Tags

Γεγονότα Τετάρτης 21 Σεπτεμβρίου

Πάλι κάτι έχω. (Τι έκπληξη!) Όχι, δεν είναι πρόβλημα τέτοιας φύσης, είναι πάλι της γυναικείας φύσης αλλά αυτή τη φορά όχι θεωρητικό. Γιατί (για άλλη μια φορά) εντοπίζεται στο γυναικολογικό μου σύστημα. Περνάω την πρώτη μέρα με αμφιβολίες, λέω «μπορεί να είναι η ιδέα σου», περνάω τη δεύτερη μέρα με αμφιβολίες, λέω «μπορεί να μην είναι τίποτα, να περάσει μόνο του, αλλά τελικά σίγουρα κάτι δεν πάει καλά. Περνάω τη δεύτερη νύχτα εντελώς άυπνη, υποφέροντας, με τη δυστυχία να αυξάνεται σταδιακά, μισάωρο το μισάωρο. Χαράζει γλυκά και βασανιστικά. Στις 8 ακριβώς, παίρνω τηλέφωνο τη μικροβιολόγο της γειτονιάς. Ναι.

Πώς ο άλλος κόσμος έχει τον περιπτερά της γειτονιάς, τον κουρέα της γειτονιάς και το φούρναρη της γειτονιάς; Ε, εγώ έχω τη μικροβιολόγο. Της γειτονιάς.

 

Κανονίζω να πάω για εξέταση (και καλλιέργεια) εκείνη τη στιγμή. Σηκώνομαι, πλένω δόντια και κάνω τα πολύ πολύ βασικά και πάω, δυο στενά πιο πάνω. Άυπνη, ταλαιπωρημένη, πονεμένη, άβαφτη (κυρίως), αχτένιστη. Μπορώ να πω «το χάλι μου», αλλά δεν αντικατοπτρίζει πλήρως το χάλι μου. Με βλέπει και τρομάζει ελαφρώς μια κυρία με στολή του δήμου που καθαρίζει το δρόμο από πευκοβελόνες (άσχετο, αλλά δεν ήξερα ότι είχαμε τέτοιες. Κυρίες. Όχι πευκοβελόνες). Φτάνω στην πολυκατοικία της μικροβιολόγου, μπζζζ χτυπάω κουδούνι. Μικροβιολόγος είναι μια κυρία -γύρω στα 60- η οποία με έχει εκπλήξει ελαφρώς στο παρελθόν αναφέροντας ότι έχει οικογένεια. Το λάθος βέβαια είναι όλο δικό μου, που βγάζω κακοπροαίρετα και αυθαίρετα συμπεράσματα. Αλλά αν έχουμε κάποια κλισέ σ’ αυτή τη χώρα για τη μέση «γεροντοκόρη», Μικροβιολόγος τα πληροί όλα: Γυαλί πατομπούκαλο; τσεκ, μαλλί λάχανο; τσεκ, καμιά εικοσαριά κιλά πάνω απ’ τον προτεινόμενο δείκτη μάζας σώματος; τσεκ, γκριζοκαφέ συντηρητικά ρούχα θεοσεβούμενης κυριούλας; τσεκ, υπερχρησιμοποίηση της φράσης «εμείς οι γυναίκες»; τσεκ. Επίσης, προσπαθεί πάντα να μου πουλήσει / προωθήσει διάφορα μαντζούνια και συμπληρώματα διατροφής, με νούμερο 1 το χυμό αλόης που δρα ευεργετικά στο έντερο, όσο εγώ περιμένω υπομονετικά να μου δώσει τα καταραμένα αποτελέσματα των εξετάσεων. Κι όλα αυτά, ενώ Μικροβιολόγος γουρλώνει μάτια όποτε λέει κάτι που θεωρεί σημαντικό και μιλάει τόσο εκκωφαντικά και με τόσο εντυπωσιακό στόμφο, που ακόμα κι εγώ η κουφή προσπαθώ να κρατάω μια απόσταση γιατί πάντα φοβάμαι ότι θα μου πάρει τ’ αυτιά (και τι θα τα κάνω τόσα σκουλαρίκια;)

