Tags

, , , , , , ,

Αυτό το ποστ είναι συνέχεια από αυτό.

Την επομένη (Κυριακή) ξυπνάω νιώθοντας σχετικά καλά. Στέλνω μήνυμα, κανονίζουμε καφέ. Συναντιόμαστε. Εμφανισιακά, πάντως, δεν δικαιολογείται το να είναι (τόσο) κομπλεξικός. Μετά από διάφορα ευτράπελα που έχουν να κάνουν με την εντύπωση που –δικαίως- του έχει δοθεί ότι η παρέα μου του έχει στήσει ενέδρα, πάμε για καφέ στο Σπόρο. (Άλλη μια Καρύτση σε μια περιοχή δίπλα σας, συγκεκριμένα, ο Σπόρος, βρίσκεται στο Χαλάνδρι. Είχε και τον απαραίτητο μπάρμαν με μούσι, και τη γκαρσόνα-ψιλοταγάρι, και το θαμώνα με ράστα, φουλ κομπλέ). Αναλύουμε πρώτα το στήσιμο της Παρασκευής. Εγώ υποστηρίζω ότι αυτός φταίει για όλα γιατί εκείνος τα κανόνισε μόνος του και δεν θέλησε καν να ανταλλάξουμε κινητά. Ρωτάει: «Δηλαδή θα έδινες σ’ έναν άγνωστο το κινητό σου;» Χα χα χα. Κουτό αγόρι. Λέω:

Το κινητό μου το έχει η μισή Αθήνα.

 

Και κάπως έτσι προχωράει η συζήτηση. Εγώ την προχωράω κάπως έτσι, δηλαδή. Γιατί, επειδή είναι λίγο περίεργη η όλη γνωριμία μας, εγώ είμαι προετοιμασμένη για μια ανταλλαγή απόψεων κι έναν διάλογο τύπου «να τους βγάλουμε να τους μετρήσουμε, να δούμε ποιος τον έχει μεγαλύτερο». Τον κατάλογο. Με το τι έχεις κάνει εσύ, τι έχω κάνει εγώ. Να αναλύσουμε, να συγκρίνουμε, να επιχειρηματολογήσουμε, να βγάλουμε συμπεράσματα, να γελάσουμε… αλλά με έναν τρόπο κομματάκι ανταγωνιστικό. Κάπου στη μέση, συνειδητοποιώ ότι είμαι μόνη μου. Ο Εργένης –λέει- δεν είναι ακριβώς έτσι όπως φαίνεται στο μπλογκ του και είναι –λέει- (σχεδόν) νορμάλ. Τα γεγονότα όπως τα περιγράφει είναι αληθινά αλλά η απόδοση και η ερμηνεία έχουν μια (μεγάλη) δόση υπερβολής. Νιώθω λίγο ηλίθια που έχω πει τέτοιες μαλακίες τόση ώρα, αλλά τι να κάνω τώρα; Δεν μαζεύεται. Περνάω στη Φάση Νο2.

ΟΚ, σκέφτομαι, δεν είναι κακός άνθρωπος, έχει πλάκα, θα γίνουμε φίλοι. Προχωράω πάνω στο πατρόν της φιλικής και ευχάριστης συμπεριφοράς. Σίγουρα, επειδή είμαι κάπως αποπροσανατολισμένη, μου ‘χει ξεμείνει και κάτι από μαλακισμενο-αλαζονικό, σαν τικ, που δεν το ελέγχω απόλυτα. Κάποια στιγμή, λέμε να φύγουμε από το Σπόρο, να πάμε για ένα ποτό, σηκωνόμαστε. Στο δρόμο, κάτι γίνεται που με κάνει να έχω κάποιες υποψίες ότι ο Εργένης ίσως και να με γουστάρει. Κι όταν λέω «υποψίες», εννοώ ότι εκτός κι αν σκόνταψε στο πεζοδρόμιο κι έπεσε πάνω μου σκύβοντας με το στόμα μισάνοιχτο, οι υποψίες είναι βάσιμες. Και τώρα αποπροσανατολίζομαι πλήρως. Βάζω τις φωνές (αφού ψιλο-ανταποκρίνομαι, αλλά κι αυτό είναι αυτόματο, σαν τικ, δεν το ελέγχω):

Μα καλά, εσύ βγήκες μαζί μου γκομενικά;!!!

