Tags

, , , ,

 

Όλα βαίνουν καλώς μέχρι που έρχεται το τελευταίο Σουκού της Αποκριάς. Εκείνες τις μέρες ξέφρενου ξεφαντώματος, κάτι φίλοι του έχουν άδεια απ’ το στρατό οπότε το Κουτάβι θα βγει μαζί τους, και δεν θα το δω (βράδυ). Συναντιόμαστε όμως Κυριακή απόγευμα για καφέ-ποτό. Να σημειώσω ότι μερικές εβδομάδες πριν, στην αρχή της γνωριμίας μας, που πάλι έχουμε βγει χωριστά και τυγχάνει να βρεθώ εμπρός στο σταυροδρόμι του πειρασμού (λίγα να λέω, πολλά να καταλαβαίνεις), του έχω στείλει sms θέτοντας κάτι ημι-μεθυσμένα υπαρξιακά ερωτήματα, τύπου «ποια είμαι, πού είσαι, πού πάω;» Δεν ξέρω αν τα είχε λάβει τα μηνύματα. Και δεν λέω ότι δεν μου ήρθε αναφορά παράδοσης, απλά αναρωτιέμαι αν συνδέθηκα νοητά με Κάιρο. Αλλά ας πούμε ότι τότε απάντησε κάτι που με κάλυψε (όχι η Vodafone, η απάντηση) και άρα εκείνο το βράδυ ήξερα πού πήγαινα και πήγα να τον βρω. Ως εδώ, μια χαρά, έχουμε σήμα.

Τελευταία, όμως, κάποιο προβληματάκι φαίνεται να έχει το δίκτυο. Το Κουτάβι δεν έχει ποτέ διάθεση να συναντηθούμε εκτός σπιτιού, και άρα βρισκόμαστε εντός και επί του αυτού. Κι αυτό το Σουκού, πρώτα Σάββατο και σήμερα, Κυριακή της Αποκριάς, θα βγούμε χωριστά. Όχι ότι έγινε και κάτι αλλά πριν βγαίναμε αρκετά συχνά μαζί, άρα είχα το συνδυασμό μέσα-έξω (πρίμιουμ πακέτο) και ξαφνικά μου αλλάζει το πρόγραμμα σύνδεσης χωρίς καν μια προειδοποίηση. Νιώθω ότι η κατάσταση απαιτεί μια μικρή διευκρίνιση. Και θα γυρίσεις τώρα φυσικά να μου πεις ότι όλες οι γυναίκες ίδιες είστε και πάτε και το χαλάτε ανοίγοντας συζήτηση για το «πού πάμε» και δεν αφήνετε το πράγμα να κυλήσει αβίαστα. Αυτό πήγες να πεις, δίκιο έχω, μην το αρνείσαι, το ξέρω. Άκου όμως να σου πω, γατάκι. 1) Με το «όλες οι γυναίκες», κάνεις γενικεύσεις και αυτό είναι δείγμα βλακείας. 2) Δεν είμαι γυναίκα (δεν λειτουργώ ακριβώς σαν γυναίκα, αυτό εννοώ). 3) Η διευκρίνιση είναι για να δω αν το πρόγραμμα που έχω είναι το καλύτερο για τις ανάγκες μου και γι’ αυτά που πληρώνω. Κι εδώ τελειώνουν οι συμβολισμοί με την κινητή, γιατί στο θέμα αυτό είμαι αμετακίνητη. Θέλω να το ξεκαθαρίσω το πράγμα μόνο και μόνο γιατί θέλω να είμαι *εγώ* εντάξει απέναντι στον άλλον. Γιατί το θέμα δεν είναι τι κάνει αυτός. Το θέμα είναι τι κάνω εγώ. Δεν θα πάω εγώ ποτέ να περιορίσω κανέναν άλλον. Το ερώτημα είναι αν θα περιορίσω τον εαυτό μου. Γι’ αυτό ρωτάω. Γι’ αυτό και πρέπει να ξέρω πού πάω. Γιατί πρέπει να ξέρω με ποιον. Πάω.

