Tags

, , , , ,

Σημαντική προειδοποίηση: Αυτό το post δεν μοιάζει (μου είπαν) με το συνηθισμένο μου ύφος, έχει βγει κομματάκι καταθλιπτικό. (Με έφτυσαν ρε παιδιά, τι να κάνουμε;) Αν δεν είσαι σε mood που σε παίρνει να πέσεις ψυχολογικά, ΜΗΝ το διαβάσεις, πήγαινε παρακάτω. (Απλά έπρεπε να υπάρχει).

Θα κάνω μια αναδρομή στο παρελθόν. Η εικόνα γίνεται ασπρόμαυρη και ομιχλώδης. (ΟΚ, δεν είναι τόσο παλιά, η τεχνολογία είχε ήδη φτάσει στο έγχρωμο). Λίγο μετά το Πάσχα 2009 λοιπόν, γνωρίζω, τυχαία, Αστείο Αγόρι. Αστείο Αγόρι τυγχάνει να είναι φίλος του προσωπικού (το οποίο τυχαίνει να είναι πολύ ευχάριστο στο μάτι σαν σύνολο) σε συνοικιακό μαγαζί (Kitchen Bar) στο οποίο (για αδιευκρίνιστους λόγους) συχνάζω. Εκείνη την εποχή βλέπω ήδη για δύο χρόνια (από τα συνολικά δυόμιση) το Αγόρι-Καράτε-Οικοδομή, το οποίο είχα αναφέρει εδώ, με το οποίο διατηρώ σταθερή αλλά αυστηρώς Κυριακάτικη σχέση…

…που περιορίζεται δημογραφικά πάνω στο κρεβάτι μου.

 

Την περίοδο εκείνη γνωρίζω πολύ κόσμο γενικά (όλοι καταλαβαίνουμε τι σημαίνει αυτό), το οποίο επίσης σημαίνει ότι είμαι στα χάι μου. Δηλαδή στη φάση «γιατί όχι;» Η απάντηση θα έπρεπε να ήταν «για πολλούς λόγους», αλλά δυστυχώς, αυτές οι ρητορικές ερωτήσεις –και η έλλειψη απαντήσεων- είναι που μου ‘χουν φάει τη ζωή. Πρωτογνωρίζω Αστείο Αγόρι λοιπόν ενώ μιλάει με Αδερφή στο Kitchen Bar όπου πίνουμε το πρώτο ποτό, πριν πάμε στο αγαπημένο μας eleven bar restaurant. Εκείνο το βράδυ, εγώ είμαι ήδη ενοχλημένη από φίλο Αστείου Αγοριού (μέλος του προσωπικού) από τον οποίο είχα προσδοκίες (λάθος μου, παρόλο που μου είχε δώσει δικαίωμα προσδοκιών, μα τω Θεώ), και ο οποίος με αγνοεί επιδεικτικά. Αστείο Αγόρι εμφανίζεται την ώρα περίπου που κλείνει το μαγαζί και είναι ιδιαίτερα κοινωνικός, εγώ είμαι ελαφρώς –έως βαρέως- μουντρούχα και αρνητική, δεν έχω όρεξη να γνωρίσω κανέναν άλλον σ’ αυτό το μαγαζί, πόσο μάλλον άλλον έναν χαρούμενο και κοινωνικό τύπο.

Μου τη δίνουν οι χαρούμενοι και κοινωνικοί τύποι.

 

Η Αδερφή, απ’ την άλλη, είναι εκνευριστικά κοινωνική, ο τύπος ανθρώπου που πιάνει ψιλοκουβεντούλα με αγνώστους πιο εύκολα απ’ όσο εγώ βάζω άι-λάινερ (δηλαδή με κλειστά μάτια), ο τύπος ανθρώπου που στέκεται στην ουρά στις τουαλέτες του κλαμπ, πιάνει συζήτηση με άσχετη γκόμενα και μετά της ζητάει και facebook, ο τύπος ανθρώπου που γνωρίζει το γενεαλογικό δέντρο κάθε συγχωριανού -του οποίου την ύπαρξη εγώ συνειδητοποιώ μόνο αφού έρθει και μου την πέσει. Όταν λοιπόν Αδερφή πιάνει κουβέντα με Αστείο Αγόρι, εγώ δεν δίνω σημασία, ειδικά μια και Αστείο Αγόρι δεν είναι κι αυτό που το βλέπεις και πέφτεις κάτω. Οπότε απλά στέκομαι υπομονετικά δίπλα και περιμένω να φύγουμε.

Στάνταρ έχω και ξινισμένη φάτσα.

