Tags

, , , , , , ,

Παρασκευή 18 Νοεμβρίου

Παρασκευή βράδυ, αργά, αποφασίζω να πάω Suite, στην Κηφισιά. Τις Παρασκευές, όπως έχω πει, παίζει r’n’b. Είμαι μόνη μου, γιατί οι κανονικοί μου φίλοι αρνούνται πεισματικά να έρθουν μαζί μου, οπότε πάω πολύ πιο σπάνια απ’ όσο θα ήθελα. Απλά περίπου κάθε τρεις εβδομάδες, μετά από σταθερή και συνεχόμενη ρουτίνα Ρακομελάδικα – Εναλακτικά ροκ μπαρ – Σ’ Ένα Πεζούλι Κάπου Μίζερα, με πιάνει έντονο το στερητικό σύνδρομο και *πρέπει* να πάρω τη δόση μου. Παίρνω λοιπόν ταξί κι ανεβαίνουμε την Κηφισίας. Στο δρόμο περνάμε κάτι επιπλάδικα και μέσα στο Casa di Patsi βλέπω μια πολύχρωμη αιώρα-πολυθρόνα που κρέμεται απ’ το ταβάνι. Ρίχνω μια μούντζα. Με βλέπει ο ταξιτζής, βλέπω το βλέμμα «πάει, έπεσα σε τρελή», αλλά τι να κάτσω να του εξηγήσω; Για τη μοβ κρεμαστή πολυθρόνα που είχα αγοράσει για το σπίτι μας με τον Άχρηστο Παλιοκαργιόλη; που την είχε σχεδιάσει η Karla Bruni; Θα νομίζει ο ταρίφας ότι έχω κάποιο θέμα με το Σαρκοζί. Το αφήνω γιατί, αν αρχίσω και το σκέφτομαι, θα με πιάσει κρίση.

Φτάνουμε Suite. Ανεβαίνω πάνω, της καρακαργιόλας, πιάνω μπαρ (όχι πιάνο-μπαρ) να πάρω ποτό. Κάποιος μου πιάνει τον ώμο, γυρνάω, χαμογελαστό αγόρι: «Ειρήνη;» Τον κοιτάζω με κενό βλέμμα. Είναι μια χαρά, ίσως κάτι να μου θυμίζει, αλλά πάλι δεν είμαι και σίγουρη. Αρχίζω και φοβάμαι για μένα, αυτό πλέον είναι επικίνδυνο. Μια Χαρά Αγόρι, από το βλέμμα μου καταλαβαίνει ότι μάλλον έχω αλτσχάιμερ, οπότε με βοηθάει λέγοντας το όνομά του: «Τάδε;» Μπα. Το ίδιο κενό. Μια Χαρά Αγόρι που Δεν Θυμάμαι: «…τότε που είχες έρθει Guzel να δεις το Αγόρι-Περιπατητή (τον έχουμε γνωρίσει εδώ και ταλαιπωρηθήκαμε παραπάνω μαζί του εδώ)… Ήμουν στην παρέα του;… Ο Τάδε;» Αααα… καλά! (Μιλάμε για βραδιά που έχω ήδη πιει και πάω αργά να βρω το Αγόρι-Περιπατητή στο Guzel που έχει βγει με τους φίλους του απ’ το σχολείο. Αν το Μια Χαρά Αγόρι ήταν κορίτσι ή χάλια, δεν θα μου θύμιζε απολύτως μα απολύτως τίποτα). Άει στο διάλο και τρόμαξα για το πού έχω φτάσει. Πάλι καλά. Μια και είμαι εκεί δίπλα τους, Φίλος Αγοριού-Περιπατητή μού μιλάει. Σε λίγο, με πιάνει και απ’ τη μέση. Όπα. Εκεί, με πιάνει ένας πανικός. Του λέω «με πιάνεις». ΟΚ, πιθανότατα είμαι υπερβολική αλλά σοβαρά, δεν φταίω εγώ, φταίει η ζωή που έχει δείξει ότι πολλοί φίλοι πολλών αγοριών είναι τελείως βλαμμένοι και θεωρούν ότι «έλα μωρέ, αφού δοκίμασε ο φίλος μου, μπορώ να δοκιμάσω κι εγώ».

Σαν το Κρασί της Παρέας, ένα πράμα.

