Tags

, , ,

 

Αυτή τη στιγμή αναρρώνω (υποφέρω) και λέω να μοιραστώ ένα μικρό στιγμιότυπο από συμβάν που έλαβε χώρα προ εγχείρισης. Ανήμερα Πρωτομαγιάς, μεταξύ ημι-υπόπτων διαδικασιών, βρίσκομαι σε στούντιο personal training, για ημι-επαγγελματικούς, ημι-προσωπικους, ημι-τεσταριστικούς, ημι-δεν-ξέρω-τι-άλλο σκοπούς (ξέρω ότι τα «ημι» δεν βγάζουν νόημα όταν είναι πάνω από 2, αλλά κατάλαβες). Μου είχε πει ο άνθρωπος που το έχει να πάω να το δω από κοντά (το λένε PerFit και είναι στην Αγία Παρασκευή), και βρήκα χρόνο εκείνη τη μέρα και πήγα. Είμαι εκεί λοιπόν με τον Personal Trainer μου και νιώθω κάπως αγύμναστη και βιοχλαπάτσα και ευάλωτη και τελείως εκτός του προσωπικού μου comfort zone (=η «περιοχή» καταστάσεων και συνθηκών μέσα στις οποίες νιώθεις άνετα). Είναι και που δεν αντέχω και να με ακουμπάνε γενικά χωρίς λόγο -ξέρω ότι ακούγεται πολύ περίεργο και δεν ξέρω αν στο έχω πει, αλλά ισχύει, προτιμώ να με αφήνουν ήσυχη, εκτός κι αν τους γουστάρω και με γουστάρουν. Τέλος πάντων, είμαι σε άβολη κατάσταση αλλά πρόθυμη να μάθω καινούρια πράγματα, σχετικά υπάκουη και δεκτική στις οδηγίες. (Όλο αυτό αργότερα έμαθα ότι ερμηνεύτηκε ως «γλυκιά», πράγμα που αποτελεί τον τελευταίο χαρακτηρισμό που θα αποδώσει κανείς ποτέ σ’ εμένα). Με λίγα λόγια, η ψυχολογική κατάσταση στην οποία βρίσκομαι είναι πολύ σπάνια. ΟΚ, ας πούμε ότι ξαναβρέθηκα στην ίδια κατάσταση και πριν από τέσσερις μέρες αλλά δεν πολυμετράει…

…ήμουν υπό την επήρεια γενικής αναισθησίας.

 

Είμαστε λοιπόν στο ωραιότατο στούντιο και γύρω-γύρω έχει μπόλικες απ’ αυτές τις γνωστές χρωματιστές μπάλες όπου υποτίθεται ότι κάθεσαι πάνω και κάνεις ό,τι είναι να κάνεις και «ενεργοποιείς τον κορμό σου». Εγώ βέβαια χρειάζεται να ενεργοποιήσω το αλεξίπτωτο διότι, εννοείται, δεν παίζει να παραμείνω πάνω σε μπάλα με καμία ενεργοποίηση και με καμία δύναμη. Εδώ δεν έχω καμία ισορροπία στο δρόμο, στο ίσιωμα, ούτε με φλατ παπούτσι, οπότε φαντάσου με πάνω σε μπάλα. Έχουμε το απολύτως κυριολεκτικό του «σε παίρνει η μπάλα». Για το πρώτο σαραντάλεπτο, αυτό που διαδραματίζεται μονότονα και επαναλαμβανόμενα μέσα στο στούντιο, έχει ως εξής. Εγώ: «Πέφτωπέφτωπέφτωπέφτωπέφτω!» Πέρσοναλ Τρέινερ: «Δενπέφτειςδενπέφτειςδενπέφτεις». Ηχητικό Εφέ: «Γκντουπ!» -εγώ που πέφτω. ΟΚ, έχει μοκέτα και δεν κάνω «γντουπ» αλλά ότι πέφτω, πέφτω! Και μιλάμε για ΣΥΝΕΧΕΙΑ, χωρίς καμία απολύτως πρόοδο ή βελτίωση. Δεν ξέρω πόσο άλλο να ενεργοποιήσω τον κορμό μου, πάντως η όλη φάση θυμίζει τις ξένες ταινίες που κόβουν δέντρα στα δάση κι όταν πέφτει ένας κορμός φωνάζουν “timber!“ Κάπως έτσι. Κορμοί με κορμί.

Από ένα σημείο και μετά εγώ έχω εκνευριστεί ελαφρώς, γκρινιάζω απίστευτα (όσο πιο ευπρεπώς μπορώ) και ρίχνω πολύ κακά βλέμματα στις σατανικές μπάλες (κλωτσάω και μία στα μουλωχτά). Μετά από την πρώτη ώρα, ο Πέρσοναλ Τρέινερ έχει ψυχανεμιστεί επιτέλους ότι δεν το ‘χω ιδιαίτερα με την ισορροπία, και κάπως κρατάει ή τη μπάλα ή εμένα, μπας και καταφέρουμε και τελειώσουμε ποτέ. (Ο άνθρωπος είναι εντυπωσιακά καλός και υπομονετικός, εγώ όμως όχι). Είμαι λοιπόν ξαπλωμένη πάνω σε μια μπάλα και κάνω κοιλιακούς. Τη βλέπω τη δουλειά, θα κυλίσει η μπάλα και θα βρεθώ από κάτω ανάποδα, του το λέω πανικοβλημένη. Πέρσοναλ Τρέινερ έρχεται μπροστά απ’ τη μπάλα, από πάνω μου. Λέει: «Κράτα τα πόδια μου με τα πόδια σου, να στηριχτείς». ΟΚ. Εκεί που είμαι ανάσκελα πάνω στη μπάλα κι αυτός όρθιος μπροστά μου, τυλίγω τα πόδια μου στη μέση του. Την έχεις την εικόνα, έτσι;

 

 

Πέρσοναλ Τρέινερ με κοιτάζει διερευνητικά, βαθιά και στοχαστικά. Μου λέει αργά αλλά καθαρά, έντονα και ελαφρώς επικριτικά:

Ειρήνη, γύρω απ’ τις γάμπες μου.

 

*Η μόνη “ετικέτα” (tag) που έβαλα σ’ αυτό το ποστ, είναι “ρόμπα”.

 

 

Advertisements