 

Ξανά-μανά, αλλαγή κατεύθυνσης, επαναπροσδιορισμός διαδρομής. Πού πάμε; Φάση Νο3. Πλήρης σύγχυση. Γιατί, τώρα, έχει γίνει ο εξής συνδυασμός συμπεριφορών: 1) Η Χειρότερη Εργένισσα (απ’ αυτόν): «ωραία τα λες, αλλά ό,τι έχεις κάνει εσύ, εγώ έχω κάνει χειρότερα». 2) Το Γλυκό Κορίτσι: «τι καλό παιδί, τι ωραία που βρήκα έναν καινούριο φίλο που θα τα λέμε και θα κάνουμε παρέα!» και 3) Η Τσουλο-Γκόμενα: «Και… για ξανακάν’ το αυτό που σκοντάφτεις πάνω μου με το στόμα μισάνοιχτο, γιατί έχω κάτι απορίες…» Ναι, δεν έχω ιδέα για το τελικό αποτέλεσμα. Τριπλή απειλή. Ποιος Ντόκτορ Τζέκιλ – Μίστερ Χάυντ; Αυτοί ήταν απλά διχασμένη προσωπικότητα, τους έχω ξεπεράσει. Αλλά, «τριχασμένη», δεν πάει. Τριχωτή προσωπικότητα; Ακόμα χειρότερο. Και…

…τι να κάνω, γιατρέ μου, πιάνει το λέιζερ στην προσωπικότητα ή το ‘χω ήδη κάψει;

 

Το γεγονός βέβαια είναι ότι στην πραγματικότητα συνυπάρχουν (όχι πάντα αρμονικά) και οι τρεις προσωπικότητες (μην πω και παραπάνω), διότι το όλον αποτελείται από το σύνολο των μερών. (Αλλά αυτό είναι ένα άλλο δοκίμιο, το οποίο έχει γράψει κάποιος πιο σοβαρός και αξιόπιστος από μένα Χριστιανός). Και δεν είναι αυτό το θέμα. Κάποια στιγμή, ο Εργένης παραπονιέται για τη σκληρή του καθημερινότητα με τις Γκόμενες που γνωρίζει. Συγκεκριμένα: «Οι περισσότερες λένε ότι την έχουν ζήσει τη ζωή τους, τα ‘χουν κάνει όλα, τώρα πια ψάχνουν για κάτι πιο σοβαρό, θέλουν σχέση, είναι έτοιμες ν’ αράξουν…» κ.λπ. Και τα λένε αυτά στον Εργένη που είναι καλό παιδί και σε καλή ηλικία, γιατί θέλουν να αράξουν εκεί. Πάνω του. Μάλιστα. Αχ, τι γραφικό! Μόνο που δυστυχώς, δεν είναι η Μύκονος. Γι’ αυτό, φιλενάδα, εσύ που λες ότι θες ν’ αράξεις…

…άραξε!

 

Βλέπεις, στον Τιτανικό πάνω που σουλατσάρεις και δεν το ‘χεις συνειδητοποιήσει, έχει ήδη χτυπήσει συναγερμός. Κατά τη διάρκεια του καφέ, μεταξύ αστείου και σοβαρού (που 9 στις 10 σημαίνει ότι είναι σοβαρό), από το πρώτο μισάωρο, ο Εργένης έχει αναφέρει ότι δεν τον ενδιαφέρει αυτή τη στιγμή να είναι σε σχέση (παρόλο που δεν είναι ο παλιοκαργιόλης που παρουσιάζει στο μπλογκ του). Όταν εγώ του λέω ότι γενικά δεν με ενδιαφέρει το σκέτο σεξ με κάποιον συνομήλικο (και υπογραμμίζω ότι το «συνομήλικος» για μένα είναι από 29 και μετά -και χέσε με), Εργένης λέει: «Μα γιατί;» [Αναγκάζομαι να εξηγήσω, παρόλο που δεν είναι του παρόντος: γιατί το βρίσκω καταθλιπτικό εκτός κι αν υπάρχει κάποιο άλλο μεγάλο και προφανές χάσμα μεταξύ εμού και του άλλου. Προτιμώ να ασχολούμαι –εκ του (πιο) ασφαλούς- με παιδάκια με τα οποία δεν θα μπορούσα ποτέ να έχω κάτι παραπάνω. Μην πάμε να βγάζουμε με τα χεράκια μας τα ματάκια μας. Αλλά όλο αυτό ήταν απλά μια παρένθεση].