Δεν ξέρω, φταίει και το όλο βάιμπ της παρέας του γιατί Φίλος Αγοριού-Περιπατητή είναι με 4-5 άλλα μικρά αγόρια και, ενώ γύρω-γύρω γίνεται της ακολασίας, αυτοί είναι οι μόνοι που είναι μες στη βλοσυρότητα και δεν τους ενδιαφέρει τι γίνεται γύρω τους. Κι ενώ εγώ χορεύω χαρωπά, αυτοί με κοιτάζουν κάπως σοβαρά και περίεργα, αυτό που σε κοιτάζει ο άλλος να δει τι κουλό θα κάνεις μετά. (ΟΚ, σε κάποια φάση, πιο αργά, βρίσκομαι να ηγούμαι ενθουσιώδους τρενακίου γύρω-γύρω απ’ το μαγαζί αλλά αυτοί είχαν φύγει, δεν το ξέρουν).

Τέλος πάντων, παρόλο που δεν κάνουν τίποτα τα παιδιά, εμένα μου δίνεται ελαφρώς η εντύπωση ότι έχουν ρίξει κλήρο μεταξύ τους ή έχουν μοιράσει καλαμάκια κι όποιος έχει τραβήξει το πιο κοντό θα μου την πέσει. (Δεν αφήνουν καν εμένα να τραβήξω το πιο κοντό, που ξέρω απ’ αυτά). Όταν κάθεται ένας στο σκαμπό δίπλα μου να ξαποστάσει, λέω μια κουβέντα -μην φαίνομαι και τελείως γαϊδούρα- κι αμέσως έρχεται ο Φίλος Αγοριού-Περιηγητή να μας «συστήσει». Δεν ξέρω αν το ότι βάζω εισαγωγικά είναι παράνοια, αλλά κι αυτή η κίνηση μου φαίνεται υπερβολική. Δεν ξαναμιλάω σε κανέναν τους, άει σιχτίρ. Θυμάμαι παλιά, όταν ήμουν 18 χρονών… (αναδρομή στο παρελθόν: η εικόνα γίνεται ασπρόμαυρη και ομιχλώδης) …που τότε πάλι μια περίοδο έβγαινα μόνη μου σε κάτι ύποπτα μαγαζιά που έπαιζαν deep trance και στο τσακίρ κέφι progressive house, ενώ οι φίλοι μου απ’ το σχολείο πήγαιναν Mercedes. Σ’ εκείνα λοιπόν τα μέρη δεν μου μίλαγε ποτέ κανένας χριστιανός, εκτός από κάτι gay αγόρια και άλλες φιλικές γνωριμίες που έκανα με τον υπέρ-φιλικό κόσμο που ήταν υπό την επήρεια ουσιών και σε κατάσταση που υπέρ-αγαπούσαν ακόμα και τα πόμολα. Τίποτα άλλο. Κανείς. Είχα μάλλον αυτό που στα ξενικά λέγεται Resting Bitch Face (RBF), το οποίο θέλει να περιγράψει τη φάτσα σου όταν είσαι χαλαρή και δεν χαμογελάς και από φυσικού της έχει την έκφραση γκόμενας που είναι τελείως bitch, δηλαδή σκύλα και κακίστρω, χωρίς απαραίτητα να είσαι κιόλας. Αυτό λοιπόν συνέβαινε παλιά. Και, παρόλο που δεν έχω ιδέα πώς έγινε η μετάλλαξη, είμαι σίγουρη ότι ανά τα χρόνια κάτι έχει αλλάξει δραματικά. Διότι, αν κρίνω από τη συμπεριφορά των ανθρώπων που γνωρίζω τη σήμερον ημέρα και του τρόπου με τον οποίο με πλησιάζουν και με αντιμετωπίζουν, ενώ μικρή φαίνεται πως είχα τον απόλυτο ανθρωποδιώκτη, τώρα, αντί για RBF, είναι σαν να έχω τατουάζ στο κούτελο που λέει:

