Tags

, , , ,

Είχα μείνει στο τελευταίο ΣουΚού της Αποκριάς. Δεν θα αναλύσω το τι έγινε ενδιάμεσα, έχω μισή ιστορία να πω αλλά, έτσι όπως ήρθαν τα πράγματα, θα περιμένω μπας και γίνει ολόκληρη, με αρχή, μέση και τέλος. Οπότε λέω να πάω κατευθείαν σ’ αυτή την Παρασκευή. Μην ρωτήσεις τι απέγινε το Κουτάβι. Ό,τι αρχίζει ωραία, τελειώνει με σοκολάτα. Αυτή η μισή ιστορία που λέω, συνέβη μια εβδομάδα (σαββατόβραδο) μετά το «Κε-φτές και δε φταις» και τέλειωνε αγκαλιά με το Κουτάβι, αλλά αφού τέλειωσε το Κουτάβι, λέω να την πω κάποια στιγμή μόνη της. Χωρίς αγκαλιά. Ναι, πάει το Κουτάβι. Κι εγώ λυπήθηκα. Και δεν μπορώ να το λέω πλέον και Κουτάβι γιατί παρα-ακούγεται γλυκό, θα το λέω “The Artist Formerly Known as Koutavi”. (Αν είσαι πολύ –μα πάρα πολύ- μικρή-ός, υπήρχε κάποτε ένας καλλιτέχνης επονομαζόμενος Prince που κάποια μέρα αποφάσισε ν’ αλλάξει το όνομά του και το έκανε ένα καλικαντζουρο-σχηματάκι. Ωραία φαινόταν το καλικαντζουρο-σχηματάκι πάνω στα βίντεο κλιπ, αλλά στις ειδήσεις του Mtv δεν είχαν ιδέα πώς διάολο θα το(ν) πούνε φωναχτά, οπότε αποφάσισαν ότι θα τον λένε «The Artist formerly known as Prince» = “Ο Καλλιτέχνης γνωστός προηγουμένως ως Prince”. Τέλος μαθήματος Ιστορίας ποπ κουλτούρας). Εν κατακλείδι:

 The Artist Formerly Known as Koutavi, has left the building.

Τώρα, αν θα ξαναεμφανιστεί ποτέ ως γκεστ-σταρ, θα σε γελάσω, μπορεί σε κάνα όνειρο, σε καμιά αναδρομή στο παρελθόν, σε καμιά παραίσθηση τύπου Αλέκος Αλεξανδράκης – Ζωή Λάσκαρη (εγώ θα κάνω τον Αλεξανδράκη) ή κάνα βράδυ που έχω πιει πολύ και με έχουν αφήσει αν-επιτήρητη κι έχω στα χέρια μου το κινητό, τα γνωστά. Ας τα αφήσω όμως όλα αυτά κι ας πάω κατευθείαν στην Παρασκευή που λέω να μαζέψω τα κομμάτια μου (είμαι όντως κομμάτια, γιατί έχω πάει γυμναστήριο να χτυπηθώ και είμαι με μείον ένα γοφό), και να πάω με τη Φίλη για ένα χαλαρό ποτό. Έχω καιρό να τη δω, δεν είμαστε για πολλά-πολλά, λέμε για Χαλάνδρι, συνοικιακά. Τελικά έρχεται και μια φίλη της Φίλης αλλά την ξέρω κι εγώ. Ξεκινάμε, λοιπόν. Φτάνουμε Χαλάνδρι, παρκάρουμε, περπατάμε και συζητάμε να δούμε πού θα πάμε. Η φίλη της Φίλης προτείνει ένα καινούριο που άνοιξε –λέει- και το λένε «Μαϊμού». Οι άλλες αναρωτιούνται τι να είναι αυτό το μπαρ.

