Tags

, ,

 

Τον πρώτο καιρό στην πατρίδα, ξανά στο σπίτι των Γονιών, περνάω εφιαλτικά. Είμαι τελείως μουδιασμένη, αφηρημένη, στον κόσμο μου. Σαν να μου λείπει το άλλο μου μισό. Φεύγω απ’ το σπίτι χωρίς λεφτά, χωρίς κλειδιά (γιατί σκέφτομαι ότι θα έχει ο Αθώος Άγγλος), περιπλανιέμαι άσκοπα, κυκλοφορώ σαν χαμένη. Δεν μπορώ ούτε να μιλήσω, να πω μια ολόκληρη πρόταση χωρίς να κομπιάζω, σκέφτομαι μόνο Αγγλικά, έχω ξεχάσει τη γλώσσα μου και μεταφράζω συνέχεια αυτολεξεί απ’ τα αγγλικά προς φρίκη όλων. Από το απλό «μου περνάς το αλάτι;» στο τραπέζι, μέχρι το αστείο «βρέχει γάτες και σκύλους» ως και ακατανόητα όπως «ρίξε μου μια γραμμή» (= γράψε μου). Για να καταλάβεις το μέγεθος του προβλήματος, μετά από μερικούς μήνες κιόλας, στη συνέντευξη για την πρώτη μου δουλειά στην Ελλάδα που ήταν κειμενογράφος στη διαφημιστική εταιρία Fortune, ο Σούπερ Δημιουργικός Διευθυντής που με είδε, μετά από λίγη ώρα συζήτησης, μου λέει:

ΟΚ, το αγγλικό το ‘χουμε. Με το ελληνικό, τι γίνεται;

 

Εκτός αυτού, όλοι οι παλιοί μου φίλοι είναι σε εντελώς διαφορετικό σημείο από εκεί που τους έχω αφήσει. Λογικό, γιατί έχουν περάσει 5 χρόνια -και δεν είναι από τα 60 στα 65, ακόμα οι αλλαγές στις ζωές μας είναι ραγδαίες. Έχουν τις πρώτες τους δουλειές, έχουν σχέσεις, δεν κάνουν πια τα ίδια πράγματα, δεν έχουμε πια κοινά, ακόμα και η χορευτική σκηνή στην Ελλάδα έχει ουσιαστικά πεθάνει. Είμαι τελείως ξεκρέμαστη. Θυμάμαι, ένα από τα πρώτα Σάββατα που είμαι Ελλάδα, Αδερφή μού λέει: «Φτιάξου, βάλε φόρεμα. Θα πάμε μπουζούκια». Εμένα με πιάνει φόβος και απελπισία. Δεν ακούω απολύτως τίποτα από ελληνική μουσική εκτός από Στέρεο Νόβα, δεν έχω πάει σε μπουζούκια ποτέ στη ζωή μου, δεν ξέρω κανένα τραγούδι, ακόμα, ουσιαστικά δεν πίνω καν αλκοόλ. Το έξτρα φρικιαστικό είναι όταν Αδερφή, με παγερό και σοβαρό ύφος δηλώνει ρητά και απειλητικά: «Δεν πληρώνουμε εμείς. Πληρώνουν τα αγόρια. Κάν’ τα να περάσουν καλά». Σιωπηλός τρόμος. Είπα να φύγω απ’ την Αγγλία και να γυρίσω σπίτι μου και γύρισα σ’ έναν άλλο κόσμο.

Όπου τα γαρύφαλλα έχουν αγκάθια.

 

Και καλά όλα αυτά, αλλά μην νομίζεις ότι όλο αυτό το διάστημα έχω ξεχάσει Εκείνον. Τον Άρη ανίκατε μάχαν. Όχι. Και, μόλις επιστρέφω, τον έχω στο πίσω μέρος του μυαλού μου (ΟΚ, όχι πολύ πίσω), ως σανίδα σωτηρίας. Χρειάζομαι κάτι οικείο για να πιαστώ. Μια σχεδία. Ένα σωσίβιο. Ένα κάτι που να επιπλέει. Μια και Παιδική Φίλη έχει προχωρήσει στη ζωή της, με ελπιδοφόρες προοπτικές, κρίνω ότι δεν θα είμαι εντελώς κατάπτυστη αν τον αναζητήσω. Μιλάμε στο τηλέφωνο. Είναι καλοκαίρι. Εκείνος έχει φτιάξει και ανοίξει παραλιακό καφέ σε νησί του Ιονίου. Είναι τώρα με μια κοπέλα από εκεί, λέει, αλλά αμέσως, πολύ φιλικά, πολύ πρόθυμα, μας προσκαλεί να πάμε εκεί για λίγες μέρες (εμένα, Αδερφή και Φίλο Αδερφής). Α, επίσης, για όποιον δεν το ξέρει:

Το Ιόνιο γαμιέται.

