Tags

, , , , , , , ,

Σαν να έχει δροσούλα αυτές τις μέρες ε; Αυτή τη στιγμή, είμαι πλυμένη και φρεσκολουσμένη (θέλει αρετή και τόλμη το λούσιμο με τέτοιο καιρό) και ζω τον έρωτά μου με μια θερμάστρα αλογόνου. (Αυτό γράφτηκε πριν δυο μέρες, όχι ότι τώρα είμαι άπλυτη αλλά είχε πιο πολύ κρύο). Πριν από κάποια χρόνια (το 2004, συγκεκριμένα), πάλι γύρω στο Φεβρουάριο, ζούσα τον έρωτά μου με Άχρηστο Παλιοκαργιόλη.  Ήμασταν μες στα μέλια τα θυμαρίσια. (Μετά από τρία χρόνια, ο έρωτας πήγε στα θυμαράκια). Είχαμε γνωριστεί ανήμερα Πρωτοχρονιά και ήμουν ακόμα σε πολύ ενθουσιασμένη και τρισευτυχισμένη κατάσταση, διότι βέβαια ήταν πολύ αρχή και τον γνώριζα ελάχιστα. (Να σημειώσω επίσης ότι τότε δεν τον έλεγα «Άχρηστο Παλιοκαργιόλη». Τον έλεγα με το όνομά του και μερικές φορές κολλούσα πίσω και την κτητική αντωνυμία «μου» Πώς λέμε «ο Άχρηστος Παλιοκαργιόλης ΜΟΥ»; Έτσι. Πόση ΜΟΥντζα να ΜΟΥ ρίξω, ΜΟΥ λες; Αλλά, τι να πεις, ως γνωστόν…

οι άνθρωποι, είναι υπέροχοι όσο δεν τους ξέρεις.

Είχε πάλι λοιπόν κάτι τροπικές θερμοκρασίες σαν και τώρα, κι εγώ είχα μόλις περάσει μια περίοδο που, για ακόμα μια φορά, είχαν πέσει πάνω μου οι 7 πληγές του Φαραώ σε μορφή ωτίτιδας, ιγμορίτιδας και πυώδους αμυγδαλίτιδας, όλες μαζί συγχρόνως και, μόλις γίνομαι καλά, μια εβδομάδα μετά, παθαίνω ανεμοβλογιά. Σοβαρά. Ανεμοβλογιά. Στα 27. Αφού λοιπόν ήμουν με το ενάμιση πόδι στον τάφο, είχα πολλές μέρες να δω τον Άχρηστο Παλιοκαργιόλη και ήμουν πολύ δυστυχισμένη. Ναι. Δεν πα να μην μπορώ να αναπνεύσω, να μην μπορώ να καταπιώ, να μην μπορώ να φάω τίποτα νόστιμο (είχα πάρει και κορτιζόνες για να στρώσω, οπότε ούτε αλάτι ούτε ζάχαρη), δεν πα να μην μπορώ να κοιταχτώ στον καθρέφτη (γιατί θα ‘σπαγε και ‘ταν και γρουσουζιά), δεν πα να με τρώει όλο μου το κορμί και να μην μπορώ να ξυστώ, εγώ ήμουν σε βαριά κατάθλιψη γιατί δεν μπορούσα να τον δω. Ακριβώς.

Η ασθένειά μου ήτανε χρονία.

Κάποια στιγμή έρχεται η μέρα που ξυπνάω, ψάχνομαι, κάνω νοητό λογαριασμό, δυο χέρια, δυο πόδια, ένα κεφάλι, όλα (σχεδόν) στη θέση τους και η ανεμοβλογιά να καλύπτεται σχετικά ικανοποιητικά με δυο-τρεις, άντε τέσσερις στρώσεις μέικαπ. Έρχεται, δηλαδή, η μέρα που επιτέλους είμαι καλά. Σηκώνομαι απ’ το κρεβάτι και κάτι τραβάει την προσοχή μου έξω απ’ το παράθυρο. Κοιτάζω να δω, όλα λευκά. Λευκά και παραμυθένια. Το βράδυ χιόνισε και το ‘χει στρώσει. Η Μαμά, πασιχαρής, μπαίνει στο δωμάτιό μου και μου δείχνει το τοπίο. Παιδάκια έξω φτιάχνουν χιονάνθρωπους, παίζουν χιονοπόλεμο και γελάνε. Δημοσιογράφοι στην τηλεόραση κάνουν ρεπορτάζ ενθουσιασμένοι κι ενώ τους έρχονται χιονόμπαλες στη μούρη, παραμένουν χαμογελαστοί. Τα σχολεία κλειστά. Οι δρόμοι κλειστοί. Όλη η πλάση, ντυμένη στα λευκά. Όλη η πλάση γιορτάζει που δεν θα πάει σχολείο ή δουλειά. Παντού βλέπεις χαρά. Κι εγώ…

