Tags

, , , , ,

Όπως είπα, ήταν Καλοκαίρι 1992. Αύγουστος. (Αυτό με τον Αύγουστο, όπως θα δεις παρακάτω, είναι ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο ανά τα χρόνια. Οι έρωτες, επίσης -αν και δυστυχώς δεν είναι το ίδιο συνεπείς όπως ο Αύγουστος, που θα’ ρθει ετησίως, βρέξει-χιονίσει). Δεν θα πω πάρα πολλά (χα, νομίζεις) ήταν και πολύ παλιά, και, κάτι με τα ποτά, κάτι με τα “πώς τον έλεγαν τον Κοντό με το μούσι;” κάτι με το “πού τον έχουμε ξαναδεί τον μελαχροινό με τα πράσινα μάτια;” σε αναμνήσεις έχω χάσει τη μισή παιδική μου ηλικία. Και, το 15 μισό είναι σχεδόν παιδική ηλικία. Τώρα, το ότι εγώ ήμουν κανονικός άνθρωπος με πολύ παρόμοια μυαλά και τότε, δεν έχει απολύτως καμία σημασία. (Παρένθεση: Δεν ξέρω γιατί στην έκφραση “ίδια μυαλά” χρησιμοποιούμε πληθυντικό. Από τη δική μου πείρα, το μυαλό στην καλύτερη περίπτωση είναι ένα και, στη χειρότερη κανένα, αλλά ΟΚ). Αυτό που ξαναλέω, όμως, είναι ότι σαν νόημα ισχύει. Από πάντα, ήμουν αυτό που είμαι και τώρα -αν εξαιρέσουμε την τσουλίαση, η οποία εμφανίστηκε μετά τα 30. Ένα περίεργο πράγμα.

Ήμουν λοιπόν η ίδια, στο πιο σοβαρό και σεμνό. Και ακοινώνητο. Αλλά ίδια.

Και, με φόντο το απέραντο γαλάζιο, βλέπω 16χρονο, ψηλό, μαυρισμένο, κορμί κυπαρισσένιο, μακρύ μαλλί, τοξωτά φρύδια, μελιολαδιά μάτια, λακάκια, κόκκινα χείλη, αρχαιοελληνική μύτη… βασικά, απείρου κάλλους, Θεϊκό Αγόρι. (Το πώς τον γνωρίζω δεν έχει σημασία, εκτός του ότι χρειάστηκε να καταστρωθεί λεπτομερές σχέδιο δράσης με βοηθό παλιό και αγαπημένο Φίλο ο οποίος έπαιξε καθοριστικό ρόλο). Σημασία έχει ότι τον γνωρίζω 12 Αυγούστου ενώ είναι να φύγει από το Νησί στις 15. Έχω λοιπόν: 12, 13 και 14.

Φιλική Συμβουλή: το πότε ακριβώς φεύγει κάποιος από το μέρος στο οποίο έχεις πάει διακοπές είναι ύψιστης σημασίας, αν θες να φτιάξεις το προσωπικό σου οργανόγραμμα, να βάλεις προτεραιότητες, να θέσεις στόχους, να έχεις προθεσμίες, να ξέρεις πού βαδίζεις τέλος πάντων.  Γι’ αυτό, αυτοί που ξέρουν, με το που πατάς το πόδι σου στο Νησί μου (Μυτιλήνη, Βατερά) και σε χαιρετάνε, θα σε ρωτήσουν “πότε φεύγεις;” Να είσαι κουλ. Χαμογέλα και απάντησε. Δεν είναι ότι δεν χαίρονται που ήρθες. Είναι καλό σημάδι.

Κρατάνε σημειώσεις.

Όλα αυτά βέβαια, δεν με είχαν απασχολήσει ακόμα τότε. Αλλά, όταν Θεϊκό Αγόρι μου λέει: “Τα ‘χω και με άλλες δύο εδώ, δεν ξέρω αν σε πειράζει, αυτές πάντως όχι”, εγώ, όντας η ίδια που είμαι και τώρα, κάνω τον πολύ λογικό υπολογισμό και λέω: “Καλά, σήμερα έχουμε 12 και είσαι μαζί μου. Αύριο θα ‘σαι με την άλλη, μεθαύριο με την παράλλη, και μετά φεύγεις! Τι το συζητάμε λοιπόν;” Σημειώνω εδώ ότι από τα 15 μισό μιλούσα για τις μέρες εννοώντας τα βράδια, μια και η μέρα (όταν ο ήλιος λάμπει) δεν ήταν ποτέ το φόρτε μου. Ποτέ όμως.  Άσε που με πανικόβαλλε ελαφρώς η ιδέα τού να με δει με το πρωινό μακιγιάζ (από τότε) και, ακόμα περισσότερο, το να με δει με μαγιό. Όταν τελικά τον είδα και πρωί, δεν γδυνόμουν και δεν έμπαινα στο νερό, καθόμασταν “για καφέ”. Εκείνος: “δεν θα πάμε να βουτήξουμε;” Εγώ (με δήθεν ύφος βαρεμάρας και δυσαρέσκειας): “Μπα, χάλια είναι η θάλασσα σήμερα, έχει και γυαλιά (=κάτι σαν άκακες τσούχτρες). Μετά από κανά μισάωρο που πήγαινε να τσαλαβουτήσει, Εκείνος: “Δίκιο είχες, χάλια ήταν η θάλασσα.” -Κωλόφαρδη όχι μόνο κυριολεκτικά.

