Tags

, , , , ,

Αθήνα, λοιπόν. Εγώ, απλά ζω προσμένοντας και ξεφυλλίζοντας άλμπουμ του Τσαρούχη (Θεϊκό Αγόρι είχε εκπληκτική ομοιότητα με κάτι μοντέλα του, στο πιο όμορφο). Και περιμένω. “Και δεν χτυπάει το τηλέφωνο…” -Αννούλα. Όχι ότι δεν χτυπάει ποτέ. Χτυπάει. Και, κάθε φορά, το στομάχι μου κάνει τριπλό λουπ και μετά σκοντάφτει πάνω στον πάγο και τρώει τα μούτρα του. “Έλα θεία. Καλά είμαι, ναι, όχι, αλήθεια, κανείς δεν πέθανε, κανείς δεν είναι στην Εντατική, όλοι μια χαρά, στ’ ορκίζομαι…” Πάντως, δεν περνάει ούτε μια εβδομάδα και, κάποια στιγμή που δεν το περιμένω (φυσικά) χτυπάει το τηλέφωνο και είναι Αυτός. Πήρε. ΠΗΡΕ! Κι όμως. Μη χαίρεσαι, δεν έχει ούτε πανηγυρισμούς ούτε αλληλούια. Το τηλεφώνημα δεν έχει τίποτα το αξιοσημείωτο, κι ενώ με χαροποιεί, συγχρόνως με καταρρακώνει. Γιατί, ναι, παίρνει τηλέφωνο. Με τη (σημαντική) διαφορά του ότι, με έναν εντελώς μαγικό τρόπο που δεν κατάλαβα ποτέ, από τη στιγμή που πατάμε σε Αθηναϊκά εδάφη, είμαστε φίλοι. Εγώ κι Εκείνος, φίλοι. Φιλαράκια, βρε. Λες και με ήξερε κι από πριν τον Αύγουστο. Λες και είχε υπάρξει τίποτα φιλικό στην ως τότε γνωριμία μας. Λες και την πρώτη βραδιά που χορεύαμε στη ντισκοτέκ δεν μ΄έπιασε σφιχτά και μου είπε “σε θέλω”. Αλλά τώρα, από το πουθενά, φίλοι. Και μετά από το πρώτο τηλεφώνημα, ακολουθούν κι άλλα, και τηλεφωνιόμαστε γενικά αραιά αλλά σταθερά, ας πούμε σχεδόν μια φορά το μήνα. Σαν να μου ‘ρχεται περίοδος.

Ματώνω, ματώνω (χωρίς εσένα λιώνω) -Πέγκυ Ζήνα.

Από τότε αρχίζει μια νέα εποχή στη ζωή μου η οποία έχει να κάνει με κατάθλιψη-απελπισία-προσμονή χωρίς ελπίδα περισσότερο από ποτέ, και κρατάει 3-4 χρόνια. Κάποιες φορές βλεπόμαστε. Σαν φίλοι, βέβαια. Όχι ότι γελάμε ιδιαίτερα και περνάμε καλά, ούτε αυτό. Εγώ κι Αυτός πάντα μιλάμε σοβαρά. Κάνουμε θεωρητικές συζητήσεις. Εγκυκλοπαιδικές συζητήσεις. Φιλοσοφικές συζητήσεις. Επιχειρηματολογούμε. Το αγαπημένο μας “παιχνίδι” είναι το “ποιος είναι ο πιο έξυπνος”, όπου πάντα επιδιώκω απελπισμένα να κερδίσω, με μια σαδο-μαζοχιστική εμμονή. Θέλω να (μου) αποδείξω απελπισμένα ότι δεν είναι καλύτερος από μένα. Άσχετα αν από μέσα μου ουρλιάζω “Θέλω να σε αγγίξω!” Καμία επαφή. Ούτε χέρι. Ένα σταυρωτό φιλί όταν συναντιόμαστε κι ένα όταν φεύγουμε. Μαρτύριο. Ο μόνος λόγος που δεν έγραψα εγώ τα “Βασανίζομαι” σε όλη την Αθήνα, είναι γιατί δεν είχα σκάλα. Απλά έπεφτα, μέρα με τη μέρα. Μετά τον πρώτο καιρό, φτάνει η εποχή που Εκείνος παίρνει τηλέφωνο και μου ζητάει να βρεθούμε κι εγώ λέω “όχι” επανειλημμένως. Αναμενόμενο. Διότι, πολύ απλά, δεν το αντέχω. Έχω αποδείξει ανά τα χρόνια ότι όταν θέλω κάποιον και δεν τον έχω, δεν θέλω και πολλά-πολλά. Μακριά. Σας παρακαλώ.