Ναι, τι να είναι άραγε; Το τσίρκο Μεντράνο;

Όχι βέβαια, γιατί εκεί θα πήγαινα με χαρά (αν δεν είχε ζώα). Εγώ, φυσικά, δεν αναρωτιέμαι καθόλου. Είναι προφανές. Κάποιος είπε να ανοίξει ένα μπαρ. Κι έπρεπε κάτι να το βαφτίσει. Όχι δήθεν, όχι τρέντι, όχι γκλάμορους, καλύτερα ελληνικό (δηλαδή «γνήσιο» και «απροσδόκητο») και «να ‘χει άποψη». Και κάτι ίσως εξωτικό. Κι από κει που θα μπορούσε να διαλέξει καρύδες, μάνγκα, ανανάδες, κουλουπού, διάλεξε «Μαϊμού». Είναι προφανές ότι μιλάμε για άλλο ένα εναλλακτικό ημι-ροκ – ημί-έθνικ μπαρ με θαμώνες τους απανταχού βρώμικους τύπους. Προφανές. Δεν έχω ιδιαίτερο πρόβλημα, ούτως ή άλλως, δεν έχω καμία προσδοκία απ’ τη βραδιά (περιμένω περίοδο, φοράω καινούριο τζιν –μέγα λάθος- και νιώθω σαν παραγεμισμένο ντολμαδάκι, δεν έχω κάνει καν την προσπάθεια να ξυριστώ, δεν έχω φτιάξει καν το σπίτι). Με λίγα λόγια, μην κάνεις τον κόπο να μου μιλήσεις, άγνωστε. Θέλω να πιω το χαλαρό ποτό μου και να πάω να κοιμηθώ. Μην νομίζεις ότι το επαναλαμβάνω αυτό και μετά θα προκύψουν ΤΑ όργια, γιατί θα απογοητευτείς και είναι κρίμα. Απλά θέλω να περάσω το mood της βραδιάς, το οποίο περιγράφω φωναχτά την ώρα που περπατάμε προς τον πεζόδρομο του Χαλανδρίου: «το μόνο που θα ήθελα είναι κάποιον να με πάρει να πάμε μαζί να δούμε την Πεντάμορφη και το Τέρας 3D».

Α. Έχω κι ένα άλλο πρόβλημα. Πιο σοβαρό. Το ανέφερα και στο facebook ως εξής:

«Μετά από 10 χρόνια με τις NOKIA μπακατέλλες (δεν ξέρω πώς γράφεται αυτή η λέξη), εδώ και ένα μήνα περίπου έχω ένα Samsung Smartphone και κάθεται χωρίς να το έχω ανοίξει καν. Σήμερα το φόρτισα και είπα να κάνω μια απόπειρα. Μετά από ένα τριωράκι ενασχόλησης, το μόνο που κατάφερα είναι να αποθηκεύσω το νούμερο της αδερφής μου. Το οποίο ξέρω. Τις δύσκολες βραδιές που έρχονται, με βλέπω να βγαίνω βράδυ με το παλιό μου κινητό, ώστε να έχω πρόσβαση στη Λίστα της Απελπισίας…»

Ένας φίλος στο fb έσπευσε να απαντήσει:

«Μπαγκατέλα ή και μπακαντέλα, αλλά και μπαχαντέλα, αναλόγως της γεωγραφικής περιοχής καταγωγής μας. Το αναξιόλογο, το ασήμαντο, το τιποτένιο, η σαχλαμάρα. Το παλιό ή άχρηστο αντικείμενο. Το σαράβαλο μηχάνημα ή όχημα και τα τελευταία χρόνια και οι διάφορες συσκευές…

 …Μεταφορικά και η γυναίκα-σαράβαλο.

Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν είναι ακριβώς το πρόβλημα, ούτε καν ο άδειος τηλεφωνικός μου κατάλογος χωρίς τη Λίστα της Απελπισίας (η οποία απλά τυγχάνει να μην είναι το θέμα μας απόψε, όχι ότι δεν θα προκύψει κάποια στιγμή). Το θέμα μας (μου) είναι ότι δεν καταλαβαίνω απολύτως τίποτα από το τηλέφωνο. Ως σήμερα, ξυπνάω την ίδια ώρα κάθε μέρα -ενώ δεν θέλω- γιατί δεν μπορώ να αλλάξω τη ρύθμιση στο καταραμένο ξυπνητήρι. Όταν το πήρα, είχα παρακαλέσει τότε the Artist Formerly Known as Koutavi και είχε πει ότι ναι, θα με βοηθούσε, αλλά η ζωή είναι καργιόλα και δεν παίρνει ένα τηλέφωνο.

Το τηλέφωνο που πήρα εγώ, απ την άλλη, δεν ξέρω τι και ποιον παίρνει πίσω απ’ την πλάτη μου και πότε αποφασίζει να μπει στο ίντερνετ με 3G, άρα απ’ την τσέπη μου. Προς το παρόν, απλά αποφεύγω να βγω απ’ το σπίτι για να μην το προκαλώ, και για να μπορώ να παίρνω κόσμο απ’ το σταθερό. Γιατί, βλέπεις, πατάω εγώ πολύ απλά «Επαφές» να πάρω να μιλήσω για δουλειά, κι αυτό μπαίνει στις επαφές facebook, άρα στο ίντερνετ, άρα το κλείνω αμέσως, άρα δεν παίρνω τηλέφωνο κανέναν, άρα θα χάσω τη δουλειά, μετά τους φίλους, μετά το σπίτι (το οποίο θα βάλω υποθήκη να πληρώσω τον Vodafonικό λογαριασμό όταν θα έρθει), γενικά θα είμαι μόνη, έρημη, άφραγκη, άστεγη, γενικά, όπως αντιλαμβάνεσαι έχω σοβαρά προβλήματα στο κεφάλι μου, να ‘μου λοιπόν (συνοδεύεται από καθοδική κίνηση του χεριού προς τη βουβωνική χώρα και επαναλαμβάνω γιατί χάθηκε η ομοιοκαταληξία): Να ‘μου λοιπόν για τη Μαϊμού.

Περπατάμε λοιπόν στο Χαλάνδρι κι εγώ ασχολούμαι με το τηλέφωνο, βρίζοντας. Αν πάρω The Artist Formerly Known as Koutavi να με βοηθήσει, θα το πάρει στραβά.

Δεν ξέρω αν το πηγαίνει βόλτα ή του ρίχνει με σατανικό λέιζερ. Διαλέγω το δεύτερο. Μουά χα χα.

Βρίσκομαι σε απελπιστική κατάσταση. Μαέστρο, παίξε το «Φιλαράκι». (Τραγούδα στο ρυθμό):

«Στο σμάρτ-φόουν μου φοβάμαι να σε πάρω να σου πω…

Πόσα θα πληρώσω!

Στα μενού του σκατο-σάμσουνγκ μάταια σ’ αναζητώ

με 3G και πόνο…

Δεν το βρίσκω το Wi-fi, πουθενά και πες μου, τι να κάνω;

Έχω πατήσει τα κουμπιά, η οθόνη πάει κάτω-πάνω

Και το Άντροιντ, μου γελάει σα ρομπότ…»

«Θα το συνηθίσεις και θα πεις κι ένα τραγούδι!» Αυτό ακριβώς μου είχε πει ο νεαρός στη Vodafone όταν μου το πούλησε. Προς το παρόν, έχει επιτευχθεί μόνο η Β’ φάση.

