Tags

, , , , ,

Τέλη Σεπτεμβρίου

Μετά την Τετάρτη Των Τρελογιατρών, την Πέμπτη ξέρω πλέον τι παίζει οπότε ξεκινάω την εκατοστή αντιβίωση της χρονιάς (σοβαρά, θέλω χρυσή δωροεπιταγή από τις φαρμακευτικές). Η αντιβίωση που ξεκινάω έχει το χαρακτηριστικό ότι κατά τη διάρκεια της αγωγής (αλλά και για τρεις μέρες μετά) δεν επιτρέπεται να πιεις ούτε σταγόνα αλκοόλ. Διαβάζω κάτι ιστορίες τρόμου στο διαδίκτυο που λένε να μην αγγίξεις ούτε στοματικό διάλυμα ούτε να βάλεις άρωμα γιατί θα ξερνάς αδιαλείπτως. Κάποιοι μάλιστα συμβουλεύουν ότι επειδή μερικά καθαριστικά σώματος περιέχουν οινόπνευμα, για να είσαι απόλυτα ασφαλής από τη ναυτία, καλύτερα να μην πλένεσαι.

Ας ξερνάνε οι άλλοι, αρκεί να μην ξερνάς εσύ.

 

Μένω μέσα Παρασκευή βλέποντας πολλά ΝτιΒιΝτί. Το Σάββατο, θλιβερή έξοδος με τους φίλους μου στο Θησείο, στο Cupa, όπου νιώθω μέσα μου τη βαθιά μοναξιά του ανθρώπου που πίνει ανθρακούχο νερό με φυσικό χυμό λεμόνι ενώ οι γύρω του είναι στο νιοστό σφηνάκι τεκίλα/ μαστίχα/ καραμέλα/ North/ ό,τι να ‘ναι, και επικοινωνούν μεταξύ τους σε ένα άλλο μήκος κύματος που δεν πιάνεις, όσο και να κουνάς τη γαμημένη την κεραία (κουνάω ό,τι μπορώ, αλήθεια δεν γίνεται τίποτα). Παρόλα αυτά, είμαι με ΦΞΦ (=Φυσική Ξανθιά Φίλη) που έχω να δω άπειρο καιρό και τυχαίνει να έχει κέφια και προτείνει μετά να πάμε eleven. Δεν γίνεται να χαλάσω χατίρι στη ΦΞΦ. Ανεβαίνουμε την Κηφισίας, είναι 5 το πρωί, κάνει ψωλόκρυο κι έχω τη μέση γυμνή (ρίμα).

Φτάνουμε eleven, μια πίκρα, μια ερημιά, ένα κακό συναπάντημα μες στη νυχτιά, κι εγώ δεν πίνω. Το καταπίνω. Το Pellegrino. Με φυσικό χυμό λεμόνι. Τα δόντια μου τρίζουν απ’ το κρύο, κι έχω τη ΦΞΦ (η οποία έχει πιει 4 ποτά, είναι πασιχαρής), να μου μιλά για ταινίες. Δυστυχώς όχι για τον Κατάσκοπο Που Γύρισε απ’ το Κρύο, το Cold Mountain, τις Παγωμένες Ψυχές, το Εν Ψυχρώ και άλλα που θα ταίριαζαν στην κατάστασή μου. Και όχι, μην περιμένεις ότι κάτι θα συμβεί απόψε και θα φέρει τα πάνω κάτω. Καμία σχέση. Γυρνάω σπίτι (πιο μόνη κι απ’ το φυσικό χυμό λεμόνι) κατά τις 6.30 το πρωί, φοράω πιτζάμες Hello Kitty και χνουδωτές παντοφλοκάλτσες, φτιάχνω ζεστή σοκολάτα και αντιμετωπίζω την ψυχρή αλήθεια.

Αν θες να το κάψεις το Σαββατόβραδο, πρέπει να ρίξεις λίγο οινόπνευμα.

