Tags

, , , , , ,

Σάββατο 10 Σεπτεμβρίου 2011

Όπως 9 στις 10 βραδιές πλέον, κι αυτή η βραδιά αρχίζει στην Καρύτση. Έχουμε πάει PairiDaeza με τη Φίλη με το μετρό και συναντάμε εκεί φίλο μας που έχει πάει με μηχανή. Λέμε δυο-τρεις κουβέντες, πάει το πρώτο ουίσκι, πάει η πρώτη ώρα, εγώ πάω πάνω-κάτω (και μέσα-έξω) στο μαγαζί, πάει και το δεύτερο ουίσκι, πάει και η δεύτερη ώρα, πάει σιγά-σιγά κι ο κόσμος, δεν πάει πουθενά η βραδιά, πάει στο καλό, καλά μ’ έχει πάει η εβδομάδα, μην είμαι και πλεονέκτρα, δεν μου πάει. Και ας πούμε ότι πάει τρεισήμισι.

Για πολλή ώρα κάθομαι έξω σε πεζούλι και σιγοπίνω το νερωμένο Haig μου, αγναντεύω την απέναντι εκκλησία και σκέφτομαι ότι αυτή τη στιγμή κάπου, κάπως, άλλοι άνθρωποι διασκεδάζουν. Σκέφτομαι και πολλά άλλα ενδιαφέροντα πράγματα αλλά, όπως είπα, έχει πάει τρεισήμισι οπότε μπαίνω μέσα να ψάξω τους δικούς μου και να δω τι έχουν στο μυαλό τους για μετά. (Δεν τρέφω και ιδιαίτερες ελπίδες, την έχω δει τη δουλειά, είμαι ψυχολογικά προετοιμασμένη να γυρίσω σπίτι παρόλο που, σύμφωνα με την –εκτεταμένη- εμπειρία μου, το καλό κομμάτι της βραδιάς αρχίζει περίπου τώρα).

Μέσα, το μαγαζί σχεδόν άδειο. Δυο αγόρια στέκονται γύρω από τραπέζι και πίνουν ποτό, τους έχω δει από πριν, το ένα είναι πολύ πέρα από τις δυνατότητές μου (=out of my league), το άλλο είναι ελαφρώς κάτω απ’ τα στάνταρντ μου (ναι, υπάρχουν, μα τω Θεώ), άρα οι δυο τους δεν με απασχολούν. Πάω να πάρω την τσάντα μου απ’ το μπαρ πίσω τους, να τσεκάρω κινητό (μια κίνηση που γίνεται εντελώς μηχανικά και χωρίς κανέναν απολύτως πρακτικό λόγο, γιατί απόψε δεν έχω καμία ψευδαίσθηση προσδοκίας). Εκεί βέβαια που παίρνω κινητό στο χέρι, πατάω κουμπί, φωτίζει το καντράν και, όπως ήταν αναμενόμενο, βλέπω μόνο την ώρα και τίποτα άλλο, σίγουρα, χωρίς να μπορώ να το ελέγξω, στο πρόσωπό μου ζωγραφίζεται μια έκφραση ελαφριάς εκνευρισμένης γκρινιαρο-απογοήτευσης, αυτό που λες από μέσα σου «εμ βέβαια, δεν περίμενα και τίποτα άλλο!» (Ακόμα κι αν περίμενες). Λέμε τώρα.

