Tags

, , , , , , ,

Σημείωση:

Ακόμα αναρρώνω από τις εγχειρήσεις μου (αμυγδαλές-διάφραγμα), άρα τα πιο συνταρακτικά πράγματα που συμβαίνουν στη ζωή μου και στο κρεβάτι μου είναι τα εξής: ο Chris Evans που πέρασε χτες βράδυ ως Captain America (δυστυχώς δεν έκατσε, το καθήκον τον καλούσε) κι απόψε έχω ραντεβού με τον Justin (Timberlake) στο Friends with Benefits. (Το οποίο έργο έχω ανεβάσει η ίδια πολλάκις σε αυτοσχέδια παράσταση με εμένα πρωταγωνίστρια και ίδια σκηνικά, άλλα άλλους ζεν πρεμιέ-παρτενέρ). Όπως καταλαβαίνεις, ίσως πάρει λίγο χρόνο μέχρι να ξανα-έχω υλικό για να γράψω μια ιστορία (ακόμα η μύτη μου παρουσιάζει εκπληκτική ομοιότητα με του Shrek, το πράσινο αξιαγάπητο Ογκρ από την ομώνυμη ταινία, οπότε ίσως μου πάρει λιγουλάκι παραπάνω χρόνο).

Είναι η ιδανική στιγμή για να κάνω μια αναδρομή στο παρελθόν και να αφηγηθώ τα γεγονότα-σταθμούς στη ζωή μου απ’ αρχής κόσμου (του δικού μου κόσμου). My Happy Ending – The beginning. Μην περιμένεις ιστορίες με σεξ απ’ την αρχή (ντροπή, μικρό παιδί ήμουν), αλλά σύντομα η κωμική πλευρά των πραγμάτων κυριαρχεί. Οι ιστορίες είναι επιλεγμένες ανά τα χρόνια ώστε να είναι αντιπροσωπευτικές του μπλογκ, με έμφαση στα Καλοκαίρια -που ταιριάζει με την εποχή- και θα τις πω με το “νι” και με το “σίγμα” (παρόλο που αυτή τη στιγμή που η μύτη μου είναι κλειστή, τα λέω όλα σίγουρα χωρίς “νι”). Αυτά λοιπόν. Πάμε απ’ την Αρχή. Και μια και σήμερα είναι η γιορτή της Μητέρας, η Αρχή “έρχεται” σωστά.

Εν αρχή ην η Μάνα*

*Δεν ξέρω πώς να γράψω εδώ με πολυτονικό, σόρι.

Αν τύχει και έχει κανείς ποτέ το θάρρος να κάτσει δίπλα στη Μάνα (μου) και να ρωτήσει για μένα, αργά ή γρήγορα θα τη δει να παίρνει ένα θλιμμένο και μελαγχολικό ύφος και να αναπολεί τα χρόνια που ήμουν μικρή. Ήμουν -λέει- ένα τρομερά ναζιάρικο, αξιαγάπητο και κοινωνικό πλάσμα που μιλούσε σε όλους, γελούσε, λάτρευε να είναι το κέντρο της προσοχής και να κερδίζει τις εντυπώσεις, έκανε τους άλλους ό,τι ήθελε και θεωρούσε απόλυτα φυσικό και αναμενόμενο να περνάει πάντα το δικό του. Μετά -λέει- έκανα στροφή 180 μοιρών και δεν κοίταξα ποτέ ξανά πίσω. Εγώ δεν έχω καμία ουσιαστική μνήμη πέρα από μικρά χαρούμενα στιγμιότυπα προ Στροφής, ήμουν μάλλον πολύ μικρή. Απ’ την άλλη, επειδή αυτά που αναπολεί η Μάνα με νοσταλγία, εμένα μου φαίνονται χαρακτηριστικά που φανερώνουν άθλιο παλιοχαρακτήρα, ίσως και να τα έχω απωθήσει.

Είχα μια ευτυχισμένη παιδική ηλικία. Αυτό δεν είναι καθόλου ενδιαφέρον αλλά είναι η αλήθεια και, όπως πιθανότατα έχεις ήδη διαπιστώσει, ό,τι έχω να πω εδώ είναι μόνο η αλήθεια. Με λίγο φόβο και με λιγουλάκι πάθος. (Μην φανταστείς, μόνο κάτι ψιλά).

