Tags

, , , , ,

Σάββατο. Λείπει η Φίλη, λείπει και η Αδερφή εκτός Αθηνών. Σκέφτομαι να μείνω μέσα. Αργά το απόγευμα, μου μιλάει στο chat Αγόρι που έχω να δω μήνες. Οι λίγες συναντήσεις μας υπήρξαν κάπως περιορισμένες σε θεματολογία, οπότε όταν με ρωτάει “τι κάνεις απόψε”, απαντάω “δεν είμαι για πολλά-πολλά”, γιατί είμαι αδιάθετη (=έχω περίοδο). Λέει: “Α, κρίμα, θα σου έλεγα για ένα πάρτι…” και μου λέει για ένα φοβερό πάρτι που κάνει απόψε ένας φίλος του και να πάω. Εξηγώ τι ακριβώς εννοούσα με τα “πολλά-πολλά” και ότι και βέβαια μ’ ενδιαφέρει η προοπτική πάρτι. Μάλιστα, λέω: “φυσικά και θα ‘θελα να έρθω, απλά αν καταλήξει σε ρωμαϊκό όργιο, δεν θα συμμετέχω.” Λέει: “Καλά, μπορείς να συνεισφέρεις αλλά όχι και να το ευχαριστηθείς.” Λέω: “Εεε… εγώ αστειευόμουν.” Λέει: “Α, ΟΚ, απλά συχνά αυτά τα πάρτι καταλήγουν σε παρτούζες, γι’ αυτό το λέω…”

Δεν έχω και καμιά άλλη πρόταση για το βράδυ, οπότε σκέφτομαι ΟΚ, να πάω στο πάρτι. Σεμνά-σεμνά, θα κάτσω σε μια γωνίτσα μπορεί να ‘χει πλάκα. Αρχίζω να ετοιμάζομαι. Τις τελευταίες δυο εβδομάδες που περίμενα και περίοδο τρώω καθημερινά όλο το ψυγείο σε βαθμό που το σπίτι μού έρχεται πλέον εφαρμοστό (το Προεμμηνορυσιακό Σύνδρομο είναι η τιμωρία των γυναικών για το προπατορικό αμάρτημα: “Έφαγες μαρή το μήλο; ετοιμάσου να φας και το αγριογούρουνο που το είχε στο στόμα του και δεκαεφτά μηλόπιτες για επιδόρπιο!) Τι κάνεις λοιπόν όταν λες “πάει, δεν θα μου μπαίνει τίποτα;” Βάφεις νύχια, βάζεις self tan (=αυτομαυριστικό), δίνεις έξτρα όγκο στο μαλλί, εγώ βάφω το μάτι χρυσό-μοβ, και γενικά κάνω ό,τι μπορώ…

…μπας και αποσπάσω την προσοχή του άλλου από την περιφέρεια, γιατί αν μείνει εκεί το βλέμμα του για πολύ μπορεί να χαθεί στην απεραντοσύνη. Προσεχώς, θα χρειαστεί να κρεμάσω GPS απ’ το στρινγκ.

 

Βάζω κι ένα απλό και σεμνό μοβ φορεματάκι με χρυσή επωμίδα με στρας και ημι-μπέρτα (μ’ αρέσει η μπέρτα, κάνει κάτι μεταξύ αρχαιοελληνικού και σούπερ-ήρωα, με εμπνέει) χρυσή ζώνη και δεκάποντη μπρονζέ φίδι γόβα (το τακούνι αδυνατίζει κι επίσης κρατάω μούτρα στους κοντούς απ’ το περασμένο σαββατοκύριακο, δεν θέλω να τους δω μπροστά μου). Μπρονζέ τσάντα κι είμαι έτοιμη. Τελευταία στιγμή, παρέα μου αναφέρει ότι θα είναι πλατεία Καρύτση. Τώρα, το σκέφτομαι: “Πού να τρέχεις γριά γυναίκα στου διαόλου τη μάνα (στο Καλαμάκι) σε άγνωστο ύποπτο πάρτι που ένας Θεός ξέρει τι θα σου ξημερώσει (τι, ποιος, ποιοι…); και “Δεν πας καλύτερα στην Καρύτση που τη μισείς μεν αλλά νιώθεις μια ασφάλεια ότι δεν πρόκειται να σου συμβεί τίποτα που δεν θες να μάθει η μαμά σου;” Εντάξει, με έπεισα. Θα πάω Καρύτση. Έχω ήδη φωνάξει ταξί να με πάει ως το μετρό. Δεν προλαβαίνω να αλλάξω, τι θα το κάνω το μάτι, άλλωστε, που είναι ασορτί; Πάω όπως είμαι.