…εγώ πατάω τα κλάματα.

«Γιατί κλαις Ειρήνη παιδί μου;» Γιατί; Γιατί έχουμε αποκλειστεί και δεν θα μπορώ να δω Άχρηστο Παλιοκαργιόλη (ο οποίος μένει μακριά). Κλαίω τόσο γοερά που η Μάνα, αντί να μου ρίξει φάπα και να πει «σύνελθε» (πράγμα που θα έκανε κανονικά), μου κάνει «σώπα σώπα» και πατ-πατ στην πλάτη, αλλά εγώ είμαι απαρηγόρητη. Παίρνω τηλέφωνο Άχρηστο Παλιοκαργιόλη και ψελλίζω ακατανόητα πράγματα μεταξύ λυγμών, αλλά δεν τον ακούω καλά, μάλλον δεν πιάνει, έχουν πέσει και τα σήματα (της κινητής), δεν ξέρω, κλείνω, κλαίω ακόμα πιο γοερά. Δυο λεπτά μετά, χτυπάει sms. Είναι από Άχρηστο Παλιοκαργιόλη: «Πίου* μου, εγώ θα βρω τρόπο να έρθω να σε δω ό,τι κι αν γίνει». Ρουφάω τη μύτη μου, σκουπίζω τα δάκρυά μου και χαμογελάει το πικραμένο μου χείλι. Μπορώ να σου πω ότι στο συγκεκριμένο μήνυμα βασίστηκε η μισή μας σχέση. (Η άλλη μισή στο ότι η πρώην γυναίκα του έγραφε σε περιοδικό και ήταν της προκοπής. Έλεγα «μα δεν μπορεί, κάτι του βρήκε!» Αλλά το «όποιος ψάχνει βρίσκει» δεν ταιριάζει παντού. Κι αυτό, το λέω προς αποφυγή παρεξηγήσεων. Αν είσαι κορίτσι και η πουτάνα η ζωή σε φέρει πάνω στους δικούς μου πρώην, μην κάτσεις κι εσύ να ψάχνεις να βρεις τι τους βρήκα. Πιθανότατα δεν βρήκα κάτι. Αν το ‘χα βρει, ίσως και να μην ήταν πρώην. Απλά το ξεκαθαρίζω, για να μη μου ζητάει καμιά τα ρέστα). Δώσαμε, δώσαμε.

*Πίου από το «Αγαπίου». Έπρεπε να δώσω πρώτα χάρτινη σακούλα να ξεράσεις.

Τέλος πάντων, αυτό που ήθελα να πω και ξεχάστηκα, ήταν για το εντυπωσιακό εφέ που μπορεί να έχει μερικές φορές ένα απλό γραπτό μήνυμα. Πολλοί (βασικά στην ηλικία μου) λένε «σιγά μην κάθομαι εγώ να στέλνω μηνύματα, καλύτερα να πάρω ένα τηλέφωνο να συνεννοηθώ». ΟΚ, μερικές φορές, χρειάζεται να πάρεις τηλέφωνο. Άλλες φορές, ίσως θες να ρωτήσεις κάτι χωρίς να χρειάζεσαι απάντηση. Μπορεί να θες να δηλώσεις κάτι χωρίς να θες να το συζητήσεις. Ή να θες απλά να πεις κάτι χαριτωμένο. Να θες να κάνεις μία ερώτηση χωρίς να πολύ-ενοχλήσεις. Να θες να πεις μια μαλακία πάνω σε κάτι που ειπώθηκε. Να θες να ξέρει ο άλλος ότι τον σκέφτηκες παρόλο που δεν έχεις να πεις κάτι σημαντικό. Να θες να σου στείλει εκείνος για να ξέρεις *εσύ* ότι σε σκέφτηκε. Να δεις ότι έχεις μήνυμα και να χαρείς. Μπορώ να αναφέρω πολλά «γλυκά» παραδείγματα. Αλλά θα πω το απλό. Δεν θα ήταν λίγο κουλό να σε πάρει ο άλλος τηλέφωνο για να σου πει απλά:

Έχεις πολύ ωραίο κώλο!