Επιστρέφω όμως στο ότι ρώτησα πώς γίνεται να μου λέει ότι έχει άλλες δύο γκόμενες ενώ έχει μόνο άλλες δύο μέρες. Εκείνος, χαμογελώντας: “Ε, καλά, εννοείται ότι μέχρι να φύγω θα είμαι μαζί σου”. Τον κοιτάω με μισό μάτι και λέω κάτι πικρόχολο, που για τα δικά μου δεδομένα είναι το χαριτωμένο μου. Πάντως, ακόμα, στις 12 Αυγούστου, είμαι κουλ. Το “ντιβέ” το έχω εκείνη την εποχή από φυσικού μου, χωρίς να το προσπαθώ, μου βγαίνει έτσι απλά, όπως τα σαρκαστικά σχόλια και η ειρωνεία που, μαζί με το σκυθρωπό ύφος, το έντονο μακιγιάζ και το ότι είμαι (αβίαστα και αβάδιστα) πολύ καλή μαθήτρια, δημιουργούν τον Απόλυτο Ανθρωποδιώχτη. Απλά, πού και πού, μερικοί ανυποψίαστοι που με βλέπουν στο ξέμπαρκο εκτός σχολείου και εντός ντισκοτέκ, ενίοτε μπερδεύονται κι έρχονται να μου μιλήσουν. Εκεί, 9 στις 10 τρώνε την ψυχρολουσία του:

σου απευθύνομαι σαν να έχεις ψώρα, να φοράς λευκή κάλτσα και σαγιονάρα και να ‘χεις φάει σκόρδο για μεσημεριανό.

Εν ολίγοις, περνάω τη ζωή μου σαν να μην θέλω να έχω ουδεμία επαφή με το άλλο φύλο. Με μεγάλη επιτυχία. Αλλά επιστρέφω. Εκείνος, λέει, τα ‘χει με μία ΚΑΙ στην Αθήνα. Απ’ το σχολείο. Μάλιστα. (Με έχει διαβεβαιώσει ότι όλα είναι συμφωνημένα με όλες και ότι το Καλοκαίρι ανήκει σε διεθνή ύδατα (=ουδέτερη ζώνη), οπότε δεν τίθεται ηθικό θέμα. (Αυτό στο κρατάω για μετά). Αυτό που ξέρω όμως σίγουρα είναι πως δεν θα υπάρξει συνέχεια, αυτές οι 3 μέρες είναι δηλαδή και τέλος, ό,τι κάναμε κάναμε. Ναι. Στις 13 Αυγούστου, στην παραλία, κατά το ηλιοβασίλεμα (αν νομίζεις ότι εγώ είμαι με μαγιό, κάνεις λάθος, είμαι πάλι ντυμένη), κάτι λέμε για λογοτεχνία, κάτι για το Σωκράτη και την Απολογία, κάτι για το ότι γράφει, για το ότι θα πήγαινε οπουδήποτε για την Αγάπη, ακούω, γνέφω, ξεροκαταπίνω, αρχίζουν και με ζώνουν τα φίδια. Το “θεϊκά ωραίος” μόνο του, με αγχώνει λίγο, αλλά το αντέχω. Αλλά να έχει και ουσία, και μάλιστα κοινά με μένα (τα “κοινά” είναι τόσο σπάνια και δυσεύρετα που ίσως πρέπει να τα γράφω με κεφαλαίο), δεν είμαι σίγουρη ότι μπορώ να το διαχειριστώ. Φεύγει μεθαύριο.

13 Αυγούστου το βράδυ, θυμάμαι τι φοράω αλλά δεν θυμάμαι ακριβώς τι έγινε, σίγουρα πάμε στην ντισκοτέκ (Αrena) και χορεύει και τέλεια, όλο ταλέντα αυτό το παιδί, κάνουμε χορογραφίες με το Vogue της Madonna, σχολιάζουμε γύρω-γύρω και γελάμε, γυρνάω σπίτι σε ημι-ευφορική και ημι-μπερδεμένη κατάσταση, παραήταν τέλειος, παραήταν τέλεια, αλλά φεύγει. Έχω μόνο το αύριο. Δεν είμαι καλά.

