Tags

, , , , ,

 

Ευτυχώς, η Μάνα δεν μασάει με κάτι τέτοια σαν το «στη μαμά μου θα το πω» που έλεγα τις προάλλες. Δεν μασάει γιατί έχει πάψει πλέον να ζει με την ψευδαίσθηση ότι θα γίνει ποτέ πεθερά. Το ‘χει δει ρεαλιστικά και, συγχρόνως, φιλοσοφημένα, για τον κάθε πικραμένο με τον οποίο ασχολούμαι: «Σήμερα είναι, αύριο δεν είναι». Ξυπνά και κοιμάται κάνοντας διαλογισμό και επαναλαμβάνοντας το μαν-τρα (από το μάνα+άντρα;): «Δεν θα δω την κόρη μου νυφούλα, δεν θα δω εγγονάκια, είμαι ελεύθερη». Γιατί, σου λέει: «πόσο θ’ αντέξει ο άλλος; μια εβδομάδα, ένα μήνα, δύο μήνες; Τρεις μήνες; (ήρωας)… πόσο πια;» Γι’ αυτό σου λέω.

Όταν ξέρεις ότι δεν θα χρειαστεί να το καταπιείς, δεν μασάς.

 

Μια και ανέφερα όμως τις ψευδαισθήσεις, έχω ξαναπεί ότι το Κουτάβι είναι πολύ της αγκαλιάς. Αυτό που λέω, άλλο να στο λέω, κι άλλο να το βλέπεις. Εγώ δεν το έχω ξανασυναντήσει. Πώς να το περιγράψω; ΟΚ, ας πούμε ότι ο περισσότερος κόσμος, όταν πρωτογνωρίζεται και συμπαθιέται, αγκαλιάζεται αρκετά, κάθεται αγκαλιά αρκετά, υπάρχει μια άλφα, βήτα και γάμα σωματική επαφή. (Βασικά, γάμα) ΟΚ, νορμάλ. Μόνο που, για το Κουτάβι, η αγκαλιά είναι *δραστηριότητα*. Πώς λέει ο άλλος κόσμος «τι να κάνουμε σήμερα; πάμε για φαγητό, σινεμά, θέατρο, μπόουλινγκ, πέιντ μπολ, σκούμπα ντάιβινγκ, σκι, τζετ σκι, ξε σκι; …ε, το Κουτάβι, κατά τον ίδιο τρόπο, προτείνει να κάτσουμε αγκαλιά. Ως θεματική βραδιά. Και δεν το λέει κατ’ ευφημισμόν. Όχι. Αγκαλιά λέει, αγκαλιά εννοεί. (Εντάξει, τα παρελκόμενα είναι αυτονόητα, αλλά βασικά εννοεί αγκαλιά). Το θέμα εδώ, φίλε μου, είναι το ότι την αγκαλιά τη συνηθίζεις. (Εδώ κολλάει η ψευδαίσθηση που ανέφερα πριν). Κι όταν το Κουτάβι απογαλακτιστεί ή όταν συνειδητοποιήσει ότι στην πραγματικότητα εγώ είμαι κάπως Σκύλα και εξαφανιστεί κι εγώ κολλάω αφίσες στη γειτονιά αλλά μην το είδατε, τότε…

…με βλέπω να παθαίνω τέτοιο σύνδρομο στέρησης, που θα χρειαστεί να πάρω αληθινό κουτάβι για υποκατάστατο.

 