Κατεβαίνω Σύνταγμα. Όπου γίνεται της κακομοίρας (κι η κακομοίρα είμαι εγώ γιατί προς στιγμήν είχα ξεχάσει τους αγανακτισμένους. Με αγανακτώ, πολλές φορές). Άπειρος κόσμος, παντού άτομα με φαρδιά χακί-γκρι-μαύρα-αδιευκρίνιστης απόχρωσης ρούχα και αρβύλες ή all star, που εύκολα θα μπορούσαν να είναι Καρυτσο-θαμώνες. Έχω πέσει πάνω σε ομιλία, όλη η πλατεία γεμάτη κόσμο οκλαδόν που στρίβει τσιγάρα. Κι εγώ. Ώρα να του στρίβω αλλά αδύνατον να περάσω και, αναγκαστικά, περνάω πάνω από παρτέρια και αλυσίδες πλαγίως, με το δεκάποντο μπρονζέ φίδι. Δεν κοιτάω άνθρωπο στα μάτια, νιώθω τρελές ενοχές που μάλλον φαίνεται (λέω τώρα) ότι δεν είμαι εκεί για να αγωνιστώ για τα δικαιώματά μας, αλλά τι να πω; “κι εγώ άνεργη είμαι, αδέρφια”; Ντροπή.

Καταφέρνω να περάσω απέναντι. Το δεκάποντο μπρονζέ φίδι ήταν τρομερά κακή ιδέα, το περπάτημα απέναντι στη διάβαση πεζών είχε σασπένς τσίρκου σε ακροβατικό με τύπο σε ξυλοπόδαρα πάνω σε τεντωμένο σκοινί. Σηκώνω χέρι στην πιάτσα των ταξί να με πάνε. Ταξιτζής: “Καρύτση; δεν παίρνω κούρσα τόσο κοντά κοπέλα μου!” Το ακούω πολλαπλές φορές. Θα με πιάσουν τα κλάματα. Στον επόμενο, εκλιπαρώ: “Σας παρακαλώ, πηγαίντε με Καρύτση, φοράω δεκάποντο και δεν μπορώ να περπατήσω ως εκεί και κανείς δεν με παίρνει, κλαψ κλαψ σνιφ!” Πετυχαίνει.

Μπαρ: PairiDaeza. “Where everybody knows your name…” (=όπου όλοι ξέρουν το όνομά σου, και είναι απ’ το τζινγκλάκι της σειράς Cheers -μπαρ ήταν κι αυτό). Κι όμως. Δεν ξέρουν όλοι το όνομά μου. Ταγαροσκούφης είναι εκεί, μου κάνει γεια και μετά λέει: “για θύμισέ μου το όνομά σου…” Σημείωση: Ξαναείδα Ταγαροσκούφη την Τετάρτη, αφού όντως είχαμε κατέβει Σύνταγμα ως αγανακτισμένοι. (Και τι κάνεις μετά την αγανάκτηση; Λες “αει σιχτίρ” και πας για ποτό). Αλλά, με γκόμενες μιλούσε τότε, με γκόμενες μιλάει και τώρα. Φαίνεται, οι γκόμενες μαζεύονται γύρω του σαν τις μύγες (τρελή κακία). Η μόνη συζήτηση που κάνουμε έχει ως εξής. Εγώ: “πάλι κυκλοφορείς με σακίδιο στην πλάτη. Τι έχεις μέσα;” Το μετανιώνω την ώρα που το λέω. Αυτός: “Είσαι σίγουρη ότι θέλεις να μάθεις;” Τι να πω; Όχι; Εκείνος συνεχίζει: “Έχω δονητή, μπίλιες, χειροπέδες…” Βασικά ανακουφίστηκα, γιατί φοβήθηκα κάτι βρώμικο και αηδιαστικό. Όχι αυτό το “βρώμικο”. Το άλλο, το κυριολεκτικό.

