Tags

, , ,

Ό,τι να ‘ναι από το Άγιον Πάσχα. Το οποίο περάσαμε στα πάτρια εδάφη, στο χωριό μας τη Βρίσα Λέσβου. Ξεκινήσαμε μες στην τρελή χαρά 7 άτομα παρέα, με τετράκλινη καμπίνα μεταξύ μας. Οι καλοί μου φίλοι μου παραχώρησαν μισή καμπίνα, παρόλα αυτά, αργότερα, εθεάθη τρελή, αναμαλλιασμένη, άβαφτη, με κρέμα νυκτός τόπους-τόπους, πιτζάμα hello kitty, ροζ πλεχτές διαφορετικές μεταξύ τους παντοφλίτσες και χειμωνιάτικο μπουφάν να περιδιαβαίνει το πλοίο ψάχνοντας κάπου να γείρει που δεν έχει θόρυβο και κλιματισμό να φυσάει στο σβέρκο της ανελέητα. Νωρίτερα, στην καμπίνα, κάτι έτριζε εκκωφαντικά. Μπορεί το κοριτσάκι δίπλα μου να κοιμόταν αγγελικά, αλλά  ε κ κ ω φ α ν τ ι κ ά, το ορκίζομαι. Ωτοασπίδες παντελώς άχρηστες. Φεύγω.

Πάω και πέφτω δίπλα σε τρεις διαφορετικούς άμοιρους κοιμωμένους στην τρίτη θέση, τζίφος όμως. Δεν με παίρνει ο ύπνος. (Στην κατάστασή μου ούτε κανένας άμοιρος κοιμωμένος, αλλά αυτό είναι άλλη ιστορία). Γυρνάω στην καμπίνα. Κάποιος ροχαλίζει απ’ τη διπλανή καμπίνα. Ξαναφεύγω με τα σκεπάσματα. Τα στρώνω σε διάδρομο. Πλήρης αποτυχία. Το μάτι γαρίδα όλο το βράδυ. Φτάνω την άλλη μέρα στο σπίτι στο χωριό σε όχι άριστη κατάσταση. Το απόγευμα έχω 39.8 πυρετό. Οι άλλοι βγαίνουν, εγώ σπίτι, Μεγάλη Παρασκευή. Κλαψ.

Αδερφή και Γαμπρός μου γυρνούν το πρωί. Αδερφή κοιμάται στο ίδιο δωμάτιο με μένα, Γαμπρός δίπλα, γιατί ροχαλίζει. Αδερφή κλείνει φώτα, παντζούρια και πόρτες για να κοιμηθεί. Εγώ, που φοβάμαι στο σκοτάδι και κοιμάμαι με φωτάκι νυκτός, ξαφνικά νιώθω σαν να έχωσαν και το τελευταίο καρφί στο φέρετρο. Αδερφή σύντομα αρχίζει και αναπνέει βαριά και ρυθμικά (δεν το λέμε “ροχαλίζει”, γιατί είναι κορίτσι και είναι και ελαφρώς πιο σιγανό) αλλά, πλέον, η κατάσταση δεν παλεύεται. Μαζεύω θερμόμετρα, αντιπυρετικά, μπουκάλι νερό, τα 13 παπλώματα και το κωλόχαρτο για να φυσάω τη μύτη μου και κατεβαίνω στην κουζίνα. Όπου την πέφτω στο γνωστό καναπέ-ντιβάνι κουζίνας που έχουν όλα τα σπίτια του χωριού που σέβονται τον εαυτό τους.

Ευτυχώς, ψιλοχωράω στο μήκος. Δυστυχώς, εγώ και τα 13 παπλώματα, δεν πολυχωράμε στο πλάτος. [Σημείωση: Φέτος το Πάσχα, στο σπίτι του χωριού, η θερμοκρασία είναι υπό του μηδενός, όλοι κυκλοφορούν με θερμαντικά σώματα παραμάσχαλα. Εγώ, με συνεχή ρίγη και πυρετό, δεν νοείται να θυσιάσω ούτε κρόσσι.] Οπότε, παίζω το αγαπημένο παιχνίδι Jenga – The Paploma Edition ή το “Χτίσε τον πιο ψηλό παπλωματόπυργο, μπορείς!” Μετά, για να μην κατεδαφιστεί το οικοδόμημα, πρέπει να μείνω εντελώς ακούνητη, ανάσκελα, σαν μούμια, με κωλόχαρτο-θερμόμετρο-νερό-ντεπόν σε ακτίνα20 εκατοστώνκαι μόνιμο άγχος για τη στιγμή που θα πρέπει να σηκωθώ για κατούρημα. Περνάω το μισό Πάσχα έτσι γιατί ενώ τα παπλώματα συχνά πέφτουν, ο πυρετός παραμένει στα ύψη. Βγαίνω έξω μετά την Ανάσταση. Και, δεν συνέβη και τίποτα το τρομερά ενδιαφέρον, απ’ αυτά που συνήθως με ενδιαφέρουν.