Το περίεργο, βέβαια, είναι ότι δεν μου βγάζει τη σκύλα -όχι ακόμα, δηλαδή*. Του Αγίου Βαλεντίνου, που λέγαμε, έχω περάσει μια τραυματική μέρα. Έχω αναφέρει ότι για δυο εβδομάδες, σχεδόν, ταλαιπωρούμαι με κάτι γυναικολογικά. Την Τρίτη 14 του μηνός, τυχαία (ναι, ισχύει, ήταν τυχαίο), μού βρίσκει γυναικολόγος μια κύστη στις ωοθήκες και μαθαίνω ότι πρέπει σύντομα να μπω χειρουργείο. Από μόνο του, αυτό δεν το λες και καλό. Αν σκεφτείς όμως ότι έκανα χειρουργείο και το καλοκαίρι (δες εδώ), το λες ψιλοτραγικό. Αμάν πια, ας μου βάλουν ένα φερμουάρ στην κοιλιά για άμεση πρόσβαση. Οπότε, όπως είναι κατανοητό, μετά απ’ αυτά τα νέα, είμαι σε ελαφρό σοκ. Το βράδυ, Κουτάβι λέει να έρθει απ’ το σπίτι «να κάτσουμε αγκαλιά». Λέω ΟΚ, μπας και ξεχαστώ. Έρχεται κατά τις 11. Μετά από μερικές ώρες αγκαλιάς -οι οποίες λειτουργούν κάπως σαν σπα και σε κάνουν να ανανεωθείς σαν άνθρωπος- είμαι σε πιο ανάλαφρη διάθεση. Κατά τις τρεισήμισι το πρωί, Κουτάβι λέει ότι πεινάει. Κανονικά, μια κι έχει πάει κι αργά (είπαμε, Τρίτη), εγώ ή θα έκανα τον Κινέζο ή θα έλεγα «ΟΚ, άντε σιγά-σιγά σπίτι σου να φας». Κι όμως φίλε μου. Είναι μια από τις ελάχιστες φορές που στο ψυγείο μου υπάρχουν παραπάνω πράγματα από λάχανο, ανθότυρο και σοκολάτα χωρίς ζάχαρη. (Που δεν αποτελούν μενού που μπορείς να σερβίρεις σε ένα αγόρι. Εκτός κι αν θες να το φάει (το μενού) και μετά να το φάει η μαρμάγκα (το αγόρι).

(*Πλέον με έχει δει και ελαφρώς ως Σκύλα, αλλά ας πούμε ότι το ξεπεράσαμε).

Σηκώνομαι λοιπόν, με το βρακί, βάζω ρύζι να γίνεται, καβουρντίζω κάσιους με ροδέλες κρεμμύδι και μπαχαρικά, προσθέτω φέτες κόκκινης πιπεριάς, φέτες ψητό κοτόπουλο, χυμό ανανά με ζωμό κοτόπουλου και σόγια σος και φτιάχνω ένα τύπου γλυκόξινο, τύπου κινέζικο, στο γουόκ. Στις τρεισήμισι το πρωί. Ελπίζω να μην το διαβάσει αυτό κανένας απ’ όλους αυτούς που έχω διώξει εμμέσως πλην σαφώς (ή «αμέσως *συν* σαφώς») σε αντίστοιχη φάση, γιατί θα μου ζητήσει το λόγο: «’Μολόγα ρε! έφτιαξες κινέζικο στις τρεισήμισι το πρωί σε κάποιον που ήξερες μόνο ένα μήνα;» Και τότε, πάλι θα κάνω τον Κινέζο. Αλλά, δεν φταίω εγώ. Φταίει το Κουτάβι που, ρε παιδί μου, το βλέπεις και, από ένστικτο, θες να το ταΐσεις. Μ’ αυτά και με Κίνα, του βάζω να φάει και… *ταρατατζούμ ταμ ταμ* πάω να ξεβαφτώ. Αυτό που είπα μόλις τώρα είναι πολύ πιο θεαματικό απ’ όσο ακούγεται και ήθελε όντως ηχητικό εφέ ντραμς διότι, για λόγους που έχω αναλύσει άπειρες φορές, ΔΕΝ ξεβάφομαι μπροστά στον κόσμο, εκτός κι αν έχει περάσει ένα ικανό και αναγκαίο χρονικό διάστημα ώστε να πιστεύω (πιθανώς λανθασμένα) ότι δεν θα τους πειράζει ιδιαίτερα…

 …όταν θα πέσουν για ύπνο με Γκόμενα και θα ξυπνήσουν με το Γκόλουμ.