Αυτό που θέλω να κρατήσεις, είναι το ότι είπε «μα γιατί;» Δηλαδή: «Μα γιατί δεν θέλεις σκέτο σεξ με κάποιον σαν εμένα;» Κι αν δεν σου φτάνει αυτό, έχω κι άλλο. Όταν του λέω «α, τι ωραία, θα γίνουμε φίλοι!» (βρισκόμουν στη φάση Νο2), λέει χαριτωμένα: «Φίλοι; τι φίλοι; friends with benefits;» (=φίλοι με οφέλη =φίλοι με σεξ =sms στις 5 το πρωί. Για σεξ). Μ’ αυτά και μ’ αυτά, εκτός κι αν εγώ είμαι ο μοναδικός άνθρωπος στον κόσμο στον οποίο τα έχει πει αυτά στη ζωή του ο Εργένης, το παιδί το δηλώνει από την πρώτη κιόλας στιγμή το τι είναι και τι θέλει. Και αν διαβάσεις οποιοδήποτε ηλίθιο σχεσο-γκομενικό αυτο-βοήθημα του κώλου, σίγουρα θα σε συμβουλεύσει για ένα πράγμα: Να πιστεύεις πάντα τον άλλον άνθρωπο όταν τον πρωτογνωρίζεις και σου λέει ο ίδιος το τι είναι. Αυτό που λέει εκείνη την ώρα, είναι αλήθεια. Οπότε, βασικά, ένα έχω να πω στις Γκόμενες που τον γνωρίζουν (κι αυτόν και κάθε αντίστοιχο Εργένη) και νομίζουν πως βρήκαν λιμάνι:

Πού πας ρε Καραμήτρο;

 

 

η Rose ήταν η πρωταγωνίστρια

«Έχω ζήσει τη ζωή μου, ήρθε η ώρα να αράξω». Καταρχήν, για να ξεκαθαρίσουμε τα πράγματα, στο «έχω ζήσει τη ζωή μου», η «ζωή» μεταφράζεται ως «σεξ». Ακριβώς κατά τον ίδιο τρόπο που το «θέλω να ζήσω τη ζωή μου» σημαίνει «θέλω να γαμήσω». Το δεύτερο στο λένε συνήθως οι άντρες, το πρώτο το λένε συνήθως οι γυναίκες. Μην το ψάχνεις, ναι, για μια γκόμενα, μπορεί και να σημαίνει ότι θέλει να γνωρίσει κόσμο, να κάνει πράγματα, να πάει ταξίδια, να κάνει διαλογισμό, σεμινάρια σκηνοθεσίας, μαθήματα αγγειοπλαστικής, δεν-ξέρω-τι-άλλο. Αρχίδια. Αν κάτι απ’ αυτά δεν μπορείς να το κάνεις ενώ παράλληλα έχεις δίπλα σου αυτόν που αγαπάς, αυτό είναι αποκλειστικά και μόνο το σεξ. Το σεξ με άσχετους, χωρίς ενοχές. Αυτό σημαίνει πάντως το «ζω τη ζωή μου»:

Προπονούμαι στο άλμα επί ό,τι βρω.

 

Και ήρθε λοιπόν η ώρα να αράξεις. Σου τέλειωσαν τα καύσιμα, σκίστηκαν τα πανιά, βλέπεις στεριά στο βάθος στην ομίχλη, ήρθε η ώρα να ρίξεις άγκυρα. Δεν σε νοιάζει πού θα είναι αυτό, πατήσαμε και τα 30, όπου γης πατρίς. Δεν πειράζει που τα νερά είναι μολυσμένα, δεν πειράζει που κυκλοφορούν καρχαρίες, σκυλόψαρα, γιγάντια χταπόδια και καλαμάρια, ιπτάμενα ραδιενεργά πιράνχας, δεν σε νοιάζει που στην ακτή ζουν ανθρωποφάγοι, δεν σε νοιάζει που έχει και φάρο που προειδοποιεί ότι τα βράχια είναι απότομα -θα βρεις, δεν σε νοιάζει που μπροστά σου έχει παγόβουνο -θα βυθιστείς, δεν σε νοιάζει που έχει βγάλει ο χριστιανός δελτίο για τσουνάμι. Χύμα στο κύμα.

