Tags

, ,

Πέμπτη, 27 Οκτωβρίου

Τις τελευταίες δύο εβδομάδες συμβαίνει ένα αστείο πράγμα. Εκεί που κάθομαι και χουχουλιάζω κάτω απ’ το πάπλωμα με την πιτζαμούλα μου και τη χνουδωτή μου ρόμπα με τις καρδούλες, εκεί που πίνω ανέμελα το ζεστό τσαγάκι μου και τρώω ό,τι υπάρχει στο σπίτι, εκεί που κλαίω με ταινίες Ντίσνεϊ, πασαλειμμένη με πράσινη μάσκα-άργιλο στη φάτσα, κάνουν ποπ-απ στο facebook chat παραθυράκια και παράλληλα χτυπάνε και sms στο κινητό από ανθρώπους που έχουμε όχι απλά να ειδωθούμε άπειρο καιρό, αλλά ακόμα και να πούμε ένα γεια τουλάχιστον ένα χρόνο. Διάφοροι Εξαφανισμένοι τύποι με θυμούνται από τα βάθη του παρελθόντος και εμφανίζονται ένας-ένας, και καλά «πού είσαι, πού χάθηκες, πότε θα σε δούμε…», κ.λπ. Τα γνωστά. (Αλλά και χειρότερα, μην βλέπεις που δεν τα λέω, να, π.χ. εκεί που τρώω παγωτό, εμφανίζεται στο τσατ ένα «slurp» και αμέσως πάω να συμφωνήσω, αλλά ευτυχώς με προλαβαίνω γιατί σκέφτομαι «Για κάτσε μια στιγμή, αυτός δεν ξέρει ότι τρώω παγωτό…» Συνειδητοποίηση. «Α. Άλλο πράγμα εννοεί»).

Τον συγκεκριμένο τύπο “Σλουρπ” έχω να τον δω (και το μα τω Θεώ, δεν τον είχα δει και ποτέ με αυτή την έννοια ΞέρειςΤώρα), από τότε που περιμέναμε να βγει κυβέρνηση το ΠΑΣΟΚ, να φύγουν οι κλέφτες και οι άχρηστοι, να πάμε μπροστά σαν χώρα. Μιλάμε για ΤΕΤΟΙΑ ιστορική αναδρομή. Τι να πω, μάλλον το παιδί νοστάλγησε τις παλιές καλές μέρες. Λογικό είναι. Ζούμε μια δύσκολη εποχή που όλοι θέλουμε έναν άνθρωπο δίπλα μας, σαν τις γριές (τι «σαν», τέλος πάντων), να κοιτάζει μαζί μας με πικραμένο βλέμμα το υπερπέραν και να λέει με τρεμάμενη φωνή: «Θυμάαασαι τόοοτε; Τότε παλιά, πριν τους Γερμανούς και το Μνημόνιο; Που βγαίναμε στα μαγαζιά, αναστέναζε η Ερμού, το βράδυ κλείναμε τραπέζια κι ανοίγαμε μπουκάλια με πρίμιουμ ουίσκια και λέγαμε στους σερβιτόρους «φέρε», και μετά πηγαίναμε κι ένα μπουζούκι άμα λάχει, βροχή τα πανέρια με τα γαρύφαλλα, και δεν μας ένοιαζε; Αααχ κοριτσάκι μου! Ξένοιαστες εποχές… Πάνε αυτά!» Να θυμούνται οι παλιοί, να μαθαίνουν οι νεότεροι. Τι έχασαν.

