Tags

, , , ,

Έ χ ω  λ ι ώ σ ε ι ! ! ! Κλεισμένη στο σπίτι από την Κυριακή + 50 βαθμοί Κελσίου + μόνο βραστά + μπάκα = Κόλαση. Εύ-κολα. Σι. Τι παραπάνω θα έχει η κόλαση δηλαδή; μήπως θα μου συμβαίνουν όλα αυτά ενώ έχω πάει κάμπινγκ, έχω ξεχάσει τα καλλυντικά σπίτι και με περιτριγυρίζουν χνουδωτές ταραντούλες; (ΟΚ, φοβήθηκα, το βουλώνω). Βάζει και το Mtv συνέχεια το Rabiosa της Σακίρα, και κάθομαι και τη βλέπω να τυλίγει το φιδίσιο κορμί της πάνω στο στύλο, να κλείνει το μάτι και να λέει προκλητικά και ναζιάρικα: “papi, if you like it mocha, come get a little closer and bite me en la boca (+ βογγητά)”. Εγώ, απ’ την άλλη, αυτή τη στιγμή χάνω το μαύρισμά μου για 3η συναπτή φορά φέτος και αλλάζω δέρμα ξεφλουδίζοντας αργά κι αισθησιακά, κι εκεί ακριβώς είναι που τελειώνουν οι ομοιότητές μου με το φιδίσιο κορμί. Τα βογγητά βέβαια είναι συχνά-πυκνά και προέρχονται από πόνο εξαιτίας οποιασδήποτε ακούσιας ή εκούσιας κίνησης κάνω, συμπεριλαμβανομένου σηκώματος από το κρεβάτι, ξαπλώματος στο κρεβάτι, αλλαγής πλευρού, τεντώματος, σκυψίματος, περπατήματος, αναπάντεχου ξερόβηχα, αναπνοής και γενικά απλής και ταπεινής ύπαρξης. (Το βογγητό σίγουρα παίζει πιο πολύ αυτές τις μέρες απ’ όσο έχει παίξει ποτέ πάνω σ’ αυτό το κρεβάτι ακόμα και στις πιο χάι στιγμές του. Κι αυτό λέει πολλά). Επίσης, όποτε ακούω αυτό το καταραμένο άσμα, ασυναίσθητα τραγουδάω:

…come get a little closer and bite me en la μπΑκα… (συνοδεύεται από αισθησιακά βογγητά).

 

Κατά διαστήματα, στα καλά καθούμενα, ζαλίζομαι και πέφτω πίσω στο κρεβάτι (κυριολεκτικά απλά πέφτω προς τα πίσω, έτσι: ωωωωωπ!) και παίρνω έναν υπνάκο. Κάποια στιγμή (Τρίτη), ανησυχώ σοβαρά που ακόμα ζαλίζομαι ενώ έχουν περάσει 4 μέρες μετά την εγχείρηση, και παίρνω τηλέφωνο τον χειρουργό μου Dr Καρακόζη (όχι “Καραγκιόζη”, εξακριβωμένα). Εγώ: “Γιατρέ, είναι λογικό που ακόμα ζαλίζομαι;” Dr Καρακόζης: “Μάλλον δεν τρως αρκετά και είσαι αδύναμη”. Ενός λεπτού σιγή για να απολαύσουμε αυτή τη μεγαλειώδη στιγμή συγκίνησης. Εγώ (εσωτερικά): “Γιατρέ, αυτό δεν μου το έχει πει ποτέ ξανά κανένας άνθρωπος στον κόσμο! Θα κλάψω!” (Απ’ την άλλη, γιατρέ μου, για να πούμε και του στραβού το δίκιο, πολύ λογικά δεν μου το έχει πει κανείς, διότι θα έλεγε ψέματα και δεν το εγκρίνω. Όλα κι όλα. Εγώ δεν είμαι απ’ αυτά τα αδύνατα κοριτσάκια που ξεχνάνε να φάνε. Εγώ μάλιστα το θυμάμαι τόσο καλά που για να ‘μαι σίγουρη, τρώω προληπτικά). “Γιατρέ, είστε βέβαιος πως δεν ξεχάσατε κανά ρόλεξ εκεί μέσα (η μπάκα που έχω χωράει και ρολόι τοίχου, μην πω εκκρεμές), κάνα ρόλεξ λέω, που έχει ενσωματωμένη πυξίδα και κατά διαστήματα γυρνάει γύρω-γύρω και ψάχνει το Βορά; Μήπως γι’ αυτό ζαλίζομαι; Όχι; Σίγουρα; Φιλάτε σταυρό; Του Νότου; Να ξέρω τουλάχιστον, να ξαπλώνω προσανατολισμένη σωστά”.

Τσακώθηκα βέβαια τηλεφωνικώς και με τη Μάνα -η οποία βρίσκεται στο Νησί μας και κάνει διακοπές. Μάνα: “Πώς είσαι αγάπη μου;” Εγώ: “Ε. Πώς να ‘μαι; Πονάω, ζεσταίνομαι, ζαλίζομαι…” Μάνα: “Ναι, κάνει πολύ ζέστη. Βάζεις τουλάχιστον αιρ-κοντίσιον;” Εγώ: “Το δοκίμασα. Δεν δουλεύει. Απλά υποφέρω”. Μάνα: “Αποκλείεται. Είσαι σίγουρη;” Εγώ: “Ναι. Δεν δουλεύει. Μαμά έχεις τίποτα άλλο να μου πεις; πονάω.” Μάνα: “Δοκίμασες τον αέρα ή τον κλιματισμό;” Εγώ: “Και τα δύο. Τίποτα δεν δουλεύει. Μαμά, ζαλίζομαι”. Μάνα: “Αποκλείεται. Μήπως δεν δουλεύει το κοντρόλ;” Εγώ: “Το κοντρόλ δουλεύει. Το αιρ-κοντίσιον δεν δουλεύει. Μαμά, έλεος!” Μάνα: “Κοίταξες τις μπαταρίες στο κοντρόλ; Δουλεύουν οι μπαταρίες;” Εγώ: “Μαμά, το κοντρόλ δουλεύει. Εγώ σε λίγο όχι. Πρέπει να κλείσω.” Μάνα: “Ειρήνη, αποκλείεται να μην δουλεύει το αιρ-κοντίσιον, πώς μου μιλάς έτσι, δεν με λυπάσαι πια, ντροπή σου, πας να με πεθάνεις;;;…!@#$%^” Μπιπ Μπιιιιιιιιπ. Μπιπ Μπιιιιιιιιπ. Εγώ: Λιπόθυμη.

 

 

Advertisements