 

Εσύ πάντως θα πας να πνιγείς

 

Δεν βαριέσαι, αφού είναι μια χαρά εμφανισιακά, είναι σε καλή ηλικία, δεν είναι ηλίθιος, δεν είναι άνεργος (αυτά τώρα τα υποθέτω, στην πραγματικότητα δεν έχω ιδέα τι θέλουν τα άλλα κορίτσια). Αυτό που ξέρω, είναι ότι…

…η Ελπίδα σέρνει καράβι.

 

Η Ελπίδα –μια που πιάσαμε τους υδρότοπους- είναι να ζήσεις και να μοιραστείς ό,τι έχεις και ό,τι είσαι μ’ έναν άνθρωπο που αγάπησες ως τα βαθιά τα γεράματα, όπως η Κάθριν Χέπμπορν και ο Χένρι Φόντα στη Χρυσή Λίμνη. Σεβαστό. Αλλά, αυτό δεν συμβαίνει μαγικά «όπου μας βγάλει ο γιαλός», όταν πλησιάζουμε ή όταν έχουμε περάσει τα 30. Πώς περιμένεις ότι τη συγκεκριμένη στιγμή που αποφάσισες εσύ να αράξεις, θα βρεθεί μπροστά σου στον ορίζοντα η «σωστή» στεριά; Παπάρια που σημασία έχει το ταξίδι και όχι ο προορισμός. Αν είχε, θα ‘χε μείνει κι ο Οδυσσέας με την Καλυψώ. Κι εσύ, όσο κι αν έχεις τραβήξει κουπί κι έχεις κουραστεί, ακόμα κι αν η αμμουδιά σού φαίνεται χρυσή, λυπάμαι, αλλά…

…αυτό που βλέπεις μπροστά σου, δεν είναι η Ιθάκη σου.

 

 

Θα πω τώρα κι εγώ το “την έχω ζήσει τη ζωή μου”. Με εκπλήσσει μάλιστα το συγκεκριμένο γεγονός, γιατί αλλιώς τα είχα προγραμματίσει, αλλά έτσι όπως ήρθαν τα πράγματα, έζησα όχι μόνο τη δική μου ζωή αλλά κι άλλες δυο-τρεις που τις είχαν κάποιοι άλλοι να κάθονται, και περίσσευαν. Αλλά πρωτοθέλησα να «αράξω» στα 15 μου. Τότε που γνώρισα τον Πρώτο Μεγάλο Έρωτα της Ζωής Μου (ναι, αυτόν εξαιτίας του οποίου μισώ το Γκαζάκι). Είχε μελιολαδιά μάτια και λακκάκια και χόρευε ωραία, κι εμένα δεν μ’ ένοιαζαν αυτά αλλά μιλάγαμε για φιλοσοφία και την Απολογία του Σωκράτη και σε τρεις μέρες είπα πάει, αυτό είναι, η ζωή εδώ τελειώνει, φέρτε άγκυρα να ρίξω. (Όπως πιθανότατα φαντάζεσαι, αυτό δεν πήγε εντελώς κατ’ ευχήν). Αλλά το ήθελα από τότε. Το ξαναθέλησα στα 19. Ντρέπομαι αλλά το ψιλο-ξαναθέλησα στα 27. Ντρέπομαι και δεν λέω πότε το ξαναθέλησα αλλά συνέβη και πιο μετά. (Η πορεία των επιλογών μου με τα χρόνια φθίνει δραματικά σε ποιότητα και σε οποιοδήποτε ψήγμα λογικής). Και, αισίως, έχω φτάσει τα 35. Όμως το «είναι ώρα ν’ αράξω» το βρίσκω άσχετο με το θέμα. Τι είναι, κρουαζιέρα; Όπου κι αν βρεθείς καλά είναι, αρκεί να είναι «η σωστή ώρα»;

 

Για μένα, σημασία έχει μόνο η στεριά. Η στεριά που τη βλέπεις και αναγνωρίζεις ότι είναι η πατρίδα σου. Κι εδώ, η Χειρότερη Εργένισσα/ το Γλυκό Κορίτσι/ η Τσουλο-Γκόμενα, θα κάνει την αναφορά στο Ψάχνοντας το Νέμο, του Ντίσνεϊ. Όπου η Ντόρι (το μπλε ψαράκι), λέει στο Μάρλιν (τον μπαμπά του Νέμο):

Σε κοιτάζω και… είμαι σπίτι μου.

 

*Το τέλος εδώ.