Μακριά, Αγαπημένοι.

Με την ειδοποιό διαφορά του ότι *εκείνα τα χρόνια*, δεν κάνω τίποτα άλλο -σε σχέση με γκομενικά- ενδιάμεσα. ΤΙΠΟΤΑ. Δεν ασχολούμαι με κανέναν. Δεν υπάρχει κανείς άλλος για μένα. Υπάρχει μόνο το μάντρα: “Θέλω Εκείνον”. Σημειώνω ότι το ίδιο καλοκαίρι, προ Μυτιλήνης, έχω πάει Πάρο όπου την τελευταία μου βραδιά γνωρίζω ωραιότατο αγόρι με το οποίο κάνουμε βόλτες μέχρι το πρωί. (Αυτό ακριβώς όπως το λέω, βόλτες). Επικοινωνούμε και στην Αθήνα και παρά το γεγονός ότι εγώ κυκλοφορώ σαν ζωντανή νεκρή, “τα ‘χουμε” για ένα φεγγάρι. Το παιδί μένει στο Πικέρμι αλλά έρχεται και με βλέπει και σε εκδρομή του σχολείου μου και μου γράφει και κασέτα με house και είναι γλυκός. Και κάνει όλα τα καλά εκείνα πράγματα που κάνει ένα αγόρι για ένα κορίτσι στα 16. Μόνο που, μια από εκείνες τις μέρες, με παίρνει τηλέφωνο Εκείνος. Και, παρόλο που έχω μιλήσει νωρίτερα με Αγόρι Πάρος-Πικέρμι και τα χουμε πει τα ‘χουμε συμφωνήσει ότι “προχωράμε”, τον παίρνω καπάκι τηλέφωνο και με κάτι άθλιες δικαιολογίες του λέω “Τέλος”. Μιλάμε για ΑΘΛΙΕΣ δικαιολογίες. Απλά επειδή ο Άλλος πήρε τηλέφωνο κι εγώ αποδιοργανώθηκα πλήρως. Τόσο άλογο ζώον.

Προφανώς, κάποια στιγμή πέταξα στα σκουπίδια τις παρωπίδες, και δεν κοίταξα ποτέ πίσω.

Σε μια άλλη υπέροχη ανάμνηση, παρά του ότι με έχω προειδοποιήσει για τους κινδύνους που ελλοχεύουν, κανονίζω να Τον δω. Δεν έχει σημασία τι κάνουμε, μια απ’ τα ίδια ήταν πάντα, δηλαδή καφές, άντε και κανά ηλίθιο ποτό όπως Kiwi που έπινα πού και πού τότε. Κάτι απλό για το οποίο έκανα τρεισήμισι ώρες να ετοιμαστώ. Όταν φτάνει η ώρα που φεύγουμε, προσπαθώ με όλη μου τη δύναμη να καταφέρω να συγκρατηθώ μέχρι να στρίψει τη γωνία και να μην με βλέπει. Μετά, επιτέλους, αφήνω τα δάκρυα να κυλήσουν, ελεύθερα. Ποτάμι. (“Και ένας άγνωστος, να με ρωτάει, τι έχεις κορίτσι μου και κλαις;” -Μαριάντα Πιερίδη). Αμέσως μετά, με περιμένουν Γονείς και οικογενειακοί φίλοι να πάμε σινεμά. Βλέπουμε το “Dracula”. Ατάκα σεναρίου: “Περίμενα ωκεανούς χρόνου μέχρι να σε βρω…” Κλαίω με λυγμούς σε όλη τη διάρκεια της ταινίας… και για κάποιες μέρες μετά.

 

