Tags

, , , , , ,

Παρασκευή & Σάββατο 7-8 Οκτωβρίου

Σάββατο βράδυ, μένω σπίτι. Εννοείται ότι δεν κοιμάμαι νωρίς (γιατί ποτέ δεν κοιμάμαι νωρίς), εννοείται ότι έχω μιλήσει με κάθε πικραμένο στο fb τσατ και εννοείται ότι η τηλεόραση δεν έχει τίποτα. Εννοείται επίσης ότι το ψυγείο σκέφτεται σοβαρά να βγάλει περιοριστικά μέτρα εναντίον μου, έστω να μου ζητήσει ένταλμα την επόμενη φορά που θα του ανοίξω την πόρτα αναζητώντας παρηγοριά. Είναι λοιπόν 3.30 το πρωί και ενώ πίνω το γάλα μου και τρώω τη σοκολάτα μου (για διαβητικούς), κάνω ανελέητο (και μάταιο) ζάπινγκ. Πετυχαίνω ταινία που ξεκινάει στο Star. Λέγεται «Μούν-ντανς».

Όχι, δεν είναι 18+. Δεν έχει να κάνει ούτε με γυναικεία ανατομία, ούτε με αμαρτωλούς χορούς ούτε με τίποτα ακολασίες που συμβαίνουν ακριβώς αυτή τη στιγμή που μιλάμε εκεί έξω. Είναι μια αθώα και τρυφερή ταινία. Το «Μούν-ντανς είναι το όνομα του κοριτσακίου που πρωταγωνιστεί, ένα κοριτσάκι που ποθεί διακαώς να καβαλήσει ένα άλογο. Το συγκεκριμένο άλογο ανήκει σε έναν 50άρη, παραιτημένο και δύστροπο πρώην καθηγητή ιππασίας με σκοτεινό παρελθόν, ο οποίος βέβαια με τα πολλά «μαλακώνει» και δέχεται να προπονήσει τη μικρή για να κατέβει σε αγώνες. Ο πρώην προπονητής είναι ο Ντον Τζόνσον. Τρώω τη σοκολάτα μου και κοιτάζω τον Ντον Τζόνσον. Ω τι θλίψη. Κάποτε ο Ντον έπαιζε στους «Σκληρούς του Μαϊάμι», ήταν ο βασικός «Σκληρός», φορούσε σακάκι πάνω από τι-σερτ, γυαλί ρέι-μπαν κι έβγαζε δέκα γκόμενες σε κάθε επεισόδιο. Πού κατάντησες, ρε Ντον; Τι ρόλο (κυριολεκτικά) βαράς εσύ με το άλογο; Συλλογίζομαι το άλλογο (= α στερητικό + λογική) του πράγματος. Απ΄ την άλλη, εγώ είμαι σπίτι σαββατόβραδο με τις Hello Kitty πιτζάμες μου, βλέπω Ταινία Για Όλη Την Οικογένεια μέχρι τις 5 το πρωί και τρώω σοκολάτες. Πού καταντήσαμε ρε Ντον;

Η ζωή είναι σκληρή. Και όχι μόνο στο Μαϊάμι.

Τουλάχιστον, βγαίνω Παρασκευή. Αγαπημένος Φίλος έχει γενέθλια και πάμε να τα γιορτάσουμε στο Θησείο, στο Cupa. Αν θυμάσαι, θυμήθηκα τις προάλλες Τη Βραδιά Που Με Έφτυσε Όλο Το Σύμπαν (μικρή επανάληψη: κανονίζω να βγω ραντεβού με Λαλίστατο Αγόρι κι εκείνος την πέφτει σε μια φίλη μου κι αμέσως μετά κανονίζω να δω άλλον άνθρωπο για πρώτη φορά, και μόλις με βλέπει από κοντά φεύγει. Που αυτόν τον τελευταίο τον είδα την περασμένη εβδομάδα στο Guzel; Το ‘χεις; Ναι; Όχι; Τέλος πάντων…) Από τότε, δεν έχω ξαναφορέσει ποτέ το φόρεμα που φορούσα εκείνη τη βραδιά, γιατί είμαι και προληπτική και το φόρεμα αποδείχτηκε επιεικώς γκαντέμικο και διόλου κολακευτικό. Και βασικά ανθρωπο-διωχτικό. Αλλά, μήπως βιάστηκα να βγάλω συμπεράσματα. Μήπως, λέω μήπως, δεν έφταιγε το φόρεμα; (Μήπως εγώ δεν φοριέμαι, πλέον;) Μήπως να το ξαναδοκιμάσω το φόρεμα; (Λέω τώρα εγώ…

