Tags

, , , ,

Κάπου γύρω στα τέλη Σεπτεμβρίου

Παρασκευή, Frangelico με την παρέα μου. Δισεκατομμύρια μέλη της παρέας μου. Κι εγώ τελευταία μέρα που δεν πίνω. Παρόλα αυτά, περνάω μια χαρά. Μου την πέφτει γλυκά 40χρονος κύριος με σακάκι και τζιν που μου θυμίζει τρομερά Άχρηστο Παλιοκαργιόλη από το παρελθόν μου (μένει κι αυτός Πειραιά), τον αποκρούω γλυκά, λέω «άσε, είσαι μακριά». Α πα πα πα πα! Σε κάποια φάση μου κάνει γεια μας και λέει: «πάντα επιτυχίες». Αργότερα, με, ρωμαϊκό λευκό-χρυσό φόρεμα, χρυσά σκουλαρίκια και βραχιόλια, χρυσά τακούνια, χρυσό μακιγιάζ και γαρύφαλλα πλεγμένα στα μαλλιά, απολαμβάνω το «χρυσό» βρώμικο της πλατείας Μαβίλη. Τρελή επιτυχία.

Σάββατο. Παιδιά, επιτέλους, είναι γεγονός. Πίνω! Αλληλούια! Αλλά, η παρέα μου δεν πολύ-τραβάει σήμερα. Κανονίζουμε με τη Φίλη και παιδικό Φίλο για ποτό στο Γκάζι, ο κόσμος λίγο χάλια, καθόμαστε σ’ ένα μίζερο πάγκο μπροστά στην περαντζάδα, πίνουμε τα ποτά μας και τα λέμε. Ουίσκι και συμπάθεια. Η Φίλη λέει ότι θα φύγει νωρίς να πάει για ύπνο. Ο Φίλος ανταλλάσσει κάτι sms με γκόμενα και μετά ή θα πάει για ύπνο ή θα πάει για «ύπνο». Χτυπάει μήνυμα. Αγόρι Περιπατητής: «Έχεις βγει; Πού είσαι;» Ζήτω. Είναι Guzel. Είμαι σίγουρη ότι μέσα στο Guzel παραδεισένια κοριτσάκια με σορτσάκια και γόβες στιλέτο κάνουν τούμπες και κρεμιούνται απ’ τους πολυελαίους, αλλά Αγόρι Περιπατητής λέει ότι θέλει να δει εμένα, οπότε το φταίξιμο είναι δικό του. Θα ανέβουμε προς τα πάνω με τη φίλη και θα κατέβω Agora (εκεί είναι το Guzel). Έτσι και γίνεται.

Με το που μπαίνω στο μαγαζί, ο μέσος όρος ηλικίας ανεβαίνει κατά δέκα χρόνια.

 

Πάω κατευθείαν στο μπαρ, Αγόρι Περιπατητής με την παρέα του είναι δίπλα, μια χαρά. Είναι με τραπέζι. Με φίλους από το σχολείο. Πώς εμείς πηγαίναμε Αυτοκίνηση και μας γυρνούσε μετά ο μπαμπάς μου; Έτσι. Ελπίζω Αγόρι Περιπατητής να έχει προειδοποιήσει τους φίλους του. Αλλιώς, πιθανώς να ακούσω από κανέναν: «Α, κρίμα που δεν μας το είπατε, θα έλεγα και στη δική μου μαμά να έρθει, να έχετε παρέα».