Σήμερα, με μηδέν ύπνο, και συν άπειρο στην κλίμακα ταλαιπώριας, η ένταση του ήχου είναι επώδυνη. Παρακαλώ, χαμηλώστε το λίγο, προσπαθώ να συγκεντρωθώ στο να μείνω ξύπνια. Μικροβιολόγος γνωρίζει και εμένα και τους Γονείς εδώ και χρόνια, οπότε ρωτάει πρώτα για όλη την οικογένεια όσο κάνει ό,τι είναι να κάνει. Μικροβιολόγος: «Αυτά παθαίνουμε εμείς οι γυναίκες…» Εγώ γνέφω με κατανόηση. Μικροβιολόγος: «Είναι η κατάρα της γυναικείας φύσης…» Εγώ πάλι γνέφω με στωικότητα και κατανόηση. Μικροβιολόγος: «Ξέρετε, το σώμα, διαμαρτύρεται» Εγώ (ερωτηματικό βλέμμα). Μικροβιολόγος: «Όταν φτάνετε σε μια ηλικία και είστε ανύπαντρη…» Εγώ (γουρλωμένο βλέμμα). Μικροβιολόγος: «…βέβαια! Γιατί το σώμα της γυναίκας είναι φτιαγμένο για άλλα πράγματα. Όταν αργούν πολύ, είναι ενάντια στη φύση. Γι’ αυτό τα παθαίνετε όλα αυτά! Πρέπει να παντρευτείτε». Εγώ: Άφωνη. Μικροβιολόγος: «Η τεκνοποίηση είναι η ολοκλήρωση της γυναίκας. Η γυναίκα εκεί ο-λο-κλη-ρώ-νε-ται!» (Οι συλλαβές τονίζονται μία-μία όπου δίνεται έμφαση και, γενικά, φαντάσου ότι η όλη ομιλία είναι σε ένταση σαν να την ακούς με μεγάφωνο και με επαναλήψεις των κύριων σημείων για να τα εμπεδώσω).

Θα πάω καμιά μέρα για εξετάσεις και θα μου κάνει τεχνητή γονιμοποίηση.

 

Πάντως, όταν το θέμα φεύγει από το «δεν έχεις παντρευτεί και γι’ αυτό αρρωσταίνεις» και πάει στο ότι «η γυναίκα ολοκληρώνεται όταν κάνει παιδιά», νιώθω ότι βρίσκομαι σε πιο γνωστό και άρα σχετικά ασφαλές έδαφος. Γνέφω πάλι με κατανόηση και με το ύφος «Καλέ, εμένα μου λέτε; Αμ δεν το ξέρω εγώ;» (Παρόλο που σκέφτομαι να επαναλανσάρω το ολόσωμο προφυλακτικό -βλέπε ταινία «Τρελές Σφαίρες». Προς το παρόν αρκούμαι στα προφυλακτικά δύο-δύο ενώ στο παρελθόν, με Άχρηστο Παλιοκαργιόλη, έχω πάρει και αντισυλληπτικά δύο-δύο). Μικροβιολόγος συνεχίζει ακάθεκτα: «Μα κι εσείς πια, ο ένας μου ξινίζει ο άλλος μου βρωμάει!» Εγώ (από μέσα μου): «Εγώ;» Μικροβιολόγος: «Μην είστε τόσο απαιτητική!» Εγώ (από μέσα μου): «Εγώ;» Μικροβιολόγος: «Μην ψάχνετε το τέλειο». Εγώ (από μέσα μου): «Εγώ;» Μικροβιολόγος: «Κοιτάξτε να βρείτε κάποιον που να έχει 6 στα 10». Εγώ: «Συγγνώμη;» Εκείνη: «Ναι, 6 στα 10! Γιατί με τον καιρό, με την τριβή, τα 6 γίνονται 8!» Εκεί πάω να ρωτήσω γιατί να μην ξεκινήσουμε από τα 8, να γίνουν μετά 10, αλλά με προλαβαίνει: «…Ποτέ να μην ψάχνετε 10 στα 10. Γιατί τα ομώνυμα απωθούνται!» Ααααα! Εμ βέβαια. Όλα τα ‘χει σκεφτεί η Σατανική Μικροβιολόγος…