Ε; Πάντως, υπάρχουν και μερικά μηνύματα που λειτουργούν πιο καθοριστικά. Θα πω μια ιστορία από ακόμα πιο παλιά. Ήταν… (πότε ήταν; 2002;) πάντως και πάλι ήταν Φεβρουάριος. Ήταν μάλιστα 14 Φεβρουαρίου. Εκείνη την εποχή, οργανώνονταν κάτι φα-ντα-στι-κά πάρτι στο Club 22, το οποίο ακόμα βρισκόταν πάνω στη Βουλιαγμένης. Το πάρτι του Αγίου Βαλεντίνου, επονομαζόμενο Kitcherella Love, με σλόγκαν «όσο πιο κουλό, τόσο πιο καλό», για μερικά χρόνια αποτελούσε σταθμό στην αθηναϊκή νύχτα (έτσι για να χρησιμοποιούμε και δημοσιογραφική γλώσσα). Φοράγαμε ό,τι να ‘ναι: γκλίτερ, αλουμινόχαρτα, παγιέτες, φτερά, πούπουλα, καρδούλες, πλατφόρμες, ντίσκο, κερατάκια, φωτάκια, γιούρια, (εγώ ακόμα τέτοια φοράω), και πηγαίναμε. Ως ντεκόρ του μαγαζιού, στριγκάκια ήταν απλωμένα πάνω απ’ τα κεφάλια μας. Η μουσική Kitch 80s και 70s, από Sabrina με “Boys boys boys” μέχρι Αλέξια (σταθερή αξία), μέχρι και τα παπάκια. Τρελή χαρά και τρελή ευκαιρία για να γνωρίσεις κόσμο. Γιατί, ως γνωστόν, όταν το περιβάλλον σού δίνει αφορμές για να πιάσεις κουβέντα, μπορεί να πιάσεις και τίποτα άλλο. Ενώ, όταν τα πράγματα είναι υπερβολικά κυριλέ και στέκονται όλοι με το ποτό στο χέρι…

οι πιθανότητες είναι να μείνουν με το «ποτό» στο χέρι.

Έχω πάει εκεί λοιπόν με κάτι φίλες απ’ τη δουλειά (διαφημιστική εταιρία Fortune, ωραία χρόνια, ακόμα ζούσαμε τις παχιές αγελάδες). Εγώ (παρόλο που ένα φούξια παντελόνι, ένα ροζ μπουστάκι και κάτι πλατφόρμες με γκλίτερ τα φοράω), ακόμα είμαι ένα αθώο κοριτσάκι (η εξάλειψη της αθωότητας ήρθε στα 30, ακόμα τώρα είμαι 25). Η μία όμως φίλη είναι τόσο, πώς να το πω… «εξωστρεφής», που μου προκαλεί δέος. Πρόσεξε: Καθώς έχουμε μπει στο μαγαζί και κάνουμε μια βόλτα να δούμε πού θα σταθούμε, εκείνη, όποτε βλέπει κάποιον που της αρέσει, τον βουτάει στην ψύχρα και του ρίχνει γλωσσόφιλο. Μιλάμε για 5-6 άτομα τουλάχιστον. Και όλοι κάθονται. ΟΛΟΙ. Κανείς δεν λέει «Κοπελιά, τι κάνεις, μα… σε παρακαλώ…» και να τη σπρώξει απαλά. Όλοι ανταποκρίνονται. ΟΛΟΙ. Αμέσως μετά, αυτή φεύγει και τους παρατάει σύξυλους, και συνεχίζουμε τη βόλτα μας. Για πολύ ώρα, εγώ απλά κυκλοφορώ με ανοιχτό το στόμα. Αν ήμασταν σε beach bar, θα είχα καταπιεί δυο κιλά μυγάκια. Εν τω μεταξύ, κάνω και τη ρητορική εσωτερική αναρώτηση: «μα κι αν κάποιος έχει κοπέλα;» (δεν το λέω φωναχτά γιατί φοβάμαι ότι όλοι θα γελάσουν). Έχω διαβάσει βέβαια γι’ αυτή τη ριζοσπαστική τεχνική του «δες τον, βούτα τον», αλλά αυστηρώς εγκυκλοπαιδικά. Πώς διαβάζεις για το ζευγάρωμα του κολεοπτέρου; Κάπως έτσι. Δεν περίμενα ότι αυτό μπορεί να εφαρμοστεί στην πραγματική ζωή. Και, επαναλαμβάνω, κανείς δεν διαμαρτύρεται. ΚΑΝΕΙΣ. Για μήνες μετά πετάγομαι απ’ τον ύπνο μου στο κρεβάτι και αναφωνώ: «ΚΑΝΕΙΣ!!!» Αλλά, η βραδιά συνεχίζεται και η ώρα περνά χωρίς άλλα απρόοπτα…