Τσάμπα Πίπες

Είπαμε όμως, τα παιδιά φεύγουν κάποια στιγμή. Και έχει πάει πολύ αργά. Δεν θυμάμαι πώς αλλά ξαφνικά, δίπλα μου εμφανίζονται οι εξής άνθρωποι: 1) Κουστουμάτος πάνω σε σκαμπό. 2) Τρισχαριτωμένο αρσενικό κοντό Πλασματάκι. 3) Παράξενος φίλος Τρισχαριτωμένου Πλασματακίου. Το 1 και το 2 μου μιλάνε σχεδόν ταυτόχρονα, μάλλον γνωρίζονται κιόλας, δεν θυμάμαι τι μου λένε, Τρισχαριτωμένο Πλασματάκι ζητάει απ’ το μπαρ σφηνάκια να πιούμε, Κουστουμάτος λέει να με κεράσει ποτό. Εγώ το πίνω το σφηνάκι αλλά λέω στον Κουστουμάτο «καλύτερα όχι, έχω πιει αρκετά». Περιγράφω Κουστουμάτο: Περίεργο μαλλί. ΟΚ φάτσα, αλλά όχι κάτι που θυμάμαι. Το βασικό όμως είναι ότι Κουστουμάτος δεν φοράει κουστούμι που ας πούμε ταιριάζει σε βραδιά r’n’b. Δεν κάνει τον pimp (=νταβατζής αλλά και με ψιλογουάου στιλ). Το κουστούμι δεν είναι ούτε λευκό, ούτε έχει διαμαντάκια, ούτε 70s κολάρο, ούτε σατέν φόδρα, τίποτα το εξεζητημένο. Επίσης, Κουστουμάτος δεν μοιάζει ούτε στον Neil Patrick Harris (Barney Stinson στο How I Met your Mother) ούτε στον Ryan Gosling (Jacob Palmer στο Crazy Stupid Love), που είναι οι μόνοι άνθρωποι στο γνωστό σύμπαν που μπορούν να φορέσουν κουστούμι γραφείου μέσα σε κλαμπ. (Φυσικά, μπορούν να φορέσουν και σακούλα σκουπιδιών με τα σκουπίδια μέσα και θα πιω και ό,τι διάολο με κεράσουν, αλλά αυτό είναι άλλη ιστορία). Αλλά όχι, ο συγκεκριμένος Κουστουμάτος δεν είναι καν απ’ τη ΣΔΟΕ!

Τρισχαριτωμένο Πλασματάκι προτείνει επίσης να με κεράσει ποτό. Λέω όχι. Λέμε δυο κουβέντες, δεν κρατιέμαι, τον ρωτάω: «του πότε είσαι εσύ παιδί μου;» Απαντά χαρωπά: «του 90». Λέω: «τελικά όντως χρειάζομαι ένα ποτό». Με μικρή απογοήτευση, μου δείχνει Κουστουμάτο, λέει «άντε καλά, αυτός είναι 25», και κάνει να μας αφήσει μόνους. Μόνο που δεν στριγκλίζω. Ε μα τι; το θέμα είναι από τα 21 στα 25; Λες και η ηλικία των 25 (μιλάμε, χαμός, γνώση, σοφία, ωριμότητα, εμπειρία, επιτυχία, καταξίωση) είναι η απάντηση στα προβλήματά μου. Οπότε του κάνω «κάτσε εδώ». Τρισχαριτωμένο Πλασματάκι λέει «τότε ας πάμε να πάρουμε ένα ποτό». Και πάμε. Γυρνάμε με ποτά. Κουστουμάτος μας βλέπει. Μου λέει: «Παράξενες επιλογές κάνεις». Πρέπει να είναι το πιο εύστοχο σχόλιο που έχω ακούσει την τελευταία πενταετία. Του κάνω «γεια μας». (ΟΚ, ντρέπομαι, αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορώ να κάνω κάτι άλλο). Περιγράφω Τρισχαριτωμένο Πλασματάκι: μικροσκοπικό μέγεθος (παρόλα αυτά έχει το γνωστό τριγωνικό σχήμα που κάνει τα τι-σερτ να εφαρμόζουν ωραία), σκουλαρίκι στο κάτω χείλος και τρισχαριτωμένη φάτσα. Με λίγα λόγια, εμφανισιακά είναι Αυτό.