Περνώντας μπροστά απ’ το τραπέζι των αγοριών, μου μιλάει (ποιος άλλος;) ο Κάτω Απ’ τα Στάνταρ Μου. Δεν θυμάμαι τι λέει, απαντάω, συστηνόμαστε, εμφανίζεται και η Φίλη. Λέει ότι θα φύγει με (έναν άλλο) φίλο μας με μηχανή. «ΟΚ», λέω, «εγώ θα πάω σπίτι». Εκείνη τη στιγμή κάτι λένε τα αγόρια για «άλλη γενιά», ρωτάω ποια γενιά ακριβώς, δηλαδή πόσο είναι, ρωτάνε «πόσο μας κάνεις;» Ήθελα να ‘ξερα, σοβαρά, κανείς δεν βαριέται  π ο τ έ  αυτό το παιχνίδι; Τέλος πάντων, χωρίς δισταγμό, κάνω στον Πέρα Από Τις Δυνατότητές Μου: «23» και στον Κάτω Απ’ τα Στάνταρντ Μου: «24». Σιγή. Ρωτάω: «Τι; 24 και 25;» «Όχι», μου λένε, ελαφρώς σαστισμένα, «απλά είναι περίεργο, το βρήκες με την πρώτη…» Εγώ, εσωτερικά: «Μουά χα χα χα» (η γνωστή σατανική χροιά). Πάνε να μαντέψουν και τις δικές μας ηλικίες, πέφτουν τόσο πολύ έξω που τρών τα μούτρα τους, Φίλη πάει να μαζέψει τσάντες, να χαιρετήσει κ.λπ. Αγόρια διαμαρτύρονται, μα γιατί να φύγουμε, ακόμα είναι νωρίς. Συμφωνώ μαζί τους ότι είναι νωρίς αλλά φεύγουμε. Μου λένε να πάρω ποτό, λέω όχι, δεν υπάρχει λόγος να πιω κι άλλο, αλήθεια, φεύγουμε. Φίλη ξανα-εμφανίζεται. Με ελαφρώς ανήσυχο βλέμμα.

Φίλη: «Ειρήνη, έχουν απεργία τα ταξί» Εγώ: Σιγή. Φίλη: «Ειρήνη, δεν έχει ταξί». Εγώ: Σιγή. Φίλη: «Ειρήνη, εγώ θα πάω με τον Φίλο 2 με τη μηχανή, εσένα θα σε πάει ο Φίλος 1 με τη μηχανή. Εντάξει;» Τώρα, αυτό μπορεί να ακούγεται μια χαρά, ότι να, το πρόβλημα λύθηκε, όλα καλά. Κι όμως, φίλε μου! Εγώ ΔΕΝ ανεβαίνω σε μηχανή. Τις λίγες φορές που ενδίδω (μόνο όταν είναι ανάγκη), είναι για μικροσκοπικές αποστάσεις, και συνήθως μέρα μεσημέρι πάνω στην παραλία που είναι μια ευθεία. Μόνον. Αλλά, Εγώ… σε μηχανή… χωρίς κράνος… Σάββατο βράδυ… από το κέντρο ως τον Παράδεισο (Αμαρουσίου)… Δεν. Πάω. Φίλη γνωρίζει το θέμα μου, εξ ου και το ανήσυχο βλέμμα. Με πιάνει ένας σιωπηλός πανικός και μια απόγνωση. Παρόλα αυτά, κάπως σαν τον George Bush που όταν του είπαν για τους Δίδυμους Πύργους παρέμεινε ανέκφραστος (μπορεί και ακριβώς σαν τώρα), δείχνω σαν να μην το άκουσα και συνεχίζω να ασχολούμαι (αν και κάπως απόμακρα) με τα αγόρια. Τα οποία συνεχίζουν τη συζήτησή τους χωρίς καμία συναίσθηση του δράματος που εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια τους.