Είμαστε λοιπόν την Κυριακή για χαλαρό ποτό στο Χαλάνδρι και πώς το φέρνει η κουβέντα, το Κουτάβι δηλώνει ότι αυτή την περίοδο δεν έχει πρόθεση να κάνει σεξ με κάποια άλλη. Και δηλώνει ότι το ίδιο θέλει κι από μένα. (Να μην κάνω σεξ με κάποιον άλλον). Μάλιστα. Λέει: «Δεν μπορώ τη μια μέρα να είσαι με έναν άλλον και την άλλη με μένα». Λέω: «αν περάσουν μια-δυο μέρες ενδιάμεσα, είσαι ΟΚ;» Τρώω φάπα. Εντάξει, το κατάλαβα. Λέει και ότι αν κάνω τίποτα με κάποιον άλλον, να του το πω και τότε τέλος. Μάλιστα. Το Κουτάβι δηλώνει ότι θέλει αποκλειστικότητα. Μάλιστα. Εγώ δεν λέω πολλά, ψιλογνέφω ψιλοκαταφατικά. Το βράδυ, είπαμε, θα βγει με τους φίλους του. Εγώ ήθελα να βγω μαζί του. Εφόσον δεν θα βγω μαζί του, θα πάω σε πάρτι ημι-αγνώστων με την Αδερφή. Μάλιστα. Φεύγουμε απ’ τον καφέ-ποτό βιαστικά, να πάω σπίτι να προλάβω να ντυθώ χανούμισσα για το πάρτι (στο οποίο δεν θέλω να πάω). Την ώρα που ζωγραφίζω το μάτι της Σεχραζάντ, χτυπάει τηλέφωνο. Κουτάβι: «Έλα, τι κάνεις; Τελικά δεν θα βγούνε οι φίλοι μου». Εγώ (χαρούμενα): «Α, ωραία, θα βγούμε μαζί λοιπόν;» Κουτάβι: «Όχι, θα πάω στο φίλο μου τον Επαμεινώνδα». (Το «Επαμεινώνδας» είναι τυχαίο). Στο φίλο του τον Επαμεινώνδα. Μάλιστα. Τελειώνω το μάτι, φοράω τα πέπλα, φοράω τα βραχιόλια, φοράω τα πασουμάκια.

Χίλιες και μία κατάρες.

Στο δρόμο, συνειδητοποιώ ότι πέρυσι που είχα βάλει την ίδια στολή, φορούσα και κάτι άλλο από κάτω. Φέτος το ξέχασα τελείως. Ο μισός μου κώλος είναι απ’ έξω. Κάτι κάνω με τα πέπλα να το μαζέψω, δεν ξέρω κατά πόσο μαζεύεται, αλλά σκασίλα μου. Στο πάρτι, ο κόσμος είναι από 35 και πάνω, μουσική ντίσκο, μπουφές με φαΐ, πολιτισμένα πράγματα, παρόλα αυτά, το κέφι ρέει άφθονο, πολύ περισσότερο από το αναμενόμενο. Όλοι χορεύουν, όλοι είναι μασκαρεμένοι. Όλοι εκτός από Νεαρό που φαίνεται να είναι ο μόνος κάτω των 30 και είναι και της προκοπής. Αδερφή τον ρωτάει γιατί δεν είναι ντυμένος. Αυτός δείχνει κοπέλα με την οποία έχει έρθει και λέει: «Αυτή φταίει». Υπάρχουν κάποιες πληροφορίες εκ των έσω για την εν λόγω κοπέλα. Η εν λόγω κοπέλα είναι μια κοπέλα γύρω στα 40. Πρώην διαφημίστρια, νυν δασκάλα γιόγκα. Δηλαδή του σιναφιού. Ελκυστική, εκφραστική και, βέβαια, με το σώμα δασκάλας γιόγκα. Η Αδερφή την ξέρει και τη ρωτά γιατί λέει αυτός ότι φταίει αυτή. Αυτή συμφωνεί: «Ναι, για όλα φταίω εγώ». Όσην ώρα εκείνη τον αγνοεί, χορεύει, μιλάει, γελάει και συναναστρέφεται τον άλλο κόσμο, εκείνος κάθεται σε μια γωνίτσα σαν καλό, φρόνιμο παιδί που το πήρανε μαζί σε επίσκεψη και περιμένει υπομονετικά να τελειώσει το μαρτύριο και να πάει σπίτι να παίξει. ΟΚ, καταλάβαμε. Αυτή κάτι κάνει σωστά.

Εν τω μεταξύ, εγώ πίνω το γνωστό μου Haig με νερό. Σε κάποια φάση που πάω και ξαναγεμίζω το ποτήρι μου, ο οικοδεσπότης μού το παίρνει απ’ τα χέρια και το χύνει στο νεροχύτη. Λέει «δοκίμασε αυτό» και μου βάζει από ένα ουίσκι που είναι –λέει- καπνιστό. Μου γεμίζει το ποτήρι, τόσο που ίσα-ίσα χωράει να προσθέσω μια γουλιά νερό. Λέω «Θα γίνω γκολ». Λέει:

Θα γίνουμε όλοι δίχτυα.