Εμ, δεν το ‘ραβα;

Ανοίγω την ντουλάπα. Κάνω ανασκαφή ανάμεσα στις κρεμάστρες με τις παγέτες, θάβομαι στις πούλιες, το βρίσκω. Το κοιτάζω στα μάτια (μεταφορικά, δεν έχει ούτε κουμπιά). Λέω: «Φόρεμα, την προηγούμενη φορά με απογοήτευσες οικτρά». Φόρεμα σκύβει ντεκολτέ, δεν απαντά. «Φόρεμα, θα σου δώσω μια δεύτερη ευκαιρία να φτιάξεις το Κάρμα σου». Σιγή. «Φόρεμα, πρόσεξε καλά. Αν κι αυτή η βραδιά πάει κατά διαόλου, θα γίνεις σαμπανιζέ-ασημί-σατινέ σφουγγαρόπανο».

Φόρεμα δεν έχει εναλλακτική, αλλιώς θα είχε πέσει ήδη στα πατώματα. Για σφουγγάρισμα.

Στο Θησείο, έχουμε πάλι όλο το μαγαζί δικό μας (σοβαρά, τα αγόρια στην παρέα μου το κάνουν επίτηδες, μην και μας δει άλλος άνθρωπος, προς Θεού, σύντομα θα απαιτήσουν να φοράμε μπούρκα -και δεν βγαίνει και σε παγιέτες). Σε κάποια φάση, η Αδερφή λέει πόσο άχρηστες είμαστε που δεν έχουμε τούρτα για το Φίλο μας, να ζητήσουμε ρεσό τουλάχιστον απ’ το μαγαζί, να σβήσει κεράκια. Εγώ: «Ρε Αδερφή, 40 ρεσό; Τόσα έχει μέσα ολόκληρο το πακέτο απ’ το ΙΚΕΑ. Θα μπει μέσα το μαγαζί.».

Λέω «φόλλοου μι». Πάμε δίπλα, στο «Αθηνά». Το «Αθηνά» είναι ένα μεγάλο καφέ-ρεστοράν-ζαχαροπλαστείο το οποίο είναι ένα από τα μέρη που επισκεπτόμουν συχνά με Άχρηστο Παλιοκαργιόλη όταν μέναμε μαζί στο Θησείο (ως γνωστόν, το «πάμε για φαΐ» είναι η χαρά του ζευγαριού. Για εμάς, ήταν η μόνη). Μπαίνω λοιπόν μέσα με Αδερφή και τους λέμε το πρόβλημά μας. Μαγαζί κλείνει αλλά χαίρονται που μας βλέπουν, μας μιλά ο υπεύθυνος και ένα Μικροσκοπικό Αγόρι-Σερβιτόρος που μου πιάνει αμέσως την κουβέντα και μου κάνει αδικαιολόγητα κομπλιμέντα και μιλάει ασταμάτητα με τουλάχιστον 30 λέξεις το δευτερόλεπτο και σχεδόν χοροπηδάει εκεί που στέκεται. Σαν μυγάκι που ‘χει πάρει σπιντ είναι. Αδερφή γελάει, λέει πάει να φέρει λεφτά. Μικροσκοπικό Αγόρι δείχνει τρελό ενθουσιασμό με το άτομό μου. Σοβαρά, από το πουθενά, λέει «η ηλικία δεν έχει σημασία» εγώ: «η βλακεία όμως έχει», σε κάποια φάση εξιστορεί «…όταν ήμουνα 20», του κάνω «δηλαδή πέρυσι», μου κάνει «όχι, πρόπερσι», εγώ: «Να!» (συνοδεύεται από μούντζα). Αυτός: «Τι ζώδιο είσαι;» Εγώ: «Υδροχόος» Αυτός: «Αχ, πόσο ταιριάζουμε, εγώ είμαι Ιχθύς, το έχω ανάγκη το νερό!» Εγώ: «Σκάσε και κολύμπα». Πάντως, μας δίνουν 4 ρεσό και τσιζ-κέικ τσάμπα. Εγώ (σκύβοντας):

Φόρεμα, καλά το πας.