Πίσω στην ιστορία, έχει πάει πια η ώρα αργά, οι φίλες έχουν γείρει σε κάτι κολώνες και το βλέμμα τους έχει γλαρώσει, κι εγώ χορεύω πλέον μόνη μου (κλασική φάση). Πού και πού σηκώνεται και χορεύει εκεί δίπλα κι ένα αγόρι από τη δίπλα παρέα. Πού και πού του ρίχνω κλεφτές ματιές δειλά-δειλά. Αυτό το αγόρι νομίζω ότι είναι το Νο1 Μικρό Αγόρι που μου άρεσε ποτέ (φυσικά, έχω χάσει πλέον το μέτρημα –αυτό θα έλεγα αν μετρούσα). Σοβαρά, αυτό το Πρώτο Μικρό Αγόρι είναι να το πιεις στο ποτήρι, στο φλιτζάνι, στο θερμός, στο κυπελλάκι, στη χούφτα σου, όπου να ‘ναι. Μου ρίχνει ένα κεφάλι max, του ρίχνω ένα δεκάκιλο min(imum) αλλά έχει απίθανα ωραία φάτσα και απίθανα ωραίο χαμόγελο. Τουτέστιν, καρδούλες (νοητές, γύρω μου). Θα τολμούσα να πω ότι πού και πού μου ρίχνει κλεφτές ματιές κι αυτός. Θα τολμούσα, αλλά δεν τολμώ. Προς το παρόν, απλά χορεύουμε. Βλέπω τις άλλες που δεν αντέχουν άλλο και θέλουν να φύγουμε, με πιάνει μια θλίψη, θα φύγουμε και δεν θα τον γνωρίσω. Εκεί, η Εξωστρεφής Φίλη προφανώς με λυπάται. Δεν είναι ότι έχω πει κουβέντα αλλά πιάνει πουλιά στον αέρα (με κάθε πιθανή ερμηνεία). Έρχεται και μας πιάνει και τους δύο απ’ το χέρι. Εγώ δεν *κάνω* την ντροπαλή, *είμαι* ντροπαλή, οπότε κάνω ότι δεν καταλαβαίνω τίποτα και βασικά θέλω να ανοίξει το πάτωμα να με καταπιεί. Εξωστρεφής Φίλη: «Τι θα γίνει ρε παιδιά; Απλά θα κοιταζόσαστε; Δεν ανταλλάσετε επιτέλους τηλέφωνα να πάμε καμιά ώρα και σπίτια μας;» Και ανταλλάξαμε τηλέφωνα. Αυτό μόνο. Γιούπιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιι! Είπαμε, είμαι αθώα.