Το πάρτι συνεχίζεται, ζητάω απ’ τον DJ να χορέψω Sabrina “Boys Boys Boys” (1988;) και, γενικά, βρίσκομαι στην κρίσιμη μικρή περιοχή (λίγο πριν το γκολ), όπου αποφασίζω να πάρω την κατάσταση στα χέρια μου και να μάθω τι και πώς διάολο κάνει ό,τι κάνει αυτή η καργιόλα σωστά. Ο Φρόνιμος Νεαρός στέκεται εκεί δίπλα. Κάτι του λέω ότι κάνω έρευνα για το μπλογκ μου και κάπως πάω να του εξηγήσω τι εννοώ, μαθαίνω ηλικίες (αυτός 27), ρωτάω πώς γνωριστήκανε… Εγώ νομίζω ότι η συζήτηση πάει καλά. Αυτός μάλλον επίσης νομίζει ότι η συζήτηση πάει καλά. Διότι με βουτάει με αποφασιστικότητα και πάει για πέναλτι. Παντελώς λάθος αξιολόγηση της κατάστασης. Προφανώς, Φρόνιμος Νεαρός θεώρησε ότι πήγα και του μίλησα οπότε του την έπεσα οπότε έδωσα κάθε δικαίωμα. Και είμαι και με τον μισό κώλο απ έξω.

Χίλιες και μία μούντζες.

Η υπόλοιπη βραδιά είναι κωμικοτραγική. (Ναι, τώρα αρχίζει το δράμα). Γιατί, μια και με άλλους ανθρώπους προφανώς δεν είναι καλή ιδέα να συναναστρέφομαι, αποφασίζω τουλάχιστον να βγει κάτι καλό απ’ όλη αυτή την ταλαιπώρια. Εγώ και η Αδερφή, που λες, έχουμε ένα ιδιαίτερο φετίχ με τα πάρτι. Το φετίχ έχει ως εξής: Θεωρούμε υποχρεωτικό, όταν βρισκόμαστε σε πάρτι όπου υπάρχει φαΐ, να πάρουμε και για το σπίτι. Στα μουλωχτά, εννοείται, αν σου δώσουν ταπεράκι είναι άλλο και δεν έχει νόημα. Δεν λέω ότι το επιχειρούμε σε ντίνερ πάρτι όπου σερβίρουν χοιρινά φιλετάκια με σάλτσα κρασιού και ριζότο με άγρια μανιτάρια (όποιος το καταφέρνει παίζει σε άλλη πίστα και προσκυνώ) αλλά μιλάω για μπουφέ με καναπεδάκια και μπουκίτσες και πράγματα που μπαίνουν και αποθηκεύονται σε χαρτοπετσέτα. Το απόλυτο προσωπικό μου φετίχ είναι το κεφτεδάκι. Πάντα ζω με την ανησυχία μήπως έχει μέσα ψωμί –γιατί δεν κάνει να φάω ψωμί- αλλά μπορώ να σου πω ότι αυτό το άγχος κάνει το πράγμα πιο συναρπαστικό. Αυξάνει την αδρεναλίνη. Ζω επικίνδυνα. Αγωνία και λαχτάρα για ένα κεφτεδάκι. Και, το μπουφέ έχει άφθονα εδέσματα, συμπεριλαμβανομένων και κεφτεδακίων. Είναι η χαρά του μπουφεδο-ληστή. Μετατίθεμαι λοιπόν διακριτικά προς το μπουφέ και κάνω ότι τρώω ανέμελα, σφυρίζοντας κλέφτικα (δυστυχώς όχι κυριολεκτικά, γιατί δεν ξέρω να σφυρίζω). Το θέμα είναι το εξής. Σε ένα πάρτι που ΔΕΝ γίνεται της ακολασίας, όπου βασικά ο κόσμος είναι άνω των 35 και όπου υπάρχουν μόνο αρσενικοί ξέμπαρκοι, όταν είσαι ντυμένη χανούμισσα, με την κοιλιά απ’ έξω (επίτηδες), το μισό βυζί απ’ έξω (επίτηδες) και το μισό κώλο απ’ έξω (κατά λάθος), ΔΕΝ περνάς ιδιαίτερα απαρατήρητη.

