθομαι και θα βλέπω την Αγία Τριάδα Transporter-Wolverine-Twilight (διευκρίνιση: για το Jacob) ξανά και ξανά, και θα τρώω σοκολάτες. Θα πεθάνω ευτυχισμένη. Πανάθλιος Ντόπιος Τύπος ζητάει απ’ το μπάρμαν να βάλει σφηνάκια για να κεράσει Φυσική Ξανθιά Φίλη (που ήδη έχει πιει πολύ). Ο μπάρμαν βάζει 5 σφηνάκια. Πανάθλιος Ντόπιος Τύπος της λέει να πιει και τα 5. “Όλα για σένα κούκλα μου!”

Τουλάχιστον, Πανάθλιος Ντόπιος Τύπος έχει συναίσθηση.

 

Αυτά είναι λοιπόν τα δεδομένα της βραδιάς. Κι απέναντί μου, ο Άλλος (Οικογενειακός Φίλος) αγκαλιάζει την Άλλη, χαριεντίζονται και χασκογελάνε. Σιγοπίνω και σιγοβρίζω. Κάπου εκεί, στο διπλανό σκαμνί, έχει έρθει να κάτσει Φίλος-Γείτονας Από Πάντα, ο οποίος κάτι μου λέει. Έχει αυτό το μονότονο τόνο που δείχνει ότι δεν μιλάει για κάτι ουσιαστικό/ επείγον, οπότε δίνω πολύ περιορισμένη σημασία, συνεχίζω να παρακολουθώ απέναντι τις εξελίξεις. Κάτι πιάνω “…μου αρέσεις από πάντα…” Δίνω περισσότερη σημασία. “…Ειρήνη, για μένα πάντα ήσουν…” Θεέ μου, τι λέει; Λέω: “Τι λες;” Τα ξαναλέει. Ω Θεέ μου. Τι να πεις τώρα; Εγώ σκέφτομαι ότι όσο πιο “δεν έγινε και τίποτα” το κάνω να φανεί, τόσο καλύτερα, αφού δεν δύναμαι να ανταποδώσω. Τυχαίνει να είναι κάπως φίλος με Οικογενειακό Φίλο οπότε, με πολύ φυσικό τόνο, τύπου “έτσι είναι η καργιόλα η ζωή”, του λέω “μπράβο βρε, ωραία τα κάναμε, κι εγώ θέλω Αυτόν κι αυτός θέλει Αυτήν κι όλοι περνάμε τέλεια, άντε, να φεύγουμε σιγά-σιγά, πριν πιει η ΦΞΦ και τα 5 σφηνάκια…”

Νόμιζα ότι θα τη γλίτωνα τόσο φτηνά.

 

Πάντως, όντως φεύγουμε. Έξω τελείως μέρα, άνθρωποι πάνε στα χωράφια με δισάκι στον ώμο. Πάμε πρώτα τη ΦΞΦ -επειδή έχει πιει- παρόλο που, σαν κατεύθυνση, εγώ είμαι πρώτη. Μετά πάμε κι εμένα. Εκείνη τη χρονιά, μένουμε οικογενειακώς σχεδόν παραλιακά. Η θάλασσα, νωρίς το πρωί, λάδι. Εγώ κατεβαίνω απ’ το τζιπ, τα πόδια μου με πεθαίνουν απ’ το τακούνι όλο το βράδυ, ένα ράκος ψυχολογικά, (ένα ράκος και εμφανισιακά, μάλλον), ατενίζω το πέλαγος και με πιάνει το σύνδρομο “ο γέρος και η θάλασσα”, λέω να κατέβω λίγο να χώσω δαχτυλάκια στην άμμο να κοιτάζω το απέραντο γαλάζιο, να καθαρίσει το μυαλό μου. Πάω. Όντως, ηρεμία, γαλήνη, ειδυλλιακή στιγμή.

Κρατάει για κάνα δίλεπτο.