Κάποια στιγμή, η Μάνα αποφάσισε ότι τα υπέροχα μακριά σπαστά καστανόξανθα μαλλιά που είχα ως παιδάκι έδειχναν να αραιώνουν, και πήρε την απόφαση να με πάει σε ένα κομμωτήριο, όπου προφανώς εφάρμοζαν σατανιστικές πρακτικές και δέχονταν με χαρά ανθρωποθυσίες. Εκεί, χωρίς κανένα οίκτο για την αθωότητα της παιδικής μου ηλικίας, μου έκοψαν τα αγγελικά μαλλάκια μου πρώτα σε καρέ και μετά από λίγους μήνες σε αυθεντικό αγορίστικο “καρφάκι”. Ε, πώς αλλιώς θα επικαλεστούμε τους σκοτεινούς δαίμονες της δυστυχισμένης προ-εφηβικής ηλικίας; η καταστροφή πρέπει να είναι ολική, μια κι έξω, να μην υπάρχει ουδεμία πιθανότητα επιβίωσης του θύματος. Τι; μισές δουλειές θα κάνουμε;

Με τόσο κοντό μαλλί, λοιπόν, που στο σχολείο όταν παίζαμε με ξένα παιδάκια που δεν ήξεραν το όνομά μου, με περνούσαν για αγόρι, μάλλον έπαθα μια σύγχυση ή κρίση ταυτότητας και η συμπεριφορά μου μεταλλάχθηκε σε συμπεριφορά αγοροκόριτσου (για να μην πω αγοριού). Πάνε οι τσαχπινιές και τα νάζια (οριστικά). Έπαιζα πλέον κυνηγητό και ήμουν η καλύτερη (κατά πολύ) στο να πιάνω τα αγόρια (κάπως βίαια, μάλιστα), τα οποία μάλιστα με έλεγαν “τερματοφύλακα”. Κάτι τέτοια είναι που διαμορφώνουν την προσωπικότητά σου και δεν το παίρνεις χαμπάρι…

Παρένθεση: Από τα 13-14 περίπου, που μπορούσα πλέον να αποφασίζω η ίδια για το τι επεμβάσεις θα λάβουν χώρα πάνω στο κεφάλι μου, λόγω των ψυχολογικών τραυμάτων που υπέφερα με το λουκ “α λα γκαρσόν”, απέκτησα το σύνδρομο Σαμψών, δηλαδή ζούσα με το διαρκή φόβο ότι θα μου κόψουν τα μαλλιά. Ως σήμερα, αντιμετωπίζω με φανερή εχθρικότητα και έντονη καχυποψία κάθε κομμώτρια που θα συναντήσω και φροντίζω να κάνω απόλυτα κατανοητό σε κάθε υπάλληλο κομμωτηρίου ότι αν το μαλλί μου κοπεί δύο πόντους παραπάνω, θα πέσουν φάπες.

Και δεν θα ‘ναι στο δικό μου σβέρκο για το “με γεια το κούρεμα”.

Επειδή κάνω φιλότιμες προσπάθειες να μην θυμάμαι με λεπτομέρειες την εφηβική μου ηλικία (τόσο τραγική), θα μείνω στα βασικά. Μεταξύ πέμπτης και έκτης δημοτικού, απέκτησα βυζί (2) και ακμή. Τότε, ούτε καν το πρώτο δεν ήταν ευπρόσδεκτο, αλλά το δεύτερο ήταν που έκανε α) τη ζωή μου κόλαση και β) άλλαξε την ύπαρξή μου καθοριστικά και για πάντα. Από τότε άρχισα να ενδιαφέρομαι (αναγκαστικά) για το μακιγιάζ και, μάλιστα, από τα 13-14, άβαφτη δεν κατέβαζα ούτε τα σκουπίδια.