Χορεύουμε. Με το γνωστό τρόπο που, ειδικά σ’ αυτό το μαγαζί που όταν είναι γεμάτο μαζεύει κόσμο διαφόρων εθνικοτήτων, όχι απλά λες «πάει, θα μείνω έγκυος», αλλά και δεν ξέρεις και τι χρώμα θα βγει το παιδί. Απλά τραγουδάς Αλέξια: «άσπρο-μαύρο, όνειρα κάνω, τι θα ‘ναι το μωρό; άσπρο-μαύρο παίζω και χάνω, ας είναι απλά γερό…» Βέβαια, την Αλέξια εκεί μέσα, την ξέρω μόνο εγώ και κανείς άλλος, οπότε το όλο θέμα είναι θεωρητικό. Αν είχε κανέναν να κάνει τον Κινέζο, θα τραγούδαγα Black and Yellow τουλάχιστον, να έχει νόημα και να με καταλαβαίνουν. Αλλά τέλος πάντων, χορεύουμε. Τέλειο σε αναλογία ύψος, τέλειος ρυθμός, τέλεια. Με κρατάει απ’ τη μέση, πιάνει κοιλιά. Εκεί με ρωτάει «τι κάνεις;»

Εκεί, η ειλικρινής απάντηση είναι «ρουφάω», αλλά λέω να μην το πω και του χαλάσω την ψευδαίσθηση.

Ρωτάω τι εννοεί. Λέει: «Τι άθλημα κάνεις; Έχεις κοιλιακούς». Άντε πάλι. Λέω: «Κανένα άθλημα, πάω γυμναστήριο». Τρισχαριτωμένο Πλασματάκι (λυπημένα): «Κι εγώ ρε γαμώτι, φέτος με τη σχολή μόνο γυμναστήριο προλαβαίνω και μόνο τρεις φορές την εβδομάδα, που είναι σαν να μην κάνεις τίποτα». Α το κακόμοιρο. (Κι εγώ τρεις φορές πάω, αλλά επειδή απλά δεν τραβάω για παραπάνω, παθαίνω μηνίσκους, διαστρέμματα, γενικά ξεχαρβαλώνομαι). Λέω: «Οπότε, πέρυσι τι έκανες;» Αυτό(ς):

Μωρέ, κάνω πολλά χρόνια BMX.

Μπι. Εμ. Εξ. Μάλιστα. Ξεροκαταπίνω. Πίνω το ποτό μου μονορούφι να κατέβει η πληροφορία. Του κάνω φιλικό πατ-πατ στα μαλλάκια του, τα λουσμένα με Τζόνσον’ς Μπέιμπι Όχι Πια Δάκρυα. Κι όμως, θέλω να βάλω τα κλάματα. Μα, ΒΜΧ;!!! Εμ δεν τον ήθελα τον Κουστουμάτο, καλά να πάθω. Τι να πω, κάνω λίγο κουβέντα, λέω ότι δεν ήξερα ότι γυμνάζεσαι με το BMX λέει ναι, βέβαια, η αλήθεια είναι ότι φαίνεται πως αν σηκώσει τη μπλούζα παίζεις SOS (δεν ξέρω αν τα παιδάκια παίζουν ακόμα τέτοια αθώα παιχνίδια), λέει ότι γράφει και στίχους ραπ, θέλω να τον υιοθετήσω, ούτως ή άλλως, αν τον πάρω σπίτι, η Μαμά θα χαρεί και θα πει «μα έκανες παιδί στην Αγγλία και μου έκρυβες το εγγονάκι μου;» Λίγο πριν σηκωθούμε να φύγουμε λέμε και το γνωστό, για το πού μένουμε, αυτός μένει Βριλήσσια, λέει «ξέρεις κανέναν από Βριλήσσια;» Τον κοιτάω με έντονο βλέμμα. Λέω:

Ξέρω ‘γω; Τον μπαμπά σου πώς τον λένε;

