Tags

, , , ,

 

Για πρώτη φορά στα χρονικά, αυτό το καλοκαίρι, κάνω εγώ την υπέρτατη πράξη αυταπάρνησης και αλτρουισμού (γιατί ανησυχώ και για το Κάρμα μου), και φέρνω φίλη στη Μυτιλήνη, στα Βατερά. Στο δικό μου μέρος διακοπών. Δεν το έχω ξανακάνει ποτέ. Φίλη απ’ την Αθήνα. Και όχι καμιά φίλη απ’ τα παλιά, ούτε καν χρόνο δεν έχουμε κλείσει. Αλλά τη γνώρισα στο γυμναστήριο αγκομαχώντας, σιχτιρίζοντας και καταριώντας την καργιόλα τη ζωή που δεν μ’ έκανε ψηλή και αδύνατη (αυτήν –τη Φίλη- την έκανε), και ήταν έρωτας με την πρώτη ματιά. Οπότε, δεν μιλάω για παλιά συμμαθήτρια που παίρνει 3-4 κιλά κάθε χρόνο από τότε που τελειώσαμε το λύκειο (αποφοίτησα το ’94, δεν βγαίνει), που δεν κάθεται στον ήλιο, δεν πίνει αλκοόλ και πάει για ύπνο στις 11. Όχι. Μιλάω για φίλη εντελώς μάχιμη, όχι μαλακίες. Γιατί είμαι τόσο large.

Τον παράδεισο τον έχω στο τσεπάκι.

 

Κατεβαίνω στο νησί λίγο νωρίτερα, να προλάβω να απολαύσω μερικές μέρες μόνη στο δωμάτιο με την ησυχία μου. Τη μέρα που φεύγει το καράβι, ξυπνάω πάλι με πυρετό. Λέω «πάλι» γιατί κάθε εβδομάδα μετά την εγχείρηση ανεβάζω πυρετό και παθαίνω διάφορα πράγματα και παίρνω διάφορες αντιβιώσεις. Παίρνω το γιατρό που με χειρούργησε, δεν απαντά. Τι διάολο να κάνω; Εφοδιάζομαι για ακόμα μια φορά με 2-3 κουτιά φάρμακα (ό,τι πιάσει) και ταξιδεύω.

Ο Θεός κι η αντιβίωσή μου.

 

Την επομένη, Μάνα και Πατέρας με πάνε επειγόντως για εξετάσεις αίματος και υπερηχογράφημα στη Μυτιλήνη. Φοβόμαστε ότι ίσως χρειάζεται να με ξανανοίξουν. Μάνα και Πατέρας ανησυχούν. (Αν χρειαστεί να ξανακάνω εγχείρηση πρέπει να γυρίσει και κάποιος μαζί μου Αθήνα. Αυγουστιάτικα. Πολύ άγχος). Εγώ, μοιρολατρικά πλέον, είμαι σχεδόν σίγουρη ότι θα βρουν στην κοιλιά μου ξεχασμένη γάζα, νυστέρι ή κάτι άλλο, (φραπέ, αθλητική εφημερίδα, τάβλι, κάτι που δεν έπρεπε να ‘ναι εκεί, τέλος πάντων). Ευτυχώς, τελικά δεν βρίσκουν τίποτα (καινούριο). Φεύγοντας απ’ το Ιατρικό Κέντρο, Πατέρας λέει στη Μάνα: «Κατερίνα, είδα εδώ πιο κάτω κάτι σεζ λονγκ, θες να πάμε να δούμε;» Αυτά είναι. Ανακούφιση.

Οι πρώτες μέρες που ήταν να απολαύσω στην ησυχία μου, περνούν χωρίς ιδιαίτερη απόλαυση αλλά αναμφίβολα με πολλή ησυχία. Ε, λέω, δεν πειράζει, έχουμε ακόμα μέρες… Πολύ σύντομα, Φίλη καταφθάνει πασιχαρής. Βλέπει το μέρος. Μια μεγάααααλη παραλία. Οικογένειες, παιδάκια, κουβαδάκια. «Ωραία», λέει. Το βράδυ την πάμε σε ήσυχο, καθιστό μπαρ με πολλά ζευγάρια. Μετά την πάμε σε μπαρ στο οποίο βρίσκεται μόνο η παρέα μας και το προσωπικό. «Ωραία» λέει. Την επομένη, κυκλοφορεί με το ψεύτικο χαμόγελο κολλημένο με συρραπτικό στο πρόσωπό της και σε τακτά χρονικά διαστήματα με διαβεβαιώνει τσιριχτά και ελαφρώς υστερικά ότι όλα είναι μια χαρά.

Θα μαυρίσω, θα αδυνατίσω, θα κάνω και λάστιχα και θα διατηρήσω το μυϊκό μου τόνο…

Χμμμ… Ναι. Τα λάστιχα. Έφερε και για μένα. Λάστιχα γυμναστικής. Είπαμε, τη γνώρισα στο γυμναστήριο. Και την έχω που λες πριν βγούμε το πρώτο βράδυ, την ώρα που θέλω να χαλαρώσω σαν άνθρωπος, αλλά και το επόμενο πρωί, την ώρα που θέλω να ΓΙΝΩ άνθρωπος, να κάνει τετρακέφαλους και δεν-ξέρω-τι-άλλο ακριβώς δίπλα μου και να αγκομαχάει. Δεν λέω κουβέντα. Γυμνόστηθη και με παρτό βρακί. Αυτό των τριών τετάρτων -δηλαδή τρία τέταρτα βρακί κι ένα τέταρτο κώλος. Που όταν μαζεύει απ’ το συνεχές «τίναξε πόδι», γίνεται ένα τέταρτο βρακί και τρία τέταρτα κώλος. Δεν λέω κουβέντα. Θα πιω πολύ αυτό το καλοκαίρι…