Το άλλο βασικό χαρακτηριστικό των υπέροχων (σαρκασμός) εκείνων χρόνων από τα περίπου 12 ως τα 16-17 (ναι, η εφηβεία ήρθε κι έφυγε νωρίς, ευτυχώς), είναι ότι εγώ ήμουν τότε -σχεδόν- όπως είμαι τώρα. Όχι τόσο εμφανισιακά (πιθανώς, τώρα είμαι καλύτερη). Εννοώ ότι σκεφτόμουν τότε σχεδόν όπως και τώρα. Τι να μιλήσω, για το ότι το Καλό και το Κακό με απασχολούσε σε πλήρες ωράριο; Για το ότι ήμουν ξεροκέφαλη μέχρι τελικής πτώσεως; Απόλυτη μέχρις αποδείξεως του εναντίον; Διψασμένη για Γνώση; Συγχρόνως, αθεράπευτα ρομαντική; Ήμουν όλα αυτά μαζί και, δεν ξέρω τι ήταν από μέσα οι συμμαθητές μου, πάντως εγώ αυτό που ήμουν το έβγαζα λίγο κι απ’ έξω ενώ οι άλλοι όχι. Γεγονός που αποτέλεσε εγγύηση στη μοναξιά, στην αίσθηση ότι “δεν ανήκω” και σε ένα αρκετά ελαφριάς μορφής bullying, το οποίο όμως ήταν αρκετά ψυχοφθόρο.

Στη δυσκολία συνέβαλε το ότι οι Γονείς μου δεν μπορούσαν καν να διανοηθούν την περίπτωση του να μην είμαι καλή μαθήτρια (Γονείς: “Πήρες 17 στο διαγώνισμα; μα γιατί βρε Ειρήνη, τι πήγε στραβά;) Μ’ αυτό σαν δεδομένο, ήμουν απουσιολόγος. Άσχετο που κάθε μέρα ήμουν στάνταρ αργοπορημένη γιατί έκανα μία ώρα κι ένα τέταρτο να βαφτώ κι έφτανα στην τάξη αφού είχε αρχίσει το μάθημα και άρα κάποιος άλλος ταλαίπωρος είχε φέρει το απουσιολόγιο. Εγώ πάντως ήμουν απουσιολόγος. Απ’ την άλλη, στο σπίτι, ΤΟ ΜΟΝΟ που διάβαζα όταν δεν μπορούσα με τίποτα να το αποφύγω, ήταν Μαθηματικά (ήμουν άσχετη). Οι Γονείς είχαν απόλυτη επίγνωση του ότι δεν διάβαζα και δεν το ενέκριναν καθόλου μα καθόλου, (δυστυχώς είχα και το λαμπρό παράδειγμα της Μεγάλης Αδερφής με το φωτοστέφανο της Σημαιοφόρου), αλλά είχαν παραιτηθεί από τη μάταιη προσπάθεια να με αναμορφώσουν.

Παράλληλα, εννοείται, κανείς από τους συμμαθητές μου δεν πίστεψε ποτέ ότι εγώ δεν άνοιγα βιβλίο, με αποτέλεσμα να με αντιμετωπίζουν με τη γνωστή και πανάρχαια ψιλο-εχθρότητα που προορίζεται προς τα απανταχού “φυτά”, πράγμα που έκανε τη ζωή μου παραπάνω δύσκολη απ’ ό,τι ήταν και με μια ιδέα παραλόγου. Γιατί, όταν εσύ ναι μεν διαβάζεις, αλλά οτιδήποτε άλλο πέσει στα χέρια σου εκτός από μαθήματα, κι όταν ειλικρινά δεν σε ενδιαφέρει καθόλου το όλο θέμα Σχολείο αλλά άλλα φλέγοντα θέματα, όπως Τα Μεγάλα Ερωτήματα της Ζωής και, συγκεκριμένα, το εξής ένα: “Αγόρια”, μ’ αυτά λοιπόν τα δεδομένα, το να έχεις το στίγμα του “φυτού” είναι κάπως παράλογο. Σοβαρά, πάντως, όταν προσέχεις κάπως στην παράδοση -κοίτα τον άνθρωπο στα μάτια και γνέφε όταν λέει το επόμενο κεφάλαιο, και πάρ’ του την ψυχή- και, αν υπάρχει πιθανότητα τεστ, κάνεις και μια ανάγνωση στο διάλειμμα, είσαι καλυμμένος, κομπλέ. Αυτή τη συμβουλή πες την και στο παιδί σου, θα σε θυμηθεί. (Εμένα βέβαια δεν με θυμάται κανείς, παρά μόνο όταν πάει 5 το πρωί αλλά αυτό είναι παντελώς άσχετο).