Αφού σβήνουμε κεράκια, πίνουμε άλλα δεκαπέντε ποτά ο καθένας μας κι ευχόμαστε στο Φίλο μας να γίνει σοφός με άσπρα μαλλιά, να βρεθεί η χαμένη Ατλαντίδα και το φάρμακο ενάντια στον καρκίνο (ίδιες πιθανότητες πραγματοποίησης ευχών), μας πιάνει σιγά-σιγά όλους μια τάση φυγής, ένα «άντε να πάμε αλλού μπας και δούμε κάναν άνθρωπο». Εγώ έχω ήδη ανταλλάξει μηνύματα με Αγόρι Περιπατητή (εδώ και εδώ) και έχω πάρει τ’ @@ μου. Λέει είναι σε σπίτι και βλέπουν ταινία. Τώρα αν είναι μόνος με γκόμενα και «βλέπει ταινία» κι έχει το θράσος να απαντάει και σε μηνύματα, θα μας γελάσω. Ρωτάω τι βλέπουν. Το Ινσόμνια, με τον Αλ Πατσίνο. Σκέφτομαι να πω «Ο δολοφόνος είναι ο Ρόμπιν Γουίλιαμς και ο Πατσίνο πεθαίνει, έλα τώρα να πάμε για ποτό», αλλά είμαι ανώτερος άνθρωπος. Λέω «Εγώ έχω πάρει να δω το Θορ». Εκείνη τη στιγμή, κάποιος προτείνει να πάμε Κολωνάκι, είναι εκεί μια γκόμενα και τον περιμένει, μπλα μπλα μπλα, το γνωστό. Ξεκινάμε. Στο δρόμο, Αγόρι Περιπατητής απαντά ότι δεν το έχει δει. (Το Θορ). Λέω στην ομήγυρη «παιδιά, θα πέσω πολύ χαμηλά». Γράφω: «Έλα να το δούμε μαζί». Φίλος (που εκείνη τη στιγμή επίσης στέλνει μηνύματα):

Ειρήνη, κάνε ό,τι μπορείς, η ώρα έχει πάει τσούλα και μισή…

Εννοείται ότι το μήνυμα πήγε άπατο αλλά η «τσούλα και μισή» είναι η ώρα μου. Το μαγαζί στο οποίο πάμε λέγεται Tokyo. Φαντάσου φουτουριστικό μαγαζί στο Κολωνάκι, τεράστιο, με διαφορετικά stages με house και techno μουσική να βαράει, λίγο S&M, σκοτεινό αλλά με οθόνες και ολογράμματα και ψυχεδελικά φώτα που φωσφορίζουν, με μπαργούμεν Harajuku Γιαπωνέζες, (κάτι 17χρονα κοριτσάκια στο Τόκυο που μοιάζουν με καρτούν με εξτρίμ στάιλινγκ, τρελό μακιγιάζ, πίρσινγκς, σέξι μαύρα και φλούο ρούχα και πελώριες πατφόρμες). Γαμάτος κόσμος που χορεύει ασταμάτητα πολλοί ανεβαίνουν στα sex rooms για πιο hardcore καταστάσεις. Φαντάσου λοιπόν κάτι τέτοιο. Ε, το φαντάστηκες; Μπράβο. Καμία σχέση. Το Tokyo είναι ένα μικροσκοπικό εναλλακτικό ροκ μπαρ. Στο Κολωνάκι. Αμέ. Ακριβώς στο στοιχείο του. Μα εννοείται. Διότι, σε ΟΠΟΙΑ περιοχή κι αν είμαστε, η δική μου η παρέα θα καταφέρει να ανακαλύψει το «μικρό εναλλακτικό ροκ μπαρ που δεν πατάει κανείς». Είναι μια μοναδική ικανότητα. Χάρισμα. Ταλέντο. Εγώ, με το που το βλέπω: «ΠΑΛΙ ΣΤΟΥΣ ΒΡΩΜΙΚΟΥΣ ΜΕ ΦΕΡΑΤΕ;»

