Tags

, , , , , ,

 

Θεϊκό Αγόρι στην Πάρο, Παιδική Φίλη ανυπομονεί να πάει να τον βρει και μετράει τις μέρες ώσπου να φύγουμε όλες μαζί για πενταήμερες διακοπές που έχουμε κανονίσει (με Αδερφή, τη Φίλη μου απ’ το ΤΕΙ και αρκετά άλλα κορίτσια-φίλες σχολείου). Είναι βραδάκι, είμαι σπίτι. Χτυπάει τηλέφωνο. Το σηκώνω. Ακατανόητοι ήχοι. Προσπαθώ να καταλάβω. Μετά από λίγο, καταλαβαίνω. Είναι αναφιλητά. Ακούω “έλα κάτω”. Είναι η Παιδική Φίλη (η οποία μένει στον πρώτο, ενώ εγώ μένω στον τέταρτο, οπότε έτσι λέμε τα σπίτια μας: “πάνω” – “κάτω”). Ω Θεέ μου. Κατεβαίνω. Ανοίγει η μητέρα της, μου λέει “στη βεράντα, στο δωμάτιό της”, πάω. Εκεί, στο σκοτάδι, Παιδική Φίλη κλαίει σαν να μην υπάρχει αύριο. Την πήρε τηλέφωνο. Απ’ την Πάρο. Της είπε “δεν μου λείπεις όσο θα έπρεπε” ή “δεν μου λείπεις και θα έπρεπε”, ή κάτι τέτοιο. Και της είπε ότι καλύτερα να μην είναι μαζί. Παιδική Φίλη είναι απόλυτα συντετριμμένη και τσακισμένη. Απόλυτα. Ό,τι κι αν έχω νιώσει και νιώθω εγώ, αυτό που βλέπω, είναι τουλάχιστον εξίσου τραγικό. Είχα που είχα διαλέξει τη μοίρα μου, μόλις μπήκα σε πολύ δεύτερη μοίρα. Στη μοίρα της άμοιρης που είναι εκεί απλά για να συμπαρασταθεί.

Που δεν έχει στον ήλιο μοίρα.

 

Κλάμα, σοκ, χάος. Ήλιος, θάλασσα, Πάρος. Παιδική Φίλη επιμένει να πάμε τις κανονισμένες μας διακοπές κανονικά, να μην αλλάξουμε το πρόγραμμά μας, βασικά για να πάει εκεί και να “ξεκαθαρίσει” τα πράγματα. Οι φίλες, ακροπατώντας δίπλα της και λέγοντας “ναι” σε ό,τι πει, μια και 9 στα 10 από αυτά που -εν μέσω λυγμών- ψελλίζει, είναι: “μου τελείωσαν τα χαρτομάντιλα” (κι εδώ δεν κάνω πλάκα, το θέαμα ήταν σπαρακτικό και η απόλυτη συνείδηση -από προσωπική εμπειρία- τού γιατί ένιωθε όπως ένιωθε, το έκαναν δέκα φορές πιο τραγικό). Στην αρχή, εκφράζω τους δισταγμούς μου σχετικά με το ταξίδι και τα πιθανά ολέθρια αποτελέσματα. Κι άλλα χαρτομάντιλα. Σύντομα, όλες φερόμαστε σαν να είναι εξαιρετικά καλή ιδέα το να πάμε να τον συναντήσουμε, και μεγάλες οι πιθανότητες το όλο πράγμα να ήταν απλά μια παρεξήγηση. Πάρος, λοιπόν. Εκεί, το ρόλο της συμπαραστάτριας και του “αντικειμενικού” παρατηρητή/ σχολιαστή τον αναλαμβάνουν τα άλλα κορίτσια που παραβρίσκονται και είναι πιο στενές φίλες Παιδικής Φίλης από ό,τι δικές μου, οπότε είμαι περιττή. Μαζί με τα υπόλοιπα που με διαχωρίζουν από το υπόλοιπο σύμπαν στο συγκεκριμένο ζήτημα, για να περισώσω τη νοητική και ψυχική μου ακεραιότητα, περνώ το χρόνο μου με Φίλη απ’ το ΤΕΙ και κάνω ό,τι περνά απ’ το χέρι μου για να είμαι τρεις λαλούν και δυο χορεύουν.