Κάπως έτσι νιώθω σαν ασπρόμαυρο δραματικό ντοκιμαντέρ του Σκάι. Το οποίο μου θυμίζει την Παρασκευή βράδυ. Έχουμε πάει για φαΐ σε ένα μια χαρά μέρος που το λένε Λαδόκολλα. Τρώμε άπειρα κρέατα, πίνουμε άπειρα κρασιά. Μετά πάμε για ποτό στην Καρύτση, παίρνω μόνο ένα ουίσκι, δεν υπάρχει ιδιαίτερο νόημα, παρενοχλούμε ένα αθώο αγόρι, το λυπόμαστε, λέμε άντε χαλάλι ας το αφήσουμε ήσυχο, φεύγουμε νωρίς. Κι εκεί που μπαίνω σπίτι, εντελώς ξαφνικά, νιώθω εντελώς μεθυσμένη. «Τι διάολο», σκέφτομαι. Πώς έγινε αυτό; Λέω «θα περάσει». Πάντως, μετά από τρία αγριογούρουνα -Οβελίξ στάιλ- αλλά χωρίς υδατάνθρακες (που δεν τρώω), θέλω επειγόντως γλυκό, οπότε ανοίγω μια σοκολάτα (χωρίς ζάχαρη) και βάζω ένα ποτήρι γάλα. Λάθη ΜεΓάλα. Κουνάει το δωμάτιο, τα βλέπω τριπλά, δεν ξέρω πού έχω τις δραμαμίνες, πέφτω ανάσκελα να συνέλθω. Ανοίγω τηλεόραση, πέφτω πάνω στο Σκάι. Ντοκιμαντέρ για πορνεία στα στρατόπεδα συγκέντρωσης των Ναζί. Μάλιστα. Εγώ υπολόγιζα να δω Nickelodeon, τίποτα κινούμενα σχέδια, ήλπιζα στο Μπομπ το Σφουγγαράκη. Το πρόβλημά μου είναι το εξής: Όποτε πετυχαίνω κάτι σοβαρό και σημαντικό στην τηλεόραση, κι εγώ πάω να δω μία απ’ τις γνωστές βλακείες που βλέπω συνήθως (παιδικά ή σειρές στο Mtv), με πιάνει ένα τρομερά ενοχικό σύνδρομο και δεν με αφήνω να αλλάξω κανάλι και πιέζομαι να δω το σοβαρό/ σημαντικό μέχρι να το τέλος. (Το δικό του τέλος, το δικό μου τέλος, θα σε γελάσω). Τότε και μόνο τότε μου επιτρέπω να δω αηδίες. Είναι λοιπόν 4 το πρωί, εγώ είμαι ζαλισμένη, όλα γύρω μου γυρίζουν, και κάθομαι και βλέπω ζωντανές μαρτυρίες από το Άουσβιτς από γυναίκες που επέζησαν από ΤΗΝ φρίκη. Υπάρχει το μαστίγωμα, υπάρχει και το αυτομαστίγωμα. Φρίκη.

Αλλά επιστρέφω –εμμέσως- στο γεγονός ότι τελευταία με θυμάται ο κάθε πικραμένος Σάρος και Μάρος. Την εποχή που έβλεπα σε στάνταρ εβδομαδιαία βάση ένα αγόρι που το λέγανε Καράτε-Οικοδομή (δεν τον έλεγαν οι άλλοι έτσι, μόνο εγώ), πριν δυο χρόνια περίπου, είχε προκύψει μια συζήτηση πάνω στο συγκεκριμένο θέμα. Καράτε-Οικοδομή ήταν εξπέρ σε κάτι τέτοια και είπα να τον εκμεταλλευτώ (ναι, και έτσι, ή κάνεις μια δουλειά ή δεν την κάνεις). Τότε λοιπόν, τον ρωτάω: «Και για πόσον καιρό μπορείς να επικοινωνήσεις με κάποιον μετά από την τελευταία φορά που τον έχεις δει, χωρίς να γίνεις τελείως ρόμπα;» Το πράμα αποδείχτηκε πολύπλοκο, υπάρχουν λέει διάφορες μεταβλητές και παράμετροι που επηρεάζουν το…