Δεν πειράζει. Έχω το Haig μου, και Αγόρι Περιπατητής είναι γλυκύτατο. Γυρνάω αριστερά, βλέπω γνωστή φυσιογνωμία. Αγόρι που έχω γνωρίσει από fb. Και έχουμε ανταλλάξει και τηλέφωνα. Ήταν μια τρελή βραδιά σε μπαρ στην Ακρόπολη, που έχω πάει με φίλες να συναντήσω Αγόρι 2 (Λαλίστατο Αγόρι) που έχω γνωρίσει από fb (και μέσω κοινών γνωστών απ’ τη δουλειά), και έχουμε ήδη βγει μια φορά και τα πράγματα βαίνουν καλώς. Αγόρι 2 όμως, τη συγκεκριμένη βραδιά με φτύνει και την πέφτει σε μια απ’ τις φίλες μου. Με όση αξιοπρέπεια μου απομένει, στέλνω sms και ψάχνω Αγόρι (1) και δίνουμε ραντεβού στο Big Apple στο Κολωνάκι. Όπου Αγόρι 1 εμφανίζεται, με βλέπει από κοντά, και περίπου τέταρτο αργότερα, φεύγει. ΤΕΤΟΙΑ επιτυχία εκείνης της βραδιάς. Και είναι λίγο πιο δίπλα μας στο Guzel. Αλλά όχι, δεν φτάνει αυτό. Αγόρι 1 = κανένα.

Γυρνάω μπροστά μου, βλέπω άλλο ένα γνωστό Αγόρι από fb. Είναι απασχολημένος, βγάζει φωτογραφίες τους θαμώνες. Είναι η δουλειά του και είναι γνωστός στη νυχτερινή ζωή της Αθήνας. Είναι γνωστός και σε μένα. Χαιρετιόμαστε. Ας θυμηθώ την τελευταία φορά που τον είδα (τελευταία = δεύτερη, δεν είναι και η πλέον μακρόχρονη γνωριμία). Ήταν Σαββατόβραδο ΔενΞέρωΠότε, 5 το πρωί. Ευγενική ανταλλαγή sms. Μένουμε κοντά, εκείνη την ώρα γυρνάει απ’ τη δουλειά. Κανονίζουμε να έρθει σπίτι. Χτυπάει κουδούνι. Μπαίνει, πάει στο κρεβάτι, ξαπλώνει: «Μπορείς να μου τρίψεις την πλάτη; Είμαι πολύ κουρασμένος». Τρίβω. Την πλάτη. Αυτός: «Ευχαριστώ. Θα φύγω τώρα, είμαι κομμάτια». Εγώ, προβληματισμένη: «Ο…Κ…» Αυτός: «Αλλά μήπως έχεις πρώτα τίποτα να φάω;» Τον διώχνω.

Ρε άει σιχτίρ, τι το κάναμε εδώ μέσα; Τη μια κόκκινο φωτάκι την άλλη Ερυθρό Σταυρό;

 

Παρόλα αυτά, δεν με απασχολούν καθόλου τα γύρω-γύρω. Αγόρι Περιπατητής φέρεται με αυτόν τον αξιαγάπητο και συγκινητικό τρόπο της αποκλειστικότητας, που μαθαίνεις να εκτιμάς τρομερά (ιδίως όσο μεγαλώνεις). Τον προειδοποιώ πάντως να με αγνοήσει και να κάνει ό,τι μπορεί και όπου μπορεί, γιατί εγώ δεν είμαι διαθέσιμη σήμερα, είμαι αδιάθετη. Δεν πτοείται καθόλου. Εγώ προειδοποίησα. Σε κάποια φάση, λέει «πάμε να φύγουμε;» Άντε, να πάμε. Παίρνουμε ταξί, νομίζω ότι πάλι θα πάμε σε τελειωμένο άφτερ στο Μαρούσι. Περνάμε αυτά (τα τελειωμένα άφτερ) που γνωρίζω. Φτάνουμε στη μέση του πουθενά. Λέει στο ταξί να μας αφήσει. Περπατάμε. Ρωτάω πού διάολο πάμε. Μετά από λίγο, μου δείχνει. Είμαστε μπροστά σε ξενοδοχείο. Hotel Maroussi. Μου το δείχνει με χαρά. Κάνει έτσι και με τα χεράκια με ενθουσιασμό, σαν μοντέλο που παρουσιάζει δρύινη σαλοτραπεζαρία σε τηλεπαιχνίδι. «Κοίτα τι κέρδισες!»