Επιμένουν να με πάνε σπίτι και μια και είμαι τελείως στο δρόμο τους, λέω ΟΚ. Κάτι μουρμουρίζει το καημένο το Τρισχαριτωμένο Πλασματάκι στο Φίλο του (για τον οποίο δεν μίλησα καθόλου, είναι κάπως περίεργος και σκιαχτικός και δεν μιλάει πολύ), του λέει κάτι τύπου «να κάτσω πίσω;» αλλά βλέπω το βλέμμα Μέδουσας που λαμβάνει απ’ το Φίλο, οπότε κάθεται σιωπηλά μπροστά και φτάνουμε σπίτι άνευ απροόπτου -εκτός του ότι η γειτονιά μου είναι εντελώς πλημμυρισμένη για άγνωστο λόγο, χωρίς να έχει βρέξει (άσχετο). Εκεί που πάω να βγω, κάτι λένε για τηλέφωνα και να πάρω το κινητό του Φίλου που είναι ηλεκτρολόγος διότι είχα την αναλαμπή να αναφέρω από νωρίτερα «τι χρήσιμο!» (παπάρια, να ‘ταν το Τρισχαριτωμένο Πλασματάκι ηλεκτρολόγος, να ‘βλεπες ποιος θα άλλαζε ποια φώτα, αλλά τι να κάνουμε, δυστυχώς το Οικονομικό της Νομικής –που είναι η σχολή του- δεν πρόκειται να έχει καμιά πρακτική χρησιμότητα σ’ αυτή τη χώρα για τα επόμενα εκατό χρόνια). Πάω λοιπόν να βγάλω κινητό, Τρισχαριτωμένο Πλασματάκι λέει στον Φίλο να μου δώσει την κάρτα του, την παίρνω αλλά έχω ήδη βγάλει το κινητό απ’ την τσάντα και με έκπληξη βλέπω ότι είναι κλειστό. Και το μυαλό μου είναι κενό. Από το PIN.

Εκεί λοιπόν που στο δρόμο υπολόγιζα να αποχαιρετήσω, να ευχαριστήσω που με γύρισαν, να επιδείξω μια συμπάθεια, ένα κατιτίς, βρίσκομαι σε αμυδρά ελεγχόμενο πανικό, ψελλίζω δυο κουβέντες και βγαίνω απ’ το αυτοκίνητο σαν κυνηγημένη. Ανεβαίνω σπίτι. ΟΚ, ψυχραιμία. Θα θυμηθώ το PIN. Τόσες φορές έχω ρίξει κάτω το κινητό, πάντα κλείνει και πάντα καταφέρνω και το ξανανοίγω. Θα θυμηθώ το PIN. Μόνο που έχω πιει το τελευταίο ποτό μονορούφι. Βαθιές αναπνοές. Δεν πειράζει. Το έχω γραμμένο… μέσα στο κινητό.

Αυτομούτζα

ΟΚ, θα θυμηθώ το PIN. Και το ‘λεγα ότι αυτό το PIN δεν το έχω καταγράψει στο μυαλό μου πλήρως. Το ‘λεγα! Χρησιμοποιούσα πάντα ένα ηλίθιο σύστημα που όμως πάντα πετύχαινε. Το σύστημα είναι το εξής: το άθροισμα των ψηφίων είναι 22. ΟΚ. Νομίζω ότι είναι 1939. Για τα ψηφία είμαι σίγουρη, απλά δεν είμαι απόλυτα σίγουρη για τη σειρά. 1939. Αυτό είναι. Το πληκτρολογώ. Α-μάν. Δεν είναι. Ω ρε πούστη μου. Κι εκεί αρχίζει το δράμα (η τραγική φαρσοκωμωδία) του να βρω άλλους αριθμητικούς συνδυασμούς που κάτι μου θυμίζουν και έχουν το άθροισμα 22. Αλλά αυτό ενώ έχω πιει. Βαράω το κεφάλι μου στον τοίχο τελείως κυριολεκτικά. Δεν βρίσκω μολύβι και χαρτί αλλιώς θα τα έγραφα, γιατί με το μυαλό, καλά κρασιά (βλέπε ουίσκια) και καλό ξημέρωμα. Μπερδεύω αθροίσματα τύπου 9 + 3. Για κάποιο λόγο είμαι σίγουρη ότι αρχίζει από 19 οπότε αποφασίζω «είναι το 1993». Εκείνη την ώρα με προβληματίζει λίγο που δεν το είχα σκεφτεί να το θυμάμαι και παλιότερα ως ημερομηνία, αλλά επιμένω στην απόφασή μου. Πληκτρολογώ 1993.

Συμπέρασμα: ο μεθυσμένος εαυτός μου νομίζει ότι είναι πιο έξυπνος από το νηφάλιο εαυτό μου.