Αγόρια, πολύ χαλαρά και ανέμελα: «Γιατί δεν πάμε κάπου αλλού;» Εγώ, στην τραγική φάση και στο αδιέξοδο που βρίσκομαι, δεν θέλω να περιπλέξω τα πράγματα, αλλά άντε, ρωτάω έτσι, μπας και…: «Εσείς ρε παιδιά, πού μένετε;» Αγόρια: «Μαρούσι προς Πεύκη». Ποτέ άλλοτε μια περιοχή δεν έφερε τέτοιο χαμόγελο στα χείλη μου. (Τα λέω εγώ να επενδύουμε στα παιδιά της γειτονιάς μας, αλλά κανείς δεν μ’ ακούει!) Μαρούσι προς Πεύκη! Ουράνιο τόξο μετά την καταιγίδα! Ελπίδα. Εγώ, δειλά: «Ρε παιδιά, δεν πάμε eleven;» (Το eleven, για όποιον δεν το ξέρει, είναι το μαγαζί που έχω χτίσει τούβλο-το-τούβλο τα τελευταία 5 χρόνια και, παρόλο που λόγω της περσινής χρονιάς στην πλατεία Καρύτση το έχω παραμελήσει, το νιώθω ακόμα σπίτι μου. Σ’ αυτό βοηθάει και το ότι είναι και *κοντά* στο σπίτι μου. Επίσης, τυγχάνει να είναι και πολύ κοντά στο σπίτι των Αγοριών. Αν η εκκλησία απέναντι απ’ το Pairi ήταν ανοιχτή, θα άναβα κεράκι). Αγόρια, με ενθουσιασμό: «Αμέ. Πάμε!» Αγαλλίαση. Χερουβείμ. Τρομπέτες. Λύρες. Σουραύλια. Έως και μπουζούκια.

Φίλη ξανάρχεται: «Ειρήνη, να πω στο Φίλο-1-με-μηχανή; Είσαι έτοιμη να φύγουμε;» Εγώ, δειλά αλλά αποφασιστικά: «Εεεε… Θα πάω με τα παιδιά eleven». Παύση. Φίλη, μας κοιτάει όλους έναν-έναν. Κοιτά τα αγόρια στα μάτια, έντονα και διερευνητικά. Στην πραγματική ζωή –σε αντιδιαστολή με την Καρυτσική ζωή- Φίλη είναι καθηγήτρια γαλλικών. Αυτή τη στιγμή, έχει το ψαρωτικό ύφος όπως όταν πιάνει το παιδάκι αδιάβαστο και του λέει αργά και έντονα «είσαι σίγουρος ότι έκανες επανάληψη στα ανώμαλα ρήματα; Ας δούμε ξανά μαζί το Πασέ Κομποζέ». Με παρόμοιο, τρόπο, λέει : «Ας πιούμε άλλο ένα ποτό». Κι εκεί, γίνεται η προσπάθεια «του νόου ας μπέτερ», δηλαδή να γνωριστούμε κάπως με τα αγόρια ώστε να αποκτήσω εγώ μια σχετική οικειότητα μαζί τους μέσα στα επόμενα 10 λεπτά. Και βέβαια, να βεβαιωθούμε ότι δεν είναι μανιακοί δολοφόνοι.

Όχι ότι φαίνονται για μανιακοί δολοφόνοι αλλά και ποιος φαίνεται, θα μου πεις; Οικονομικά σπουδάζουν τα παιδιά στη Λειβαδιά, ο Κάτω Απ’ τα Στάνταρντ Μου είναι απ’ τη Ρόδο και ο Πέρα από τις Δυνατότητές Μου από Μαρούσι-Πεύκη και φιλοξενεί τον άλλον. Ακούω παράπονα για καθηγητές, ο Κάτω Απ’ τα Στάνταρντ Μου είναι σίγουρος ότι μια καθηγήτρια έχει πρόβλημα μαζί του, ακούω για το ποια μαθήματα χρωστάνε, για τη χάλια φοιτητική ζωή στη Λειβαδιά και γενικά πληροφορίες χωρίς τις οποίες η ζωή μου δεν θα στερούταν απολύτως τίποτα. Αλλά, οι εναλλακτικές μου είναι οι εξής: «Μηχανή χωρίς κράνος (και χωρίς μπουφάν –μόλις τώρα το σκέφτηκα) ως το σπίτι» ή «Αυτοκίνητο αγνώστων ως το eleven». Για μένα, ουσιαστικά η εναλλακτική είναι μία. Ας κάνω τουλάχιστον τους αγνώστους, γνωστούς. Μετά το eleven, έχει ο Θεός. Σηκωνόμαστε να φύγουμε. Κάνω το σταυρό μου. Με βλέπει ο Κάτω Απ’ τα Στάνταρντ Μου και ρωτάει: «Για μας το κάνεις αυτό;» Εγώ:

Όχι καλέ, απέναντι έχει εκκλησία.