Δεν μπαίνουμε καν μέσα, καθόμαστε έξω σε κάτι μίζερα πεζουλάκια. Αποφασίζω να μην περιμένω τη σερβιτόρα αλλά να πάω στο μπαρ να πάρω ποτό, να δω τι παίζει. Ανοίγω την πόρτα και νιώθω ότι ζω την κλασική σκηνή γουέστερν, με τον νεοφερμένο που μπαίνει στο σαλούν με χαβανέζικο πουκάμισο και τον κοιτάζουν όλοι σαν να τους έχει σκοτώσει την οικογένεια. Κάτι ρυπαροί τύποι με σκούρα ρούχα αναδεύονται στις γωνίες. Μπορεί να μασάνε και καπνό. Και να φτύνουν. Πλησιάζω το μπαρ με θάρρος και χαμόγελο. «Ένα haig με πολύ νερό σε ψηλό, χωρίς πάγο». Μπάρμαν το βάζει. Με πολύ πάγο. Εγώ: «Εεε, δεν βγάζεις λίγο πάγο, έτσι με το χέρι, δεν έγινε και τίποτα…» Μπάρμαν το χύνει και βάζει το σωστό. Τον ευχαριστώ, πληρώνω, το παίρνω. Το επόμενο δευτερόλεπτο, το ρίχνω κάτω. Ποτά, γυαλιά, καρφιά (όχι καρφιά). Πάει. Θα με λυντσάρουν. Μπάρμαν μου βάζει άλλο. Βγάζω λεφτά. Μου ακουμπά σταθερά το χέρι και τα βάζει πίσω στην τσάντα μου. Λέω: «Μα…». Λέει με μπάσα φωνή: «Αυτά συμβαίνουν. Σε όλους». Σερβιτόρα σφουγγαρίζει αυτά που έριξα. Ψιθυρίζω: «Φόρεμα, αν είχα άλλο φόρεμα, θα τα σφουγγάριζα εγώ με σένα. Δεν τη γλιτώνεις». Παρόλα αυτά, με την άκρη του ματιού μου βλέπω τον άλλο Μπάρμαν. Το Σωστό Μπάρμαν.

Βγαίνω έξω αλώβητη. Τα μόνα δύο ξένα αγόρια που κάθονταν στα πεζουλάκια, σηκώνονται να φύγουν. Εξωστρεφής Φίλη, αναφωνεί προς τον έναν: «Ωχ! Εσένα σε ξέρω, είμαστε φίλοι στο φέισμπουκ!» Το αγόρι είναι Ντι Τζέι, έχει πέντε χιλιάδες φίλους, δεν έχει ιδέα ποια είναι η Εξωστρεφής Φίλη (αν και στην πορεία της κουβέντας, λέει: «ναι… τώρα που το λες, νομίζω ότι έχω δει φωτογραφίες σου». Όση αλήθεια κι αν ΔΕΝ υπάρχει σ’ αυτό που είπε, ή προσπάθεια είναι αξιέπαινη). Με το που συστήνονται κι από κοντά, εγώ απευθύνομαι και στα δύο αγόρια: «Ρε παιδιά, πού πάτε, μη φεύγετε από τώρα!» Αυτή η ατάκα είναι ατάκα απόλυτης βαρεμάρας και απελπισίας, η οποία χρησιμοποιείται αυστηρά υπό την επήρεια αλκοόλ, αυστηρά μετά τις 4 το πρωί και αποκλειστικά με την παρουσία Εξωστρεφούς Φίλης, στην οποία μπορώ πάντα να βασιστώ…

…ότι θα βγάλει το φίδι απ’ την τρύπα. Ή το αντίθετο.