 

Χτυπάει το κινητό μου. Όχι, δεν είναι Geek Αγόρι. Είναι Φίλος-Γείτονας Από Πάντα. Λέει ότι πρέπει να μιλήσουμε, θέλει να μου ζητήσει συγγνώμη, κι άλλα ακατανόητα. Τον διαβεβαιώνω ότι δεν έγινε κάτι, δεν έχει κανένα λόγο να απολογηθεί για τίποτα, να πάει να κοιμηθεί. Επιμένει. Επιμένω κι εγώ. Ρωτάει πού είμαι. Διστάζω ελαφρώς, γιατί κανονικά έπρεπε να είμαι σπίτι. Μετά λέει “σε βλέπω”. Πτι γαμώτι. Τζιπ πλησιάζει. Οι στιγμές γαλήνης και ηρεμίας έχουν περάσει ανεπιστρεπτί. Μα, δεν μπορώ να κλάψω τη μοίρα μου που Εκείνος δεν με θέλει, ανενόχλητη πια; Έλεος! Φίλος-Γείτονας Από Πάντα λέει ν’ ανέβω στο τζιπ, θέλει να μου μιλήσει. Εγώ: “Βρε, πήγαινε να κοιμηθείς” Αυτός: “Έλα, μόνο για δέκα λεπτά, θα πάμε μέχρι πέρα, θα στα πω και θα γυρίσουμε”. (Παρένθεση α’: το μέρος που παραθερίζουμε, είναι μια παραλία10 χιλιόμετρα, μια μεγάλη ευθεία. Παρένθεση β’: ξέρω Φίλο-Γείτονα Από Πάντα, από πάντα. Επίσης, άμα θέλω τον δέρνω. Χωρίς να σπάσω καν νύχι. Κλείνει η παρένθεση.) Λέω “άντε, έρχομαι”. Ανεβαίνω στο τζιπ. Και πάμε.

Στο δρόμο, μου λέει κάτι πράγματα που δυστυχώς δεν θυμάμαι, πιθανότατα ασυναρτησίες, πλέον έχουμε περάσει τον πολιτισμό, ωραία θέα αλλά είμαστε μακριά, έχουμε φτάσει “Κομμένο Ράχτο” (μακριά, πίστεψέ με) και δεν ξέρω πώς ο μονόλογος -γιατί δεν πρόκειται για συζήτηση αλλά για μονόλογο- έχει πάει στο «θα περάσεις καλά μαζί μου, όπου αναφέρει και πιο συγκεκριμένα πράγματα με τεχνικές και λεπτομέρειες που δεν θέλω ΚΑΘΟΛΟΥ να ακούσω (πιθανώς από κανέναν, πόσο μάλλον απ’ αυτόν). Λέω “Σταμάτα να λες αηδίες, δεν παίζει, και θέλω να γυρίσουμε πίσω”. Εκεί, πάλι λέει συγγνώμη, λέω “ΟΚ, απλά γύρισέ με σπίτι”. Και τότε, κάνει μια απότομη μανούβρα και κατεβάζει το τζιπ στην άμμο…

Ποιος. Είδε. Τη. Μέδουσα. Και. Δεν. Την. Φοβήθηκε. Ουρλιάζω: “ΠΑΣ ΚΑΛΑ; ΤΙ ΚΑΝΕΙΣ ΕΚΕΙ; ΑΝΕΒΑ ΕΠΑΝΩ ΤΩΡΑ!!!” Εκείνος κάτι κάνει με τις ταχύτητες, κάτι λέει, δεν ακούω. Εγώ: “ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ ΕΙΣΑΙ ΤΡΕΛΟΣ; ΠΗΓΑΙΝΕ ΜΕ ΣΠΙΤΙ ΤΩΡΑ!!!” Εκείνος, ψιθυριστά, ψελλίζει: “Κόλλησε.” Εγώ: “ΤΙ;” Εκείνος: “Κόλλησε.” Εγώ: “ΤΙ;” Εκείνος: “ΤΟ ΤΖΙΠ ΚΟΛΛΗΣΕ!” Εγώ: “ΘΑ ΣΕ ΣΚΟΤΩΣΩ!”