 

Το πουλί σέρνει καράβι λοιπόν. Και πάμε. Όσο εγώ έφτιαχνα τη ζωή μου στο Ηνωμένο Βασίλειο, Εκείνος έφτιαχνε τη δική του στο Άμστερνταμ και συγχρόνως κατέστρεφε τη ζωή και μιας άλλης καημένης που τον γνώρισε εκεί και τον ερωτεύτηκε. Η Αμστερνταμιανή τον ακολουθεί και στο νησί. Αφού τη χωρίζει. Και τώρα κάνει τη Λάμια σε μια τοπική θεατρική παράσταση. (Δεν είναι αστείο, σοβαρά μιλάω, είναι μια πανύψηλη ξερακιανή με μακρύ σπαστό μαύρο μαλλί και την έχουν βάλει να κάνει τη Λάμια. Αν δεν ξέρεις, Λάμια είναι μια μυθολογική μορφή γυναίκας-τέρας που ενίοτε σκοτώνει και ζει σε ποτάμια και λίμνες). Εκείνος, παρά το γεγονός ότι η Αμστερνταμιανή πρώην του και νυν Λάμια περιφέρεται στο νησί σαν την άδικη κατάρα, τα έχει με ντόπια βοσκοπούλα. Κι αυτό επίσης δεν είναι αστείο. Κι εγώ στην αρχή προσπάθησα να μην γελάσω. Ώσπου την είδα και μου κόπηκε το γέλιο μαχαίρι. Και η μιλιά. Σίγουρα θα είναι και καλή στη δουλειά της:

 Η σιωπή των αμνών.

 

Βοσκοπούλα εμφανίζεται με μαύρισμα κόπερτοουν και λεοπάρ μαγιό σε συνδυασμό με εντελώς βραζιλιάνικο πίσω σύστημα (κώλος). Κατά τα άλλα, καταφέρνει και μοιάζει μ’ Εκείνον. Δηλαδή, τεράστια λαδιά μάτια, έντονα χείλη, μακριά σπαστά μαλλιά (ίσως και λακκάκια)… απλά δεν υπάρχει λόγος να περιγράφω άλλο. Την πρώτη φορά που έρχεται και τη βλέπουμε, κατά το ηλιοβασίλεμα, λέει: “πάω να κάνω μια βουτιά”. Μένει μέσα στο νερό και κολυμπάει για μιάμιση ώρα, φτάνει κάπου Γιβραλτάρ. Δυστυχώς, επιστρέφει. (Και με τον κώλο ακόμα πιο ψηλά, κάπου στην ωμοπλάτη). Γοργόνα η Βοσκοπούλα.

 

 

Η μία λοιπόν κάνει τη Λάμια, η άλλη κάνει τη Βοσκοπούλα-Γοργόνα κι εγώ κάνω το ναυάγιο. Τις μαύρες εκείνες μέρες που βρισκόμαστε στο νησί, αν εξαιρέσουμε κάτι συζητήσεις μ’ εμένα κι Εκείνον που θυμίζουν τις παλιές μας, δηλαδή θεωρητικής φύσεως όπου αντιπαραθέτουμε επιχειρήματα να δούμε ποιος το έχει μεγαλύτερο (το δίκιο), ενώ Βοσκοπούλα χασμουριέται και μετράει πρόβατα όσο περιμένει υπομονετικά την ώρα που θα πάνε όχι να κλείσουν, αλλά να βγάλουν τα μάτια τους, δεν έχω ΚΑΝΕΝΑ λόγο να είμαι εκεί. Είμαι το μαύρο πρόβατο. Παρόλο που με το που με βλέπει πρώτη φορά και με φιλάει σταυρωτά λέει «Αχ Ειρήνη, τόσα χρόνια κι ακόμα το ίδιο άρωμα…» (Μπάι δε γουέη, ήταν συνδυασμός αρωμάτων και μετά απ αυτό τα πέταξα). Αλλά τώρα του ρίχνεις μια ανάστροφη ή δεν του ρίχνεις; Τέλος πάντων, πίσω Αθήνα. Πάμε γι’ άλλα. Όχι ότι το λέω με τον “υπεράνω” τόνο φωνής, τύπου “είσαι άκυρος, μου αξίζουν καλύτερα” αλλά με τον κυριολεκτικό, τον αναγκαστικό, το «δεν έχεις κι επιλογές». Οπότε:

Σκάσε και κολύμπα.

 

 

 

Advertisements