Tags

, , ,


Κανονίζουμε το πρώτο ραντεβού. Geek Αγόρι έχει πει από πριν ότι η εμφάνισή του δεν κερδίζει τις εντυπώσεις, πράγμα που εμένα δεν με νοιάζει καθόλου. Επίσης, για κάποιο λόγο δεν βλέπει από το ένα μάτι, αλλά επίσης δεν με νοιάζει καθόλου. Μετά από 2-3 εβδομάδες τσατ, παρόλο που δεν έχω δει ούτε μία φωτογραφία, είμαι όχι απλά θετικά προδιατεθειμένη αλλά τόσο ενθουσιασμένη, με το γνωστό κοριτσίστικο, ρομαντικό τρόπο βλέπε «Αυτός Είναι», που τίποτα δεν μπορεί να με πτοήσει. Και συναντιόμαστε. Το ότι η εξωτερική εμφάνιση δεν είναι το φόρτε του ισχύει αλλά εγώ, όπως και το μάτι του, δεν το βλέπω. Είναι τρομερά έξυπνος, λίγο παραπάνω σοβαρός και κάπως συντηρητικός για τα δικά μου δεδομένα αλλά είμαστε και οι δύο πολύ ενθουσιασμένοι, μιλάμε ασταμάτητα για τη ζωή, το σύμπαν και τα πάντα, η ώρα περνάει και δεν το καταλαβαίνουμε, όλα αυτά που θες από ένα πρώτο ραντεβού. Όλα πάνε κατ’ ευχήν. Από εκείνη τη στιγμή, είμαστε μαζί.

Αν είχαμε τότε facebook, θα ‘χαμε βάλει “in a relationship” απ’ το 1ο ραντεβού.

 

Είναι η πρώτη γεύση “σχέσης” που έχω στην πατρίδα. Είναι καλοκαίρι. Πλέω σε πελάγη ευτυχίας. Για να πλεύσουμε και σε άλλα πελάγη, κανονίζουμε να πάμε για μπάνιο με Αδερφή και “Γαμπρό” (Αγόρι Αδερφής), ώστε να τον γνωρίσουν κι αυτοί. (Ναι, εγώ είμαι της επισημοποίησης, αν θέλω κάποιον θέλω να τον δείξω παντού). Geek Αγόρι οδηγεί ένα κάπως σπορ αυτοκίνητο (έχει πάρει δίπλωμα προσφάτως) και το οδηγεί παρά του ότι δεν βλέπει από το ένα μάτι, πράγμα που έχω την εντύπωση ότι είναι παράνομο αλλά τότε δεν με προβληματίζει καν (δεν οδηγώ, δεν έχω ιδέα). Ξεκινάμε για Σούνιο, εγώ στην τρελή χαρά, φοράω μπικίνι τριγωνάκι χωρίς μπλούζα και μίνι λευκή φουστίτσα, νιώθω μικρή, χαριτωμένη κι ερωτευμένη.

Το απολαμβάνω τώρα γιατί δεν πρόκειται να το ξανανιώσω ποτέ.

 

Στο δρόμο, πάμε ως εξής: μπροστά το αυτοκίνητο του “Γαμπρού” μαζί με Αδερφή, πίσω αυτοκίνητο Geek Αγοριού μ’ εμένα. “Γαμπρός” έχει επίγνωση οδηγικών περιορισμών Geek Αγοριού. Πάνω στη λεωφόρο Λαυρίου, ανάβει πορτοκαλί. “Γαμπρός” σκέφτεται: “Ας μην περάσω καλύτερα, τώρα πήρε ο άλλος το δίπλωμα”. Geek Αγόρι σκέφτεται… μαλακίες λέω, δεν έχω ιδέα τι σκέφτεται. Περνάει. Και, όσο και να φαίνεται απίστευτο, ΔΕΝ έχει τις σούπερ ικανότητες υπερήρωα να περνάει μέσα από στερεά αντικείμενα. Πέφτουμε πάνω στο αυτοκίνητο “Γαμπρού” και Αδερφής. Με ταχύτητα.