 

Το εν λόγω χρονικό διάστημα ποικίλει, αλλά η λογική είναι σχεδόν πάντα η ίδια. Με τα άλλα αγόρια που έχουν περάσει απ’ τη ζωή μου, λοιπόν, έχω πρωτοξεβαφτεί μπροστά τους είτε μετά από μήνες όταν αναγκαστήκαμε να μείνουμε κάποιο βράδυ μαζί σε εκδρομή ή σε διακοπές ή όταν πίστευα αυτό που είπα παραπάνω, ότι με εκτιμούσαν δηλαδή για τον εσωτερικό μου κόσμο (γέλα ελεύθερα). Α, και το έχω κάνει και μια φορά από ανάγκη, αλλά τότε το έκανα ακριβώς για να σηκωθεί να φύγει (επιτέλους). Η ιστορία είναι αστεία και είναι εδώ. Εν ολίγοις, εκείνη τη φορά χρησιμοποίησα το ντεμακιγιάζ σαν ανθρωποδιώχτη, για να τον ξεφορτωθώ. Το σκεπτικό είναι παρόμοιο με το «η καλύτερη μέθοδος αντισύλληψης είναι το να βγω έξω άβαφτη». Αυτό δρα προληπτικά, ενώ το ντεμακιγιάζ δρα πυροσβεστικά. Είναι έκτακτη λύση ανάγκης.

Σβήνει το πάθος στη στιγμή.

 

Απ’ την άλλη, πιθανώς να έχεις αναρωτηθεί το εξής: «καλά, ξέρεις τον άλλον για μήνες, και δεν κοιμόσαστε μαζί;» Η απάντηση εδώ είναι ΟΧΙ (το ηρωικό). Αν κοιμηθεί, θα κοιμηθεί για πολύ λίγες ώρες και μετά θα πάει σπίτι του να συνεχίσει τον ύπνο του. Βασικά, δεν ξέρω αν αυτός θα συνεχίσει τον ύπνο του (και ποσώς μ’ ενδιαφέρει), σίγουρα όμως θα συνεχίσω εγώ τον δικό μου. Είναι ο λεγόμενος «διφασικός ύπνος» που συμβαίνει μετά από βραδινή έξοδο συνοδευόμενη από αλκοόλ, όπου μετά γυρνάμε σπίτι μαζί. Τι γίνεται λοιπόν; Α’ φάση: Ξημερώματα, αφού γίνει ό,τι γίνει, ο άλλος έχει πέσει τέζα δίπλα μου και δεν κουνιέται (εκτός από το ροχαλητό που κάνει το διάφραγμά του να πάλλεται με ζωηράδα) κι εγώ αναγκάζομαι να ψιλο-αποκοιμηθώ για συνολικά 12 λεπτά, βαμμένη, χωροταξικά περιορισμένη και αρκετά δυστυχισμένη. Β’ φάση: Τελείως μέρα (κατά τις 9-10 το πρωί), αφού τον διώξω, πλυθώ, ξεβαφτώ, χτενιστώ, βάλω τρεις τόνους αντιγηραντικό σέρουμ με αντιοξειδωτικά και πέσω για τον *αληθινό* μου ύπνο στην ησυχία μου και με το κρεβάτι όλο δικό μου. Τι να κάνουμε; Με τον ύπνο έχω θέμα. Με το ροχαλητό, έχω ακόμα πιο μεγάλο θέμα (και με το να με δουν άβαφτη). Οπότε, πιο καλή η μοναξιά. Ο ύπνος δεν είναι να τον μοιράζεσαι. Όπως: Νο 1) η μάσκαρα και Νο 2) το Νο 2**.

(**στα αγγλικά, το χέσιμο).

Παρόλα αυτά, με το Κουτάβι, όχι μόνο έχω μαγειρέψει αλλά έχω ξεβαφτεί και κοιμηθεί μαζί του επανειλημμένως. Τι να κάνω, δεν λέει να φύγει. Απλά αρνείται. Βρε καλέ μου, βρε χρυσέ μου, τίποτα. Βάζει μπρος και τα μεγάλα μέσα: «δεν γίνεται να φύγω έτσι, είναι επικίνδυνο, θα αποκοιμηθώ πάνω στο τιμόνι…» Κι όταν το ακούω αυτό δεν μπορώ να αντεπιτεθώ γιατί είμαι και σε ηλικία μάνας και ανησυχώ. Μια φορά μάλιστα που δεν έστειλε μήνυμα όταν έφτασε σπίτι και μετά μου έβγαινε το τηλέφωνό του κλειστό, πέρασα μαύρη νύχτα και το πρωί έστειλα μηνύματα στους φίλους του στο facebook να τον ψάξουν (ρόμπα), πήρα και το ΚΑΤ (τρελή ρόμπα αλλά ευτυχώς δεν εξακριβώνεται) και θα ‘χα πάρει και τη μάνα του αν είχα το σταθερό του (αφού μοιράστηκα μαζί του αυτή τη μικρή πληροφορία, δεν μου το έδωσε ποτέ, τι περίεργο). Φυσικά, είχε αποκοιμηθεί με το που μπήκε σπίτι και μετά δεν είχε σήμα, και ξύπνησε φρέσκος-φρέσκος το μεσημέρι και αναρωτιόταν μα γιατί είχε τόσες κλήσεις.