 

Αστείο Αγόρι λέει στην Αδερφή μια ιστορία από το Πάσχα που μόλις πέρασε, ήταν, λέει, σε νησί με τους φίλους του και, γυρνώντας ένα πρωί μετά από πολλά ξίδια, κάτι ακούω να λέει για ένα χωράφι κι ένα γάιδαρο. Εντελώς αυθόρμητα, λέω: «πες μου σε παρακαλώ ότι δεν πηδήξατε το γάιδαρο…» Αστείο Αγόρι ημι-σοκάρεται, λέει «όχι βέβαια!» κι εκεί πρωτο-αντιλαμβάνεται κι αυτός την ύπαρξή μου. Δεν υπάρχει μεγάλη συνέχεια της συζήτησης, σε λίγα λεπτά φεύγουμε. Διασταυρωνόμαστε τυχαία άλλη μια φορά στην ίδια ακριβώς φάση, λίγο πριν φύγουμε δηλαδή απ’ το μπαρ για να συνεχίσουμε στο κλαμπ. Εκεί, τελείως για πλάκα, αφού εκείνος δηλώνει ότι είναι του χορού, εγώ και Αδερφή, πολύ ενθουσιασμένες, του λέμε να έρθει μαζί μας να χορέψουμε. Αστείο Αγόρι δείχνει ελαφρώς τρομαγμένο και επιμένει ότι έχει διάβασμα. Εμείς γελάμε, φεύγουμε.

Ναι, το να πειράζουμε αθώα αγοράκια είναι το αγαπημένο μας σπορ.

 

Μέσα στην εβδομάδα, με βρίσκει στο facebook όπου έχουμε κοινούς φίλους από το προσωπικό του Kitchen Bar. Δεν ξέρω αν με βρήκε τυχαία ή όχι. Ακόμα τότε δεν υπάρχει το chat (είπαμε, 2009, το chat το έφτιαξαν περίπου ένα μήνα μετά), οπότε ανταλλάσσουμε λίγα μηνύματα, απόλυτα φιλικά, λέει ότι μάλλον θα λείπει στο εξοχικό του το ΣΚ, λέω ΟΚ, δεν είναι ότι με πολύ-απασχολεί κιόλας (αυτό δεν το λέω, απλά ισχύει). Έρχεται Σάββατο. Κανονίζω να πάω για χαλαρό ποτό στο εν λόγω μπαρ με συμπαθές αγόρι-φίλο ο οποίος πιθανώς με ψιλογουστάρει αλλά έχει κοπέλα και είναι άκακο παιδί, οπότε βγαίνουμε φιλικά. (Αλήθεια σου λέω! Αν ήταν, δεν θα στο ‘λεγα εγώ, βρε κουτό;)

Κι εκεί που είμαστε στο βάθος του μπαρ και πίνουμε ποτό και ψιλοβαριέμαι, μπαίνει μέσα Αστείο Αγόρι. Χωρίς λόγο και αιτία, χαίρομαι πολύ που τον βλέπω. Όχι, όχι γκομενικά, απλά χαίρομαι. Αγνή χαρά. Χαιρετάω από μακριά με φουλ χαμόγελο, ανταποδίδει. Κάθομαι με το Συμπαθές Αγόρι-Φίλο για ακόμα κάποια ώρα, δυστυχώς έχω σκυλοβαρεθεί και είμαστε κάπου στο «αυτάαααα» νούμερο 4. Λέω: «Δεν πάμε προς τα κει να πούμε ένα γεια;» Πάμε. Αστείο Αγόρι είναι με φίλο του. Λέει: «Τώρα θα ερχόμασταν κι εμείς από κει». Μετά, μιλάμε. Δεν είμαι σίγουρη τι λέμε. Κάποια στιγμή, Συμπαθές Αγόρι-Φίλος λέει ευγενικά ότι φεύγει. Τον χαιρετάω και γυρνάω στη συζήτηση με Αστείο Αγόρι. Δεν ξέρω τι λέμε. Σε κάποια φάση, σίγουρα λέμε για την μπλούζα του γιατί πάμε ως το φως να δούμε καλύτερα τα χρώματα και κάτι στη λαιμόκοψη. Δεν ξέρω τι. Δεν ξέρω τίποτα. Ξέρω ότι σε κάποια φάση σκύβει και με φιλάει. Ξέρω ότι τον φιλάω κι εγώ, παρόλο που το βρίσκω όλο πολύ αστείο. Αμέσως μετά λέω ότι φεύγω για να πάω eleven. Απορεί. Λέω ότι με περιμένουν –όχι ότι με περιμένει κάποιος συγκεκριμένα, αλλά πάντα βρίσκω γνωστούς εκεί και το λέω. Λέει να με πάει, λέω όχι, αν δεν είναι να έρθει, όχι. Επιμένει, μάταια, φεύγω, κατεβαίνω με το ασανσέρ. Έξω, στην είσοδο, με προλαβαίνει. Πήγε απ’ τις σκάλες. Ξαναφιλιόμαστε. Ξαναλέω ότι φεύγω. Ξαναλέει να με πάει. Λέω όχι. Παίρνω ταξί. Φεύγω.