Από εκείνη τη στιγμή, αρχίζει η αξέχαστη εμπειρία του «είμαι στη μέση του Πουθενά 15 Αυγούστου με ντάλα ήλιο και βραδινή ξεφτισμένη εμφάνιση – κόσμος περνά για να πάει στην εκκλησία από το διπλανό χωριό (το οποίο χωριό το λένε Βούρκο) – δεν περπατιέται μέχρι το σπίτι – Θεέ μου μην με δουν με το τζιπ στην άμμο και τον ακατανόμαστο πρώην Φίλο-Γείτονα Από Πάντα – σε ποιον να το πεις να σε μαζέψει και να το πιστέψει! Δεν μπορώ να πιστέψω πώς μου συνέβη εμένα αυτό. Δεν μπορώ να πιστέψω πώς Ακατανόμαστος Πρώην Φίλος-Γείτονας από Πάντα έκανε να συμβεί το πρώτο (το ότι μου την έπεσε) και άφησε να συμβεί το δεύτερο (το ότι κολλήσαμε στην άμμο).

Τζιπ για τζιπ!

 

Ακατανόμαστος προτείνει να γυρίσουμε με τα πόδια. Πλην του ότι απλά δεν παίζει πρακτικά (μην πω για το τακούνι, ούτε καν ξυπόλυτη), ας πω μόνο ότι όταν θα φτάσουμε πια μεσημέρι στον πολιτισμό, θα κυκλοφορούν έξω για μπάνιο όλοι οι γνωστοί-άγνωστοι (στην κυριολεξία, τα Βατερά είναι από τα μέρη που σε ξέρουν όλοι και έχεις κάποια συγγένεια με τους μισούς, ενώ εσύ δεν ξέρεις ούτε το ένα δέκατο) και φυσικά θα μας δουν και θα ευχαριστούν την Παναγία για την τύχη να είναι μάρτυρες σε τέτοιο γεγονός που θα είναι πηγή κουτσομπολιού για την επόμενη δεκαετία. (Τότε, σχετικά με τώρα, με ένοιαζαν κάτι τέτοια). Λέω λοιπόν: “Πάρε το φίλο σου τον Οικογενειακό Φίλο, να έρθει να μας πάρει”. Για αδιευκρίνιστους λόγους, Ακατανόμαστος πρώην Φίλος-Γείτονας Από Πάντα, συμφωνεί.

Εν τω μεταξύ, πολλά αυτοκίνητα σταματάνε, και έρχονται να μας μιλήσουν διάφοροι περίεργοι κάτοικοι Βούρκου, ντυμένοι με τα καλά τους, στο δρόμο για την εκκλησία. Όχι ότι μπορεί κανείς να τους κατηγορήσει: Εγώ άυπνη με δολοφονικό ύφος, βραδινό κοντό φόρεμα, τακούνι και μουντζουρωμένο μακιγιάζ στην άδεια απεραντοσύνη του δρόμου παρέα με αγκαθωτούς θάμνους (Αμερικάνικο road-movie), ένας ταλαίπωρος άυπνος που δεν τολμά να με πλησιάσει, κι ένα τζιπ κολλημένο στην άμμο.

Η κοίμηση της Θεοτόκου μάλλον δεν παρουσιάζει το ίδιο ενδιαφέρον.

 

Σταματάνε λοιπόν και ρωτούν τον Ακατανόμαστο τι έγινε και αν όλα είναι καλά. Προφανώς, το δικό μου δολοφονικό ύφος απευθύνεται στο σύμπαν γενικά και είναι τόσο αποτελεσματικό που όλοι κρατούν κάποια απόσταση, εμένα δεν μου μιλά κανείς. Ακατανόμαστος διαβεβαιώνει τους πάντες ότι όλα είναι υπό έλεγχο, τα φαινόμενα απατούν. Επιτέλους, φτάνει Οικογενειακός Φίλος. Το σκασμένο, είναι σκασμένο στα γέλια πριν καν φρενάρει. Φοράει τα ίδια με πριν. Το πουκάμισο ανοιγμένο, μαλλιά ανακατωμένα, πολύ χαρούμενος, πολύ χαμογελαστός, κάτι μου λέει ότι δεν του διακόψαμε τον ύπνο. Σιχτιρίζω από μέσα μου. Επιθεωρεί το θέαμα που παρουσιάζουμε. Δεν πιστεύει ότι δεν έγινε τίποτα. Θέλω να κλάψω και να ουρλιάξω.