Ταγαροσκούφης με φτύνει, λοιπόν, και μαγαζί είναι κάπως άδειο (πλέον όλοι στέκονται απ’ έξω, απ’ το να σταθώ έξω προτιμώ κατά πολύ το οκλαδόν στο Σύνταγμα). Έξω, βλέπω μόνιμο θαμώνα μαγαζιού. Μου λέει: “…μερικές φορές ξυπνάς το πρωί, θυμάσαι τι έγινε το προηγούμενο βράδυ που είχες πιει, και λες ‘πω πω, δεν γίνεται να ξαναπάω σ’ αυτό το μαγαζί’…” Απαντάω: “Κοίτα, αυτό το λες απ’ τη στιγμή που ξυπνάς ως το απόγευμα, άντε και μέχρι νωρίς το βραδάκι. Κατά τις 11, το ξεπερνάς”. Εντυπωσιασμένος, συμφωνεί μαζί μου και νιώθουμε και οι δύο ότι μόλις μοιραστήκαμε μια μεγάλη σοφία. Εγώ βέβαια το έχω εμπεδώσει αυτό τα χρόνια που πέρασα στο Eleven. Μια βραδιά, μιλάω εκεί με τον τσεκαδόρο και, περίλυπη, του κάνω: “Δεν έχει τίποτα ενδιαφέρον απόψε”. Τσεκαδόρος: “Ναι, δεν βλέπω κανένα στα γούστα σου”. Τα οποία δεν του είχα αναλύσει ποτέ. Εμπειρικά μιλούσε.

Μπροστά στο μπαρ, να ‘σου και φίλος Ταγαροσκούφη. Ο οποίος ήταν εκεί και στη γνωριμία με Ταγαροσκούφη. Εκείνη τη βραδιά, την ώρα που  συστηνόμαστε, μου λέει ότι το όνομά του είναι ασυνήθιστο και δύσκολο να το “πιάσεις” με την πρώτη. Και ακούω: “Κλείτης”. Και λέω: “μου κάνεις πλάκα”. Δεν έκανε πλάκα αλλά όντως δεν άκουσα καλά, άλλο είπε. Πάντως, για μένα θα είναι πάντα ο Κλίτης. Την προηγούμενη φορά, λοιπόν, Κλίτης μου έριχνε λίγους πόντους. Τώρα, με το δεκάποντο, του ρίχνω εγώ. Και είναι πιο μεγάλος από μένα. Και έχει και κάτι από καημένο, αν και είναι συμπαθητικό παιδί. Τέλος πάντων, μια και δεν υπάρχουν πολλές επιλογές, σε κάποια φάση ρίχνω τα μούτρα μου και πάω προς Κλίτη που μιλάει με πολύ μεγάλο κύριο. Και λέω: “Ρε Κλίτη, πού είναι ο Ταγαροσκούφης;” Μου δείχνει κάτω στο πεζούλι. Ταγαροσκούφης μιλάει με Ξανθιά. Γαμώτι. Κλίτης ρωτάει: “Να τον φωνάξω;” Εγώ: “Άστον, αφού μιλάει με γκόμενα…” Κλίτης, με απογοητευμένο ύφος: “Εγώ δεν σου αρέσω καθόλου, ε;” Για πρώτη φορά, άνθρωπος με κοιτά από κάτω προς τα πάνω (ενώ είμαστε όρθιοι και στο ίδιο επίπεδο). Με βλέμμα λυπημένο και παρακλητικό. Μου ραγίζει η καρδιά.