Αγόρια αιφνιδιάζονται ελαφρώς, κοιτάζονται, σιωπηλή συμφωνία, λένε «ε τότε να κάτσουμε». Και αρχίζουμε οι τέσσερίς μας να συζητάμε για ό,τι να ‘ναι και βασικά εγώ με το Φίλο του Ντι Τζέι, γιατί Εξωστρεφής Φίλη μόνο που δεν έχει κατουρήσει πάνω στον ίδιο τον Ντι Τζέι. Σε κάποια φάση, βλέπω και Ξανθό Μούσι. Αναφωνώ: «Καλέ! Το Ξανθό Μούσι». Γυρνάω στη Φίλη για βοήθεια, καμία βοήθεια, ούτε αυτή θυμάται το (κανονικό) όνομά του, είναι και με γκόμενα, τι να πάω να πω; [Ακολουθεί φανταστικός μονόλογος: «Γεια σου Ξανθό Μούσι, τι κάνεις;» «Γεια σου και Ανήλικη Κοπέλα του Ξανθού Μουσιού! Καλά, Ξανθό Μούσι δεν έχει απίθανα γυμνασμένους γοφούς και υπέροχη τριχοφυΐα;» «Α, και, τώρα που το θυμήθηκα, Ξανθό Μούσι, θυμάσαι που με σήκωσες στο Why Sleep και μ’ έβαλες πάνω σ’ ένα ράφι; …Ε, ακόμα εκεί είμαι».] Επειδή αυτή η συζήτηση δεν θα έκανε καλό σε κανέναν, λέω άσε καλύτερα, και ασχολούμαι με Φίλο του Ντι Τζέι. Ο οποίος είναι γλυκό, αθώο και ελαφρώς συντηρητικό παιδί άρα εύκολο θύμα, οπότε περνάω εξαίρετα πειράζοντάς τον ανελέητα, μουά χα χα χα χα. Μόνο που κάποια στιγμή, λέει (επίσης αθώα): «Έτσι που είσαι ντυμένη, νόμιζα ότι ήρθες από γάμο…» Δεν γελάω. Φόρεμα, υπέγραψες την καταδίκη σου. Το έχω ξαναπεί. Το λουκ για το οποίο πάμε είναι το λουκ-πάρτι, όχι γάμος. Ακούς; Πάρτι!

Το παραπάνω, ενίοτε και με ήτα.

Από εδώ και πέρα, τα γεγονότα είναι κομματάκι θολά. Θυμάμαι ότι έχω κουραστεί και κάθομαι στο πεζουλάκι. Θυμάμαι ότι οι φίλοι μου είναι λίγο πιο δεξιά μου. Τα Αγόρια είναι επίσης ακόμα εκεί, μιλάνε με την Εξωστρεφή Φίλη. Εγώ κάθομαι ήσυχα ήσυχα, ξαποσταίνω και πίνω το ποτό μου. Ακούω κάποιον να μου μιλάει από αριστερά. Εδώ θα ‘πρεπε να μπορώ να μεταφέρω τι είπε η φωνή που άκουσα, αλλά δεν θυμάμαι. Θυμάμαι μόνο ότι γυρνάω το κεφάλι μου να δω σε ποιον ανήκει και βλέπω, πάνω στο πεζούλι, τρία βήματα πιο δίπλα, να έχει αράξει ο Σωστός Μπάρμαν. Του απαντάω. Μου μιλάει. Ξαναμιλάω. Μιλάμε έτσι από μακριά, πολύ ευχάριστα και πολιτισμένα. Σωστός Μπάρμαν είναι ψηλός, ευάερος, ευήλιος, το Κλασικό Σχήμα Άντρα -και όχι το fun-size που κοιτάζω εγώ συνήθως. Ξυρισμένο κεφάλι και πολλά τατουάζ. Αλλά ωραία φάτσα. Με λίγα λόγια, Σωστός Μπάρμαν είναι σωστός. Και είναι 30 ετών. Αφού λέμε πολλά και διάφορα, σε φάση που κάτι περιγράφει και κουνάει πάνω το χέρι του, προσέχω τον καρπό του (απ’ τη μέσα μεριά). Λέω: «Α! Έχω κι εγώ το ίδιο τατουάζ!» Αυτός: «Πλάκα κάνεις!» Εγώ: «Αλήθεια, αλλά το δικό σου είναι πιο ωραίο, εμένα είναι λίγο χάλια». Αυτός: «Σοβαρά μιλάς; Έχεις το Μάτι του Θεού Ρα; Δείξ’ το μου!» Εγώ: «Δεν γίνεται, είναι στην κοιλιά μου και φοράω φόρεμα». Αυτός: «Σε παρακαλώ, δείξε μου!» Εγώ: «Δεν μπορώ, φοράω φόρεμα. Είναι στην κοιλιά μου!!!» Αυτός: «Δεν γίνεται, ΠΡΕΠΕΙ να το δω!» Εγώ: «Είσαι τρελός; ΦΟΡΑΩ ΦΟΡΕΜΑ!» Αυτός: «Έλα από εδώ, δεν μας βλέπει κανείς!»