Αλλά το πράγμα δεν σταματάει εκεί. Σατανική Μικροβιολόγος: «Ξέρετε, ακούω για εσάς από τον πατέρα σας, το ‘χει παράπονο…» Θα τον σκοτώσω τον Μπαμπά. Σατανική Μικροβιολόγος: «…μα τέτοια κοπέλα, έξυπνη, επιστήμονας, πετυχημένη…» Εν τω μεταξύ, ακόμα και στα καλά μου, παραμένω χόμπιτ με χαλάουα (στην καλύτερη περίπτωση), άνεργη, άφραγκη και μένω τσάμπα στη γκαρσονιέρα δίπλα στη Μάνα και στον Πατέρα, τον οποίο σύντομα θα σκοτώσω. Παρόλα αυτά, Σατανική Μικροβιολόγος: «…κι αυτός, σαν πατέρας, θέλει να σας δει νυφούλα, θέλει να δει εγγόνια…» Όχι απλά θα τον σκοτώσω αλλά θα τον σκοτώσω κοπανώντας τον και με τον κατάλογο ΙΚΕΑ που ήθελε να του κρατήσω. Συνεχίζει ακάθεκτη: «Μα διαλέξτε έναν! Απλά να είναι καλό παιδί, να ‘χει φιλότιμο…» Για ακόμα μια φορά, γνέφω συμφωνώντας. Αλλά δεν έχει τελειώσει: «…και λεφτά!» Αμ πέσ’ το έτσι. Κάτι πάω να ψελλίσω ότι δεν κάνουν και ουρά οι υποψήφιοι, πόσο μάλλον οι υποψήφιοι με λεφτά με ουρά, αλλά με προλαβαίνει: «Κι εμένα που με βλέπετε, δεν με ήθελε κανείς!» Καλέ αδιανόητο! Την κοιτάζω με μπερδεμένο βλέμμα, πιστεύω πως αν είχα την ενέργεια, θα ‘πρεπε να νιώθω προσβλημένη. Επαναλαμβάνει: «…Ναι, κανείς δεν με ήθελε! Αλλά τον πρώτο που βρήκα, τον βούτηξα! Βουτήξτε έναν κι εσείς!» Σκέφτομαι ότι δεν έχω και μπαλκόνι στην πρόσοψη της πολυκατοικίας, να ρίξω κανά κανάτι, θεία απ’ το Σικάγο στάιλ. Έχω μια θεία στη Βοστόνη, μετράει; Αλλά το πράγμα κορυφώνεται: «Κάντε κι εσείς λίγο τη χαζή, οι άντρες δεν θέλουν να είναι η γυναίκα πολύ έξυπνη!» Αυτή τελικά είναι μάλλον μία Μεγάλη Αλήθεια που δεν θα πιστέψω ποτέ. Προτιμώ να πιστεύω στα φαντάσματα. Και στους μονόκερους.

Μετά από κάτι που φάνηκε σαν μια αιωνιότητα, φεύγω, γυρνάω σπίτι, παίρνω παυσίπονο που προκαλεί σχεδόν ολική αναισθησία και την πέφτω ξανά, μπας και κοιμηθώ λίγο και ξυπνήσω και γίνω άνθρωπος γιατί το απόγευμα έχω να πάω και στον ομοιοπαθητικό μου. Τα καταφέρνω και αργότερα είμαι εκεί, στο ιατρείο του και λέω στον ταλαίπωρο άνθρωπο για άλλη μια φορά τον πόνο μου (όλους) μπας και με λυπηθεί ο Θεός (ή ο ταλαίπωρος άνθρωπος ή ο οποιοσδήποτε). Στο τέλος της συζήτησης, όταν είμαι πλέον στην πόρτα, θυμάμαι ότι όταν τον Ιούλιο είχα μπει νοσοκομείο για την εγχείρηση σκωληκοειδίτιδας, μου βρήκαν ΚΑΙ φύσημα. Ομοιοπαθητικός είναι καρδιολόγος. Του το λέω. Εδώ είμαστε. Με ξαναβάζει μέσα και πάμε να μου κάνει υπερηχογράφημα καρδιάς. Όλα καλά, δεν βλέπει τίποτα περίεργο, η καρδιά μου μια χαρά, ούτε ράγισμα ούτε τίποτα -πράγμα περίεργο, αλλά ας μην παρασύρομαι απ’ τη ρομαντική μου φύση. Και γιατί λέω να μην παρασύρομαι; διότι, τελειώνοντας, Ομοιοπαθητικός μού δίνει χαρτί να σκουπιστώ και λέει να ντυθώ. Ομοιοπαθητικός:

Άντε, σκουπίσου και βάλε μπλούζα γιατί έτσι όπως είσαι ξαπλωμένη με το τζελ είσαι σαν τελευταία σκηνή σε τσόντα.

 

Advertisements