14 Αυγούστου. Τελευταία του μέρα. Πάλι δεν ξέρω τι γίνεται το πρωί (= μεσημέρι/ απόγευμα) αλλά σίγουρα τον βλέπω και σίγουρα η συνάντηση παίζει μεγάλο ρόλο στην ψυχοσύνθεσή μου. (Από τότε και μετά, να ξέρεις, εγώ πάντα προσπαθώ να με προστατεύσω. Όταν η προοπτική “σχέσης” παρουσιάζει σαφέστατους περιορισμούς, ως προσωπικός μου προπονητής, προσπαθώ να με προφυλάξω στο πάρε-δώσε με τον Άλλον: μην λέτε και πολλά-πολλά σοβαρά, μην βλέπεστε ποτέ μέρα, μην αφήνεσαι ιδιαίτερα, γείωνε οποιαδήποτε ένδειξη αληθινής σύνδεσης και τρυφερότητας, φύλαγε τα ρούχα σου να ‘χεις βρακί να φορέσεις, να περισσώσεις ό,τι μπορείς. Δυστυχώς, στο τέλος, υπό πίεση, ενδίδω και σε απαγορευμένες δραστηριότητες -όπως “να μοιραστούμε ένα παγωτό”, το οποίο συνέβη, το θυμάμαι, και τότε βέβαια με παίρνει ο διάολος). Θυμάμαι επίσης ότι γυρνάω σπίτι το απόγευμα, κι ενώ πρέπει να φάω, να κάνω μπάνιο και να ετοιμαστώ σαν άνθρωπος για το βράδυ (διατηρώ το ίδιο θερινό πρόγραμμα ως σήμερα), εγώ σωριάζομαι πάνω στο κρεβάτι και πλαντάζω στο κλάμα για καμιά-δυο ώρες. Πολύ κλάμα.

Γιατί, με πολύ λίγα λόγια, Αυτός είναι. (Το “Αυτός”, με κεφαλαίο, επίτηδες). Δηλαδή Αυτός και κανένας άλλος. Και Αυτός θέλει αυτήν που έχει στην Αθήνα. Και φεύγει αύριο. Κι εγώ Αυτόν θέλω. (Όπως βλέπουμε, τίποτα δεν αλλάζει ποτέ, εκτός από τις επιταγές της μόδας, και το λέω αυτό γιατί θυμάμαι τι φοράω αργότερα. Ένα -σιωπηλό και παράλληλο- δράμα). Σταματάω το κλάμα μόνο και μόνο γιατί έχω απόλυτη επίγνωση του ότι θα είμαι σαν πρησμένη κατακόκκινη μαϊμού με αϊ-λάινερ και βλεφαρίδες αργότερα (ναι, έτσι σκέφτομαι και στα 15 μισό). Και ΔΕΝ θέλω να είμαι σαν πρησμένη-κατακόκκινη-μαϊμού απόψε. Οπότε…

…μαζεύω τα κομμάτια μου και ετοιμάζομαι για την Τελευταία Νύχτα.

Θυμάμαι τι έγινε. Όχι μόνο τι φοράω. Θυμάμαι ότι είναι προφανές ότι κάτι έχω, παρόλο που κάνω ό,τι μπορώ για να φανώ ανέμελη και σε φιρουλί-φιρουλά διάθεση (υπάρχει ένα ολόκληρο επεισόδιο Friends πάνω σ’ αυτό, όπου η Μόνικα κάνει τρομερή προσπάθεια να ακουστεί στο τηλέφωνο έτσι ακριβώς όπως λέω, το οποίο στα αγγλικά ονομάζεται “breezy” και φυσικά όταν δεν το νιώθεις είναι ανθρωπίνως αδύνατον να το πετύχεις).

Θυμάμαι που τον διαβεβαιώνω ότι είμαι μια χαρά. Θυμάμαι ότι χορεύουμε. Θυμάμαι τι τραγούδι παίζει όταν με τραβάει απ’ το χέρι και κατεβαίνουμε στην παραλία. Θυμάμαι ότι κάποιοι καλοί άνθρωποι έχουν ανάψει νωρίτερα φωτιές και τις έχουν αφήσει αναμμένες, ότι τσεκάρουμε ποια φωτιά δεν είναι κατειλημμένη από άλλο ζευγαράκι και κατευθυνόμαστε προς τα κει. Θυμάμαι ότι ψυχολογικά είμαι απόλυτα έτοιμη να κάνω οτιδήποτε με αυτό το αγόρι (αφού Αυτός είναι). Παρεμπιπτόντως, αυτή είναι η πρώτη και τελευταία φορά στην ως τώρα ζωή μου που δεν ανησυχώ για προφύλαξη, και μάλιστα το σκέφτηκα και πρακτικά, τύπου: “τι έχει κάνει μωρέ στη ζωή του, 16 χρονών είναι”.