Δεν θυμάμαι ακριβώς πότε τον πρωτοείδα, νομίζω ότι 14 του μηνός έπεφτε μεσοβδόμαδα οπότε τον είδα το Σαββατοκύριακο που ακολούθησε. Το θέμα είναι ότι πρώτο ραντεβού κανονίσαμε στο Θησείο, στο σταθμό του τρένου. (Σημείωση: ακόμα δεν υπήρχε μετρό). Έχω ήδη πει ότι κι εκείνες τις μέρες έκανε ψωλόκρυο. Και, για κάποιον αδιευκρίνιστο λόγο (σοβαρά, δεν έχω την παραμικρή ιδέα γιατί), τον έστησα ΔΥΟ ΟΛΟΚΛΗΡΕΣ ΩΡΕΣ. Κάτι πρέπει να μου συνέβη, δεν θυμάμαι τι. Δεν περίμενα να μείνει να περιμένει. Αλλά έμεινε. Δύο ώρες. Με περίμενε σ’ ένα πεζούλι έξω απ’ το σταθμό. Με θερμοκρασία υπό του μηδενός (ή κάπου εκεί). Δύο ώρες. Κι εκείνος δεν είχε καν μισό γραμμάριο λίπους πάνω του, να κάνει λίγη μόνωση. Κι όταν (επιτέλους) με είδε, δεν με διαολόστειλε. Όχι. Δεν παραπονέθηκε καν. Χάρηκε.

Μιλάμε, τον ψάχνω ακόμα αλλά κάποια στιγμή πρέπει να άλλαξε τηλέφωνο.

ΟΚ, εδώ θα κάνω παρένθεση και θα πω ότι αυτό το Πρώτο Μικρό Αγόρι το είδα συνολικά για 3 εβδομάδες από τότε και μετά, και είχα χάσει τελείως το μυαλό μου μαζί του. Ήταν 20 χρονών (τότε το χάσμα των 5 χρόνων μεταξύ μας φάνταζε τεράστιο), ήταν –όπως είπα- πανέμορφος (κι αυτό δεν το λέω μόνο εγώ, τον είχε μπουζουριάσει κι ένα πρακτορείο φωτομοντέλων στο δρόμο -μόνο για φάτσα, άντε να είχε ύψος 1.70), σπούδαζε γραφιστική και ήταν γλυκός, ευγενικός, έξυπνος, και γενικά το απόλυτο κοριτσίστικο όνειρο. Εγώ δεν πολύ-μιλούσα σ’ αυτή τη «σχέση». Δεν μπορούσα να μιλήσω, απλά δεν γινόταν και είχα παραιτηθεί (δες γιατί συμβαίνει αυτό, εδώ). Απλά τον κοιτούσα και χαμογελούσα χαζά και με έβριζα από μέσα μου για το τι ζώον είμαι. Τις φορές που κατάφερνα και μιλούσα, πάντως, επικοινωνούσαμε κιόλας. Φιλούσε και ωραία. Γενικά, ήταν ειδυλλιακά. Το κεφάλι μου ήταν σε ένα ροζ σύννεφο.

Σύντομα, το ροζ σύννεφο θα το λέω κυριολεκτικά «το μαλλί της γριάς».

Το πρόβλημα προέκυψε -φυσικά και προέκυψε, αλλιώς τώρα θα είχα τα παιδιά του- και όταν το πω μη γελάσεις, αλλά προέκυψε όταν το παιδί, μετά από τη δεύτερη-τρίτη φορά που ειδωθήκαμε, είπε κάποια στιγμή στο τέλος της βραδιάς, το: «θες να έρθεις σπίτι μου;» Εμένα εκεί μου ξανακόπηκε η μιλιά. Διά παντός. Έκανα «όχι-όχι!», πιθανώς με πανικοβλημένα νοήματα. Ξαναλέω, μη γελάσεις, αλλά ήταν αδύνατον να διανοηθώ και να διαχειριστώ την πιθανότητα τού να γδυθώ μπροστά στο αγγελικό αυτό πλάσμα. Αδύνατον! Μωρέ, τι μου έκανα συνεδρίες αυτό-ψυχανάλυσης, τι με καθησύχαζα και έλεγα «χαλάρωσε, πάρε βαθιές ανάσες, ΟΚ, όχι σήμερα, άντε την άλλη φορά», τι κατέβαζα τα ουίσκια μπαμ και κάτω μπας και νιώσω πιο άνετα… τίποτα. Έφτανε εκείνη η ρημάδα η στιγμή κι εγώ το ‘βαζα στα πόδια. Απλά να αναφέρω εδώ ότι στη ζωή μου είχε προηγηθεί πενταετής σχέση με Αθώο Άγγλο, η οποία ναι, όπως φαντάζεσαι, ήταν παντελώς ολοκληρωμένη. Ε, λοιπόν, αυτό δεν είχε καμία μα καμία σημασία. Καμία. Ό,τι κι αν είχα κάνει στο παρελθόν, έλεγα:

Εγώ. Δεν. Γδύνομαι. Μπροστά. Του. Τέλος.