Πάμε στο αυτοκίνητο. Είμαι απόλυτα σίγουρη ότι με προορίζουν για τον Κάτω Απ’ τα Στάνταρντ Μου και σχεδόν αποδέχομαι τη μοίρα μου. Είναι σιωπηλός και κάπως σοβαρός, ενώ Ο Πέρα από τις Δυνατότητές Μου είναι ιδιαίτερα ενθουσιώδης, άνετος και ομιλητικός. Επίσης, είναι όμορφος όχι μόνο σύμφωνα με τα δικά μου στάνταρντ αλλά όμορφος τελεία (εξ ου και το παρατσούκλι). Και ψηλός, και τριγωνικός και όμορφος στη φάτσα. Αυτό που με την Αδερφή λέμε «Γιουνιβέρσαλ». Το οποίο έχει πολυεπίπεδο νόημα και έχει να κάνει με Χόλυγουντ-Αμερικανιά και το ότι η εμφάνιση κάποιου έχει απήχηση στο ευρύ κοινό, (έως και σε όλο το σύμπαν -universally). Πέρα από τις Δυνατότητές μου αρχίζει συζήτηση για μουσική και ρωτάει και αν παλιά πήγαινα σε rave parties. Δηλώνω ένοχη, τρελός ενθουσιασμός, με βάζει να πω για τα 90s και τη χορευτική σκηνή στην Αθήνα, ρωτάει λεπτομέρειες, για τα πάρτι στις αποθήκες και στα χωράφια, ρωτάει τι φοράγαμε, λέω για αλουμινόχαρτα και σακούλες σκουπιδιών, είναι κάπως…

…σαν να ζήτησε απ’ τη γιαγιά του να του πει για την Κατοχή.

Στο αυτοκίνητο αναφέρει τους Prodigy, λέει ότι τους είδε φέτος και πέρυσι, ρωτάει γιατί δεν πήγα κι εγώ να τους δω στη Μαλακάσα, λέω γιατί εγώ είμαι πια μεγάλη και δεν αντέχω την ταλαιπώρια της Μαλακάσας, αξίζει μωρέ να τους δεις, τους έχω δει, πότε; λέω «παλιά» …παύση για σασπένς… Πέρα από τις Δυνατότητές Μου, με απερίγραπτο δέος, ρωτάει: «ΗΣΟΥΝ ΤΟΤΕ ΣΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΒΡΑΧΩΝ ΤΟΤΕ ΠΟΥ ΔΙΑΚΟΠΗΚΕ Η ΣΥΝΑΥΛΙΑ;;;!!!» «Ναι, ήμουν». Μένει με το στόμα ανοιχτό, δυσκολεύεται να το συλλάβει, γυρνάει στον άλλον και ψελλίζει «θυμάσαι που το βλέπαμε στο youtube;!!!» (Μπάι δε γουέι, τον Κάτω Απ’ τα Στάνταρντ Μου δεν τον ενδιαφέρουν καθόλου όλα αυτά, αλλά ο Πέρα από τις Δυνατότητές Μου δεν πτοείται καθόλου και θέλει να του εξιστορήσω το συμβάν). Νιώθω σαν να ‘μουν εκεί όταν μπήκαν τα τανκς στο Πολυτεχνείο ή άντε, αρχαία μεν αλλά με λίγο πιο γκλάμουρ, σαν να ήμουν κολλητάρι με το Μικ Τζάγκερ και να με βάζουν να λέω ιστορίες από τα θρυλικά χρόνια στο Studio 54. (Όποιος έχει δει Sex and the City, θυμάται την αντίδραση του Αλεξάντρ Πετρόφσκι. Αυτό ακριβώς).