Ω! Θεέ (ΡΑ) μου! Παιδιά, είχα πιει. Πολύ όμως. Και ένας ΡΑ ξέρει τι μου έριξε στο ποτό ο (άλλος) μπάρμαν αφού έριξα εγώ κάτω το πρώτο. Ειλικρινά, δεν ξέρω. Δεν ξέρω τι σκεφτόμουν, δεν ξέρω τι φταίει. Όχι, βασικά, ξέρω. Φταίει το ύφος και η όλη συμπεριφοΡΑ του Σωστού Μπάρμαν που δεν ήταν καθόλου μα καθόλου αυτό το γλοιώδες/ προτρεπτικό/ πιεστικό/ «σεξουαλικό» (μπλιαξ) φέρσιμο του λιγούρη τύπου που το κάνει γιατί θέλει να δει κάτι άλλο πέΡΑ απ’ το τατουάζ. Καθόλου όμως. Το παιδί το έκανε καθαΡΑ από εγκυκλοπαιδικό ενδιαφέρον. Σαν να του ‘δειχνα την ωμοπλάτη μου. Ποια ωμοπλάτη; το μπΡΑτσο μου. Φαντάσου τη σκηνή: μια γκόμενα να σηκώνει το φόρεμά της μέχρι τη μέση, στην άκρη του δρόμου, σε κάθετη στη Σκουφά, ΠαΡΑσκευή βράδυ, αλλά Σωστός Μπάρμαν να μην προσέχει ούτε να τον νοιάζει τίποτα άλλο, παΡΑ μόνο το τατουάζ. Μα το ΡΑ, σου λέω. Μάλιστα, παΡΑξενεύεται από το γεγονός του ότι το εν λόγω τατουάζ είναι ανάγλυφο. Ναι. Το έπιασε. (Το τατουάζ μόνο, εντάξει;) Με λύπη συνειδητοποιώ ότι δεν απέχω ιδιαίτεΡΑ από Λουκανικάνθρωπο που πριν κάτι μήνες έβγαλε και μου έδειξε το περιεχόμενο του μποξεΡΑκίου του μέσα σε (άλλο ένα ροκ) μαγαζί. (Αυτά τα ροκ μαγαζιά, είναι του Σατανά!) Τουλάχιστον εγώ το έκανα κατόπιν παΡΑκλησης. Και με το εσώρουχο στη θέση του. Αλλά και πάλι, ήταν παΡΑξηλωμένο. (Όχι το εσώρουχο, το Συμβάν). Μα να μην ντραπώ ούτε το μάτι του ΡΑ;

Η επιστήμη σηκώνει το Φόρεμα ψηλά.