Δεν καταλαβαίνω τίποτα, όλα γίνονται πολύ γρήγορα (το γνωστό κλισέ), μετά τη σύγκρουση το αυτοκίνητό μας “φεύγει” για άπειρη απόσταση πάνω στη λεωφόρο. Όταν επιτέλους σταματά, είμαι σοκαρισμένη και πλήρως αποπροσανατολισμένη, δεν ξέρω καλά-καλά τι έγινε. Δίπλα μου, Geek Αγόρι ρωτάει αν είμαι καλά, γνέφω “ναι”, νομίζω ότι εκείνος βγαίνει έξω, δεν μπορώ να συγκεντρωθώ για να δώσω σημασία. Έχει ανοίξει ο αερόσακος, δεν βλέπω τίποτα, μόνο κάτι καπνούς, κάτι με κόβει στο (γυμνό) θώρακα, μυρίζει περίεργα, δεν ξέρω αν έχω χτυπήσει, κάθομαι εκεί που είμαι και δεν κουνιέμαι μέχρι να συνέλθω και να ανασυγκροτηθώ. Ξαφνικά, ανοίγει απότομα η πόρτα μου και βλέπω Αδερφή εντελώς εκτός εαυτού, κατακόκκινη, κλαμένη, να τσιρίζει γιατί δεν ξέρει αν ζω ή πέθανα. Με επαναφέρει κάπως στην πραγματικότητα.

Εκείνες τις πρώτες στιγμές, όμως, τα γεγονότα είναι κάπως σε αργή κίνηση και υπόκωφα, δεν μπορώ να το εξηγήσω. Σηκώνομαι, αναλογίζομαι τη ζημιά. Καταλαβαίνω ότι με έσωσε η ζώνη και ο αερόσακος. Μάλιστα, έχω ένα κάψιμο-κόψιμο ψηλά στο (γυμνό, πού-να-μην-έσωνα) στομάχι, απ’ τη ζώνη. Σύντομα συνέρχομαι εντελώς. Καθόμαστε και οι τέσσερις στους 40 βαθμούς υπό σκιάν (αλλά δεν ξέρω αν βρήκαμε σκιά) και περιμένουμε υπομονετικά τροχαία και μετά ΕΛΠΑ, να έρθουν να μας μαζέψουν. Ούτε που μου περνάει απ’ το μυαλό να κρατήσω κακία σε Geek Αγόρι. Αυτοκίνητο “Γαμπρού” πάει. Πάει για μάντρα ανταλλακτικών. Εγώ, καθ’ όλη τη διάρκεια της αναμονής, το μόνο που κάνω είναι να πασαλείβω ανά τακτά χρονικά διαστήματα Geek Αγόρι με αντηλιακό, επαναλαμβάνοντας “μην μου καείς”.

Κάψιμο.

 

Αποφασίζουμε από κοινού (και οι τέσσερις) να αποκρύψουμε το όλο γεγονός από τη Μάνα -γιατί αλλιώς κινδυνεύει από το 8ο στη (θεωρητική) σειρά εγκεφαλικό- και της λέμε ότι έπεσα στα βράχια στο Σούνιο και σκίστηκα. «Με μάτιασαν βρε μαμά!» Δυο μέρες μετά, πάω στο ΚΑΤ πριν τη δουλειά γιατί πονάει ο αυχένας μου, εξηγώ το περιστατικό, πολύ σύνηθες -λέει- να ταρακουνηθεί ο αυχένας σε τροχαία ατυχήματα, και μου δίνουν και βάζω κολάρο. Με δυσκολεύουν. Έχω ορκιστεί να φυλάξω το μυστικό σαν τα μάτια μου. (Τα δικά μου, όχι το δικό του). Γυρνάω το βράδυ σπίτι, δείχνω το κολάρο στη Μάνα, περιγράφω την επίσκεψη στο ΚΑΤ και βάζω τα δυνατά μου να προταθώ για Όσκαρ πρώτου ρόλου:

Απίστευτο, ε; Κοίτα τι μπορείς να πάθεις απ’ το πέσιμο στα βράχια! Έπρεπε να ‘σουν εκεί να το δεις!

 

Μωρό μου μην τρέχεις. Irini on Βoard.

 

 

Advertisements