Tags

, ,

 

Στα 26 μου, δουλεύω στην πρώτη μου διαφημιστική εταιρία σχεδόν δυο χρόνια, κι έχω πλέον εγκλιματιστεί. Είναι άνοιξη, κάνει ζέστη, είμαι σ’ ένα γραφείο με άλλα δύο κορίτσια, δεν έχουμε δουλειά, έχουμε ήδη παίξει Πρόσωπα Ζώα Πράγματα, πετάμε τάπες και το ίντερνετ δεν είναι ακόμα τόσο ενδιαφέρον (εννοώ δομημένο και φιλικό προς το χρήστη) όσο είναι τώρα. Ένα μεσημέρι, αφού είμαι που είμαι μπροστά στον υπολογιστή, αναζητώντας οτιδήποτε μπορεί να μου τραβήξει την προσοχή, κοιτάζω κάτι σάιτ γνωριμιών. Και το βρίσκω πολύ ενδιαφέρον αλλά και θέλω να έχουμε ένα λόγο για να γελάσουμε στο γραφείο, οπότε ανεβάζω προφίλ στο ICQ. Μιλάμε για 2003. Νομίζω πως δεν είχα καν φωτογραφία, σκέτο κείμενο. Πρωτόγονα πράγματα, ανάβαμε υπολογιστή τρίβοντας ξυλαράκια μεταξύ τους. Όχι ότι τώρα με τις φωτογραφίες έχουν φτιάξει τα πράγματα και βρίσκεις πανεύκολα την Αγάπη. Αλλά τουλάχιστον δεν έχεις το πρόβλημα της αναγνώρισης, όπως τότε:

…Θα φοράω κρεμεζί πουκάμισο και θα κρατάω κόκκινο τριαντάφυλλο.

 

Σύντομα, κάνω νέες γνωριμίες. Η πρώτη είναι με έξυπνο και συμπαθητικό πλην κομματάκι απελπισμένο και αρκετά βαρετό νέο. (Ήτο προγραμματιστής. Οι μισοί εκεί μέσα ήταν προγραμματιστές, οι άλλοι μισοί απλά ήθελαν να είναι. Κι εμένα αυτό μου άρεσε σαν ιδέα και μ’ αρέσει γενικά αλλά μερικές φορές το παν είναι στην υλοποίηση). Κανονίζουμε να βρεθούμε για ποτό στο Θησείο, το οποίο αποδεικνύεται γουλιά και συχώριο (όχι απ’ αυτό που συγχωρείς εσύ αλλά που ζητάς συγχώρεση).

Όσο εγώ παρατηρώ ότι παρόλο που στην κορυφή του κεφαλιού δεν έχει μαλλί, διατηρεί το υπόλοιπο σε όλη του την κατσαρή μεγαλοπρέπεια, αυτός μου περιγράφει εκτενώς τις προηγούμενες αποτυχημένες του γνωριμίες, συγχρόνως όμως με τρελό ενθουσιασμό -γιατί θεωρεί τη δική μας τρελή επιτυχία. Χαίρεται γιατί είχε αρχίσει να τον πιάνει η απελπισία. Το αίσθημα παραλίγο και θα ήταν αμοιβαίο. Αλλά άφησε αυτόν η απελπισία κι έπιασε εμένα. Κατά την:

 Αρχή Διατήρησης της Απελπισίας.

 

Από ένα σημείο και μετά, ψάχνω εναγωνίως την έξοδο κινδύνου. Αλλά δεν είναι τόσο απλό. Η συζήτηση-μονόλογος έχει φτάσει στην τρίτη σαρανταπεντάρα με παιδιά που γνώρισε η οποία μάλιστα ήταν από τη Θεσσαλονίκη. Η απόδραση που σχεδίαζα για τις 11 γίνεται η απόδραση των 12. Αυτός επιμένει να με γυρίσει σπίτι, εγώ δεν θέλω με τίποτα, αποκλείεται να τον βάλω σε κόπο, «κι αν είσαι κατά συρροή δολοφόνος;» Συνεχίζει να επιμένει. Κάτι λέω ότι ίσως πάω να βρω την Αδερφή μου (τι να κάνω;) επιμένει τουλάχιστον να με βάλει σε ένα ταξί.

Παρόλα αυτά, ενώ είμαι απελπισμένη με τον Απελπισμένο Νέο, καταστρώνω το σχέδιο διαφυγής. Είμαι που είμαι στο Θησείο. Πρόσφατα έχω γνωρίσει κάποιον που έμοιαζε σε κάποιον που μου άρεσε πολύ (τρέχα γύρευε και χέζε ψηλά κι αγνάντευε) και μένει εκεί γύρω. Και πάντα υποστηρίζω τα τοπικά προϊόντα και το «πού να τρέχεις».