Δεν ξέρω ποιοι είναι οι τρεις που λαλούν, αλλά οι δυο που χορεύουν είμαστε εμείς.

 

Παράδειγμα: Μια βραδιά, κατά τις 5 το πρωί, με Φίλη απ’ το ΤΕΙ, παίρνουμε πούλμαν απ’ τη Χώρα για να πάμε σε after Κάπου Αλλού. Στο Κάπου Αλλού, χορεύουμε όσο αντέχουμε και κάποια στιγμή βγαίνουμε έξω, όπου βέβαια είναι τελείως μέρα, ο ήλιος ψηλά. Το Κάπου Αλλού είναι Στη Μέση Του Πουθενά. Χωράφια ως εκεί που φτάνει το μάτι, πρόβατα, απεραντοσύνη. Περπατάμε-περπατάμε, μέχρι που βρίσκουμε ένα φούρνο. Φίλη απ’ το ΤΕΙ ενθουσιάζεται: “ζεστά φραντζολάκια!” Την κοιτάζω με μισό μάτι, δεν συζητάμε ποτέ το τι πίνει εκτός από χυμούς τα βράδια γιατί δεν-θέλω-να-ξέρω, αλλά όταν είναι μια στιγμή που *πρέπει* να έχει πανικοβληθεί κανείς, κι η άλλη καταβροχθίζει φρεσκοψημένο χωριάτικο με σουσάμι και αμείωτο ενθουσιασμό, το πράγμα είναι ύποπτο. Το αντιπαρέρχομαι. Ευτυχώς, Γιος Φούρναρη πάει προς Χώρα. Δόξα σοι Κύριε Φούρναρη! Χωνόμαστε στο φορτηγάκι και κάποτε καταφέρνουμε να φτάσουμε σπίτι, όπου βέβαια δεν προλαβαίνουμε να πάμε για ύπνο πριν να πρέπει να πάμε για μπάνιο. (Εγώ κάνω απλά λιγότερο φοβιστικό το μακιγιάζ, κλασικά, και μετά κοιμόμαστε στην παραλία και γινόμαστε φλαμπέ, επίσης κλασικά).

Αυτό που βασικά θυμάμαι, είναι ότι σ’ αυτές τις 5 ημέρες, γενικά κάνω ό,τι μπορώ για να αποφύγω Εκείνον και το παίζω τρελή. Δυστυχώς, ακόμα, στη ζωή μου δεν πίνω αλκοόλ. Μιλάμε, είναι τραγικά δύσκολο να το παίξεις τρελή όταν είσαι απολύτως νηφάλια και δεν μπορείς καν να κάνεις ότι και καλά έχεις πιει, γιατί δεν ξέρεις ΟΥΤΕ ΚΑΝ πώς *είναι* όταν έχεις πιει. Δεν καταφέρνω να αποφύγω Εκείνον κάθε φορά, σε φάσεις πάει να μου μιλήσει κι εγώ χώνω τα δάχτυλά μου στ’ αυτιά και κάνω: “λα λα λα λα.” Όχι ότι μου λέει τίποτα σημαντικό, απλά δεν αντέχω να τον βλέπω και να τον ακούω. Ειδικά τώρα με Παιδική Φίλη…

…δεν θέλω ούτε να τον θέλω.