Περνάμε με τις φίλες τον πεζόδρομο με τα πολλά μπαρ (λέμε τώρα, κάτι καφετέριες είναι που το βράδυ λειτουργούν ως μπαρ) και πάμε να τσεκάρουμε τη Μαϊμού (η οποία είναι ακριβώς όπως έχω προβλέψει, καμία έκπληξη, ροκ μουσική, έθνικ ντεκόρ, μίζεροι τύποι, συνοικιακή πλατεία Καρύτση Νούμερο 3.716). Έχει πολύ κόσμο –λένε τα κορίτσια- οπότε επιστρέφουμε στον πεζόδρομο μέχρι να αδειάσει λίγο -λένε. Στο δρόμο, εγώ η παλαίμαχη, συνεχίζοντας να ασχολούμαι με το κινητό και σκουντουφλώντας παντού, κάτι μουρμουράω τύπου «τι γεμάτο, ρε παιδιά, στο Χαλάνδρι είμαστε…» όπου απαντάει άγνωστος τύπος: «Εγώ τα πιο εξτρίμ πράγματα στη ζωή μου τα έχω κάνει στο Χαλάνδρι, μάλλον δεν είσαι αρκετά περιπετειώδης». Εκεί, αγνά, ειλικρινά, αυθόρμητα και πηγαία, βάζω τα γέλια.

Άγνωστος Τύπος μου λέει ότι γελάω σαν τον Τζόκερ.

Δεν έχει άδικο, του λέω κι ευχαριστώ που μ’ έκανε και γέλασα. Άγνωστος Τύπος είναι –υπολογίζω- γύρω στα 24 (όλοι τόσο δεν είναι;) αλλά θα ρωτήσω τη Φίλη που θα ξέρει πιο σίγουρα (θα δεις μετά). Άγνωστος Τύπος αντικειμενικά είναι όμορφος αλλά παραείναι κοινωνικός, εξωστρεφής, ομιλητικός και μπηχτο-πρόθυμος, σε βαθμό κάπως «φτηνό». (Ναι, καλά άκουσες, υπάρχει ΚΑΙ σε αγόρια, κυρίες και κύριοι). Η ζωή με έχει χτυπήσει αλύπητα, βέβαια, αλλά διατηρώ δικαίωμα να μην ψήνομαι κιόλας. Άγνωστος Τύπος με τους φίλους του μπαίνουν σε ένα απ’ τα μπαρ στον πεζόδρομο, μας φωνάζουν να πάμε. Εμείς προχωράμε λίγο να δούμε και το δίπλα. Δεν μπορούμε να αποφασίσουμε. Συνεδριάζουμε. Εγώ, αυθορμήτως, λέω ότι δεν με χαλάει να πάμε σ’ αυτό που πήγε Άγνωστος Τύπος, μετά το ξανασκέφτομαι, λέω ότι «όχι μωρέ, δεν μου κάνει διαφορά» αλλά οι άλλες δύο πιστεύουν πλέον ότι απλά το λέω μεγαλόψυχα, οπότε πάμε εκεί που πήγαν κι οι άλλοι τύποι.