Και, προς μεγάλη μου θλίψη (μα και έκπληξη –και εδώ δεν ξέρω αν διαφαίνεται ο σαρκασμός στο γραπτό λόγο), μετά από τρεις εβδομάδες που δεν είδε ούτε καν την *παραμικρή* πρόθεση εκ μέρους μου να πάω σπίτι του ποτέ, με παράτησε. Ο αλητήριος! Ντροπή! Αίσχος! Πού φτάσαμε; Είχε έρθει μάλιστα εκείνες τις μέρες στην Αθήνα η πρώην του (το παιδί ήταν από τα Χανιά αλλά μην φανταστείς «Κρητικός», μιλάμε κάτι σαν μικροσκοπικό μοντέλο από το Μιλάνο). Και φαντάζομαι ότι έγινε το «έλα να δεις» (παρόλο που εγώ δεν θα τολμούσα να πάω σπίτι του ούτε για να δω). Οπότε πάει. Μου έμεινε σαν γλυκιά ανάμνηση. Ακόμα μια σημείωση: όποιος τον ξέρει, τώρα θα ‘ναι περίπου 30, υπήρξε μπάρμαν στα Χανιά, περιγραφή έχω δώσει πιο πάνω, έσωζε και κάτι γεράκια –μην ρωτήσεις, άστο.

Αν τον ξέρεις και δεν είναι παντρεμένος με παιδιά, πες του ότι τώρα γδύνομαι.

Η προηγούμενη παράγραφος ήταν σφήνα στην ιστορία. Είχα μείνει εκεί που τον είδα επιτέλους ενώ είχε πιάσει πάγο στη φαβορίτα, μετά από δύο ώρες που με περίμενε στο Θησείο. Εκείνο το βράδυ περνάμε υπέροχα, πάμε και στο Άστρον στου Ψυρρή που έπαιζε ηλεκτρονική μουσική και, εκείνα τα χρόνια, το καλοκαίρι καθόμασταν όλοι έξω στο πεζουλάκι και χαζεύαμε ένα μπάρμαν με ράστα. Πάντως, τη συγκεκριμένη μέρα ήμασταν μέσα, χορεύαμε αγκαλιά όλο το βράδυ, γυρνάω σπίτι πανευτυχής το πρωί. (Ακόμα μένω με Γονείς). Για κάποιο σαδιστικό λόγο, το πρωί οι Γονείς θέλουν να κάνω δουλειές (ο λόγος που πήγα να συζήσω με Άχρηστο Παλιοκαργιόλη μετά από 8 μόλις μήνες γνωριμίας, ήταν για να μπορώ να κοιμάμαι μέχρι ό,τι ώρα θέλω το σαββατοκύριακο το πρωί). Ουσιαστικά δεν κοιμάμαι, λοιπόν, πάω να την πέσω επιτέλους κατά τις 3 το μεσημέρι. Με το που γέρνω το κεφαλάκι μου και ακουμπάει στο θεσπέσιο κρεβάτι, χτυπάει μήνυμα. Είναι Πρώτο Μικρό Αγόρι. Είχε πάει για κάστινγκ (δεν σου ‘πα ότι είναι και μοντέλο;) κοντά στη γειτονιά μου, και είναι κρίμα να μην πάω να τον δω. Εγώ δεν έχω κοιμηθεί καθόλου. Δεν αντέχω να κρατήσω το μάτι μου ανοιχτό. Επίσης –πιο πρακτικά- θέλω δύο ώρες να ετοιμαστώ. Σκέφτομαι, ΟΚ, θα του το φέρω έτσι ώστε να μου πει αυτός αυτό που θέλω εγώ. Του στέλνω κάτι τύπου: «Το πρόβλημα είναι ότι αν έρθω, θα σε στήσω πάλι για τουλάχιστον δύο ώρες». Και απαντά:

Ας περιμένω το δίωρο. Θέλω πολύ να σε δω.

