Tags

, , , ,

Την Τετάρτη που μας πέρασε, έχω ραντεβού με το γυναικολόγο για ΠΑΠ τεστ, έτσι να τα τσεκάρουμε ένα-ένα όλα απ’ τη λίστα πριν εκδράμουμε για τας διακοπάς. (Τις τελευταίες μέρες της αντίστροφης μέτρησης κάνω και λίστα με αντιστοιχία βραδιά-φόρεμα-σκιά(ές) ματιών. Είναι το μόνο πράγμα στον κόσμο στο οποίο είμαι οργανωμένη). Είμαι λοιπόν στο εξεταστήριο και ο Γυναικολόγος μ’ έχει αφήσει για λίγο μόνη μου μέχρι να γδυθώ. (Αυτό πάντα μου προκαλεί τρομερή απορία: πώς γίνεται να σέβονται τη σεμνότητά σου και να φεύγουν απ’ το δωμάτιο όση ώρα γδύνεσαι, ενώ 2 λεπτά μετά είναι μπροστά σου με τον προβολέα στραμμένο εκεί που στην καλύτερη των περιπτώσεων προτιμάς απαλό ημίφως, και κάνουν εξερεύνηση και ανασκαφές ενώ εσύ βρίσκεσαι με τα πόδια ανοιχτά και στον αέρα; Άβυσσος η ψυχή του Γυναικολόγου). Τέλος πάντων, βγάζω σορτσάκι και σκέφτομαι “πω ρε τι σούπερ αποτρίχωση έχω κάνει, κρίμα που πάει στράφι μόνο για το γιατρό…” Ακριβώς δίπλα μου υπάρχει ένα τραπεζάκι με έναν πάκο λευκά φακελάκια, ο γιατρός είχε βάλει και το δικό μου ιστορικό μέσα σ’ ένα τέτοιο, υποθέτω ότι κι αυτά προορίζονται για το μικροβιολογικό εργαστήριο. Tο πάνω-πάνω φακελάκι φαίνεται, έχει ένα όνομα γραμμένο με μπλε στιλό. Κι εκεί που το μυαλό μου ασχολείται με τη ματαιότητα της αποτρίχωσης, διαβάζω το όνομα: Ξανθή Κατσαρού. Το γένος Χαλάουα; Γελάω. Γυναικολόγος σκιάζεται.

Το βράδυ της ίδιας μέρας, πονάω. Είναι σαν πόνος περιόδου. Χαμηλά στην κοιλιά. Εγώ δεν πονάω ιδιαίτερα στην περίοδο αλλά κάπως έτσι είναι ο πόνος σαν λογική, μόνο που τώρα είναι επί συν άπειρο. Λέω “μα τι διάολο μου έκανε πια ο Σατανικός Γυναικολόγος;” αλλά κάνω σώπα-σώπα στον εαυτό μου, θα περάσει. Περνάω μια δυστυχισμένη νύχτα. Την άλλη μέρα έχω ραντεβού με τον Ομοιοπαθητικό μου. Την ομοιοπαθητική μου τη σύστησαν “κανονικοί” γιατροί αφού σήκωσαν τα χέρια ψηλά, επειδή γενικά αρρωσταίνω τόσο συχνά που στο σπίτι διαθέτω πλήρη συλλογή με αντιβιοτικά καθότι αποθηκεύω τα εναπομείναντα κουτάκια με τα χάπια -πολλά τα έχω και διπλά- σε σακ-βουαγιάζ το οποίο ξεχειλίζει. Συχνά το ζουπάω να πάνε κάτω τα φαρμάκια.

Το ραντεβού με τον Ομοιοπαθητικό το έχω κλείσει εδώ και δυο-τρεις εβδομάδες για το απόγευμα. Σηκώνομαι το πρωί (δηλαδή το μεσημέρι) μετά από την Τραγική Νύχτα Νούμερο 1. Πονάω τρομερά και ζαλίζομαι. Πάω να πλύνω δόντια. Στο δρόμο από υπνοδωμάτιο ως μπάνιο (= 7-8 βήματα κοντής), χάνω τον κόσμο, πέφτω κάτω και τώρα έχω και καρούμπαλο (καρούμπαλο νούμερο 2, γιατί από μικρή έχω μόνιμο καρούμπαλο νούμερο 1 στο δόξα πατρί, που δεν φεύγει. Έγινε απ’ τα πολλά χτυπήματα. Ίσως εξηγεί πολλά). Υποφέρω απεριόριστα. Πλένω δόντια και γυρνάω στο κρεβάτι όπου ημι-λιποθυμώ για ακόμα καμιά ώρα. Μετά ξανασηκώνομαι. Και μετά ξαναπέφτω. Ανησυχώ. Παίρνω τηλέφωνο Γυναικολόγο, πρώτη φορά -λέει- του συμβαίνει (Αν είχα 1 ευρώ για κάθε φορά που το έχω ακούσει αυτό, τώρα θα έγραφα σε iPad2). Παίρνω τηλέφωνο Αδερφή. Αδερφή αγγαρεύει Γαμπρό να με πάει τουλάχιστον στο μετρό για να πάω στον Ομοιοπαθητικό. Κακήν κακώς, φτιάχνομαι να μοιάζω με άνθρωπο ενώ στην πραγματικότητα μοιάζω με αυθεντική μπανάνα Chiquita, τέτοιο κίτρινο (παντόουν).