 

Την Τρίτη το βράδυ, βαριέμαι, τι να κάνω, τι να κάνω, α, το βρήκα, θα στείλω μήνυμα στον Extra Large Καλλυντικά! (Ο οποίος με έχει φτύσει εντελώς, παρεμπιπτόντως, αλλά αυτό είναι το μεγαλείο του όταν δεν σε νοιάζει κάποιος: Δεν. Σε. Νοιάζει. Άρα, κάνεις ό,τι θέλεις. Και χέστηκες). Στέλνω sms: «Κουλή ώρα, το ξέρω, αλλά βρε Extra Large Καλλυντικά, με απογοήτευσες, ούτε για δεντροφύτευση δεν με πήγες!» Απάντηση: «ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ!» (Εγώ καλό το θεώρησα). Τετάρτη μεσημέρι, μόλις έχω ξυπνήσει, χτυπάει τηλέφωνο. Extra Large Καλλυντικά πολύ το εκτίμησε λέει το μήνυμα, λέει και να βγούμε, λέω δεν μπορώ διότι σήμερα δεν έχει ταξί, μα να έρθει να με πάρει, μα δεν θέλω να έρθει, μα γιατί μήπως τον φοβάμαι; και βέβαια τον φοβάμαι, εκτός του ότι είναι άγνωστος, εμφανισιακά και χωροταξικά δεν έχει καμία σχέση με τα αγοράκια τα οποία βλέπω συνήθως κι άμα θέλω τα δέρνω. ΚΑΜΙΑ όμως. Του λέω μόνο το πρώτο κομμάτι για το ότι είναι άγνωστος. Το δέχεται, αναντίρρητα, γιατί φαίνομαι και σοβαρή κοπέλα…

Αλλά είναι Τετάρτη. Κι εγώ, τις Τετάρτες, δεν πάω γυμναστήριο. Άρα, κάτι θέλω να κάνω. Οπότε κανονίζω να δω –για πρώτη φορά- Aγόρι που έχω γνωρίσει από το fb. Αυτό το Αγόρι είναι Άλλο Ένα Αγόρι Που Ασχολείται Με Υπολογιστές (ναι, είμαι τόσο άσχετη που δεν ξέρω ακριβώς τι δουλειά είναι αλλά «υπολογιστές» στο φλου). Ανήκει στη μεγάλη αυτή κατηγορία αγοριών που ασχολούνται με υπολογιστές και ενδιαφέρονται για το άτομό μου. (Βλέπουν ότι μ’ αρέσει η Επιστημονική Φαντασία και τα κόμιξ και κάτι σκιρτά μέσα τους. Ακριβώς με τον ίδιο τρόπο που το ΤΕΦΑΑ βλέπει τον gluteus maximus και κάτι σκιρτά μέσα του/ έξω του, κάπου συμβαίνει ένα σκίρτημα τέλος πάντων). Αλλά, είναι αλήθεια, αυτά τα αγόρια με εκτιμούν ιδιαίτερα. Η καλλιέργεια, η ευγένεια, ο συγκρατημένος θαυμασμός, η αβρότητα και η σαφέστατη ένδειξη από Αγόρι-Υπολογιστές ότι δεν-σε-θέλω-μόνο-για-πήδημα, με κάνουν να μην φοβάμαι ιδιαίτερα να με γυρίσει σπίτι (ΟΚ, και το νορμάλ μέγεθος), αλλά καλού κακού κανονίζω να συναντηθούμε Χαλάνδρι και παίρνω αθλητικά μαζί μου, σε περίπτωση που αποδειχθεί τρομακτικός ψυχο-κάτι να γυρίσω σπίτι τρέχοντας.

Τελικά, Αγόρι-Υπολογιστές δεν δείχνει να είναι τρομακτικό ψυχο-κάτι. Το ραντεβού όμως, κάποια στιγμή γίνεται κάπως τρομακτικά ψυχοφθόρο. Εγώ, Pellegrino με φυσικό χυμό λεμόνι. Αγόρι-Υπολογιστές, ρούμι με άρωμα σοκολάτα. Μου λέει το βιογραφικό του. Φουλ. Ξεκινώντας από τη Σχολή, περνώντας στην πρώτη του δουλειά, και μετά από εταιρία σε εταιρία. Δίνει και ιατρικό ιστορικό. Καπνίζει ηλεκτρονικό τσιγάρο που μυρίζει μαλλί της γριάς. Μυρίζω το δικό μου να το τσεκάρω:

Όχι, δεν είναι αυτής της γριάς, είναι άλλης.