Εκεί λοιπόν που έχω βάλει διακριτικά το κεφτεδάκι στη χαρτοπετσέτα, έρχεται ένας και μου συστήνεται. Εγώ το παίζω κουλ. Μιλάω με τη χαρτοπετσέτα στη χούφτα, μέχρι που επιμένει να χορέψουμε. Τι να κάνω, αφήνω κάτω το κεφτεδάκι, χορεύω. Μετά, ξαναμιλάμε. Μετά, αφού βλέπω ότι δεν φεύγει αυτός, αναγκάζομαι να φύγω εγώ. Πάει το κεφτεδάκι. Όταν το πεδίο είναι ελεύθερο, ξαναγυρνάω. Ξανά τα ίδια. Άλλος: «Πριν χόρευες και δεν ήθελα να σε διακόψω…» Καλά ρε άνθρωπε, και βρήκες να με διακόψεις τώρα; Πάλι αναγκάζομαι να φύγω. Πιο μετά, επιστρέφω. Αυτή τη φορά, ενεργώ γρήγορα και αποτελεσματικά. Έχω ΔΥΟ κεφτεδάκια στη χαρτοπετσέτα μου. Ετοιμάζομαι να τα πάω στην τσάντα μου, αποστολή εξετελέσθη. Κι όμως φίλε μου.

Χίλιες και μία χαρτοπετσέτες.

Με πλησιάζει Φρόνιμος Νεαρός. Δεν έχει καταλάβει γιατί έφυγα πριν. Δεν φεύγει αν δεν του εξηγήσω. Λέει κάτι ακατανόητα κι εκεί συνειδητοποιώ ότι, δυστυχώς, παρότι εμφανίσιμος, είναι τελείως γκαζόν. Και δεν φεύγει. Αλλά αυτή τη φορά, είμαι αποφασισμένη. Το κεφτεδάκι δεν το αφήνω με τίποτα. ΟΚ. «Έτσι είσαι;» λέω από μέσα μου. Θα υποφέρεις. Αρχίζω λοιπόν και λέω στο Φρόνιμο Νεαρό για Κουτάβι. Είναι η αρχαία μέθοδος που όταν δεν σ’ αφήνουν ήσυχη, λες ό,τι να ‘ναι. Για χρόνια τη χρησιμοποιούσα με επιτυχία στις πωλήτριες των ρουχο-καταστημάτων που ήθελαν ντε και καλά να με βοηθήσουν. Απαντούσα: «Αχ, ναι, ψάχνω ένα χαμηλοκάβαλο ασημί παντελόνι καμπάνα». Φυσικά, ποτέ δεν είχαν και με άφηναν να κοιτάξω απογοητευμένη (και καλά) αλλά ανενόχλητη. Το μυστικό είναι να ζητάς κάτι που, στην τρελή περίπτωση που υπάρχει, το θες πραγματικά. Όπως τα τελευταία χρόνια που (πολλά) αγόρια με ρωτάνε τι θέλω και λέω «ένα χαριτωμένο, έξυπνο, αστείο αγόρι που μυρίζει ωραία, χορεύει ωραία και φιλάει ωραία, πάνω σε ιριδίζων φτερωτό μονόκερο. (Αυτό το τελευταίο είναι όταν τα συγκεκριμένα αγόρια είναι χάλια, οπότε δεν θέλω πολλά-πολλά). Αρχίζω και λέω λοιπόν στον Φρόνιμο Νεαρό ότι δεν δύναμαι να ανταποκριθώ στις προθέσεις του διότι αυτό τον καιρό σχετίζομαι με ένα αγόρι που με θέλει μεν μόνο για σεξ αλλά (εδώ σε θέλω) στο σεξ θέλει αποκλειστικότητα. Αυτό του παίρνει ένα τέταρτο για να το καταλάβει αλλά σ’ αυτό δεν τον κατηγορώ, γιατί ούτε εγώ δεν το έχω καταλάβει ακόμα.

Χίλιες και μία απορίες.