Από την άλλη, τώρα που το σκέφτομαι, συνειδητοποιώ πως όταν πρωτογνώρισα Άχρηστο Παλιοκαργιόλη στα 27 μου, εκείνος ήταν 6 χρόνια μεγαλύτερός μου (όχι το σχεδόν διπλό και μονοδρομικό 11 που είναι η διαφορά μου με τον Πέρα από τις Δυνατότητές Μου («μονοδρομικό» =επίθετο που προκύπτει από το ουσιαστικό «μονόδρομος»). Κι εγώ λοιπόν τότε είχα ρωτήσει με αρκετό δέος Άχρηστο Παλιοκαργιόλη: «ΔΗΛΑΔΗ ΠΗΓΑΙΝΕΣ SPARTACUS; ΚΑΙ ΑΤΟΜΟ; ΚΑΙ ΣΤΟ ΠΑΛΙΟ FACTORY;!!! (Παρένθεση: Ο λόγος ήταν για το παλιό Factory στην Εμμανουήλ Μπενάκη, όχι αυτό στην Πειραιώς που πρόλαβα εγώ και υπήρξε το αγαπημένο μου club). Διότι, έχοντας μεγαλώσει (κι εγώ) με τα περιοδικά lifestyle του Κωστόπουλου, τότε, στα τέλη της δεκαετίας του 80 έως και αρχές 90, θυμάμαι ότι διάβαζα για εκείνα τα μαγαζιά που άφησαν εποχή και έκλαιγα γοερά θέλοντας να είμαι κι εγώ εκεί αλλά τότε ακόμα οι Γονείς δεν μ’ άφηναν (βέβαια) να βγω μόνη μου, οπότε την έβγαζα με τους συμμαθητές μου στην Αυτοκίνηση, που ήταν υπερβολικά mainstream για τον τότε εαυτό μου). Το ότι Άχρηστος Παλιοκαργιόλης σύχναζε σε όλα εκείνα που δεν μπόρεσα να πάω εγώ ποτέ, ήταν σίγουρα ένας από τους λόγους που με ώθησαν υποσυνείδητα στο να διατηρήσω με νύχια και με δόντια (έπρεπε και κυριολεκτικά να τον έχω γδάρει) τη σχέση-ψέμα μαζί του για τα επόμενα τρία χρόνια. Έλεγα: «μα δεν μπορεί, αφού έχουμε κοινά!»

Επιτέλους, φτάνουμε eleven. Πριν μπούμε ακόμα, βλέπω απ’ έξω Ιορδανό που έχω γνωρίσει εκεί πριν δύο εβδομάδες, (τη μέρα που χτύπησα στον κόκκυγα) και χαμογελάμε με νόημα αμφότεροι. Μπαίνω και χαιρετάω τους δικούς μου ανθρώπους του μαγαζιού και όντως νιώθω ότι επιτέλους είμαι σπίτι μου, μετά το άγχος της επιστροφής χωρίς ταξί και της διαδρομής που έκανε το αντίθετο από το να γεφυρώσει το χάσμα των γενεών. Αφήνω τα Αγόρια στο μπαρ και πάω να χαιρετήσω Ιορδανό με φίλο του (Έλληνα, ήταν εκεί και τις προάλλες). Με αντιμετωπίζουν σαν να μόλις βρήκαν τη χαμένη τους –κοντή- αδερφή. (Είναι ανησυχητικό το πόσοι άντρες καλωσορίζουν τις απανταχού κοντές με παρόμοιο τρόπο, ειδικά αν είναι στο τσακίρ κέφι). Με σηκώνουν και με στροβιλίζουν στον αέρα και συνειδητοποιούν μάλλον αργά ότι η εν λόγω κοντή –εγώ- είναι ψωμωμένη και ότι μάλλον θα τους πέσει η μέση αλλά ντρέπονται κιόλας να το παραδεχτούν.

Αλλά εγώ σκίζω τους αιθέρες με μπρίο.