Α, παρατήρησα το εξής φαινόμενο: Βρίσκεσαι σε νυχτερινό μαγαζί διασκέδασης. Βάζει ο DJ ένα τραγούδι για το οποίο έχεις πει ότι αν το βάλει, θα ανέβεις στο μπαρ. Το βάζει λοιπόν. Σε κλάσματα δευτερολέπτου, χωρίς να προλάβεις να δεις τι, ποιος, πώς, βρίσκεσαι πάνω στο μπαρ. Εκεί, κάνεις ό,τι σε φωτίσει ο Θεός και συγχρόνως Τον ευχαριστείς που απόψε έβαλες σεμνό φόρεμα. Το τραγούδι τελειώνει. Ώρα να κατέβεις από το μπαρ. Κοιτάς γύρω-γύρω, οι θαμώνες πετάνε αϊτό. Δεν μπορείς καν να διασταυρώσεις βλέμμα με κανά χριστιανό. Αναρωτιέσαι αν θα ξεμείνεις εκεί πάνω ως το ξημέρωμα ή αν θα ρισκάρεις πολλαπλά κατάγματα γοφού κατεβαίνοντας. Τείνεις τα χέρια προς τον πλησιέστερο νταβραντισμένο ψηλό και ελπίζεις να ανταποδώσει τον εναγκαλισμό.

Κι αυτό είναι το πρόβλημα. Εγώ δεν “επενδύω” στους ψηλούς. Αν προσπαθήσει να με κατεβάσει από το μπαρ κανένας από αυτούς που κοιτάζω εγώ όλο το βράδυ, θα μας τρέχουν και τους δυο μαζί στο ΚΑΤ με ελικόπτερο. Οπότε η συμβουλή μου, φιλενάδα, είναι: αν είναι να ανέβεις σε μπαρ, κάνε πρώτα τα γλυκά μάτια και σε κανέναν που ξεπέχει απ’ τη μπάρα/ φαίνεται κι από απέναντι. Και φρόντισε να ‘χει και ώμους με ουσία (ο ώμος στο κατέβασμα είναι σημείο κλειδί). Με τ’ αγόρια-μπιμπελό, ξεμένεις κι εσύ πάνω στο μπαρ ως μπιμπελό…

Αυτά με τις άγιες μέρες, ψήσαμε την Κυριακή, ψηνόμουνα κι εγώ να συμπάσχω με το αρνί και, μαζί με τον πυρετό, τον πονοκέφαλο το συνάχι και τον πονόδοντο -που τότε ακόμα νόμιζα ότι είναι αληθινός πονόδοντος αλλά τελικά μάλλον είναι από την ιγμορίτιδα- στο γυρισμό, στο πλοίο, έχω την εντύπωση ότι μου έρχεται και περίοδος. Μόλις έχουμε μπει στο πλοίο, έχουμε ανακαλύψει μικρό δωματιάκι αποσκευών κι έχουμε αφήσει τα βαλιτσοειδή. Προϊόντα γυναικείας υγιεινής βρίσκονται μέσα στο σακ βουαγιάζ μου. Πάω λοιπόν προς το δωματιάκι.

Μπροστά στην πόρτα του δωματιακίου, βλέπω κοπέλα ξαπλωμένη μέσα σε σλίπινγκ μπαγκ. Κάνω απελπισμένο νόημα ότι πρέπει να σηκωθεί. Κοπέλα σηκώνεται. Σακ βουαγιάζ μου είναι τεράστιο και γι’ αυτό το έχουμε βάλει κάτω-κάτω, να μην πλακώσει τα άλλα της παρέας. Από ό,τι φαίνεται, αργότερα, ακριβώς από πάνω τοποθέτησε τις αποσκευές του και όλο το υπόλοιπο επιβατικό κοινό -ίσως και το πλήρωμα. Δεν χωράω καν να μπω στο δωματιάκι. Είναι αδύνατον να φτάσω το σακ βουαγιάζ μου αλλά πρέπει. Κάνω μπλονζόν πάνω στις αποσκευές. “Κολυμπάω” πάνω στα σακ βουαγιάζ. Είμαι με τα πόδια ψηλά και κάνω βουτιά προς τα κάτω. Τουλάχιστον, ξέρω ότι όταν βγω μετά, κρατώντας το πακετάκι με τις σερβιέτες, η κοπέλα θα χαμογελάσει με κατανόηση και δεν θα μου κρατήσει κακία που τη σήκωσα. Μετά από μακροβούτι στα samsonite, βρίσκω επιτέλους το δικό μου. Αλληλούια.