Με το που πιάνουμε τραπέζι, να σου ο Άγνωστος Τύπος δίπλα μου: «Δεν μπορείς να μείνεις στιγμή μακριά μου», λέει και χαμογελάει με αυτοπεποίθηση. Όχι αστειευόμενος, ακριβώς. Λέει πολλά τέτοια και κάτι άλλα τρελά κλισέ και παπαριές που δεν πολυθυμάμαι, κουνάει και το ποτό μου και πίνει και απ’ το νερό μου πράγμα που με εκνευρίζει, ενώ αυτός μου τη λέει ότι πολύ είμαι επιθετική. Τίποτα απ’ όλα αυτά όμως δεν έχει σημασία. Στη μέση της «κουβέντας», μάλλον το μάτι του πέφτει καλύτερα πάνω στη Φίλη. Η οποία Φίλη είναι ψηλή και ξανθιά και ωραία. Και Άγνωστος Τύπος κάνει στροφή 180 μοιρών και δεν μου ξαναμιλάει για την υπόλοιπη βραδιά. Κάπου εκείνη τη στιγμή, εμφανίζεται φίλος Άγνωστου Τύπου, ο οποίος ΟΚ, βλέπεται, αλλά πάει κατευθείαν στην δεύτερη φίλη με την οποία είναι τελείως τετ-α-τετ τουλάχιστον για την επόμενη ώρα, όπως και Άγνωστος Τύπος με τη Φίλη. ΟΚ, είμαι μόνη στον κόσμο και κανείς δεν με γουστάρει. Και δεν υπάρχει και κανείς άλλος της προκοπής εδώ μέσα. Αλλά, η αλήθεια είναι ότι δεν έχω όρεξη να ασχοληθώ με κανέναν. Και έχω στο χέρι μου το ποτό μου και δεν χρειάζεται να το διεκδικήσω από κανέναν. Και δεν παίζει κακή μουσική. Και, παρόλο που ανησυχώ ότι το καινούριο μου τζιν προφανώς (εκ του αποτελέσματος) δεν είναι ιδιαίτερα κολακευτικό, είμαι μια χαρά. Δεν χρειάζεται και να μιλάω με κανέναν (είμαι τρομερά αντικοινωνική παρόλο που δεν το δείχνω). Λικνίζομαι στη μουσική. Σιγοπίνω το ουίσκι μου. Είναι Παρασκευή βράδυ. Περνάω καλά.

Αυτή η ευτυχία κρατάει για κανά πεντάλεπτο.

Εμφανίζεται δίπλα μου ο φίλος Άγνωστου Τύπου Νούμερο 2. Ο οποίος προφανώς κάπου καραδοκούσε εκεί πίσω στις σκιές. Μόλις είδε το πεδίο ανοιχτό, τσουπ, «να ‘μαι κι εγώ». Αυτά είναι. Μου κρατούσαν τον καλύτερο για το τέλος. Όχι όμως. Σε διαβεβαιώνω, όχι. Εγγυημένα, ΟΧΙ. Μάλλον τον κρατούσαν για την πιο απελπισμένη. (Εμένα). Έναν-έναν τους εμφανίζουν στην παρέα: 1) Τον Ωραίο 2) Τον Λιγότερο Ωραίο αλλά Που Βλέπεται 3) Αυτόν Που ‘Λαχε σε Μένα. (Το λαχείο βέβαια είναι εντελώς τυχαίο, ενώ το συγκεκριμένο, δεν νομίζω). Αυτός ο φίλος, που λες, ΔΕΝ βλέπεται. Δεν είναι απλά ότι είναι άσχημος. Όχι. Δεν είναι απλά ότι φοράει το πόλο με τον πελώριο αναβάτη στο στέρνο και με το γιακά σηκωμένο. Όχι. Δεν είναι απλά ότι το μαλλί του αραιώνει επικίνδυνα στην κορυφή αλλά έχει μπουκλίτσες στο πλάι. Όχι. Δεν είναι απλά ότι είναι βλαμμένος. Ούτε. Είναι ότι έχει ένα πράγμα… Πώς να το πω; Θα το αναλύσω πιο κάτω. Πάντως, σοβαρά, αν υπάρχει βραβείο στο πόση αντιπάθεια μπορεί κανείς να προκαλέσει σε κάποιον χωρίς να τον βλάψει σοβαρά, τότε κερδίζει το χρυσό. (Είπα «χωρίς να τον βλάψει» ε; σε λίγο θα το πάρω πίσω). Προς το παρόν, μου λέει ότι φαίνομαι να βαριέμαι. Λέω: «Ε, τα κορίτσια είναι απασχολημένα, η μουσική δεν είναι ιδιαίτερα χορευτική, δεν υπάρχει και τίποτα που μ’ ενδιαφέρει γύρω-γύρω…» Αυτή η φαινομενικά βαριεστημένη απάντηση, στην πραγματικότητα είναι πολύ προσεκτικά διατυπωμένη ώστε να φέρει το ποθητό αποτέλεσμα. Δηλαδή να φέρει τον μη-ποθητό προ τετελεσμένου συμπεράσματος. Και μάλιστα πιάνει. Ο Ασυμπάθιστος φεύγει.