Τα λόγια, φυσικά, είναι περιττά. Σε τέτοιου είδους μηνύματα αναφερόμουν. Μηνύματα καθοριστικά. Που δεν σου αφήνουν επιλογή. Δεν έχεις φάει, δεν έχεις πιει, δεν έχεις κοιμηθεί, μπορεί να είσαι κλινικά νεκρή, αλλά σηκώνεσαι όπως είσαι και πας να ετοιμαστείς. Τελεία και παύλα. Δεν είναι ανάγκη να είναι τόσο αλτρουιστικά, μπορεί απλά κάτι να σου λένε εσένα προσωπικά, να αγγίζουν μια ευαίσθητη χορδή ή απλά να σου δίνουν ένα κίνητρο, ένα κατιτίς, πώς λέμε «για την Ελλάδα ρε γαμώτο», «για την καύλα ρε γαμώτο», και τέτοια εμψυχωτικά; Έτσι.

Έτσι και το Σάββατο που μας πέρασε. Την Παρασκευή, έχω βγει με την παρέα μου στο Γκάζι για ρακόμελα. Θέλω να δω το Κουτάβι αλλά Κουτάβι είναι αλλού. (Εννοώ δημογραφικά, για το άλλο δεν έχω ιδέα). Καταπίνω την περηφάνια μου (μην πει κανείς μαλακία) και αργότερα πάω να το βρω. Φοράω ένα μπλε ελεκτρίκ φόρεμα και ασορτί φουλ μπλε μάτι. Πάω, βρίσκω Κουτάβι, όλα καλά. Μετά πάμε σπίτι. Πιο μετά, Κουτάβι αρνείται πεισματικά να σηκωθεί να φύγει, το υπομένω μέχρι κάποια στιγμή το πρωί (προς μεσημέρι) μέχρι που με έχει πιάσει τρομερός εκνευρισμός γιατί είμαι άυπνη και δεν αντέχω και θέλω να βάλω τα κλάματα (αγόρια = έλλειψη ύπνου –λέω, αν το πρόσεξες). Επίσης, το αριστοτεχνικά ζωγραφισμένο μπλε μάτι μου μέχρι εκείνη την ώρα, έχει μετοικήσει σε όλη μου τη φάτσα και πλέον, στην καλύτερη περίπτωση μοιάζω με Άβαταρ αλλά στην πραγματικότητα πιο πολύ με Παπαστρούμφ και, παρόλο που δεν είναι μπλε…

…βασικά θυμίζω Δρακουμέλ.

Τέλος πάντων, μετά από πολλά, Κουτάβι φεύγει, ξεβάφομαι, πέφτω για ακόμα ένα διωράκι ύπνου. Το διωράκι, βέβαια, δεν έφτασε ποτέ σε κανέναν. Σέρνομαι όλη μέρα, το βράδυ είπε η παρέα μου να κανονίσει αλλά τελικά δεν κανονίζουμε τίποτα, στέλνω κάποια στιγμή ένα μήνυμα στο Κουτάβι αλλά δεν απαντά, αποφασίζω ότι μένω μέσα και τρώω ό,τι υπάρχει στο σπίτι. Κατά τα μεσάνυχτα, υποτίθεται ότι διαβάζω βιβλίο αλλά διαβάζω την ίδια παράγραφο 13 φορές, έχω ανοιχτή τηλεόραση αλλά τα μάτια μου κλείνουν, μιλάω στο τσατ με μισή καρδιά γιατί μισοκοιμάμαι και τότε με παίρνει τηλέφωνο το Κουτάβι, χαρωπό. Έίχε πέσει για ύπνο και ξύπνησε τώρα φρέσκο-φρέσκο να βγει. Απάτη, προδοσία. Βρίζω από μέσα μου. (Ίσως κι απ’ έξω μου αλλά καλά του κάνω). Λέω ότι εγώ αποκοιμιέμαι και ότι μου το λέει πολύ αργά αλλά δεν πειράζει, είμαι κομμάτια, άλλη φορά. Ειλικρινά είμαι κομμάτια, αλλιώς θα έβγαινα. Δεν πέφτω για ύπνο, βέβαια. (Μα ούτε καν 1 το βράδυ, έλεος!) Κάθομαι και βασανίζομαι μέχρι τις δυόμισι. Εκείνη την ώρα, παίρνει το μάτι μου κάτι ζώδια που ανέβηκαν μόλις στο facebook. Daily Starfax Σαββατοκύριακο, από το Lifo. (Παρένθεση: στις προβλέψεις δίνω μεγαλύτερη σημασία στον ωροσκόπο μου που είναι Ιχθύς, παρόλο που σαν χαρακτήρας είμαι αυθεντικός Υδροχόος. Αυτό παρόλο που δεν ασχολούμαι με ζώδια. Απλά λέω). Το διαβάζω λοιπόν: «Το Σάββατο 28/01 τα κέφια είναι ανεβασμένα. Βέβαια νιώθεις μια φυσική κούραση που σε κρατάει κάτω, αλλά αν ακολουθήσεις τη ψυχή σου θα δεις ότι θα ξεκουραστεί σχεδόν μαγικά και το σώμα…