Μετά μεγάλου κόπου, ανοίγω το φερμουάρ και ψαχουλεύω μέσα χωρίς να βλέπω το περιεχόμενο βέβαια, γιατί από πάνω είναι δέκα βαλίτσες. Μα πού διάολο έβαλα αυτές τις σερβιέτες; Δεν τις βρίσκω με τίποτα, και κοντεύω να πάθω ασφυξία. Αποφασίζω ότι “δε γαμιέται, μάλλον δεν μου έρχεται ακόμα περίοδος anyway”…Κάτσε, κάτι πιάνω. Ένα μήλο. Α, ναι, το είχα πακετάρει για δροσερό-υγιεινό σνακ. Ωραίο που θα ήταν τώρα ένα μήλο! Ναι, αλλά πώς στο καλό θα βγω από δω μέσα μετά από τέτοια υπεράνθρωπη προσπάθεια και κάθιδρη, κρατώντας ένα μήλο; θα με περάσει για τελείως τρελή η γκόμενα. Σούρνομαι σιγά-σιγά έξω. Κοπέλα μάλλον βαρέθηκε να περιμένει και έχει πάει για κατούρημα. Ισιώνω τα ρούχα μου, ξεσκονίζω μήλο και το παίζω cool. Κυρία. Μακάρι το μήλο να έκανε και το γιατρό πέρα.

Και, μιλώντας για γιατρούς, στη μαγική Remember (το cult μπαρ στον Πολυχνίτο, το οποίο είναι το διπλανό χωριό) γνώρισα (όχι ακριβώς γνώρισα, αλλά ανταλλάξαμε δυο κουβέντες και μετά ρώτησα τις Αξιόπιστες Πηγές μου “τίνος είναι τούτος;”) Ευάερο-Ευήλιο Νέο (στη δική μου διάλεκτο αυτός ο χαρακτηρισμός σημαίνει ψηλός) με τι-σερτ με στρασάκια/ ωραίο μπουφάν/ ωραία αθλητικά που μύριζε και υπέροχα. Χαμός. Έμαθα λοιπόν ότι αυτή τη χρονιά αδυνάτισε πολύ και ότι μπήκε Ιατρική. Θέλω λοιπόν να κάνω τη θερμή παράκληση σε όλα τα συμπατριωτάκια-κοριτσάκια, αυτό το καλοκαίρι να επιβραβεύσουν αυτό τον Εξαίρετο Νέο (και βασικά να σπεύσουν όσο ακόμα -κι αν ακόμα- δεν έχει συναίσθηση του ότι είναι Θεός).

Αυτό. Πρέπει να επιβραβεύουμε την προσπάθεια αν θέλουμε να ζούμε σε μια αξιοκρατική κοινωνία. (Ήταν ένα κοινωνικό μήνυμα υπό την αιγίδα της Κοριτσίστικης Αξιοκρατικής Υποστήριξης Λαμπρών Αγοριών -το ακρωνύμιο είναι δωράκι για όποιο ταλαίπωρο αγόρι διάβασε ως εδώ). Υπήρξαν κι άλλες καλές/ αστείες στιγμές αλλά τι να πω, εγώ δεν είμαι για πανηγύρια στο καταμεσήμερο, είμαι για παραλία. Δεν θέλω να φοράω μπουφάν, θέλω να φοράω μπικίνι. Δεν θέλω να βάζω θερμόμετρο γιατί καίγομαι στον πυρετό, θέλω να βάζω αντηλιακό να μην καίγομαι στον ήλιο. Δεν θέλω να βουτάω σε αποσκευές, θέλω να βουτάω στα νερά μας. Δεν θέλω κοψίδια, ούτε μήλα, θέλω σύκα. Δεν θέλω να χορεύω πάνω στο μπαρ, θέλω να χορεύω πάνω στο φεγγάρι (ΟΚ, το παράκανα, σόρι). Αλλά, δεν θέλω Πάσχα. Θέλω Καλοκαίρι.

 

Advertisements