Γιατί, σοβαρά, πώς θα πάει το πράγμα; Θα βγαίνω δηλαδή εγώ μόνη μου. Θα εμφανίζεται ένας φρόνιμος -και μη- εμφανίσιμος Νέος. Θα μου πιάνει την κουβέντα. Εγώ θα κάνω ότι πετάω αϊτό -εντάξει, τυπικά, σήμερα είναι Καθαρά Δευτέρα, αλλά τις άλλες μέρες; Μετά θα ρωτάει αν έχω σχέση. Εγώ θα λέω όχι. Αυτός θα λέει «τότε γιατί όχι;» Κι εγώ θα μπουκώνομαι τους κεφτέδες; Δηλαδή πόσο φακλάνα θα γίνω πια; Αλλά, προς το παρόν, όσο τα λέω αυτά, έχω τα κεφτεδάκια ακόμα ανά χείρας. Φρόνιμος Νεαρός συλλογίζεται τα λεγόμενά μου. Κάτι πάει να πει. Το ξανασκέφτεται. Μετά λέει «ΟΚ, αυτό θέλεις, μπράβο σου, σεβαστό». Τώρα, εδώ χωράει μεγάλη συζήτηση γιατί όχι, αυτό δεν είναι αυτό που θέλω, αλλά σκέφτομαι τα κεφτεδάκια και το βουλώνω. Και, προς στιγμήν, πάω να πανηγυρίσω. Ζήτω! Δεν θα φύγουμε από το πάρτι με άδεια χέρια! Κι όμως. Μίλησα πολύ νωρίς. Αλλάζει γνώμη. Δεν το δέχεται. Αρχίζει να μιλάει για το πόσο αξίζει ο ίδιος σαν άτομο (αργός θάνατος), πόσο οι γυναίκες δεν του λένε πια τίποτα (βασανιστήριο), πόσο έχει φιλοσοφήσει τη ζωή (μαρτύριο). Σοβαρά, αν δεν είχα κάνει ήδη τόση προσπάθεια και δεν είχα σπαταλήσει τόση ενέργεια για τα κεφτεδάκια, θα είχα φύγει. Αλλά είμαι εκεί, και γνέφω υπομονετικά. Όχι ρε, δεν θα «σπάσω» εγώ τόσο εύκολα! Για την τιμή των κεφτεδακίων ρε! Κι εκεί, κάτι αρχίζει και μου λέει για το Διογένη και το πιθάρι και ρωτάει αν ξέρω την ιστορία με το Μέγα Αλέξανδρο που του είπε να ζητήσει ό,τι θέλει κι ο Διογένης ζήτησε να κάνει λίγο πιο κει γιατί του κρύβει το φως. Δεν έχω ιδέα πού κόλλαγε.

Το μόνο σίγουρο είναι ότι εγώ δεν βλέπω φως.

Μετά από κάποιο διάστημα (έτη φωτός), φεύγει. Πακετάρω τη χαρτοπετσέτα μου ανενόχλητη. Κάνω να πάω προς την τσάντα μου. Ο Γαμπρός (αγόρι Αδερφής) φέρνει μπροστά μου έναν άνθρωπο που φοράει σκραμπς (τις πράσινες φόρμες που φοράνε στα νοσοκομεία). Τον κοιτάζω καχύποπτα. Με παρακολουθεί για ώρα και ήρθε να με μπουζουριάσει νε με πάει στο τρελάδικο; Να ξέρει ότι τα κεφτεδάκια δεν θα αφήσω να μου τα πάρει ποτέ! Κι όμως, Άνθρωπος με τα πράσινα έχει ο ίδιος μια τρελή λάμψη στο βλέμμα. Και με κοιτάζει με μια τρελή χαρά. Αναφωνεί: «Μα πού είσαι τόση ώρα; Εγώ είμαι ο Τζορτζ Κλούνεϊ!» Και με παίρνει αγκαλιά και με σηκώνει ψηλά. Πάνε τα κεφτεδάκια. Σάλτο μορτάλε. Δεν ξέρω πού προσγειώθηκαν. Εγώ σου λέω, μετά το χορό των 7 πέπλων, τη Σαλώμη την έπιασε μια λιγούρα και ζήτησε κεφτεδάκια επί πίνακι. Τότε, κάπως της τα ‘πρηξε ο Ιωάννης ο Πρόδρομος και τελικά την άφησε νηστική, οπότε αυτή τα πήρε και ζήτησε το δικό του κεφάλι επί πίνακι. Εγώ θα ζήταγα του Τζορτζ Κλούνεϊ. Εναλλακτικά, λόγω χανουμο-στολής, οι τρεις ευχές στο τζίνι θα ήταν οι εξής:

  1. ένα πιάτο κεφτεδάκια
  2. τον κώλο μου καλυμμένο
  3. ή μόνο σεξ ή αποκλειστικότητα (εδώ το τζίνι έχει επιλογή).

 

Και, μπόνους αληθινή ατάκα που έχω ακούσει:

Ειρήνη, όσο και να τρίβεις*, δεν θα βγει κανένα τζίνι…

 

*παρόλο που έτριβα χέρι, μα τον Τούτατη.

 

 

Advertisements