Όλες αυτές οι λεπτομέρειες δεν λένε και τίποτα, απλά τις είχα γράψει κάποτε σκοπεύοντας να προχωρήσω ως το τέλος της γνωριμίας αλλά είχα σταματήσει σ’ αυτό ακριβώς το σημείο διότι συνειδητοποίησα πως ίσως υπάρχουν πιο ευχάριστα πράγματα να κάνει κανείς, όπως π.χ. το αυτομαστίγωμα, το αυτογδάρσιμο, ή η αυτόματη αυτοανάφλεξη. Το σημαντικό είναι ότι τη στιγμή που συμβαίνουν αυτά που έχω περιγράψει ως τώρα, η όλη γνωριμία με Αστείο Αγόρι δεν έχει ιδιαίτερη σημασία μια και α) παρόλο που είναι μικρός, δεν είναι ακριβώς ο τύπος μου β) συγχρόνως, εκτός από Αγόρι Καράτε Οικοδομή, βλέπω κι άλλους 5-6 και γ) αυτός είναι 21 κι εγώ 32. Αστείο Αγόρι έχει πλάκα (εξ ου και το όνομα), οπότε ασχολούμαι λίγο για πλάκα, αλλά χωρίς -επαναλαμβάνω- να δώσω ιδιαίτερη σημασία.

Αυτό που έχει σημασία είναι ότι μετά από λίγο καιρό δεν δίνω ιδιαίτερη σημασία ούτε στο (α) ούτε στο (β) ούτε στο (γ). Δυστυχώς. Αλλά μόνο εγώ. Πολύ πιο δυστυχώς. Εν τω μεταξύ, όμως, προσπαθώ να ΜΗΝ δώσει *εκείνος* σημασία στο γεγονός ότι εγώ πλέον ΔΕΝ δίνω σημασία.

Το παράλογο, με όλη τη σημασία της λέξης.

 

Δεν θα περιγράψω το πώς συνέβη όλο αυτό, θα πω μόνο την αρχή και το τέλος. Η αρχή έγινε μια βραδιά (θα ‘ταν, ξέρω ‘γω, 3 εβδομάδες που έβλεπα Αστείο Αγόρι;) που έχω βγει με εμφανίσιμο συνομήλικο πρώην συνάδελφο που γενικά έχει όλα τα προσόντα για κάτι «σοβαρό». Και με συμπαθεί κιόλας. Εκεί που πίνουμε το ποτό μας, δεν θυμάμαι τι λέμε, αλλά θυμάμαι ότι βαριέμαι. Δεν θα ‘πρεπε να βαριέμαι. Δεν έχω δικαίωμα να βαριέμαι. Το παιδί είναι ωραίο, έξυπνο και ξαναλέω: συνομήλικο (αλλά σε ωραίο, μιλάμε για είδος υπό εξαφάνιση, στο δίπλα τραπέζι, διακριτικά, πίνουν ποτό το Discovery Channel παρέα με τη WWF παρατηρώντας και καταγράφοντας τη συμπεριφορά του πριν το ζευγάρωμα). Παρόλα αυτά, εγώ βαριέμαι. Και, άθελά μου, σκέφτομαι: «…να ‘μουν τώρα με το Αστείο Αγόρι…» Η σκέψη αυτή με εκπλήσσει, βέβαια, και τη βάζω στην άκρη για περαιτέρω επεξεργασία.

Κι αυτή ήταν η αρχή. Του τέλους.

 

Το τέλος άργησε λίγο να έρθει –μεσολάβησε και το καλοκαίρι, γι’ αυτό. Μέσα στο διάστημα Πάσχα-Καλοκαίρι, εκείνη η φευγαλέα σκέψη ήρθε κι έγινε συνειδητοποιημένη γνώση. Πράγμα πολύ ανησυχητικό. Γιατί, έλα που αλλιώς τα ‘χαμε συμφωνήσει! Τα πράγματα ήταν ξεκαθαρισμένα εξ αρχής. Εγώ η ίδια μάλιστα –αυτομούντζα- είχα πει: «Βλέπω κι άλλους, βλέπε κι άλλες». Δεν μπορούσα να πάω ξαφνικά ν’ αλλάξω τα δεδομένα. Δες το απ’ την πλευρά του: 1) Θα τον τρόμαζα: η τρελή 32άρα που την έχει πατήσει μαζί μου. 2) Θα γινόμουν ρόμπα: Η τρελή 32άρα που την έχει πατήσει μαζί μου. 3) Θα ήταν μάταιο: Η τρελή 32άρα που την έχει πατήσει μαζί μου.