Βέβαια, την προειδοποιώ ότι σύντομα δεν πρόκειται να μπορεί να βγάλει πίστα κάνοντας τίποτα απ’ αυτά. Γιατί το πρόγραμμα στα Βατερά είναι σαφές και δοκιμασμένο επί πολλά συναπτά έτη. Αν το «Μαγικό των Βατερών» (πιθανότατα κάτι έχει το νερό, αλλιώς δεν εξηγείται) δουλεύει για σένα και περνάς όπως πρέπει, δηλαδή σούπερ, τότε είσαι αναγκαστικά ένα βήμα από υπερκόπωση. Και πας τρέμοντας ολόκληρος όλη την ώρα απ’ το αλκοόλ. Εγώ αρρωσταίνω σχεδόν πάντα (καλά, δεν είμαι το μέτρο, το ξέρω), αλλά δεν είμαι η μόνη. Θυμάμαι χρονιά που ρίχναμε τα αναβράζοντα ντεπόν και τις βιταμίνες C μέσα στο ποτήρι με το κρασί όσο ήμασταν για ούζα, για να βγει η βραδιά ως το τέλος. Σε ημερήσια εκδρομή στο Μόλυβο, έχω μπει σε κεντρικό φαρμακείο και, ημιθανής, λέω στη φαρμακοποιό: «Σας παρακαλώ, δώστε μου κάτι να αντέξω, εδώ και 4 μέρες δεν έχω κοιμηθεί…» Φαρμακοποιός: «Τέτοιες αϋπνίες, μικρή κοπέλα; Να σου δώσω υπνωτικά;» Εγώ: «Όχι, δεν καταλάβατε, μπορώ να κοιμηθώ αλλά δεν γίνεται να κοιμηθώ! Δεν προλαβαίνω! Δώστε μου κάτι να αντέξω!» (Μου έριξε ένα υποτιμητικό βλέμμα. Πήρα βιταμίνες κι ένα μολύβι χειλιών. Άσχετο).

Τέλος πάντων, το θέμα είναι ότι το βραδάκι, μετά το μπάνιο (πρώτα αυτό στη θάλασσα κι έπειτα το αυτό στο δωμάτιο), έχεις απόλυτη ανάγκη να την πέσεις και να χαλαρώσεις για μια ωρίτσα με τα φώτα σβηστά, σε κάτι μεταξύ ύπνου και διαλογισμού, πριν βρεις το κουράγιο να ξανασηκωθείς, να σκεφτείς τι θα φορέσεις και να ξεκινήσεις να ετοιμάζεσαι για να βγεις. Επίσης, μόλις ξυπνήσεις το πρωί με το τρελό χανγκόβερ, έχεις πάλι απόλυτη ανάγκη να κάτσεις γι άλλη μια ωρίτσα, να κοιτάς με μάτι απλανές το υπερπέραν/ τον τοίχο/ τις χτεσινοβραδινές σου ανεξήγητες μελανιές, οτιδήποτε. Αλλιώς, δεν βγαίνει(ς). Κι εδώ που τα λέμε, ούτως ή άλλως, μόνο η βουτιά σε σώζει πραγματικά και συνέρχεσαι. Αλλιώς, δεν το συζητάω, σίγουρα δεν βγαίνει(ς). Μιλάω βέβαια για την περίπτωση του αν είσαι κορίτσι, που θες και μια άλφα (εγώ και βήτα και γάμα) ώρα ετοιμασίας. Αν είσαι αγόρι, τα πράγματα είναι πιο απλά και οι κενές σου ώρες γεμίζουν με ψάρεμα. Ενώ εμείς, τα κορίτσια, αναγκαστικά:

Δεν γαμείς που δεν γαμείς, δεν πας για τυρόπιτες;

 

Φίλη δεν με πιστεύει αρχικά όταν αναλύω το απαιτητικό του καθημερινού προγράμματος, αλλά ο παλιός (εγώ) που ‘ναι αλλιώς, κάτι ξέρει…

Ως ήτο αναμενόμενο, ορδές αρσενικών που έχουν σιχαθεί να βλέπουν εμένα (και όλες τις άλλες που βρισκόμαστε εκεί στάνταρ κάθε χρόνο), και που κάνουν αμάν (και αμήν) να δουν καινούριο θηλυκό, δηλαδή φρέσκο πράμα, πέφτουν πάνω στη Φίλη. Όλοι μαζί. Γιούρια. Όλοι πάνω στη Φίλη, της οποίας οι προτεραιότητες «να μαυρίσω και να διατηρήσω μυϊκό τόνο» αλλάζουν δραματικά:

Προς το τσουλότερο.

 

Πολύ σύντομα, Φίλη μου ζητά να βάλουμε την αφύπνιση ένα τεταρτάκι αργότερα πριν σηκωθούμε για να ετοιμαστούμε το βράδυ και ξυπνά το πρωί (εννοείται ότι εννοώ μεσημέρι), αναμαλλιασμένη, με βλέμμα θολό, με ύποπτα σημάδια παντού και χρειάζεται τρεις καφέδες κι ένα πακέτο τσιγάρα μπας και συνέλθει ελαφρώς πριν πάμε για μπάνιο. Γελάω χαιρέκακα. Αυτή είναι η χαρά μου, βασικά, γιατί σε αντίθεση μ’ εκείνη, εγώ περνάω στα Βατερά ένα από τα πιο βαρετά καλοκαίρια της τελευταίας δεκαετίας…

Όχι ναρκωτικά αλλά σίγουρα πολύ αλκοόλ. Και σουπιά τηγανιτή. Και σύκα. Και κάτι σφηνάκια…
Advertisements