Κι αυτή η ευτυχία κρατάει επίσης για κανά πεντάλεπτο.

Γιατί, βέβαια, ο Ασυμπάθιστος επιστρέφει. Δυστυχώς, χωρίς ενισχύσεις (σε σχέση μ’ αυτόν, θα έπεφτα στην αγκαλιά σχεδόν οποιουδήποτε). Αλλά τη βλέπω τη δουλειά. Δεν θα αποδεχτεί την ήττα του έτσι εύκολα. Δύσκολος αντίπαλος. Και οι σύμμαχοι με έχουν εγκαταλείψει. Πολύ καλά λοιπόν, στα όπλα σύντροφοι! Κι έτσι αρχίζει η μάχη. Σ’ αυτό τον εχθρό δεν επρόκειτο να παραδοθώ που να με είχε ως σήμερα στο μπαρ και να με βασάνιζε στο μπούρου-μπούρου. Ας ξεψυχούσα με το ποτό στο χέρι. Ή ταν ή επί τας. Μωρέ κι επί τας κι επί οτιδήποτε, αρκεί να μην είναι επί του Ασυμπάθιστου. Είπα ότι θα αναλύσω τι τον κάνει τόσο μα τόσο ασυμπάθιστο, αλλά δεν ξέρω πώς. Τι να πω εκτός από ένα «και καλά…», ένα «κοριτσάκι, θα εντυπωσιαστείς μαζί μου», γενικά έναν αέρα απύθμενης μαλακίας. Συγχρόνως, μια σοβαροφάνεια, ένα περισπούδαστο ύφος, μια ξερολίαση χωρίς ίχνος –μα ίχνος- χιούμορ. (Και μετά με κατηγορούν εμένα που χαίρομαι και χαζογελάω με κάτι μικρά που χορεύουν ωραία και λένε και καμιά χαριτωμένη μαλακία να περάσει η ώρα. Δηλαδή εγώ φταίω; Έχω άδικο;)

Το ότι ο Ασυμπάθιστος λέει «εσείς οι γυναίκες» περί τις 3.716 φορές, είναι μόνο η αρχή. Εγώ δεν μιλάω σχεδόν καθόλου. Τι να πρωτοπώ. Πάντως, μετά από λίγη ώρα, εθεάθην να ανοίγω την τσάντα μου και να παλεύω με το καινούριο σκατο-κινητό μου (πρέπει να είχα και την καρτουνίστικη φάτσα της έντονης προσπάθειας με τη γλωσσίτσα στο πλάι). Τι προσπαθώ να κάνω με το κινητό μου; Όχι, δεν ψάχνω τις «Επαφές» για τη «Λίστα της Απελπισίας». Όχι, δεν προσπαθώ να στείλω μήνυμα στον The Artist Formerly Known as Koutavi. Όχι ρε, είμαι υπεράνω! (Και αξύριστη). Αυτό που προσπαθώ να κάνω, είναι να γράψω μερικές λέξούλες στο διαολεμένο τατσ-σκριν πληκτρολόγιο, αφού έχω ανοίξει το σκατο-μενού όπου υπάρχει εικονίδιο που ονομάζεται «Σημείωση». Γιατί πάω να το κάνω αυτό; Θα σου εξηγήσω. Πάω να το κάνω αυτό διότι, απλά ΔΕΝ ΤΟΝ ΠΡΟΛΑΒΑΙΝΩ. Ο Ασυμπάθιστος λέει τόσες τρελές παπαριές μαζεμένες…

…που πρέπει οπωσδήποτε να κρατήσω σημειώσεις.