Οπότε, τι να κάνω; Να γράφω στους τοίχους της Αθήνας «Βασανίζομαι»; Άσε, πρόλαβε άλλος. Να κάνω τουμπεκί ψιλοκομμένο αλλά να κόψω τις μαλακίες δεξιά-αριστερά; Ύποπτο το κόλλημά σου ύποπτο. Να κόψω και το Αγόρι Καράτε Οικοδομή; Αυτό κι αν θα ήταν τρανταχτό, ας βγω καλύτερα στο μπαλκόνι να ξελαρυγγιάζομαι «μα αν είναι η αγάπη αμαρτία, θα βγω να το φωνάξω με λατρεία, θα βγω να το φωνάξω να το πω…» κ.λπ. Εν τω μεταξύ, είχα απόλυτη συναίσθηση ότι ούτως ή άλλως σύντομα θα έμενα με το πουλί στο χέρι. Οπότε το εκλογικεύω. Μου λέω: «Με το δικό του πουλί, δεν θα μείνεις. Ας μείνεις τότε τουλάχιστον με κάποιου άλλου». Άρα, η τρελή 32άρα έκανε την τρελή, γενικά. Γιατί δεν είχε επιλογή.

Μια καθοριστική στιγμή ήταν όταν περάσαμε ένα Σαββατοκύριακο (ούτε καν ολόκληρο), στο εξοχικό του. Εκεί το πράγμα έφτασε στο απροχώρητο, διότι παρά τις τρομερά αντίξοες συνθήκες, πέρασα υ-πέ-ρο-χα. Οι αντίξοες συνθήκες ήταν α) ήμουν Εγώ και β) είχα κάτι γυναικολογικά προβλήματα οπότε ήμασταν σχεδόν σαν αδερφάκια. (ΟΚ, πολύ διεστραμμένα αδερφάκια, αλλά κατάλαβες). Όταν λέω «ήμουν Εγώ», εννοώ ότι για μένα η ιδέα του να φύγω εκτός έδρας έστω και για ένα ΣουΚού, έχει τον ίδιο βαθμό δυσκολίας με το να περάσει ένας άλλος άνθρωπος 6 μήνες στην Αλάσκα. Χωρίς θέρμανση. Ειδικά αν δεν γνωρίζω αν θα έχω στη διάθεσή μου ένα μπάνιο με καθρέφτη στον οποίο φτάνω να δω τη φάτσα μου, και καλό φωτισμό. Ακόμα πιο ειδικά, αν πρέπει να διανυκτερεύσω και με κάποιον άλλον. Που δεν με έχει δει άβαφτη. Και ίσως να ροχαλίζει. Το σκέφτομαι και ανατριχιάζω…

…χειρότερα απ’ το αν ήμουν στην Αλάσκα.

 

Αυτή τη στιγμή που γράφω, οι φίλοι μου έχουν φύγει για ΣΚ στο Άστρος της Κυνουρίας, όπου δουλεύει μια φίλη μας μπαργούμαν. Το βράδυ θα βγουν, θα καταστραφούν (αλκοόλ) και θα κοιμηθούν καμιά δεκαριά άτομα σ’ ένα σπίτι. Για μένα, αυτό είναι από τους εφιάλτες που ξυπνάς λουσμένος στον κρύο ιδρώτα και φοβάσαι να σε ξαναπάρει ο ύπνος και ανάβεις τηλεόραση να δεις τα στρουμφάκια (ξημερώματα στο Star) μπας και ηρεμήσεις. Τους αποχαιρέτησα κουνώντας τους το μαντίλι και φτύνοντας τον κόρφο μου. Μιλάμε για φάση-πενταήμερη. Στην οποία δεν πήγα. Για τους ίδιους λόγους. Αλλά, στο εξοχικό του Αστείου Αγοριού, μάζεψα το κουράγιο μου, το θάρρος μου και τα 158 νεσεσέρ μου με τα καλλυντικά, και πήγα.