 

Ως ήταν αναμενόμενο, μετά από την Πάρο, τίποτα δεν “ξεκαθαρίζεται”. Εδώ θα έπρεπε να πω ότι ψέματα, φυσικά και ξεκαθαρίζεται, ξεκαθαρίζεται το γεγονός ότι ο χωρισμός δεν ήταν θέμα παρεξήγησης, αλλά χρησιμοποιώ το “ξεκαθαρίζεται” κατά την Παιδική Φίλη, δηλαδή τίποτα δεν αλλάζει προς το καλύτερο. Κι από τότε, ξεκινά η περίοδος μαύρης απελπισίας και κατάθλιψης της Παιδικής Φίλης, η οποία κρατά επίσης αρκετά χρόνια. Ευτυχώς, το δικό μου υπόλοιπο καλοκαίρι δεν είναι και τόσο κακό. Γνωρίζω κόσμο, με συμπαθεί κόσμος (εντυπωσιακό), έχω μια μικροσκοπική υπερπλατωνική σχέση (=ούτε φιλί, απλά είμαστε στην παραλία, μου κρατά το χέρι και κοιτάμε τ’ αστέρια) με Ξανθό Γαλανό Γερμανό 14 ετών (εγώ είμαι 18 μισό). Τώρα, αυτό ακούγεται αηδιαστικό, το ξέρω, αλλά σκέψου ότι ούτε αγγλικά ήξερε (ούτε γαλλικά, να υποθέσεις), ούτε φιλιόμασταν, μου ‘ριχνε τρία κεφάλια και ήταν μασκότ-χορευτής σε τεράστιο κλαμπ στη Γερμανία (αυτό ήταν που μ’ έριξε). Αφού φεύγει αυτός, γνωρίζω Κανονικό Αγόρι, πολύ γλυκό, δύο χρόνια (μόνο) μικρότερο από μένα, με το οποίο βλεπόμαστε και στην Αθήνα. Πάλι πλατωνικά, αυτά δεν είναι Τα Χρόνια Της Αθωότητας…

…είναι τα 100 Χρόνια Μοναξιά.

 

Το καλοκαίρι τελειώνει, η ζωή συνεχίζεται. Ο χρόνος μου μοιράζεται σε ΤΕΙ, Φίλη απ’ το ΤΕΙ, ατελείωτο clubbing και πλατωνική σχέση με Κανονικό Αγόρι. Θυμάμαι ότι περνούσαμε ώρες ατέλειωτες στο κρεβάτι του μόνο με εσώρουχα, χωρίς να τον αφήνω να κάνει ΑΠΟΛΥΤΩΣ τίποτα ενώ αυτός ήταν 17 χρονών κι εγώ 19. Αλλά μιλάμε για ΤΙΠΟΤΑ, και δεν ζητούσε τίποτα, απλά υπέφερε σιωπηλά. Νιώθω τόσο ένοχη γι’ αυτό που ειλικρινά, ίσως όλο αυτό που ζω μετά τα 30 να είναι απλά ενοχικό σύνδρομο. Παιδική Φίλη είναι σταθερά σε μόνιμη κατάθλιψη, καμία αλλαγή εκεί. Στο ΤΕΙ μου, μας κάνουν μια παρουσίαση για το πρόγραμμα Erasmus που είναι κάτι σαν υποτροφία για ανταλλαγή φοιτητών από χώρα σε χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μάλιστα. Λέει ότι απευθύνεται σε σπουδαστές που έχουν προχωρήσει περισσότερο στα εξάμηνα, αλλά μπορείς να το κάνεις νωρίτερα αν ξέρεις καλά τη γλώσσα κι αν σε εμπιστεύονται οι καθηγητές. Ακούστηκε ενδιαφέρον. Κράτησα και τη φωτοτυπία με τις σχετικές πληροφορίες, για μελλοντική χρήση. Κι όταν λέω “κράτησα”, εννοώ “δεν πέταξα αμέσως” αλλά την καταχώνιασα σ’ ένα συρτάρι μέχρι την ώρα της επόμενης εκκαθάρισης.