Τον κοιτάζω. Ανοίγω το στόμα μου. Το ξανακλείνω. Το ξανανοίγω. Λέω, κάπως κοφτά: «Όταν σου είπα ότι είμαι αδιάθετη, τι κατάλαβες;» Σκέφτεται έντονα. Κάτι ψελλίζει. Εγώ: «Ότι είχα πονοκέφαλο;» Αυτός: Κάτι ψελλίζει. Εγώ: «Ότι είχα το λαιμό μου;» Αυτός λέει ότι το κατάλαβε όταν το είπα αλλά δεν με πίστεψε. Λέω: «Θες να βγάλω το ταμπόν και να στο δείξω;» Αλλά κι εγώ δεν τον πιστεύω. Σοβαρά, νομίζω ότι απλά δεν ήξερε, δεν ρώτησε! Αλλά ποιο αγόρι δεν ξέρει τι σημαίνει «είμαι αδιάθετη»; Τι να πω δηλαδή; «Ξέρεις, αυτές τις μέρες τρέχει αίμα απ’ το πιπί μου –όχι, δεν πεθαίνω- αλλά αν δεν σε λένε Έντουαρντ (Twilight) και δεν λαμπυρίζεις στο φως του ήλιου (πάλι Twilight), μάλλον Δεν Θες Να Ξέρεις»; Τόσο αναλυτικά; Επιμένει ότι ξέρει τι σημαίνει και δεν με πίστεψε. Εγώ: «ρε, είσαι παρθένος;» (δεν εννοώ στο ζώδιο). Κάνει ότι προσβάλλεται. Ακόμα δεν έχω πειστεί. Λέει ότι είχε σχέση ενάμιση χρόνο. Αν σε ενάμιση χρόνο δεν άκουσε ποτέ «είμαι αδιάθετη», τότε το κορίτσι έμεινε έγκυος και τώρα συγχαρητήρια, Αγόρι Περιπατητή, είσαι Μπαμπάς.

Τέλος πάντων, το θέμα είναι ότι μια και δεν έχουμε κανένα λόγο να πάμε σε ξενοδοχείο, ΠΑΛΙ περπατάμε σαν τις άδικες κατάρες ξημερώματα στο Μαρούσι. ΠΑΛΙ! Κι αυτή τη φορά, είμαστε ακόμα πιο μακριά! Στη μέση οικιστικής προαστιακής περιοχής, ανάμεσα σε κήπους, δέντρα, λουλούδια, απόλυτη ηρεμία, γαλήνη, ησυχία, περνώντας από δρόμους που δεν περνάει ψυχή. Αγόρι Περιπατητής: «εδώ δεν νομίζω να βρεις ταξί». Του ρίχνω εχθρικό βλέμμα. Πάλι καλά που έχω βάλει σχετικά εύκολο παπούτσι μετά το χτεσινό τακούνι στο Frangelico, αλλιώς θα το είχα βγάλει (και τα δύο), να τον κοπανάω στο κεφάλι. Περπατάμε, περπατάμε, περπατάμε. Μέσα στην εβδομάδα δίνει εξετάσεις για Δρομικά Αγωνίσματα (απ’ τη λέξη «δρόμος»). Και, προφανώς, αποφάσισε να κάνει εξάσκηση μ’ εμένα. Λάθος δρόμο διάλεξε. Κάποια στιγμή, από μακριά, βλέπω την Αγίου Κωνσταντίνου και άρα στο βάθος να λαμπυρίζουν τα φανάρια της Κηφισίας. Χαρά, συγκίνηση, αγαλλίαση. Τώρα ξέρω πώς ένιωσαν όταν αντίκρισαν τη θάλασσα στην Κάθοδο των Μυρίων του Ξενοφώντα. Μου’ ρχεται να φωνάξω:

Κηφιτίατ! Κηφητίατ!

 

 

 

Advertisements