Καταρχήν, σίγουρα στην παρέα έχουν κάνει όλοι μαζί φροντιστήριο (πού να πληρώνεις ιδιαίτερα τέτοιες εποχές), γιατί μου λέει κι αυτός ότι είμαι επιθετική. Αλλά δεν το αφήνει απλά να αιωρείται. Το αναλύει. Λέει: «πολλές γυναίκες είναι επιθετικές όταν γνωρίζουν κάποιον, είναι μια μορφή άμυνας». Φαντάζομαι ότι πολλές έχουν προσπαθήσει να τον πνίξουν. Και ναι, αν ήμουν δικαστής θα τις αθώωνα, έχω αποδεικτικά στοιχεία, ήταν αυτοάμυνα. Διότι, συνεχίζει με την «άμυνα που βγαίνει ως επιθετικότητα», λέγοντας: «…γιατί φοβούνται μην πληγωθούν». Όπου εκεί πάω να ξεράσω και ψιλο-πνίγομαι κι εγώ. Στο ‘πα. Θα την αθώωνα. Οφθαλμός αντί οφθαλμού και πνιγμός αντί πνιγμού. Αλλά προχωράω. Δεύτερο σημάδι του φροντιστηρίου της παρέας: Μου λέει ΚΑΙ αυτός «δεν είσαι περιπετειώδης». Ήθελα να ‘ξερα, υπάρχει κάποιο καταγεγραμμένο νομικό προηγούμενο με γκόμενες που ακούνε αυτή την ατάκα και θέλουν τόσο πολύ να τη διαψεύσουν που απαντάνε (κάνε βλαμμένη ψιλή κοριτσίστικη φωνή στο μυαλό σου): «Καλέ, ΕΓΩ δεν είμαι περιπετειώδης; Τώρα θα δεις! Εσύ, εγώ και οι δύο φίλες μου στο σπίτι σου για παρτούζα, ΤΩΡΑ!» Μόνο έτσι εξηγείται. Γιατί δεν νομίζω ότι με ρωτάει αν λατρεύω την περιπέτεια εννοώντας αν έχω πάει για σαφάρι στην αφρικανική στέπα ή για οδοιπορικό στην Παπούα Νέα Γουινέα. Για παρτούζα ρωτάει.

Συνεχίζει όμως με την επιθετικότητα. Είναι το αγαπημένο του θέμα συζήτησης, τι να κάνουμε; Μου λέει να του δείξω την παλάμη μου, θέλει να δει το δάχτυλό μου. Πάω να ρίξω μούντζα, αλλά αποφασίζω να είμαι κόσμια. Επίσης, ξέρω ποιο δάχτυλο θέλω να του δείξω, αλλά συγκρατούμαι. Αυτός θέλει να δει το δίπλα. Κοιτάζει τον παράμεσο. Γνέφει καταφατικά και ικανοποιημένα σαν να «το ‘ξερε αυτός». Μου εξηγεί ότι όταν ο παράμεσος είναι μακρύτερος απ’ το δείκτη, δείχνει πολύ τεστοστερόνη, πράγμα που εξηγεί την επιθετικότητα. Συγχρόνως μού χαϊδεύει αισθησιακά το δάχτυλο (μα τω Θεώ). Σοβαρά, ελπίζω οι φίλες δίπλα να ανταλλάσσουν όρκους αιώνιας αγάπης με τους φίλους, αλλιώς δεν αξίζει αυτό που περνάω. Τραβάω το χέρι μου και το σκουπίζω στο τζιν. Δεν πτοείται. Στον επόμενο τόνο, μου τραβάει το μαλλί. Δυνατά, όχι παιχνιδιάρικα. Εγώ: «Άααααου!» Αυτός: «Είναι αληθινά;» Εγώ: Βλέμμα σοκ, θυμού, γουάτ δε φακ, σοκ, θυμού. Αυτός: «Σόρι, αλλά έχω βαρεθεί να βλέπω ψεύτικα μαλλιά, ψεύτικα βυζιά…» Εκεί, περνάνε απ’ το μυαλό μου σκέψεις του τύπου: «Αλήθεια πιστεύεις ότι έχεις ανάγκη τη Λίστα της Απελπισίας; Δηλαδή αν πάρεις στην τύχη ένα άγνωστο νούμερο, τι θα γίνει; έχεις 50% πιθανότητες να είναι αρσενικός. Ακόμα κι αν είναι κορίτσι, θα της εξηγήσεις. Του πούστη. Έναν αδερφό, έναν ξάδερφο, ένα θείο, κάτι θα ‘χει. Να ‘ναι χειρότερος απ’ αυτόν εδώ, δεν υπάρχει».