Άρα, το Plan B μπαίνει σε δράση εδώ και τώρα.

 

Πηγαίνω στην τουαλέτα και του στέλνω μήνυμα. Αν πρόσεξες, η τσουλίαση μπαίνει στη ζωή μου αργά αλλά σταθερά. Τον ξυπνάω αλλά δεν χαλιέται ιδιαίτερα, απαντά «θα κάνω ένα ντουζάκι και σ’ ένα τέταρτο έρχομαι να σε πάρω». Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο ζηλεύω αυτή την ευκολία και την ανεμελιά των αγοριών. Τι να πω εγώ στη θέση του; Σ’ ένα τριωράκι, το πολύ, θα ‘μαι έτοιμη; Τέλος πάντων, γυρνάω στο τραπέζι με Απελπισμένο Νέο, ο οποίος κερδίζει τελικά στη μάχη του “είναι επικίνδυνο να κυκλοφορείς μόνη σου, θα σε βάλω οπωσδήποτε σε ένα ταξί”. (Στο κέντρο του Θησείου, εν τω μεταξύ). Με πάει στην πιάτσα. Μπαίνω στο πρώτο ταξί. Μας κοιτάζει και περιμένει να φύγουμε. Λέω στον ταξιτζή: “Κάνε έναν κύκλο μέχρι να τον χάσουμε και με ξανα-αφήνεις εδώ”. Είπαμε:

 Η τσουλίαση άργησε να μπει στην επίσημη εγκύκλιο, αλλά μαθαίνω γρήγορα.

 

Δεν θα αναλύσω εκείνη τη βραδιά, θυμάμαι μόνο τα εξής: 1) Plan B με πήγε στο αστεροσκοπείο, άρα απ’ το «χέζε ψηλά κι αγνάντευε», το β’ μέρος τουλάχιστον ισχύει. 2) Tην εγχείριση βυζο-σμίκρυνσης την είχα κάνει σχετικά πρόσφατα, άρα, προς μεγάλη του νοσηρή περιέργεια παρέμεινα μισο-ντυμένη. 3) Ήταν φοιτητής και από τους ορίτζιναλ «βρώμικους» δηλαδή μακρύ μαλλί με κοτσάκι, μπαντάνες, αηδιαστικά έθνικ πατσουλο-αρωματικά στικ, και το σπίτι του είχε για διακόσμηση ένα πράγμα σαν δέντρο και κάτι άλλο σαν τοτέμ. (Ναι, κι εγώ έχω απορίες). 3) Ξέχασα σπίτι του κάτι βραχιολάκια και όταν αργότερα, πήρε να μου το πει για να ξαναπάω, μετά πόνου ψυχής (μου άρεσαν τα βραχιολάκια), σκεπτόμενη το τοτέμ είπα «δεν πειράζει, κράτα τα».

Αυτό που δεν σκέφτηκα είναι τα πιθανά βουντού. Το Βυζί Λάστιχο ίσως είναι αποτέλεσμα αυτού.

 

Η δεύτερη δαδικτυακή γνωριμία είναι κομματάκι πιο πολύπλοκη. Συστήνεται, μου πιάνει την κουβέντα, μιλάμε. Με βρίσκει έξυπνη κι ενδιαφέρουσα. Το αίσθημα είναι αμοιβαίο. Έχουμε κοινά που δεν βρίσκω ως τότε με κανέναν άλλον -επιστημονική φαντασία, φανταστική λογοτεχνία, θεωρητική τεχνολογία, πράγματα δηλαδή που αποτελούν αγαπημένα θέματα συζήτησης και ενασχόλησης των τότε geeks (δεν έχουμε λέξη στα ελληνικά αλλά είναι το συνηθισμένο κλισέ στις αμερικάνικες ταινίες με τους πότε τρέντι πότε κακόμοιρους, χλωμούς, τύπους που φοράνε γυαλιά, είναι αστέρια στα Μαθηματικά, στη Φυσική και στην τεχνολογία, παίζουν όλη μέρα γκέιμς και δεν μπορούν να αρθρώσουν λέξη μπροστά σε κορίτσι). Με λίγα λόγια, μιλάμε για κοινά που είναι κομματάκι σπάνιο να βρω σε αγόρια που γνωρίζω μέσα σε κλαμπ γιατί είναι χαριτωμένα και χορεύουν ωραία. Πιο σπάνιο από ιριδίζων φτερωτό μονόκερο Δευτέρα πρωί στην Εθνική Τράπεζα.

Πάρτε το τριανταφυλλάκι σας και σταθείτε στην ουρά.

 

 

Advertisements