Μια ωραία πρωία, δεν ξέρω τι μήνα, Οκτώβριο-Νοέμβριο, Παιδική Φίλη μού λέει να πάω να συναντήσω Εκείνον για καφέ για να μάθω τι σκέφτεται. (Παιδική Φίλη τον έχει ήδη δει από το καλοκαίρι, χωρίς το ποθούμενο αποτέλεσμα). Εννοείται ότι εγώ δεν υπάρχω συναισθηματικά, εδώ και καιρό. Και δεν το λέω αυτό σαρκαστικά (όχι εντελώς), αλήθεια, απλά εννοείται. Το κανονίζω λοιπόν. Λέμε για κάπου στο Μοναστηράκι. Τον βλέπω. Μιλάμε. Λέμε για Παιδική Φίλη. Λέει ότι δεν υπάρχει τίποτα να πούμε. Δεν μπορώ να γυρίσω με αυτό σαν πληροφορία, οπότε ρωτάω περισσότερα. Λέει για πράγματα που συνέβαλαν στο να μην έχουμε τίποτα να πούμε. Λέει για εκείνη και το τι υπήρχε μεταξύ τους και, όσο μιλάει, στο μυαλό μου προσπαθώ να μετατρέψω αυτά που λέει σε πράγματα που μπορώ να της μεταφέρω με το μίνιμουμ του πόνου, διατηρώντας μια σχετική αληθοφάνεια. Η θέση μου δεν είναι εύκολη. Συμφωνεί. Η συζήτηση τελειώνει εκεί.

Και αρχίζει μια άλλη συζήτηση. Εκείνος την αρχίζει, δηλαδή. Κάτι λέει που περιέχει τις φράσεις “πάντα σε σκεφτόμουν”, “είσαι διαφορετική” και “πάντα Εσύ ήσουν”. Στην αρχή, είμαι σίγουρη ότι κάτι άλλο λέμε που δεν έχω καταλάβει. Πολύς κόσμος λέει “δεν πιστεύω στ’ αυτιά μου” αλλά ειλικρινά, νομίζω ότι όλος αυτός ο κόσμος το ήλπιζε, το περίμενε, το είχε κάπως ψυλλιαστεί αλλά δεν τολμούσε να το παραδεχτεί, δεν ήθελε να το πάρει σαν δεδομένο γιατί φοβόταν ότι θα φάει τα μούτρα του, τέτοια. Εγώ, έχοντας περάσει ό,τι έχω περάσει -γιατί, σόρι, εκεί ήμουν, γίναμε “φίλοι” ξαφνικά, από το πουθενά, με αγνοούσε χρόνια ολόκληρα, τα ‘φτιαξε με την καλύτερή μου φίλη… τι διάολο εννοεί;- τρέμω λοιπόν ολόκληρη από ανάμικτα συναισθήματα, βασικά σοκ, απόλυτη ευτυχία, το “έχω δικαιωθεί” αλλά και θυμό και εκνευρισμό. Και τρόμο. Δεν ξέρω τι να πω. Λέω βέβαια ότι φυσικά κι εγώ αυτόν ήθελα τόσα χρόνια. Δεν είναι αυτό το θέμα… πλέον. Λέει ότι έκανε χαζομάρα. Και με κοιτά με προσμονή. Εγώ ακόμα κοιτάζω απέναντι, σοκαρισμένη. Εκείνος λέει: “Τι θα κάνουμε τώρα;” Σιγή. Εγώ, με όσο μπορώ πιο σταθερό τόνο: “Τι θα κάνουμε;” Συνεχίζω να κοιτάζω απέναντι. Απαντάω. “Τίποτα δεν θα κάνουμε”. Δεν καταλαβαίνει. Του εξηγώ: “Παιδική Φίλη είναι τρελή για σένα, σε άσχημη κατάσταση, δεν μπορώ να της το κάνω αυτό”. Εκείνος συνεχίζει να με κοιτά. Εγώ επαναλαμβάνω, πλέον ήρεμα και σταθερά: “Δεν θα κάνουμε τίποτα.” Οριστικά και αμετάκλητα. Ίσως να είπα και: “Καλύτερα να μην ιδωθούμε ξανά πολύ σύντομα”. Φεύγει χωρίς ούτε να με φιλήσει σταυρωτά. Φεύγω κι εγώ.

Κι εκείνο το βράδυ ήταν που αποφάσισα ότι πρέπει οπωσδήποτε να φύγω απ’ τη χώρα.

 

 

 

 

Advertisements