Έτσι ευχάριστα περνούν λοιπόν αυτά τα χρόνια. Κάποια στιγμή -εις φρίκη των Γονέων, και βασικά της Μάνας- περνάω στο ΤΕΙ Εμπορίας και Διαφήμισης. Φρίκη, γιατί εννοείται ότι “πρέπει” να ξαναδώσω εξετάσεις ώστε να περάσω σε ΑΕΙ, όπως αρμόζει σε ένα κορίτσι σαν και μένα. Εγώ πέρασα στο ΤΕΙ ενώ είχα αρκετά ψηλότερη βαθμολογία, απλά δεν είχα δηλώσει κάτι ενδιάμεσα που μου φάνηκαν βαρετά. Και, το Σεπτέμβριο του 1994, έχω πάει να γραφτώ στο ΤΕΙ εικονικά. Εκεί όμως, στις “Πληροφορίες”, βλέπω μπροστά μου ένα Αγόρι τόσο απερίγραπτα όμορφο, που α) μου πέφτει η τσάντα κάτω και β) λέω “δεν πάω πουθενά-πουθενά, εδώ θα μείνω” (πάντα έπαιρνα αποφάσεις μετά από ώριμη σκέψη και πάντα βασιζόμενη σε λαϊκά άσματα που ακόμα δεν γνώριζα). Οπότε, πάτησα πόδι και παρέμεινα στο ΤΕΙ. Το συγκεκριμένο αγόρι υπήρξε το πιο σημαντικό μου κίνητρο για να κατεβαίνω στη σχολή όσο έκατσα εκεί, στο Εμπορίας & Διαφήμισης. Αυτός τότε ήταν μπάρμαν σε ένα τεράστιο gay-house club, το X στη Λένορμαν. Όχι ότι τον γνώρισα και κάτι έγινε, κουτό παιδί. Εκείνη την εποχή, μου έφτανε απλά να υπάρχει. Να μου αποσπά την προσοχή.

Ήταν μια κάποια λύσις.

Εκτός αυτού, στο ΤΕΙ, κάνω και μια καινούρια φίλη. Μαζί, ανακαλύπτουμε τον θαυμαστό κόσμο του clubbing τη δεκαετία του ’90, την όλη gay/house “σκηνή” γενικά, house και rave parties, τα οποία κυνηγάμε σε εγκαταλελειμμένες αποθήκες, γκαράζ, εργοστάσια και άλλα καταλύματα με πολλή υγρασία και τουαλέτες ύποπτης υγιεινής. Τρέχουμε και σε after, φοράμε σακούλες σκουπιδιών, αλουμινόχαρτα, πλατφόρμες που αγοράζουμε από μαγαζιά για strippers, μπλουζάκια από Αμερικάνικη Αγορά και τόνους γκλίτερ. Αργότερα, γινόμαστε μόνιμοι θαμώνες σε gay μαγαζιά και βασικά στο Factory (έχει την καλύτερη μουσική). Μ’ αυτά και μ’ αυτά διασκεδάζω κάπως, παρόλο που τίποτα άλλο δεν έχει αλλάξει. Τότε ήσουν έξω και ένιωθες ότι Κάτι Συμβαίνει στην Πόλη. (Όχι το μαύρο, ζοφερό και τραγικό που νιώθεις ότι συμβαίνει τώρα). Κατέβαινες στο Kέντρο κι αναγνώριζες φάτσες ή έβλεπες άλλους με μπλουζάκια “Frond” και γνέφατε ο ένας στον άλλον ή έβλεπες κι άλλους να διαβάζουν 01 (το περιοδικό) και χαμογελούσατε ο ένας στον άλλον. Στις συναυλίες των Στέρεο Νόβα ένιωθες ότι όλοι είναι αδέρφια σου. Τη νύχτα, έβλεπες τον ίδιο κόσμο σχεδόν όπου πήγαινες κι ένιωθες ότι ανήκεις κάπου που είναι πολύ διαφορετικό σε σχέση με το mainstream (ή ακόμα χειρότερα, σε σχέση με το μπουζουκόβιο) κοινό (σημειώνω ότι τότε δεν νοούμαι να ακούσω απολύτως τίποτα από ελληνική μουσική, μην βλέπεις την Πέγκυ και τη Μαριάντα πιο πάνω, μου τις σύστησαν πολλά χρόνια αργότερα).

*Donna Summer I feel love, ύμνος Factory.

Παραμονή Πρωτοχρονιάς 1995, (πλέον ανήμερα Πρωτοχρονιά, 10 η ώρα το πρωί), γυρνάω σπίτι με συγκοινωνίες και στο δρόμο κοριτσάκι μου χαρίζει μπαλόνι. Η Πόλη τότε ήταν παραμυθένια. Ήταν ωραία. Γενικά, με όλο αυτό το κίνημα της ηλεκτρονικής/χορευτικής μουσικής τη δεκαετία του ’90, έχω μια ψευδαίσθηση ότι είμαι Μία από Αυτούς. Δεν έχει σημασία ότι όλοι γύρω μου χρησιμοποιούν παράνομες ουσίες κι εγώ δεν πίνω ούτε καφέ (κι όπως είπα, ούτε καπνίζω), δεν έχει σημασία που στο μπαρ παραγγέλνω χυμό ροδάκινο ΧΩΡΙΣ αυτό να σημαίνει ότι έχω πιει κάτι άλλο και φοβάμαι μην με πειράξει ο συνδυασμός. Όχι φίλε μου, απλά ο χυμός ροδάκινο είναι νόστιμος και δροσερός κι εγώ βγαίνω με αθλητικά και χορεύω για κανά πεντάωρο τη βραδιά, ουφ, δίψασα. Κατά τα άλλα, είμαι αμέτοχος -πλην μελαγχολικός- παρατηρητής. Τελείως νηφάλια, χορεύω κι αναστενάζω κοιτώντας τα ημίγυμνα αγόρια που φιλιούνται. Εννοείται ότι με αυτό τον τρόπο ζωής και διασκέδασης δεν γνωρίζω σχεδόν κανέναν άνθρωπο που να με αφορά (straight και που να έχει κάποια ουσία, η οποία να μην είναι από τις παράνομες). Αλλά, αφού ξεχνιέμαι κάπως, είμαι σχετικά χαρούμενη. Στα 18 μου, δεν περιμένω ούτε ζητάω τίποτα άλλο.