ΣΚ = Στην Καταστροφή

 

Πριν φύγουμε για καλοκαίρι, είχα αρχίσει να είμαι απρόσεκτη. Δεν θυμάμαι αν είχα φτάσει να λέω ότι έβγαινα με κάποιον άλλον ενώ πήγαινα σούπερ μάρκετ και ψώνιζα στοματικό διάλυμα με γεύση φράουλα. Λίγες μέρες πριν τις διακοπές, μου λέει με νόημα κάτι τύπου «εγώ πάντως δεν χρειάζομαι να κάνω τίποτα το καλοκαίρι». Το διάβασες και χάρηκες, ε; Γατάκι! Αμ δε! Ήταν αποδεδειγμένο (αδιάσειστα τα στοιχεία) το ότι Αστείο Αγόρι σε φάσεις μπορεί να έλεγε διάφορα –χωρίς να τα φιλτράρει- που δεν τα εννοούσε. Μάλλον, ΟΚ, εκείνη τη στιγμή ίσως –λέω, ίσως- και να τα εννοούσε. Αλλά, βρε παιδί μου, αν σε έχεις τσεκάρει (και ναι, ακόμα και στα 21 μπορείς να σε έχεις τσεκάρει) ότι μάλλον δεν θα τα εννοείς μετά από 5 λεπτά, ε τότε δεν τα λες. Το σκέφτηκες; Το κάνεις γαργάρα. Ξέρεις πόσα σκέφτομαι εγώ και τα κάνω γαργάρα;

Τι νομίζεις ότι το ήθελα το στοματικό διάλυμα με γεύση φράουλα;

 

Μ’ αυτά και μ’ αυτά, δεν μπορούσα να με αφήσω στην τύχη μου το Καλοκαίρι, γιατί με ήξερα τι ζώον είμαι. Οπότε, μου λέω: «μην τολμήσεις και δεν κάνεις τίποτα όλο τον Αύγουστο και κάθεσαι και σκέφτεσαι το Αστείο Αγόρι, γιατί μετά που θα πάρεις τα’ αρχίδια σου, θα κλαις και θα χτυπιέσαι ότι ένα ολόκληρο καλοκαίρι πήγε χαμένο. Και θα φταις μόνο εσύ!» (Ναι, οι αυτο-νουθεσίες μου είναι πολύ πειστικές). Οπότε, σαν καλό κορίτσι, δεν άφησα το καλοκαίρι να πάει χαμένο. (Μπάι δε γουέη, υπάρχουν τρομερά αστείες ιστορίες απ’ αυτό το καλοκαίρι). Με την επιστροφή μου όμως απ’ το Νησί, δεν μπορούσα να διανοηθώ να συνεχίσω να περνάω το ίδιο μαρτύριο, να βλέπω Αγόρι Καράτε Οικοδομή και να πρέπει ντε και καλά να ασχολούμαι και με άλλους για να φαίνομαι κουλ και χαλαρή στο Αστείο Αγόρι. Και είπα, ως εδώ. Θα πω ότι θέλω επαναπροσδιορισμό των δεδομένων. Και, τη βραδιά που γύρισα Αθήνα, Αστείο Αγόρι = Τέλος. (Όχι, μην νομίζεις ότι το έκανα εγώ αλλά μην με ρωτήσει κανείς πώς και τι, ούτε εγώ είμαι απόλυτα σίγουρη πώς έγινε). Αλλά ό,τι έγινε, έγινε.

Μερικές μέρες μετά, ένα μοιραίο απόγευμα, πάω για καφέ με Αγόρι Καράτε Οικοδομή και, χωρίς να μπορώ να το ελέγξω, αρχίζουν και τρέχουν τα δάκρυα (ούτε λίγος σεβασμός στο μακιγιάζ). Αγόρι Καράτε Οικοδομή νοιαζόταν για μένα πολύ. Το ψυχανεμίζεται ότι κλαίω για κάποιον άλλον (πόσο κλισέ και δραματικό ακούγεται αυτό και πόσο ντρέπομαι που του το έκανα αυτό). Πολεμικές τέχνες μάλλον δεν σου διδάσκουν πώς να σηκωθείς μετά από τέτοιο χτύπημα που φαίνεται πως ήταν το τελειωτικό στη «σχέση» μας. Αγόρι Καράτε Οικοδομή με αποχαιρετά εκ τηλεφώνου κάνα-δυό εβδομάδες μετά, για να είναι με μια κοπέλα που τον αγαπά από παλιά. (Παντρεύτηκαν – όλα καλά).

Κάποια στιγμή κάπου τότε, Αστείο Αγόρι πήγε να υπηρετήσει τη μαμά πατρίδα. Ενδιάμεσα, πού και πού μου μίλαγε στο facebook και λέγαμε κάτι μαλακίες, τίποτα το ουσιαστικό. Το επόμενο καλοκαίρι, ειδωθήκαμε μια φορά προ διακοπών και δυο φορές μετά, και τα λέω επιγραμματικά γιατί εκεί κι αν είναι που δεν κατάλαβα απολύτως τίποτα και το πράγμα πήγε τόσο ακατανόητα (για μένα) και καταστροφικά, που δεν μπορούσα να το διαχειριστώ οπότε αποφάσισα να τον βγάλω και από φίλο στο facebook. Τον Οκτώβριο του 2010 αλλάζω δουλειά και στην καινούρια εταιρία υποφέρω τόσο πολύ, που κλονίζεται όλο το νευρικό μου σύστημα σε βαθμό να χτυπάν καμπανάκια συναγερμού, να μην μπορώ να σταθώ όρθια (τον παίρνεις και γέρνεις), να πηγαίνω σε οχτάρια (χωρίς σταγόνα αλκοόλ), να πέφτω κάτω και γενικά, δεδομένων των συμπτωμάτων μου, να πιστεύω ότι έχω σκλήρυνση κατά πλάκας. Πήγα σε νευρολόγο, έκανα και μαγνητική εγκεφάλου, δεν μου έβρισκαν τίποτα…

…τώρα ξέρω πώς νιώθουν οι ασθενείς του Dr House.

 

Περνάω έτσι τραγικά για πάνω από ένα μήνα και μετά, σιγά-σιγά συνέρχομαι κάπως, παρόλο που μισώ με πάθος την καινούρια μου δουλειά. Περνάνε τα Χριστούγεννα και, τον Ιανουάριο, (μια θλιβερή βραδιά στην Καρύτση -τι περίεργο;) του στέλνω Μήνυμα Απόπειρα Νούμερο 1. Μ’ έχει σβήσει απ’ το κινητό του, δεν καταλαβαίνει ποια είμαι. Εξηγώ, λέω κι ότι θέλω να τον δω κάποια στιγμή, το αφήνουμε στο φλου. Βλέπεις, μετά την εμπειρία του «σήμερα είμαστε κι αύριο δεν είμαστε» (είπαμε, δεν ήξερα αν την έβγαζα τη χρονιά), με έχουν πιάσει τα -και καλά- συνειδητοποιημένα σλόγκαν αυτο-βελτίωσης τύπου: «αν δεν ρισκάρεις δεν κερδίζεις», «αν δεν ρωτήσεις δεν θα μάθεις ποτέ», «πες το σήμερα, δεν έχεις να χάσεις τίποτα», ακόμα και το «just do it» και άλλα τέτοια. Σταδιακά, λοιπόν, αρχίζω σιγά-σιγά να αλλάζω την απόλυτα αρνητική άποψή μου περί «Υπεύθυνης Δήλωσης Συναισθημάτων». Κάνω στροφή 180ο απ’ αυτό που ως τότε υποστήριζα όλη μου τη ζωή, δηλαδή αυτό που λέει το γνωστό χιτάκι της Imany: “You will never know, I will never show”, και άλλα που περιγράφω με λεπτομέρειες εδώ, το οποίο γράφτηκε κάπου 14 Φεβρουαρίου, δηλαδή ένα μήνα μετά από την Απόπειρα Νούμερο 1.

Ένα απόσπασμα απ’ αυτό το κείμενο, λέει τα εξής: «Ως τώρα, πίστευα ακράδαντα ότι όταν περνάς τη φάση του “τον σκέφτομαι και χαμογελάω μόνη μου, είμαι τρισευτυχισμένη όταν είμαι μαζί του, γελάω συνέχεια σαν ηλίθια, δεν θέλω να περάσει η ώρα και να πρέπει να φύγει, κ.λπ. κ.λπ.”, δεν μπορεί παρά να είναι αμοιβαίο. Ε; ε; Κι όμως! Μπορείς να το ζεις ΜΟΝΗ ΣΟΥ κυρίες και κύριοι. Ω ναι. Ο άλλος να μην έχει ιδέα και να μην θέλει και να έχει. (…) Σοβαρά πάντως, απ’ το να φας την απόρριψη στα μούτρα, να γίνεις ρόμπα και να μην μπορείς να το πάρεις πίσω “καλέ, το πίστεψες βρε κουτό; Χα χα, πλάκα έκανα!”, για μένα, χίλιες φορές το “υποφέρω σιωπηλά”».