Μετά απ’ όλα αυτά, δεν με απασχολεί πλέον το να φαίνομαι ευγενική. Παρόλο που στέκεται δίπλα μου, έχω αρχίσει να χορεύω φουλ, όχι το απλό το λικνιστό, αλλά φουλ. Με παρακολουθεί. Στ’ αρχίδια μου. Φουλ. Σκύβει και με ρωτάει: «Πήγαινες ποτέ στο Wild Rose στο Κολωνάκι;» Εμένα κάτι μου θυμίζει αλλά κάνω «όχι». Λέει: «Θα ορκιζόμουν ότι σε είχα γνωρίσει εκεί…» Τον αγνοώ, συνεχίζει: «…μου θυμίζεις τόσο πολύ μια κοπέλα που είχα γνωρίσει εκεί και της είχα πει:

ο χορός σου είναι σαν προσομοίωση οργασμού.

Ενός λεπτού σιγή. Γυρίζω και τον κοιτάζω ανέκφραστα. Δεν γίνεται να ΜΗΝ μου κάνει πλάκα. Αυτός, ο Θεός, το Σύμπαν, η βραδιά. Δεν γίνεται. Κι όμως, το λέει σοβαρά. Τέτοια ν’ ακούω και το αληθινό μου μαλλί δεν θα μείνει για πολύ. Ακόμα μια τέτοια ατάκα, και θα γίνω τρομερά περιπετειώδης, τόσο που θα θέλω να αποκτήσω προσωπική εμπειρία από το πώς είναι η ισόβια κάθειρξη στη φυλακή μετά από καταδίκη για φόνο εκ προ μελέτης. Το κοιτάω κι εδώ που το ‘χω γραμμένο ως «Σημείωση» στο σκατο-σάμσουνγκ, τελείως ανορθόγραφα (πρπσομειωδη οργασμπυ) γιατί ο μακρύς μου παράμεσος που υποδηλώνει αυξημένη τεστοστερόνη -και άρα επιθετικότητα- δεν χωράει να πατήσει στα σκατογράμματα στη σκατο-τατς-σκριν οθόνη. Η επιθετικότητα θα μου βγει στο Αντρόιντ. Αρχίζει από «Αντρ», οπότε το πρώτο συνθετικό είναι σωστό, μην είμαστε και πλεονέκτες. Λείπει απλά η κατάληξη. Η οποία πάντα λείπει. Μου λείπει και The Artist Formerly Known as Koutavi. Λύπη. (Λείπει και η Λίστα της Απελπισίας. Λύπη). Μου λείπει και το παλιό μου Nokia, η φούξια μου μπαγκατέλλα. Λύπη. Θυμάσαι που ο φίλος μου στο facebook είπε ότι μεταφορικά, “bagatelle” σημαίνει και η γυναίκα σαράβαλο; Σ’ αυτό είχα σχολιάσει το εξής:

Και τώρα, η ερώτηση είναι μία: να αλλάξω το fb μου και να το κάνω “Irini Bagattelle Georgi”;

Υ.Γ. Η συνέχεια της βραδιάς επιφύλασσε πολλές πιο δυσάρεστες εκπλήξεις, αλλά έχει πάει αργά. Και μου λείπει και ύπνος.

Bonus:

Το φιλί μάλλον δεν έπιασε για πολύ.

Advertisements