Απαντάω μια βλακεία και στέκομαι εκεί με το ποτό μου, να δείξω λίγο ενδιαφέρον και να πάρω μέρος στη συζήτηση. Κλίτης και Μεγάλος Κύριος συζητάνε για την κρίση, για την πολιτική κατάσταση στη χώρα και τις θεωρίες για το τι πρέπει να κάνουμε (και μετά αναρωτιέμαι γιατί ήπια τόσο πολύ χτες). Αργότερα, Κλίτης ρωτάει αν θα πάω Mo Better. Λέω ότι δεν νομίζω. Κλίτης λέει ότι θα είναι πολύ ωραία. (Συμβουλή: Αν άνθρωπος στην Καρύτση σου πει ότι κάπου θα είναι πολύ ωραία, θα είναι όπως ακριβώς είναι η συγκέντρωση στο Σύνταγμα, απλά στο όρθιο και με πολύ καπνό). Κλίτης λέει: “Έλα, είναι ανοιχτό μέχρι τις 7!” Εγώ: “Μα βέβαια, γιατί να θέλουμε να τελειώσει αυτή η τρελή βραδιά;” Κλίτης:

Εγώ είμαι με ποδήλατο. Θες να έρθεις μαζί μου;

 

Δεν λέω τίποτα. Του ρίχνω απλά βλέμμα που τα λέει όλα. Πώς τα φέρνει η ζωή και, αφού παρέα μου έχει ήδη φύγει, τωρινή “παρέα μου” (είπαμε, έχω γίνει θαμώνας στο μαγαζί, έχω γνωστούς) θα πάει Mo Better. Άντε να πάμε, λοιπόν. Και πάμε. Έχει ΚΑΙ σκαλιά. Το μαγαζί φαίνεται ότι απευθύνεται σε άλλο παπούτσι. Εκτός από τη μουσο-θύελλα (γενικά πολύ μαλλί παντού, σε κάθε πιθανή επιφάνεια) τη μουντίλα, την τραγική ροκ μουσική, το ντουμάνιασμα, τη μαυρίλα, την παντελή έλλειψη χρυσού-φούξια-παγιέτας-στρας και γενικά, την απόγνωση, δεν βλέπω πουθενά -μα πουθενά- κάποιο χριστιανό (ή και μορμόνο, τέτοια ώρα τέτοια λόγια) που να θέλω να αράξω για λίγο πάνω του τα κουρασμένα μου μάτια. Οι καλύτεροι είναι οι γνωστοί από το PairiDaeza. Πάω λοιπόν προς τους δικούς μας.

Δύο απ’ αυτούς είναι μια χαρά παιδιά, μπροστά στους άλλους του μαγαζιού μιλάμε για επίπεδο Χιου Τζάκμαν – Μπράντλεϊ Κούπερ. (Διάλεξα σελέμπριτις κάποιας ηλικίας, γιατί δεν είναι και μικρά τα παιδιά, ο ένας 32, ο άλλος ίσως κάπου 30. Παρεμπιπτόντως, αυτός έχει και ωραιότατη κοπέλα, το τσέκαρα, ντροπή προκαταβολικά, θα δεις γιατί). Λέμε δυο-τρεις κουβέντες. Δεν θυμάμαι πολλά. Σε κάποια φάση όμως, θυμάμαι πολύ καθαρά ότι μου λένε να πάμε κάπου και οι τρεις μαζί. Όχι για βρώμικο. Μάλλον, όχι για φαγητό. Μάλλον, όχι για λουκάνικο. