Tags

, , , , , , ,


Έχουν φτάσει μέσα Ιανουαρίου και δεν έχω πει τίποτα για το πώς πέρασα τις γιορτές, γιατί, όπως καταλαβαίνεις, δεν είχα και τίποτα το συνταρακτικό να δηλώσω. Τα Χριστούγεννά μου, λοιπόν, ήταν πολύ ήσυχα. Ανησυχητικά ήσυχα. Αλλιώς έχω συνηθίσει εγώ. Τις άγιες μέρες, υποτίθεται ότι κυριαρχεί το χριστουγεννιάτικο πνεύμα και ο κόσμος έχει μια γιούχου, ανοιχτή και φιλανθρωπική διάθεση, δηλαδή είναι πρόθυμος να βοηθήσει τον πλησίον του (κυριολεκτικά, τον «πλησίον», δηλαδή αυτόν που στέκεται δίπλα του στο μπαρ) να δει, αν όχι Λευκά Χριστούγεννα, τουλάχιστον άσπρη μέρα. Θυμάμαι ας πούμε μια Παραμονή Πρωτοχρονιάς πριν μερικά χρόνια στο eleven, όπου κατά τις 5 το πρωί με βλέπει μπασκετμπολίστας (άλλος, καμία σχέση μ’ αυτούς εδώ) ο οποίος, μετά από ένα τέταρτο γνωριμίας, μου λέει «δεν πάμε σπίτι σου;» Εγώ σοκάρομαι (φυσικά, είχε κανείς καμιά αμφιβολία;) και λέω μα τι λες ρε παιδί μου, πας καλά; μόλις τώρα σε γνώρισα. Ψηλός: «Μα… Πρωτοχρονιά είναι!» ΟΚ, δεν πήγα μεν σπίτι μαζί του αλλά, κατά κάποιο τρόπο, το σεβάστηκα. Δεν είναι και τελείως παράλογο. Τι σημαίνει δηλαδή «καλά να μας μπει»; Πώς θες δηλαδή να σου μπει; Ενώ κάθεσαι και παίζεις πόκερ όλο το βράδυ; Ενώ βλέπεις μπουζούκια λάιβ στην τηλεόραση; ενώ είσαι κολλημένος στην κίνηση; Ενώ τρως ένα μενού που πλήρωσες όσο το δώρο Χριστουγέννων; Να μπει η χρονιά και να σου βγει η ψυχή; Άδικο είχε ο Ψηλός;

 Μια χρονιά που ‘ναι να μπει, ας μπει.

Από τις καλύτερες στιγμές των γιορτών ήταν το παρακάτω γεγονός. Επειδή δεν έχω ποτέ καμία διάθεση –εννοείται- να ξυπνήσω νωρίς Παραμονή Χριστουγέννων (αφού έχω πιθανότατα ξενυχτήσει) και να ανοίγω την πόρτα σε παράφωνα παιδάκια για κάλαντα, Προπαραμονή, οργανώνω σατανικό σχέδιο δράσης: 1) Απενεργοποιώ θυροτηλέφωνο. 2) Αγοράζω σακούλα με mini-Twix (=σοκολάτα-καραμέλα-μπισκότο) από το σούπερ μάρκετ. 3) Κρεμάω σακούλα στην πόρτα μου. 4) Κολλάω σημείωμα στην πόρτα μου: «ΠΑΙΔΙΑ ΕΙΜΑΙ ΑΝΕΡΓΗ, ΑΦΡΑΓΚΗ ΚΑΙ ΞΕΝΥΧΤΙΣΜΕΝΗ, ΠΑΡΑΚΑΛΩ ΠΑΡΤΕ ΑΠΟ ΕΝΑ TWIX (ΑΦΗΣΤΕ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ) ΚΑΙ ΧΤΥΠΗΣΤΕ ΣΤΟΥΣ ΓΟΝΕΙΣ ΜΟΥ ΔΙΠΛΑ (ζωγραφίζω και βελάκι). ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ! Το σατανικό μου σχέδιο αποδείχτηκε ιδιοφυές διότι λειτούργησε άψογα. Μου χτύπησαν το κουδούνι μόνο μία φορά και σχεδόν την ίδια στιγμή τα άκουσα να διαβάζουν το σημείωμα (ναι, διάβαζαν φωναχτά), και στη μέση να λένε «Ωχ!…». Εκτός αυτού, με άφησαν ανενόχλητη. Δεν πήραν καν όλα τα Twix! (Έχω πίστη στα σημερινά παιδιά). Αυτό που προσδοκώ με ελπίδα είναι του χρόνου που, όπως πάει το πράγμα, πιθανότατα θα αναγκαστούν να βγουν να πουν τα κάλαντα και οι απόφοιτοι πανεπιστημίου. Ε, τότε, θα βάλω ξυπνητήρι, θα ντυθώ και θα βαφτώ από τις 6 το πρωί και θα στηθώ στο ματάκι μπροστά στην πόρτα. Ποια σημειώματα και ψιλά γράμματα… Αν χτυπήσει κουδούνι κανένας της προκοπής, θα ανοίξω διάπλατα (την πόρτα).