Ο Πέρα από τις Δυνατότητές μου έρχεται και συστήνεται, χαιρετιούνται με Ιορδανό, μου λέει να πάω να μιλήσω στον Κάτω Απ’ τα Στάνταρντ Μου, ο οποίος έχει πέσει ψυχολογικά γιατί μέσα στο αυτοκίνητο αναφέρθηκε ο Jim Morrison (από το πουθενά) και ο Κάτω Απ’ τα Στάνταρντ Μου, ρώτησε: «αυτός είναι ο DJ που έπαιζε όταν πήγαμε Πάτρα;» και γελάσαμε. Και αμέσως ο Πέρα από τις Δυνατότητές μου έβαλε το «People are Strange» και ξαναγελάσαμε. Και ο Κάτω Απ’ τα Στάνταρντ Μου ένιωσε άσχημα. Κι εγώ πρέπει να πάω να τον κάνω να νιώσει καλύτερα. Ε, την είχα δει τη δουλειά. Πάω λοιπόν, ο Κάτω Απ’ τα Στάνταρντ Μου δεν μιλιέται, καλά που ο Πέρα από τις Δυνατότητές Μου μιλάει για τρεις. Σε φάσεις φεύγω και πάω στον Ιορδανό στον οποίο μιλάω εις άπταιστην Αγγλικήν, διότι Ιορδανός μιλάει ελάχιστα ελληνικά (μόνο που αργότερα αναρωτιέμαι αν μιλάει και αγγλικά, αλλά θα φτάσω και σ’ αυτό). Κάθε φορά όμως που πάω στον Ιορδανό, μετά από λίγο, Πέρα από τις Δυνατότητές Μου έρχεται, με παίρνει και με επαναφέρει στην τάξη (σχεδόν κυριολεκτικά). Ιορδανός και φίλοι του λένε ότι θα πάνε να φάνε και να πάω κι εγώ να τους βρω απέναντι στα everest (αυτά τα everest είναι τοπ τόπος ραντεβού), αλλά είναι αδύνατον να ξεμπλέξω από τα Αγόρια. Πέρα από τις Δυνατότητές Μου επιμένει να πιούμε σφηνάκια. Είναι τόσο αργά που ο Μπάρμαν έχει πλέον αφεθεί και αφοσιωθεί σε γκόμενα δίπλα μας, κάνει ώρες να μας δει, όταν τελικά ασχολείται, μας κερνάει τα σφηνάκια. Πληρώνω εγώ τα δεύτερα (με περιμάζεψαν σε ώρα ανάγκης, τι να κάνω;) Μπάρμαν κερνάει τα τρίτα, Κάτω Απ’ τα Στάνταρντ Μου πληρώνει τα τέταρτα. Αγόρια με κοροϊδεύουν που τρώω τη φέτα πορτοκάλι μου μετά απ’ την κάθε τεκίλα. Λες και έτσι το σώνω.

Αγόρια είναι καθισμένα σε σκαμπό δεξιά-αριστερά, εγώ όρθια στη μέση, κάτι πάει να μου πει ο Πέρα από τις Δυνατότητές Μου, πάω πιο κοντά. Με πιάνει από τη μέση, απάνω μου ακουμπά, στα μάτια με κοιτάει κι εκεί εγώ λέω (καθόλου τραγουδιστά, αλλά μάλλον προειδοποιητικά) «αυτό είναι κώλος». Πέρα από τις Δυνατότητές Μου απαντά: «Το ξέρω». Από εκεί και πέρα η βραδιά παίρνει μια αναπάντεχη τροπή, γιατί (παρόλο που μου έχει ξανασυμβεί) ήμουν ΣΙΓΟΥΡΗ ότι με προόριζαν για τον άλλον. Μετά από κάποια ώρα –ενώ ήδη ξημερώνει- Πέρα από τις Δυνατότητές Μου λέει ότι πάει τον Κάτω απ’ τα Στάνταρ Μου σπίτι και σε δυο λεπτά είναι πίσω. Εγώ δεν είμαι σε θέση να πάρω και πολλές σοβαρές αποφάσεις (εδώ που τα λέμε, όχι ότι είμαι σε θέση κι όταν είμαι νηφάλια), αλλά σίγουρα δεν είμαι αχάριστος άνθρωπος και, όχι μόνο κατά πώς δείχνει το πράμα δεν θα γυρίσω ούτε απ’ το eleven με τα πόδια αλλά… σόρι! Τον  ε ί δ ε ς  τον Πέρα από τις Δυνατότητές Μου; Μπουσουλώντας θα πήγαινα σπίτι!