Ευτυχώς, έχω προλάβει κι έχω κατεβάσει το Φόρεμα τη στιγμή που Κακεντρεχής Σερβιτόρα (αυτή που μάζεψε πριν τα σπασμένα μου), φωνάζει Σωστό Μπάρμαν να σηκώσει κάτι τραπέζια, να δέσει κάτι έπιπλα και να μαζέψει (το μαγαζί κλείνει σιγά-σιγά). Εν τω μεταξύ, απ’ την παρέα μου έχει μείνει μόνο η Φίλη και ο Γενέθλιος Φίλος. Μεταξύ άλλων, χαχανίζουν ανεξέλεγκτα. Πάω κι εγώ δίπλα και χαχανίζουμε παρέα. Ξαφνικά, ανάμεσά μας, στο πεζοδρόμιο, περνά ψηλός, αναμαλλιασμένος, εμφανώς μεθυσμένος αλλά κουστουμάτος Γιάπης (ρετρό λέξη). Μεθυσμένος Γιάπης: «Παιδιά, μήπως έχετε φωτιά;» Φίλη: «Αμέ! Φωτιά στα μπατζάκια μας!» Μεθυσμένος Γιάπης γυρνάει στο Γενέθλιο Φίλο: «Φίλε, όταν η γκόμενα λέει κάτι τέτοιο, ένα πράγμα σημαίνει: Χοτέλ Μαρούσι!» Εγώ και Φίλη κοιταζόμαστε με απορημένο θαυμαστικό στη φάτσα (είναι ένα αναγκαίο σημείο στίξης που δεν έχει εφευρεθεί ακόμα. Προσεχώς σε ένα πληκτρολόγιο δίπλα σας). Μεθυσμένος Γιάπης συνεχίζει: «Φίλε, κάτι κάνεις λάθος». Φίλη: «Βρε φωτιά στα μπατζάκια μας σου λέω!» Μεθυσμένος Γιάπης τραβάει τα μαλλιά του: «Ρε φίλε, αυτή το ξανάπε! Σου λέω, μία είναι η λύση! Χοτέλ Μαρούσι!» …Και Μεθυσμένος Γιάπης εξαφανίζεται μέσα στη νύχτα. Να σημειώσω ότι βρισκόμαστε στο Κολωνάκι. Να σημειώσω ότι Φίλη έχει τους λόγους της να φρικάρει με το συνειρμό Μεθυσμένου Γιάπη. Να σημειώσω ότι εγώ προ εβδομάδος βρισκόμουν έξω απ’ το Hotel Maroussi (έκανα τουρ του Μαρουσιού με Αγόρι Περιπατητή, αυτό ήταν το βασικό αξιοθέατο). Μ’ αυτά και μ’ αυτά, το Συμβάν είναι τόσο σουρεάλ, τόσο καρμικό και απόκοσμο που ούτε αυτό δεν ξέρω πώς να το εξηγήσω. Απόψε, ζούμε το Τουάιλαιτ Ζόουν. Το Μυστήριο της Παρασκευής. Τις Πύλες του Ανεξήγητου. Η αλήθεια είναι εκεί έξω. Ο Ρα να μας βοηθήσει.

Βάζω στοίχημα ότι Σωστός Μπάρμαν, την ώρα που μάζευε τα ποτήρια απ’ τη μπάρα, σήκωνε τα τραπέζια και έκανε ντάνες τις καρέκλες, επεξεργαζόταν το (πρώτο) συμβάν. Δεν είναι τίποτα, αργεί λίγο. Θέλει λίγο λάδωμα. Γκρούνκου γκρούνγκου μέχρι να πάρουν μπρος τα γρανάζια. Κι εκεί που σκεφτόταν «…κοίτα να δεις, υπάρχουν και ανάγλυφα τατουάζ…» σιγά-σιγά, του ήρθε και η συνειδητοποίηση. Άναψε το λαμπάκι. Σου λέει: «βρε, μπας…» Σωστός Μπάρμαν ξαναβγαίνει έξω, πλησιάζει, σκύβει και μου ψιθυρίζει: «Ωραίο εσώρουχο… Να ξανάρθεις». Με Φίλη και Γενέθλιο Φίλο, συμφωνούμε ότι είναι πλέον ώρα να γυρίσουμε σπίτι. Είμαι πολύ θυμωμένη με τον εαυτό μου. Μάλλον, είμαι πολύ θυμωμένη με το Φόρεμα. Η κατάΡΑ του Φορέματος. Αλλά θα του δείξω εγώ. Όταν γυρίσουμε, θα πάρω το ψαλίδι και, αργά και μεθοδικά, χρατς-χρουτς, θα το κόψω από πάνω ως κάτω μπροστά, ακριβώς στη μέση.

Να μάθει. Δεν θα με κάνει μόνο αυτό ρόμπα!

Advertisements