 

Εγώ, συνεχίζω το Pellegrino. Αυτός, δεύτερο ρούμι με άρωμα σοκολάτας. Λέω κι εγώ το δικό μου βιογραφικό σε μπούλετ πόιντς. Πάω να συμπεριλάβω στην αφήγηση και δυο-τρεις μαλακίες να το ελαφρύνω, με κόβει: «μα καλά, όλες τις επιλογές στη ζωή σου τις έχεις κάνει για γκομενικούς ή άλλους ρομαντικούς λόγους ;» Καταπίνω μεγάλη γουλιά Pellegrino. Αυτός τελειώνει το δεύτερο ρούμι. Βγάζω λεφτά να πληρώσουμε. Πάω για κατούρημα (δεν μπορώ άλλο Pellegrino, έλεος).

Επιστρέφω απ’ το κατούρημα. Αγόρι-Υπολογιστές έχει πάρει ακόμα ένα μίνι ρούμι με άρωμα σοκολάτας. Χτυπάει sms. Extra Large Καλλυντικά: «Είσαι έξω; Είμαι κολωνάκι και βαριέμαι». Τι να πω τώρα; Κι εγώ βαριέμαι; Απαντάω ότι ναι είμαι έξω αλλά δεν μπορώ. Στέλνει κι άλλα sms. Πολλά άλλα sms. Κάνει το γνωστό που κάνουν όσοι έχουν iPhone που στέλνουν δυο λέξεις τη φορά έτσι για να σε εκνευρίσουν. Εκνευρίζεται και Αγόρι-Υπολογιστές που πίνει το ρούμι του με άρωμα σοκολάτας και καπνίζει το ηλεκτρονικό του τσιγάρο με άρωμα μαλλί της γριάς, και με ρωτάει τι συμβαίνει. Extra Large Καλλυντικά: «Να ‘ρθω εκεί που είσαι, να κάνουμε ότι είμαστε άγνωστοι, να έρθεις μια στιγμή να σου δώσω ένα φιλάκι;» (Μιλάμε για τρελά σενάρια φαντασίας). Λέω «άντε να φύγουμε» όταν πλέον η μπαργούμαν έχει μαζέψει τα μπουκάλια. Επιτέλους. Με τον Extra Large Καλλυντικά, έχουμε ανταλλάξει μόνο τηλέφωνα χωρίς καμία ΜΑ ΚΑΜΙΑ ένδειξη του τίποτα παραπάνω. Παρόλα αυτά, έχει πλάκα. Και αυτό φαίνεται πως είναι γενικά η αρχή κάθε καταστροφής μου. Πλάκα πλάκα.

Αγόρι-Υπολογιστές με γυρνάει σπίτι. (Αχρείαστα τα αθλητικά, ευτυχώς). Κάτω απ’ το σπίτι, συζητάμε πολιτισμένα για ταινίες (άραγε αυτές οι σινεφίλ τάσεις με πιάνουν μόνο όταν δεν πίνω αλκοόλ; Θα το ερευνήσω). Γενικά, το πράγμα είναι κομματάκι άβολο, δεν ξέρω πώς διάολο να φύγω, δεν μου τυχαίνει πλέον συχνά να με γυρνάνε άνθρωποι σπίτι χωρίς λόγο και χωρίς να ξέρω πώς να τους αποχαιρετήσω, έχω ξεσυνηθίσει. Τι κάνω δηλαδή; Απλά ανοίγω την πόρτα και φεύγω; Φιλάω σταυρωτά; Λέω «γεια σου τώρα»; Αλλά πώς θα πω «γεια», αφού η συζήτηση δεν έχει φτάσει σε σαφές τέλος. Και δεν βλέπω και να φτάνει. Πάει. Θα μείνω εδώ για πάντα. Εν τω μεταξύ, τα sms από Extra Large Καλλυντικά χτυπάνε ανά τρίλεπτο. Ευτυχώς, δόξα σοι Κύριε, Αγόρι-Υπολογιστές λέει κάτι που αν είσαι πολύ ξινή, μπορείς να το πάρεις και καλά ως προσβολή (ούτε που το θυμάμαι), αλλά κάνω στα αστεία ότι το παίρνω στα σοβαρά και λέω «καλάαα, εντάξει λοιπόν, σ’ αφήνω τότε…» και ανοίγω την πόρτα και βγαίνω. Αγόρι-Υπολογιστές φεύγει. Ανασαίνω βαθιά το δροσερό αεράκι. Απαντάω στο τελευταίο sms του Extra Large Καλλυντικά.