ΤΟΣΟ ρομαντικός άνθρωπος. Από μικρή.

Ψυχολογικά, λοιπόν, είμαι πανέτοιμη. Απ’ την άλλη, σωματικά, δεν παίζει ούτε κατά διάνοια.

Στο γυρισμό, με αφήνει σπίτι (δεν ξέρω γιατί αλλά ήμασταν με μηχανάκι, ούτε σε μηχανάκια ανεβαίνω, αλλά προφανώς όλες τις μαλακίες έχω την τάση να τις κάνω μαζεμένες). Ζητάει και το τηλέφωνό μου. Κι εδώ μιλάμε για το σταθερό τηλέφωνο της Αθήνας, ακόμα δεν υπάρχουν κινητά.

(Μεγάλη Παρένθεση: Ειλικρινά δεν έχω ιδέα πώς ήταν δυνατή τότε η επικοινωνία με κανέναν, πιο πολύ θέμα τύχης ήταν, φαντάσου δίναμε ραντεβού κι ανάβαμε κι ένα κεράκι στον Άγιο Παντελεήμονα να δεήσει και να καταφέρουμε να συναντηθούμε, γιατί φεύγαμε απ’ το σπίτι και πηγαίναμε τελείως στα τυφλά. Και με ακριβέστατες οδηγίες, π.χ.: “από τη δεξιά είσοδο πίσω από την αριστερή κολώνα, όπως μπαίνεις ευθεία, στις 12 παρά τέταρτο ακριβώς”, αλλιώς δεν βλεπόμασταν ποτέ. Ή να παίρνει ο άλλος και να μην είσαι σπίτι και να το σηκώνει η γιαγιά σου και να σου λέει μετά “κάποιος πήρε, όχι, δεν θυμάμαι όνομα”, ούτε αναγνώριση κλήσης ούτε τίποτα, και να χτυπάς το κεφάλι σου στον τοίχο.) Πάντως, Εκείνος το ζητάει. Και λέει ότι θα με πάρει. Και φεύγει.

Και πάω επιτέλους σπίτι, να κλάψω με την ησυχία μου.

Τις επόμενες μέρες στο Νησί τις περνάω με Πανέμορφο Βολεϊμπολίστα, του οποίου το όνομα εμπεριέχει τη λέξη “ελπίδα” και ο οποίος μόλις έχει περάσει ΤΕΦΑΑ (πού να ‘ξερα ακόμα τότε ότι θα το χτίσω, αυτή ήταν η αρχή). Καταφέρνω να τον γνωρίσω με την παλιά και δοκιμασμένη τεχνική τού “πάω και χορεύω ακριβώς μπροστά του και κάποια στιγμή σταματάω κι εύχομαι να μου μιλήσει”. Αυτή η τεχνική σου δίνει τις εξής πιθανότητες:

1) Ο άλλος να χαρεί που σταμάτησες γιατί τον έχεις ζαλίσει με την κακή έννοια.

2) Το ζητούμενο, δηλαδή να χαρεί που σταμάτησες ώστε να μπορέσει να σου μιλήσει και να σου πει ότι έχει τον έχεις ζαλίσει με την ομορφιά και το χορό σου (η υπερβολή στην κολακεία ποτέ δεν έβλαψε κανέναν).

Το κόλπο πετυχαίνει (γενικά το Καλοκαίρι του 1992 με ήθελε). Πανέμορφος Βολεϊμπολίστας κάνει κίνηση, όμως ή είναι ελαφρώς γκαζόν ή τα κοινά μας είναι το κενό σύνολο (το πιο πιθανό), και δεν έχουμε απολύτως τίποτα να πούμε και, φυσικά, ούτε λόγος για τίποτα να κάνουμε. Αγκαλιές, φιλιά, χέρι-χέρι να κοιτάμε τ’ αστέρια, χάλασα και το αγαπημένο μου μπλουζάκι ακουμπώντας σε φρεσκοβαμμένη βάρκα στην παραλία, αυτά θυμάμαι. Πάλι καλά πάντως και τον ευγνωμονώ που εμφανίστηκε, αυτόν και την ελπίδα στο όνομά του, γιατί εξαιτίας του καταφέρνω να γυρίσω στην Αθήνα με το ηθικό όχι ακριβώς στα Τάρταρα, απλά κάπου στο τέταρτο υπόγειο.

Προσεχώς στον Άδη.

*Το Θεϊκό Αγόρι το έλεγαν Άρη, γι’ αυτό και δεν μπόρεσα να αντισταθώ στον τίτλο.  (Ούτε και στην κατακλείδα).

Advertisements