 …Τουτέστιν μην μείνεις σπίτι με το τηλεκοντρόλ στα χέρια.

Αλήθεια, έλεγε κι αυτή την τελευταία φράση, δεν την είπα εγώ, μα τον Τούτατη! μπορείς να το τσεκάρεις κι εδώ. Και τώρα με τρώει το συμπαντικό σαράκι. Στέλνω μήνυμα στο Κουτάβι, αν θα μείνει για πολύ εκεί (στο ΚΛΙΚ, στο Κεφαλάρι), να τεστάρω τα νερά (γιατί πού ξέρω εγώ τι κάνει εκεί έξω κι αν δεν κάνει κάτι καλύτερο απ’ το να δει εμένα; 24 χρονών είναι). Απαντά ρωτώντας γιατί ρωτάω και αν σκέφτομαι να πάω. Του λέω ότι διάβασα το ζώδιό μου και λέει ότι πρέπει να βγω. (Σοβαρά όμως, ανεβάζουν ζώδιο στις 2.30 το πρωί που λέει ότι πρέπει να βγεις; Επίτηδες πάνε να με κάνουν να φαίνομαι τρελή;) Αλλά προσθέτω ότι το είδα την ώρα που ετοιμαζόμουν να κοιμηθώ. Βασικά περιμένω να γελάσει και να πει «χαχαχα, πιστεύεις στα ζώδια;» ή «ξεκουράσου, τα λέμε αύριο» ή κάτι τέτοιο. Αλλά απαντά:

Θα πας κόντρα στους πλανήτες και στα άστρα;

Εγώ; Και ποια είμαι εγώ να πάω κόντρα στο σύμπαν; Ποια είμαι εγώ να αψηφήσω το πεπρωμένο; Οπότε, παρόλο που τα γέρικα κόκαλά μου ψηφίζουν κρεβάτι, η κάλπη έχει σφραγίσει. Σηκώνομαι και πάω στον καθρέφτη του μπάνιου να επιθεωρήσω το μέγεθος της προσπάθειας που απαιτείται ώστε να φτάσω σε σημείο να βλέπομαι. Το δικό μου μάτι βέβαια μπορεί να κλείνει, αλλά απόψε θα βαφτεί smokey (= «καπνισμένο» – είδος εξεπίτηδες μουντζουρωμένου μακιγιάζ). Γιατί, πώς να το κάνουμε; σ’ αυτή τη ζωή, αν δεν έρθει η θεία φώτιση, ένα μήνυμα περιμένουμε όλοι. Ένα μήνυμα που θα μας ταρακουνήσει, θα μας κινητοποιήσει, θα μας κάνει να πιστέψουμε σε κάτι, ακόμα κι αν αυτό το κάτι είναι απλά ένα μάτι που μας κλείνει η ζωή. Ναζιάρικα. Ένα μήνυμα που θα ‘ρθει από τα άστρα, απ’ το Θεό, από θνητό, ακόμα κι από Κουτάβι. Ένα συμπαντικό καμπανάκι που θα χτυπήσει με χαρμόσυνο ρίνγκ-τόουν.

Δεύτε λάβετε μήνυμα.

Advertisements