Φτου τσουλευθερία!

 

Extra Large Καλλυντικά λέει είναι στο δρόμο και θα έρθει να με πάρει. Δεν είμαι άνετα και δεν νιώθω ασφαλής με αυτή την προοπτική. Ρωτάω «Να με πάρεις να πάμε πού;» Απάντηση: «Guzel». Μάλιστα. Μετά από ώριμη σκέψη, αποφασίζω ότι ένας κακός άνθρωπος που θέλει να σου κάνει κακό, δεν καίγεται ακριβώς να πάει στο χειμερινό opening κλαμπακίου βορείων προαστίων. (Λέω τώρα εγώ). Οπότε δίνω διεύθυνση να τη βάλει στο GPS. Εμφανίζεται κατά τις τέσσερις. Τεταρτιάτικα. Αφού τον βρίζω, ασκώ βέτο ως προς το Guzel για διάφορους λόγους και ιδιαίτερα επειδή δεν πίνω, και δεν παλεύεται χωρίς ποτό το να βλέπεις γύρω σου τα 17χρονα να χοροπηδάνε ενώ εσύ είσαι με Extra Large Άγνωστο Συνομήλικο. Συμφωνούμε όμως να μείνουμε στη γειτονιά γιατί σε λίγο όλα κλείνουν, οπότε καταλήγουμε eleven. Το πολύ δέκα άνθρωποι, όλοι γύρω απ’ το μπαρ. Μπάρμαν, βάλε μου άλλο ένα Pellegrino με φυσικό χυμό λεμόνι, σε παρακαλώ. Η οδύσσεια της μπουρμπουλήθρας. Δεν. Μπορώ. Άλλο. Θέλω. Ουίσκι! Extra Large Καλλυντικά παραγγέλνει μαρτίνι κοκτέιλ με δυο ελιές. Τις τρώει και τις δύο. Ο DJ βάζει το “Let it snow, let it snow, let it snow”. Extra Large Καλλυντικά με ενθουσιασμό: «Χριστούγεννα!» Μασουλάω τη φέτα λεμόνι μου σκεπτική. Τώρα που το σκέφτομαι, με τα λευκά, κάνει κάτι σε χιονάνθρωπο… ή σε χιονοστιβάδα. Το κόβω, γιατί θα πέσει ο ουρανός να με πλακώσει. (Ή θα πέσει ο Extra Large Καλλυντικά – Χιονοστιβάδα).

Πάντως, η βραδιά πάει καλά. Για δεύτερη φορά μέσα σε λίγες ώρες ακούω το βιογραφικό άλλου ανθρώπου, το οποίο είναι τρομερά εντυπωσιακό, έχει να κάνει με φοιτητική ζωή παρόμοια με αμερικάνικη κολλεγιο-ταινία, προεδριλίκια, το αγαπημένο «κακό παιδί», μεταπτυχιακά στο εξωτερικό, διδακτορικό, καινοτομικές ανακαλύψεις, ομάδα που πήρε νόμπελ, άνοιγμα επιχειρήσεων, άνοιγμα κι άλλων επιχειρήσεων και άλλα τέτοια που δεν έχω ιδέα αν είναι αλήθεια ή αν είναι κι αυτά παρμένα από σενάρια Χόλυγουντ. Το μόνο σίγουρο, είναι ότι από το «αυστηρά μπίζνες» ύφος και τη σοβαρότητα που είχε το αμέσως προηγούμενο ραντεβού, τα μισά από όσα λέγονται στο παρόν ραντεβού έχουν σεξουαλικά υπονοούμενα (πράγμα ελαφρώς τρομακτικό αν λάβεις υπόψη την εμφάνιση του Extra Large Καλλυντικά). Αλλά έχει και γέλιο. Ο DJ βάζει τανγκό. Extra Large Καλλυντικά λέει να χορέψουμε. Λέω «αποκλείεται». Αλλά από μέσα μου, του δίνω πόντους.