Ζαλισμένη και πονεμένη, πάω στον Ομοιοπαθητικό. Του λέω τα καθέκαστα. Ζητάει να δει την κοιλιά μου, τη ζουλάει, ναι, πονάω, ρωτάει τι σημαίνει το τατουάζ μου (για ψυχογραφικούς λόγους, διότι έχουν σημασία αυτά στην ομοιοπαθητική για να βρεθεί το σωστό φάρμακο για σένα), ουρλιάζω ότι ήμουν 19 χρονών κι ερωτευμένη και ότι ο Αθώος Άγγλος μου είχε γενέθλια και για δώρο ήθελε να κάνει εκείνος τατουάζ αλλά όταν πήγαμε εκεί με κοίταξε στα μάτια και είπε ότι ήθελε να κάνω κι εγώ ένα και τι να κάνω; ξεφύλλισα γρήγορα-γρήγορα τα προσπέκτους και διάλεξα ένα απλό μικρό και μονόχρωμο και το ‘κανα και με αναισθητική ένεση. Δεν σημαίνει τίποτα. Σημαίνει μόνο ότι κάποτε υπήρξα ανόητη κι ερωτευμένη (τώρα απλά δεν κάνω τατουάζ, γιατί πλέον καί θα μου ‘χε τελειώσει ο χώρος καί θα ‘μουν ήδη στο τσίρκο). Το θέμα είναι Ομοιοπαθητικέ Γιατρέ μου, ότι πονάω τρομερά!!! Ομοιοπαθητικός Γιατρός, λέει: “Δεν μ’ αρέσει καθόλου η κοιλιά σου”. Με προσβάλλει. Συνεχίζει: “Θέλω να πας σήμερα κιόλας οπωσδήποτε σ’ ένα νοσοκομείο”. Εγώ: “Α”.

Πρέπει να ανάψω ένα κεράκι στον Ομοιοπαθητικό. Οξεία σκωληκοειδίτιδα. Αφού μου παίρνουν αίμα και μου κάνουν υπερηχογράφημα, μου λένε “δεν πας πουθενά, το πρωί μπαίνεις χειρουργείο”. Κάτι πάω να πω “μα γιατρέ δεν έχω τα ξεβαφτικά μου μαζί”, τρώω φάπα από την Αδερφή. Οπότε μένω μέσα εγώ κι ο πόνος μου, βλέπω True Blood (όχι ό,τι καλύτερο προ εγχείρησης) και πέφτω ανάσκελα σαν τη μούμια με τη βλεφαρίδα κάγκελο, να μην ξυπνήσω Μπόζο ο κλόουν/ Η Επιστροφή των Ζόμπι. Κάποια στιγμή μέσα στη νύχτα, κοιτάζω το βραχιολάκι που μου έχουν φορέσει, έχει όνομα ασθενή, ημερομηνία γέννησης, ημερομηνία εισαγωγής και όνομα ιατρού. Διαβάζω: “Dr Καραγκιόζης”. Βέβαια. Τι άλλο; Με πιάνουν τάσεις φυγής. Αυτός Καραγκιόζης, εγώ Κάν’τη Κάν’τη. Αλλά μένω.

Βγαίνω σήμερα το πρωί. Μείον μία σκωληκοειδίτιδα, συν τρεις ουλές. Οι οποίες είναι από αριστερά, πράγμα ανησυχητικό, καθότι η σκωληκοειδίτιδα βρίσκεται δεξιά. Δεν το καταλαβαίνω.

Για μακροβούτι πήγαιναν;

 

Τώρα είμαι σπίτι. Έχει 50 βαθμούς, δεν επιτρέπεται να φάω φρούτα, πονάω, ζαλίζομαι, είμαι σαν 5 (τουλάχιστον) μηνών έγκυος, δεν μπορώ να βήξω, να γελάσω, να χαρώ, να ξαπλώσω να διαβάσω μπρούμυτα, να βγω για ποτό,  να πάω γυμναστήριο, είναι μέσα Ιουλίου, δεν έχω στον ήλιο μοίρα, δεν μπορώ να φάω καρπούζι, δεν ξέρω αν έχει τίποτα η τηλεόραση και γενικά αφιερώνω όλη μου την ενέργεια στο να λυπάμαι τον εαυτό μου με πάθος και αφοσίωση. Α, και το γιατρό τον έλεγαν “Καρακόζη”. Αλλά, όταν έχεις τον πόνο της σκωληκοειδίτιδας, τέτοια ώρα, τέτοια λόγια. Θα διάβαζα και “Σκωλλητήρι”.

 

Advertisements