Έχω και Twix, θες να ‘ρθεις μέσα;

Αλλά ας αφήσω τα «μακάρι να», μην το κάνω μελό. (Δεν μπορούσα να συσχετίσω αλλιώς το κείμενο με τον τίτλο, σόρι γι’ αυτό). Οπότε, πίσω στην Παρασκευή 23 Δεκεμβρίου. To βράδυ, κάνω ένα πέρασμα από Suite, (με ίσιο μαλλί και φούξια φόρεμα με παγιέτες –ήμουν άκρως εορταστική). Η γνωστή και πολυαγαπημένη μου r’n’b βραδιά. Όπως έχω περιγράψει πολλές φορές, η σκηνή είναι πάντα η ίδια: μέσος όρος ηλικίας Γ’ Λυκείου, όλοι να χορεύουν, άνθρωποι να ιδρώνουν πάνω σε ξένους ανθρώπους, κοριτσάκια με γόβες πιο μεγάλες απ’ τα ίδια τα κοριτσάκια να εφάπτονται απόλυτα με κάτι αγοράκια που δεν ξέρουν απόλυτα πώς να το χειριστούν το θέμα (τώρα…εγώ χορεύω ή… πιάνω???), κάτι νεαρές δεσποινίδες ελαφρά ντυμένες να κρέμονται πάνω σε κάτι σοκολατί τύπους με γυαλιά ηλίου που χορεύουν καλύτερα απ’ τη Μπιγιονσέ (πιθανώς είναι προαπαιτούμενο προσόν για μπορείς να πουλάς CD της). Γενικά, θέλω να περιγράψω τον πολύ δημοφιλή αυτό τύπο χορού που ευδοκιμεί στα μαγαζιά με μουσική r’n’b και στο Αμέρικα ονομάζεται “grinding” (= έντονο τρίψιμο). Γενικά, γίνεται το έλα να δεις. Μέσα σε όλα αυτά, ενώ εγώ χορεύω μόνη μου (σεμνότατα), με πλησιάζει ένα πολύ καθώς πρέπει αγοράκι από μια παρέα σε ένα τραπέζι εκεί δίπλα. Μαζεμένο, ντροπαλό, χτενισμένο, φοράει σκούρο πουκάμισο και υφασμάτινο παντελόνι, σκαρπίνι, είναι σαν να ήρθε από γάμο.

Όπου μάλλον έκανε το παρανυφάκι.

Αγοράκι με πλησιάζει ανφάς και με κοιτά στα μάτια. (Το «ανφάς» είναι από μόνο του αξιοπερίεργο στο μαγαζί, γιατί όσοι αποφασίζουν να κάνουν κίνηση προς το μέρος σου, σε προσεγγίζουν ύπουλα κι έρχονται να παρκάρουν από την όπισθεν. Εκεί, με το που θα ακουμπήσουν προφυλακτήρα, προσαρτώνται πλήρως και οριστικά, σχεδόν ακούς το «κλικ». Μπορεί και να μη δεις ποτέ τη φάτσα του χριστιανού με τον οποίο χόρευες όλο το βράδυ. Το συγκεκριμένο, όμως, Αγοράκι τείνει ευγενικά το χέρι του να συστηθεί και μου λέει : «Θέλεις να χορέψουμε;» Αιφνιδιάζομαι ελαφρώς. Απαντώ:

Γιατί, θα βάλει μπλουζ;

 

Υ.Γ. Αυτό το ποστ το συμπληρώνω τα Χριστούγεννα του 2012 με τυπωμένο πλέον σημείωμα που αναρτήθηκε στην πόρτα μου Παραμονή Χριστουγέννων και Πρωτοχρονιάς, με αντίστοιχη σακουλίτσα σοκοφρετακίων:

kalanta

Advertisements