Ουσιαστικά, είναι σαν να του βγάζω πόντους. Από τη συνολική διάμετρο.

 

Extra Large Καλλυντικά πιάνει φιλίες με μπάρμαν, γνωρίζει τους καινούριους ιδιοκτήτες του μαγαζιού, μιλάνε για τζαζ και σουίνγκ, (νιώθω λίγο μόνη), αυτός προτείνει να εμφανιστεί και να τραγουδήσει σε βραδιά Φρανκ Σινάτρα (γιατί τραγουδούσε κιόλας σε παμπ όσο έκανε το διδακτορικό του, βεεέβαια), ιδιοκτήτης ενθουσιάζεται και γίνονται φιλαράκια, ανταλλάσσουν τηλέφωνα, λέω πάει, θα μου φάει το ΔΙΚΟ ΜΟΥ το μαγαζί (και όχι, παραδόξως ΔΕΝ μιλάω κυριολεκτικά). Κλείνει η μουσική, άντε να φεύγουμε σιγά σιγά. Προσωπικό eleven μόνο που δεν μας ραίνει με ροδοπέταλα που είμαστε τόσο κουλ ζευγάρι (και τόσο ταιριαστό), εγώ νιώθω ότι πρέπει να δηλώσω προς το σύμπαν γενικότερα: «ρε παιδιά ούτε μια ώρα δεν τον γνωρίζω». Είναι που το μαγαζί έχει αλλάξει Διεύθυνση, γιατί οι παλιοί θα με πίστευαν. Πληρώνει με κάρτα. Έχει ένα δεκάευρο στο πορτοφόλι του. Το βγάζει, μου το δείχνει, με κοιτάζει σοβαρά και με νόημα:

Αυτό, είναι για κρέπες.

 

Δηλώνω ότι δεν τρώω κρέπες αλλά μια και γυρνάμε προς το σπίτι και φοβάμαι ελαφρώς, εντέχνως το γυρνάω και στο γιατί δεν πίνω (αλκοόλ): επειδή παίρνω αντιβίωση, επειδή κάτι έχω, επειδή κάτι έχω γυναικολογικό, επειδή παθαίνω κακά πράγματα, επειδή είμαι χαλασμένη. Ρωτάει: «Σεξ κάνεις;» Λέω: «Τώρα όχι. Γενικά, ας πούμε πως κάνω αλλά πάντα με προστασία και κάπως από μακριά». Λέει: «Οπότε το μόνο που μας μένει είναι να παίξουμε τις βλεφαρίδες μας;» Κερδίζει κι άλλους πόντους. Αισίως, με πάει και σπίτι. Δεν μου αφήνει καμία αμφιβολία για το πώς θα τον αποχαιρετήσω. Βγαίνει απ’ το αυτοκίνητο, έρχεται απ’ την πλευρά μου, ανοίγει την πόρτα και μετά μου κλείνει και το δρόμο (ολόκληρο το δρόμο) μην και το σκάσω. Μετά από λίγο, τα καταφέρνω και βγαίνω έξω (ανάμεσα από μια χαραμάδα. Δική του, όχι του αυτοκινήτου). Έχουμε φτάσει μεν καλά, αλλά έχει πιει, λέω «μήπως καλύτερα να πάρεις εδώ έναν υπνάκο;» Το βλέμμα του φανερώνει μια απρόσμενη και ανέλπιστη χαρά. Ψιθυρίζει: «Αμέ…». Αμέσως καταλαβαίνω ΤΟ ΖΩΟΝ τι είπα. Με πανικό, ουρλιάζω: «ΟΧΙ, ΟΧΙ, ΟΧΙ! Εννοώ στο αυτοκίνητο!!!» Διότι και να ‘θελα, πού να χωρέσουμε, στο σπίτι έχω μονό κρεβάτι.

Κι άντε, πες, το δίνω το κρεβάτι στον Extra Large Καλλυντικά. Εγώ πού θα πάω, στο Extra Large ράφι με τα καλλυντικά;

 

Advertisements