 

 

 

Λίγο πριν το καλοκαίρι, μετά την πρώτη μου χρονιά στη σχολή, μιλάω πάλι με Θεϊκό Αγόρι, δηλαδή Εκείνον, και λέμε να βρεθούμε. Οι γονείς μου λείπουν. Κανονίζουμε να έρθει με φίλο του και θα είμαι κι εγώ με φίλη μου. Η συγκεκριμένη φίλη μου, είναι Η Φίλη Μου. Η κολλητή παιδική μου φίλη. Από 5 χρονών. Ίδια πολυκατοικία, ίδιο σχολείο και, για λίγο καιρό ακόμα, πάντα μαζί. Το κανονίζουμε λοιπόν. Εγώ και η Παιδική Φίλη σπίτι, περιμένουμε τα αγόρια. Τα αγόρια έρχονται. Δεν θυμάμαι τι κάνουμε εκείνη τη βραδιά (απλά συζητάμε, όχι ότι κάνουμε τίποτα άλλο), αγόρια μένουν μέχρι το πρωί (ξαναλέω, η αθωότητα η ίδια), και μετά φεύγουν. Άντε, επιτέλους, ώρα εγώ και Παιδική Φίλη να κάνουμε συμβούλιο. Ανά τα χρόνια, Παιδική Φίλη έχει φυσικά ακούσει τα άπειρα για Εκείνον, δεν τον έχει ξαναδεί ποτέ, είναι ευκαιρία να ακούσω μια (πιο αντικειμενική) άποψη από ένα τρίτο άτομο. Περιμένω να ρωτήσω πώς της φάνηκε, πώς κρίνει τη στάση του απέναντί μου, πώς μας είδε. Την κοιτάζω με ανυπομονησία.

Αλλά… Αλλά. Παιδική Φίλη με κοιτάζει κι αυτή. Τη ρωτάω τι συμβαίνει. Παιδική Φίλη με κοιτάζει ξανά. Κοιταζόμαστε. Εκεί που κάνουμε διαγωνισμό να δούμε ποια θα ανοιγοκλείσει τα μάτια πρώτη, μου το λέει: Έχει πάθει πλάκα με Εκείνον. Για λίγο, μένω. Σιγή. Την κοιτάζω. Αλλαγή πλέυσης, επαναπροσδιορισμός διαδρομής. Το σκέφτομαι (λάθος). Το ξανασκέφτομαι (μέγα λάθος). Ίσως αυτό να είναι η απάντηση (τραγικό λάθος). Αφού τόσα χρόνια η κατάστασή μου είναι γελοία και απελπιστική, δεν υπάρχει καμία ελπίδα, δεν με θέλει, πάει και τελείωσε, κάπως πρέπει να ξεκολλήσω. Ο μόνος τρόπος που μπορώ να φανταστώ να κάνω τον εαυτό μου να ξεκολλήσει είναι να είναι Εκείνος με φίλη μου. Κι όχι με οποιαδήποτε φίλη μου. Το Αγόρι που αγαπώ περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο, με το Κορίτσι που αγαπώ περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο (η Αδερφή δεν πιάνεται). Γιατί, μια και δεν μπορούμε να είμαστε μαζί εγώ κι Αυτός, αλλά τον εκτιμώ τόσο πολύ, έχει μεγάλες πιθανότητες να μπορεί να είναι με ένα άλλο άτομο που εκτιμώ τόσο πολύ. Ε; ε;

Το ξέρω, η λογική μου είναι αλεξίσφαιρη.