Εκεί που κάθομαι και τον περιμένω φυρουλί-φυρουλά (=ανέμελο, μεθυσμένο σφύριγμα), στέλνω μήνυμα στον Ιορδανό και ούτε θυμάμαι τι του λέω. ΟΚ, μόλις τώρα το τσέκαρα και βλέπω ότι του έστειλα ότι κρίμα που έφυγε χωρίς να πει γεια. Απαντά κάτι που με κάνει να υποψιάζομαι ότι η άπταιστη Αγγλική μου πήγε τελείως στράφι, και ότι όταν Ιορδανός με σήκωνε ψηλά στον αέρα και κάτι έλεγε, πιθανώς ήταν παραδοσιακή ιορδανική μέθοδος ζυγίσματος να δει πόσα χαλιά μπορεί να στοιβάξει μαζί με μένα πάνω σε μια καμήλα. Παραθέτω το μήνυμα αυτούσιο: «Am sorry but the guys wanted me to drop them to their cars». (Ως εδώ, πάει στο καλό. Αλλά έχει και συνέχεια). «…I was giving a hope to a eat woman to work hard on her shape». Πάλι καλά που εκείνη την ώρα ούτε που το επεξεργάστηκα (θα ήταν πολύ για το φτωχό μου τεκιλομυαλό), και απάντησα(!!!) κι ανταλλάξαμε κι άλλα μηνύματα κανονικά (το αλκοόλ μας φέρνει ΤΟΣΟ πιο κοντά). Όταν ξανακοιτάζω το κινητό μου αργότερα, όμως, δεν έχω την παραμικρή ιδέα αν το μήνυμα πήγαινε να πει κάτι σεξουαλικό ή αν ο Ιορδανός έλεγε σε γκόμενα στα everest να φάει αλλά να φτιάξει το σώμα της με γυμναστική. Άβυσσος η ψυχή του Ιορδανού. Από τη μια έχω το χάσμα των γενεών κι από την άλλη το χάσμα της γλώσσας.

Επικοινωνία ώρα μηδέν.

 

Πέρα από τις Δυνατότητές μου (στο εξής θα τον λέω ΠεΔυΜου, ξαναεμφανίζεται σε λιγότερο από 5 λεπτά. Και πάμε σπίτι. Εκεί, ΠεΔυΜου λέει πράγματα όπως: «Γαμώτι, και φοράω χάλια βερμούδα σήμερα», «στο δάχτυλο του ποδιού μου αυτό είναι μελανιά, δεν είναι βρωμιά», «παλιά έπαιζα πόλο…» (εκεί αναρωτήθηκα, δηλαδή πόσο παλιά πια; πόλο με πιπίλα;) «…αλλά έχω σταματήσει εδώ και χρόνια, έχω γίνει πολύ χάλια;» Στο οποίο απαντάω: «Μπα, με τα ρούχα μια χαρά φαίνεσαι…» Και, δεν γίνεται πλέον, γελάω. Γιατί το ΠεΔυΜου είναι χάρμα οφθαλμών και ΕΝΝΟΕΙΤΑΙ ότι κάνω πλάκα. Μετά το «έπαιζα πόλο», ρωτάει: «εσύ τι έπαιζες;» όπου του ρίχνω το γνωστό βλοσυρό βλέμμα που μεταφράζεται: «θα σου ‘λεγα τώρα τι έπαιζα αλλά έχε χάρη…»