Σαβουάρ Πηδιχτίρ

Καράτε-Οικοδομή αναλύει: «Γενικά, αν δεν είχε γίνει μαλακία ή δεν είχες απλά γαμήσει κι εξαφανιστεί ενώ η Άλλη ήθελε σχέση, μπορείς να κάνεις απόπειρα επικοινωνίας ακόμα και μετά από ένα χρόνο». Αυτό ισχύει δηλαδή σε περίπτωση φιλικής και αμοιβαίας εξαφάνισης. Καράτε-Οικοδομή: «Αν τύχει και συναντήσεις την Άλλη έξω, στο δρόμο ή σε μαγαζί, τότε ανεξάρτητα απ’ το διάστημα που έχει μεσολαβήσει από την τελευταία ηθελημένη συνάντηση, έχεις δικαίωμα να κάνεις κίνηση επικοινωνίας για τον επόμενο μήνα έως και για 6 εβδομάδες». Άρα Τυχαία συνάντηση = Παράταση. Καράτε-Οικοδομή: «Αν πάλι ενδιάμεσα είχες Σχέση, τότε το διάστημα δικαιώματος επικοινωνίας παρατείνεται επ’ άπειρον, παρόλο που αν το τραβήξεις πολύ, μπορεί να φας τα μούτρα σου». Καράτε-Οικοδομή εξηγεί: «Γιατί βέβαια, υπάρχει η περίπτωση να σου πει “μπα… μπα; τώρα που χώρισες με θυμήθηκες; βρε άει στο διάολο!” αλλά τουλάχιστον 7 στις 10, η Άλλη θα το δει ρομαντικά και/ ή θα νιώσει και κολακευμένη που τη θυμήθηκες αμέσως μόλις χώρισες». (Φαντάζομαι ότι σ’ αυτή την περίπτωση δεν λες ότι χώρισες πριν 6 μήνες αλλά λιγουλάκι πιο πρόσφατα. Όχι να νομίζει το Χριστινάκι ότι πέρασες πρώτα όλο τον τηλεφωνικό σου κατάλογο μέχρι να φτάσεις και σ’ αυτήν). Το πρωτοφανές βέβαια είναι ότι στις κωλοσχέσεις της κωλοεποχής μας, ακόμα και σ’ αυτό το κωλοζήτημα, φαίνεται ότι υπάρχει πρωτόκολλο.

Είδες τι μαθαίνει κανείς; Μόνο που δεν είχα ρωτήσει τι ακριβώς σημαίνει όταν σε θυμούνται το χειμώνα. Πώς εξηγείται; Μήπως επειδή το «Ειρήνη» κάνει ρίμα με το «ναφθαλίνη»; Κατά τον ίδιο τρόπο, να το κάνω «Σατανική Βάντα» (Σπορτ Μπίλλυ) που κάνει ρίμα με το «Λεβάντα»; Έναν απ’ αυτούς τους Εξαφανισμένους τον ρώτησα «μα σοβαρά, σου κάνω για χειμερινά σπορ;» Σκι-ξεσκί; Η αλήθεια είναι ότι έχει πέσει κρύο και σου λέει ο άλλος «κρύο, καιρός για δύο». Το οποίο, στη δική μου περίπτωση, μεταφράζεται με τη βοήθεια του άλλου γνωστού λαϊκού ρητού «οι σαραντάρες ίσον με δύο εικοσάρες». Μιλάμε γι’ αυτό το «δύο». Βλέπεις, ιδανικά θα πήγαιναν για τρίο, αλλά κρίση έχουμε, κάνουν περικοπές. Πάρε 2 σε 1. Wash and Go. Είναι διασταυρωμένο ότι μόνο αυτό το «δύο» έχουν στο μυαλό τους όταν σκέφτονται εμένα, κι όχι το άλλο το «δύο», το «να κάτσουμε σπίτι να δούμε dvd και να κάνουμε γούτσου-γούτσου». Κι άντε και το «να κάτσουμε σπίτι να δούμε dvd», παίζει. (Το γούτσου-γούτσου, όχι). Αλλά κι εκείνο, εμφανίζεται στο τσατ με Χαμογελάκι-Κλειστό Ματάκι. Ξέρεις πόσα dvd έχω δει εγώ μισά; Αλλά τι να κάνω; Να παίρνω έργο που το ‘χω ξαναδεί; ΟΚ, να το κάνω. Ξέρεις όμως ποιο είναι το πρόβλημα;

Αυτό το έργο το ‘χω ξαναδεί.

 

Advertisements