Μέσα στο αυτοκίνητο, σχεδόν έχω πιάσει σε κεφαλοκλείδωμα (όχι το διαχυτικό, το δολοφονικό) τον Ακατανόμαστο για να διαβεβαιώσει τον Οικογενειακό Φίλο ότι δεν έγινε τίποτα μεταξύ μας. Ακατανόμαστος είναι περίλυπος. Μετά τις τάσεις πνιξίματος, με πιάνει η γνωστή πονοψυχιά. Το ότι σύντομα θα μάθουν όλοι την ιστορία -θα πρέπει να βγάλουν και το τζιπ απ’ την άμμο- και ξέρω ότι εμένα θα πιστέψουν, άρα Ακατανόμαστος θα φανεί αξιολύπητος, μου φαίνεται κρίμα. (Παρόλο που συνεχίζω να θέλω να τον πνίξω). Καταστρώνω σχέδιο διάσωσης της αξιοπρέπειάς του. Λέω: “Άκου. Θα πεις ότι στο Τελειωμένο Μαγαζί (In the Music) γνώρισες (απελπισμένη) κορασίδα από το Διπλανό Χωριό (Το χωριό που επελέχθη λέγεται Βασιλικά, απ’ την άλλη πλευρά των συνόρων, όχι απ’ την πλευρά του Βούρκου, όπου μας είδαν). Θα πεις ότι γύρισες πρώτα εμάς σπίτι (εμένα και ΦΞΦ) και μετά έφερες Απελπισμένη Κορασίδα στην παραλία. Έγινε ό,τι έγινε, και μετά κόλλησε το τζιπ. Απελπισμένη Κορασίδα τη μάζεψε αδερφός/ξάδερφός της, εσένα σε μάζεψε ο Οικογενειακός Φίλος. Εντάξει;” Ακατανόμαστος αρχίζει να χαμογελά, πολύ του αρέσει αυτή η εκδοχή, διότι βέβαια τον βγάζει λάδι παρά τη λαδιά.

Το αποκορύφωμα είναι ότι υπόσχομαι (και την υπόσχεση την κρατάω), να μην αφήσω την αλήθεια να μαθευτεί για έναν ολόκληρο χρόνο. Φτάνουμε σπίτι. Ξανακάνουμε πρόβες σ’ αυτά που έχει να πει ο Ακατανόμαστος πρώην Φίλος-Γείτονας Από Πάντα. Τα έχει μάθει. Επιτέλους, πάω για ύπνο ήρεμη. Δυο ώρες μετά, με ξυπνά η Αδερφή ενθουσιασμένη: “Καλά, δεν θα το πιστέψεις! Τώρα μου ήρθε μήνυμα από Άλλη Φίλη, Φίλος-Γείτονας Από Πάντα -λέει- κόλλησε στην παραλία ξημερώματα με το τζιπ ενώ ήταν με μία απ’ το Διπλανό Χωριό! Τώρα κατάφεραν να βγάλουν το τζιπ! Καλά, πόσο απελπισμένη ήταν αυτή; …Και γνωρίστηκαν λέει στο In the Music -ωχ! εσύ πρέπει να την είδες…” Εγώ (νυσταγμένα): “Έλα ρε, τι λες! Καλά, άσε με να κοιμηθώ λίγο ακόμα και μου τα λες μετά, γιατί τώρα δεν θα θυμάμαι τίποτα… Κι έλεγε χτες ότι γούσταρε μία, κι εγώ του ‘λεγα:

 “Ξεκόλλα!”

 

 

Σημείωση: Από όσα σχέδια έχω κάνει ποτέ στη ζωή μου, το συγκεκριμένο πρέπει να είναι το μόνο που πέτυχε…

 

Advertisements