Αυτό το αναφέρω για να ξέρεις ότι παρόλο που άλλαξα γνώμη σχετικά με τον Όρκο της Σιωπής,  το παραπάνω δεν έπαψα να το πιστεύω στιγμή. Και το λέω για να ξεκαθαρίσω ότι ΔΕΝ ήθελα να του το πω για να δω τι θα γίνει, ήταν προφανές ότι θα με κοίταζε με βλέμμα κενό και άντε να ‘λεγε «ευχαριστώ». Ήθελα να του το πω έτσι για να το ξέρει. Μετά από την Απόπειρα Νούμερο 1, τους επόμενους μήνες ακολούθησαν κι άλλες που προκαλούσαν κάθε φορά μια σχετικά πρόσχαρη και θετική αντίδραση χωρίς όμως καμία (μα καμία) δράση. Οπότε, το πήρα απόφαση ότι ΔΕΝ πρόκειται να του τα πω από κοντά και, στα γενέθλιά του, τον Ιούνιο, του στέλνω στο facebook (δεν χρειάζεται να είσαι φίλος για να στείλεις μήνυμα), αυτό:

Χρόνια σου Πολλά

Αυτό το μήνυμα είναι πολύ καθυστερημένο (και χρονικά αλλά και σαν περιεχόμενο) αλλά είπα, έτσι για το καλό, να στο πω μια που έχεις γενέθλια, μπας και σου είχε μείνει και καμιά αμφιβολία γενικά. (Που, βέβαια, με τις 10.000 φορές που σου είχα πει να πάμε για καφέ και είχες πει όχι, πολύ αμφιβάλλω ότι θα είχες αμφιβολία, αλλά λέω, μπας…, μια και δεν κατάφερα να σου το πω από κοντά). Στην περίπτωση λοιπόν που είχες αναρωτηθεί τόοοοτε γιατί σε έβγαλα από φίλο μου στο fb  -τότε κατά το φθινόπωρο που είχαμε ειδωθεί και ήταν σκέτη καταστροφή- το έκανα για έναν πολύ απλό λόγο: γιατί έμπαινα στο chat και έψαχνα αν είσαι εκεί και, ακόμα χειρότερα, ήταν πολύ δύσκολο όταν ήσουν εκεί, να σε βλέπω μέσα και να μην μου μιλάς. Οπότε δεν είχα επιλογή. (Ναι, το είπα όλο αυτό και τώρα μπορείς να με εκβιάζεις για πάντα). Δεν χρειάζεται να μπω σε παραπάνω λεπτομέρειες, όλοι ξέρουμε το γελοίο του πράγματος και δεν ξέρω και να εξηγήσω ακριβώς γιατί συνέβη το ότι ήμουν τόσο χαρούμενη όταν ήμουν μαζί σου (μάλλον φταίει το ζώδιο)*, αλλά συνέβη. Παρόλο που, αν πρόσεξες, έκανα ό,τι διάολο μπορούσα για να μην το αφήσω να συμβεί. Α, και δεν συμβαίνει γενικά και τόσο συχνά, οπότε ακόμα το θυμάμαι.

Αυτά. Σου εύχομαι να περνάς πάντα καλά -που μάλλον περνάς- και, επειδή πιστεύω ότι μπορείς να είσαι αληθινά καλός, εύχομαι να διαλέγεις να είσαι.

*το ζώδιο ήταν σκατο-ευχάριστος, σκατο-κοινωνικός και σκατό-ψυχος Δίδυμος.

Αυτάαα. Δεν είχα ιδιαίτερο λόγο να τα πω όλα αυτά. Δεν είχα, μέχρι την περασμένη εβδομάδα που μου μιλάει στο facebook ένας κολλητός του (ναι, τους φίλους του τους έχω ακόμα φίλους, τι να κάνω;) Λέμε δυο-τρεις κουβέντες, είναι έξυπνος, παλιά νόμιζα ότι είναι κακός αλλά πλέον τον συμπαθώ πολύ, χαίρομαι που μου μιλάει. Αναφέρω ότι είχα δει στις φωτογραφίες του ένα μωρό γατί, λέει ότι αυτή τη στιγμή το συγκεκριμένο γατί τον ενοχλεί γιατί θέλει αγκαλιά. (Νοητός ήχος ανάγκης ενθουσιασμένου ζουπήγματος χαριτωμένου χνουδωτού πράγματος. Στα Αγγλικά: “Squeee!”). Λέω ότι ζηλεύω, οι Γονείς και η Αδερφή έχουν πάρει από ένα γατί αλλά κανένα τους δεν είναι καλό και χαδιάρικο και είναι πολύ κρίμα, εκείνος λέει αν θέλω το δικό του, μου το δίνει. Λέω: «Μα καλά, μπορείς να δώσεις το δικό σου γατί που το αγαπάς;» Λέει: «4 μήνες μόνο το έχω, δεν προλαβαίνεις να αγαπήσεις σε 4 μήνες»…

Εκεί, βέβαια, παθαίνω ένα βραχυκύκλωμα. Ευτυχώς, μου έρχεται η θεία φώτιση και απαντάω «σε γατίσιο χρόνο είναι πολύ παραπάνω». Γάτα η δικιά σου. Μου δίνω συγχαρητήρια και μου κάνω πατ-πατ στην πλάτη. Αποφύγαμε τον ύφαλο και την καταστροφή, όλα καλά. Γιατί, τι να πω, «εγώ μια χαρά ερωτεύτηκα το φίλο σου σε 4 μήνες και σίγουρα δεν θα ήμουν τόσο πρόθυμη να τον δώσω αλλού»; Ε, δεν το λες. Το λέω βέβαια τώρα, αλλά πιστεύω ότι ο Φίλος είναι πολύ σούπερ παιδί και δεν θα το κάνει θέμα. Αλλιώς θα του κάψω το σπίτι.