Πού να του ‘ρθει μια εισερχόμενη ανάστροφη του σκασμένου, να το λάβει το μήνυμα.

 

Κι αφού δεν μπορώ να το διώξω, το υπομένω. Σ’ αυτό βοηθάνε διάφοροι παράγοντες-κλειδιά. Πρώτον, παρόλο που το κρεβάτι μου είναι μονό, το Κουτάβι πιάνει λιγότερο χώρο από το μέσο μαξιλάρι, οπότε ψιλο-χωράμε. Δεύτερον, το Κουτάβι κοιμάται χωρίς να βγάζει κιχ. Πρόσφατα έμαθα (στο γυναικολόγο) ότι η έναρξη της έμμηνου ρύσης στα κορίτσια πιθανώς έχει άμεση συνάρτηση με το βάρος τους, το κορίτσι δηλαδή αρχίζει να έχει περίοδο όταν φτάσει να ζυγίζει τουλάχιστον ΧΧ τόσο (δεν έχω συγκεκριμένο νούμερο). Αν έτσι λειτουργεί και στα αγόρια, τότε στο Κουτάβι ακόμα δεν έχει έρθει περίοδος. Περίμενε. Λάθος συλλογισμός. Πάμε πάλι. Αν και η έναρξη του ροχαλητού εξαρτάται απ’ το βάρος, τότε είναι πολύ κατανοητό που το Κουτάβι δεν ροχαλίζει και κοιμάται σαν πουλάκι. Γιατί ζυγίζει και σαν πουλάκι (σκέτο πουλάκι). Οπότε, δεν έχω καλή δικαιολογία να τον διώξω.

Χμμμ… κάτσε να σκεφτώ. Νομίζω ότι το παρακάτω συνέβη την πρώτη φορά που ξεβάφτηκα και έμεινε να κοιμηθεί σπίτι μου. Εκείνη την πρώτη φορά, λοιπόν, για να μην με δει απότομα και τρομάξει, έχω κλείσει φώτα, έχω κλείσει παντζούρια, έχω κλείσει πόρτες, έχω κλείσει παράθυρα, έχω κλείσει το φωτάκι νυκτός, μην σου πω ότι έχω κλείσει και την τηλεόραση απ’ το κουμπάκι, να μην ανάβει το κόκκινο φωτάκι. Πλήρης συσκότιση. Θα ένιωσε σαν διαγωνιζόμενος στο Black Out του Ant1. Αυτό που τους βλέπεις ότι πάνε διστακτικά ψηλαφητά και τρομαγμένα, έτοιμοι να τιναχτούν απ’ το φόβο τους και να ουρλιάξουν. Έτσι και το παιδί, φοβόταν να πιάσει γιατί δεν ήξερε τι θα του προκύψει. Κάποια στιγμή -μάλλον θα ‘τανε πρωί αλλά το σκοτάδι ήταν πίσσα- κάτι γίνεται, κάτι πάμε να κάνουμε, κάτι όμως ΔΕΝ πάει να γίνει, πώς λέμε προχώρα και θα το βρεις, όπως πας όλο ευθεία, στο πρώτο κάνε αριστερά, μα εδώ έπρεπε να ‘ναι, μα πού πήγε, μία προσπάθεια, δύο προσπάθειες, εδώ παπάς εκεί παπάς…

ε… μ’ αυτά και μ αυτά, άναψε φως για να βρει την τρύπα.

 

 

 

 

 

Advertisements