Το άλλο που έκανε τα πράγματα περίεργα, όπως είπα και πριν, ήταν το ότι εγώ ήμουν πάντα βαμμένη, φουλ. Στο σχολείο βάφονταν τα κορίτσια που ήταν δημοφιλή, που ήταν όμορφα, τα κορίτσια που είχαν ενδιαφέρουσες παρέες και που συχνά-πυκνά τα είχαν με αγόρια (με λίγα λόγια, αυτές που δεν το είχαν ανάγκη), αλλά κι αυτές, όχι κάθε μέρα. Εμένα δεν με έβλεπε ποτέ αλλά ΠΟΤΕ, ΚΑΝΕΙΣ, ΓΙΑ ΚΑΝΕΝΑ ΛΟΓΟ άβαφτη. Δεν ταίριαζα εντελώς στο στερεότυπο του “φυτού”.

Μια φορά, με φωνάζει η διευθύντρια στο γραφείο της. Λέω θα με βρίσει που αργώ κάθε πρωί και θα ‘χει και δίκιο (ήταν καλός άνθρωπος, απ’ αυτές τις που φαίνονται αυστηρές αλλά το κάνουν επίτηδες, σαν την πολυαγαπημένη μου Προφέσσορ McGonagall απ’ το Χάρι Πότερ), αλλά τι να κάνω, τι ώρα να ξυπνήσω πια; Μπαίνω μέσα. Διευθύντρια: “Γεια σου Γεωργή παιδί μου”. Εγώ: “Γεια σας Κυρία.” Διευθύντρια: “Γεωργή παιδί μου, Ειρήνη δεν σε λένε; (Γνέφω). Ειρήνη παιδί μου, πες μου, γιατί βάφεσαι; και τόσο έντονα; πώς μπορώ να το επιτρέψω αυτό μέσα στο σχολείο, που κανονικά δεν επιτρέπεται; Καλή μαθήτρια είσαι, οι καθηγητές σου λένε τα καλύτερα, αλλά τι να κάνω κι εγώ όταν θα μου ‘ρχονται όλες έτσι; μικρό κορίτσι είσαι, μπουμπούκι (ναι, το είπε) γιατί βάφεσαι παιδί μου;” Εγώ: “Κυρία, κι εσείς βάφεστε. Εσείς γιατί βάφεστε;” Διευθύντρια (με αγανάκτηση): “Εγώ είμαι πενήντα χρονών! Ξέρεις πώς ξυπνάω εγώ το πρωί;” Εγώ:

Κι εγώ έτσι ξυπνάω, Κυρία.

Διευθύντρια δεν ήξερε αν μπορούσε να το πιστέψει αλλά είδε τον πόνο στο βλέμμα μου και παραιτήθηκε. Πέρασα όλη εκείνη την εποχή να εύχομαι και να παρακαλάω, μια μέρα, αντί για έξυπνη-αλλά-κάπως-περίεργη, να με βλέπουν οι άλλοι σαν όμορφη και ηλίθια. Μιλάμε για ΤΕΤΟΙΕΣ φιλοδοξίες. (Που εξηγούν και κάποια πράγματα από τη μετέπειτα πορεία μου). Και, βέβαια, όταν έφτασα τρίτη λυκείου που τα παιδάκια πήγαν πενταήμερη, εγώ, φυσικά, σκέφτηκα το προφανές: “Πού πας ρε Καραμήτρο; θα αφήσεις την πιθανότητα να σε δει ο κόσμος άβαφτη;” Και είπα ότι θα κάτσω να διαβάσω. (Εννοείται ότι αυτά που διάβασα ήταν τα αγαπημένα μου φανταστικο-ρομαντικά μυθιστορήματα για χιλιοστή φορά, αλλά το είχα αφήσει φλου στο “…να διαβάσω.”)

 

Τα είπα πολύ γρήγορα και συνοπτικά για να φτάσω μια ώρα αρχύτερα στα θέματα που μας ενδιαφέρουν σ’ αυτό το μπλογκ. Διότι, ενδιάμεσα, τον Αύγουστο του 1992, στο Νησί μας (Μυτιλήνη, Βατερά), συνέβη και κάτι άλλο. Γνώρισα τον Έρωτα της Ζωής μου…

Advertisements