Να ξεκαθαρίσω εδώ ότι η λογική που προανέφερα ότι είναι ένας τρόπος για να τον ξεπεράσω και να ξεκολλήσω, *όντως* έχει βάση. Για τα δικά μου δεδομένα και στο δικό μου Σύμπαν, τα αγόρια που έχουν μια κοπέλα η οποία τα αγαπάει και, τουλάχιστον, θεωρεί ότι την αγαπούν κι αυτά, είναι απολύτως εκτός ορίων. Τα αγόρια μάλιστα που είναι με κορίτσια που ξέρω, δεν υπάρχουν πια καν ως αγόρια, τα ονομάζω “χνουδωτά αρκουδάκια”. Οπότε, ήταν ένας τρόπος να τον μετατρέψω σε “χνουδωτό αρκουδάκι”. Ιδιοφυές. Μετά από μερικές συνεδρίες πειθούς με τον εαυτό μου και ψυχολογικό “σώπα, σώπα”, αποδέχομαι το σχέδιο πλήρως. Τον παίρνω τηλέφωνο. Στο άνετο, ρωτάω και πώς του φάνηκε Παιδική Φίλη. Λέει ότι είναι ωραίο κορίτσι αλλά ρωτάει γιατί ρωτάω. Λέω γιατί Εκείνος της φάνηκε καί ωραίος καί ενδιαφέρων. Εκπλήσσεται ελαφρώς, λέει ότι χρειάζεται λίγο χρόνο να το διεργαστεί. Δεν θα ξέρω ποτέ τι ακριβώς συνέβη στη διεργασία αλλά την άλλη μέρα ή την παράλληλη με παίρνει τηλέφωνο και λέει “ΟΚ”. Δηλαδή, ΟΚ, τώρα τα ‘χει με Παιδική Φίλη. Έτσι γινόντουσαν ακόμα τα πράγματα τότε…

…μόνο που δεν ζήτησα τρεις γίδες και μια κουρελού για το προξενιό.

Και τώρα, αρχίζει η περίοδος κατά την οποία τα δικά μου συναισθήματα δεν έχουν καμία σημασία και δεν αφορούν κανέναν. Και δεν τα γνωστοποιώ πουθενά. Πού να με γδάρουν ζωντανή και συγχρόνως να με βάλουν να ακούω έντεχνο ελληνικό τραγούδι. Τάφος. Πρέπει να σημειωθεί μόνο ότι πριν τον ιδιοφυέστατο αυτό διακανονισμό, Παιδική Φίλη με έχει ρωτήσει περί το ένα εκατομμύριο φορές αν είμαι σίγουρη ότι είμαι ΟΚ με όλα αυτά, γιατί αλλιώς δεν πρόκειται να κάνει τίποτα, αλλά ο κύβος έχει ριφθεί. (Επίσης, ποτέ δεν θα πω “κάτω τα χέρια, Αυτός είναι δικός μου”. Ποτέ. Πιστεύω στην απόλυτη ελευθερία και στην ελεύθερη επιλογή:

 …του ολέθρου και της καταστροφής.

Τω καιρώ εκείνω λοιπόν εγώ συνεχίζω να τρέχω σε rave parties και να χορεύω μέχρι πρωίας, με αυξημένο ζήλο, όντας το ένα και μοναδικό άτομο στα 5.000 που δεν θα πάει φυλακή αν γίνει κανά ντου από κανέναν που να νοιάζεται. Παράλληλα, Παιδική Φίλη είναι με Εκείνον. Όλο αυτό, κρατάει για κανά μήνα. Μετά, Εκείνος φεύγει στην Πάρο για να δουλέψει. (Πάλι η Πάρος). Τελευταία τους νύχτα, Παιδική Φίλη είναι Έτοιμη Για Όλα. (Παρένθεση: Ακόμα δεν έχει υπάρξει σεξ). Προ εορτής, Παιδική Φίλη μου δείχνει και εσώρουχα που έχει επιστρατεύσει για την περίσταση. Καλά που είμαι βαμμένη φουλ διότι από κάτω πρέπει να έχω απόχρωση κάτι σε ωχρό-λαδί έως και λαχανί. Και, δυστυχώς ακόμα τότε δεν πίνω να πάνε τα φαρμάκια κάτω. Αν είχα δηλητήριο θα το έπινα κι αυτό ευχαρίστως. Θα μπορούσα επίσης να παραθέσω άπειρα λαϊκά άσματα εδώ αλλά απελθέτω από εσού το ποτήριον τούτον. Παρόλα αυτά, εκείνη τη βραδιά, Παιδική Φίλη παραμένει παιδί. Και το επόμενο πρωί, Εκείνος σαλπάρει για Πάρο…

Advertisements