Αλλά πριν, θα του κλέψω και το γατί.

 

Γνωρίζω ότι δεν μίλησα για το «να αγαπήσεις» αλλά για το πολύ πιο απλό και ταπεινό «να ερωτευτείς». Σαφέστατα έχει διαφορά, η αγάπη θέλει χρόνο. Το σίγουρο είναι ότι ακόμα κι αν έχεις προλάβει μόνο να τον/την ερωτευτείς, δεν τον/την χαρίζεις έτσι απλά, δεξιά κι αριστερά. Και, σίγουρα, 4 μήνες είναι υπέρ-αρκετοί. Σε μια παλιά ιστορία, ένα άγνωστο ζευγάρι (σοβαροί άνθρωποι) με ρώτησαν τι θέλω για να ερωτευτώ κάποιον. Απάντησα: «να μπορούμε να μείνουμε ξύπνιοι και να μιλάμε, να γελάμε και να φιλιόμαστε όλο το βράδυ». Η κοπέλα είπε «μα αυτό είναι πολύ εύκολο», κι εκεί την κοίταξα με θλίψη και πόνο. Ναι, είναι σχεδόν τόσο εύκολο όσο και τα διαπλανητικά ταξίδια. Κι αν συμβεί ερωτεύεσαι με ταχύτητα φωτός. Σίγουρα σου φτάνει ακόμα κι ένα μόνο βράδυ. Στα 15 μου (1992), ερωτεύτηκα κάποιον βαθιά, αληθινά και απελπισμένα, σε 4 μέρες. Ο έρωτας (ας πούμε χωρίς ανταπόκριση γιατί ήταν πολύπλοκο) κράτησε πάνω από 5 χρόνια. (Τραγική ιστορία). Οπότε, μην μου λες εμένα. Κάτι μήνες μετά από εκείνο το καλοκαίρι (καλοκαίρι ήταν, φυσικά) είχε βγει το Dracula του Coppola και είχα πάει να το δω στο σινεμά. Βλέπω τον Γκάρι Όλντμαν να λέει στην Γουινόνα Ράιντερ: “I spent oceans of time to find you” (=πέρασα ωκεανούς χρόνου μέχρι να σε βρω), και το δάκρυ τρέχει κορόμηλο. (Γιατί, ακόμα κι αν είσαι μόνο 15 χρονών, όσο έχεις ζήσει, πάλι ωκεανοί χρόνου σου φαίνονται). Έτσι και για το γατί, 4 μήνες μπορεί να είναι ένας ωκεανός χρόνου.

Για μένα, ήταν ο Ειρηνικός.

 

Αν όντως έπεσες ψυχολογικά:

Έχουμε πάει μια φορά μαζί στο Χαλάνδρι για βόλτα και για να πάρει παπούτσια. Μπαίνουμε σ’ ένα μαγαζί με αθλητικά, κοιτάζουμε τα Nike και τα Adidas, διαλέγουμε κάτι σχέδια, ζητάμε νούμερο απ’ τον πωλητή, δοκιμάζει, διαλέγουμε άλλα χρώματα, ξαναδοκιμάζει, περπατάει πάνω-κάτω, διαλέγουμε άλλα σχέδια, το σκέφτεται, τι χρώμα πάει με τα ρούχα του, το ξανασκέφτεται, ποια είναι πιο άνετα, προβληματίζεται, ποια θα φοριούνται και το χειμώνα, το υπομένω σιωπηλά (παρόλο που εγώ ψωνίζω στο ένα δέκατο του χρόνου, ύπουλα και μουλωχτά, μπας και δεν το προσέξει η πιστωτική μου).

Μετά από τουλάχιστον ένα μισάωρο, καταλήγει. Και το πρόβλημα είναι το εξής. Ολόκληρο το τελευταίο μισάωρο, περιμένω τη στιγμή που ο πωλητής στο ταμείο θα με κοιτάξει και θα μου πει “θα πληρώσετε με μετρητά ή με κάρτα;” Γιατί, βέβαια, δεν μπορώ να είμαι τίποτα άλλο εκτός από:

η θεία που έβγαλε το ανιψάκι της για ψώνια

 

 

Advertisements