Το PIN βγαίνει άκυρο. Άκυρο και το συμπέρασμα. Πλέον, στην οθόνη, εμφανίζεται το τρομακτικό «Τελευταία Ευκαιρία». Τα νεύρα μου είναι τσατάλια. Ψάχνω το τηλέφωνο της Vodafone, το βρίσκω, παίρνω (απ’ το σταθερό). Φυσικά, με καλωσορίζει αυτοματοποιημένο μενού επιλογών. Και σαν να μην έφτανε αυτό, δεν έχει να πατάς κουμπάκια. Όχι. Έχει να μιλάς και να λες φωναχτά τι θες. Και δεν είναι μενού. Όχι. Δεν έχει μάλτιπλ τσόις. Όχι. Οι ερωτήσεις είναι «ανοιχτές». Σου λέει «πες τι θες, για παράδειγμα: μπούρου μπούρου μπούρου». Εννοείται ότι τα παραδείγματα είναι πολύ νορμάλ, όπως «ενεργοποίηση περιήγησης», «άρση φραγής κλήσεων», «υπόλοιπο λογαριασμού» και κάτι τέτοια. Εγώ, μεθυσμένη, υστερική, φωνάζω «ξέχασα το PIN μου!» Το σύστημα δεν καταλαβαίνει. Ξαναλέω: «το PIN μουυυυυ!» Το σύστημα λυπάται πολύ αλλά δεν αναγνωρίζει το αίτημά μου. Αυτό συνεχίζεται για ώρα, όπου με πάει μέσα από λούπες και μενού και υπομενού και δεν το υπομένω άλλο και προς το τέλος απλά ουρλιάζω «βοήθεια!», μέχρι που αλληλούια, λέει «θα σας συνδέσω με έναν εκπρόσωπο του τηλεφωνικού μας κέντρου». Δάκρυα χαράς. Αληθινός άνθρωπος. Είναι εξήμισι το πρωί και επιτέλους μιλάω σε μια αληθινή κοπέλα. Με βάζει και ψάχνω αριθμό ταυτότητας και ΑΦΜ κι άντε να βρίσκω εκκαθαριστικό τέτοια ώρα (φυσικά τα έχω κι αυτά αποθηκευμένα στο κινητό) και κάθε δυο λεπτά όσο τα ψάχνω, της φωνάζω «μην κλείσεις!» γιατί είναι η τελευταία μου ελπίδα και ειλικρινά αν κοπεί η γραμμή και πρέπει να ξαναπεράσω από τον αυτόματο λαβύρινθο βασανιστηρίου, απλά θα αφήσω την τελευταία μου πνοή με το ακουστικό στο αυτί και το κρίμα στο λαιμό τους, γιατί θα έχει καταγραφεί ότι φώναζα βοήθεια.

Voda-φόνος

Στο τέλος τα καταφέρνουμε και, με τα πολλά, έχω τηλέφωνο. Και η βραδιά -που είναι πλέον τελείως μέρα- τελειώνει αισίως (δεδομένων των συνθηκών). Την επομένη, Σάββατο, μετά από ρακόμελα (κλασικά) βρισκόμαστε με την παρέα μου (ναι, είναι πρωτοφανές) στο Dream City. Κατά τις 5, χρησιμοποιώ το πολύπαθο κινητό και κανονίζω επιτέλους με το Apsendi Αεροπόλο, που όπως έχω ξαναπεί το έχω γνωρίσει πριν ένα χρόνο αλλά το ‘χω δει μόνο τρεις φορές. Δεν θα μπω σε λεπτομέρειες, ούτε θα πω για το υπνοδωμάτιό του που έχει έναν τοίχο που είναι όλος ένα γιγάντιο πολύ-κηροπήγιο (θυμίζει εκκλησία), με τα περισσότερα κεριά να θέλουν αλλαγή (είναι ωραίο παιδί). Όχι, δεν λέω τίποτα, ντροπή. Θα πω μόνο ότι κάποια στιγμή κάτι λέει και μέσα στη φράση υπάρχει το «…μπλα μπλα μπλα 23 χρόνια τώρα μπλα μπλα…» Λέω: «23;» Λέει «ναι, είμαι 23». Εγώ:

Ρε βλαμμένο, πέρυσι ήσουν 24!

Advertisements