Και όσο συμβαίνουν όλα αυτά, αρχίζει το έπος του Γκιλγκαμές. Η Ιλιάδα και η Οδύσσεια μαζί. Η Παλαιά και η Καινή Διαθήκη. Το Κοράνι. Το Κάμα Σούτρα (όχι, όχι με την καλή έννοια). Γιατί, το ΠεΔυΜου είναι 23 χρονών. Και έχει πιει τ’ άντερά του. (Και δεν έτρωγε και τις φετίτσες πορτοκάλι απ’ τις τεκίλες του). Το οποίο σημαίνει: η Ιστορία χωρίς Τέλος. Και η μέρα είναι τελείως μέρα και μέσα σε μια ζάλη απ’ το ποτό και το μπάπα-μπούπα, σκέφτομαι ότι κάποια στιγμή θα πάει Δευτέρα και θα ‘χει να πάει σχολείο κι αυτός θα είναι ακόμα εδώ και μετά με πιάνει η ψυχή μου γιατί σκέφτομαι ότι έχει τελειώσει το σχολείο και άρα δεν χρειάζεται να πάει και, επιτέλους, ΑΥΤΗ Η ΜΑΝΑ ΤΟΥ ΔΕΝ ΤΟΝ ΨΑΧΝΕΙ;!!! Έλεος!

Παράλληλα, ακούω και τα προβλήματα της ζωής του. Λέει: «Ο μπαμπάς μου έχει ένα εργοστάσιο, φτιάχνουμε φέτα. Τρως φέτα;» Εγώ: «Όχι». «Κακώς, η δική μας είναι πολύ ωραία, πρέπει να δοκιμάσεις (μου λέει και το όνομα της φέτας)». Ρωτάω τι δίκτυο διανομής έχουν (κάποτε σπούδασα και Μάρκετινγκ). Μου λέει τα ονόματα των σούπερ μάρκετ απόλυτα συγκεντρωμένος, σαν να γράφει διαγώνισμα Ιστορίας και να θυμάται ημερομηνίες από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Συνεχίζει: «Συνέχεια τσακωνόμαστε με τον μπαμπά γιατί εμένα δεν με νοιάζει το εργοστάσιο, δεν θέλω να δουλέψω ακόμα» και, με προβληματισμένο ύφος: «Οι φίλοι μου με λένε φλώρο». Εγώ: «Είσαι ο ορισμός του φλώρου». Αυτός: «Γιατί το λες αυτό;» Εγώ: «Είσαι και βλαμμένο». Αυτός: «κι εσύ με θεωρείς βλαμμένο; λοιπόν, νομίζω ότι είναι οι μπάφοι. Κάνω πολλούς και ίσως έχω χαζέψει» Εγώ: «Κόψε τους μπάφους, ξανάρχισε το πόλο» (είπα να συνεισφέρω στην κοινωνία). Σε όλα αυτά, παρεμβάλλονται και αυθεντικές τεχνικές απορίες, του τύπου: «Τι; Δηλαδή δεν αρέσει σε όλες το “κομπρεσέρ”» Εγώ: «ΟΧΙ (το ηρωικό). Όταν λέμε “εργάτης”, ΔΕΝ εννοούμε κομπρεσέρ!» Συνέχεια προηγούμενης συζήτησης. ΠεΔυΜου: «Πάντως, για δυο μήνες δούλευα στο εργοστάσιο κάθε μέρα για να του αποδείξω (του μπαμπά) ότι μπορώ. Δύο ολόκληρους μήνες! Ειλικρινά, μετά δόξαζα το Θεό…» Εγώ (συνεχίζω τη φράση του): «…που γεννήθηκα γιος του μπαμπά μου και δεν χρειάζεται να κάνω τον εργάτη και να σκοτώνομαι στη δουλειά για όλη μου τη ζωή». Το παραδέχεται αμέσως (και γι’ αυτό τον παραδέχομαι). Αλλά, τέτοια ώρα, τέτοια λόγια. Τι να αναλύουμε τώρα; το Κεφάλαιο του Μαρξ;

Αυτό είναι άλλο κεφάλαιο.

 

Advertisements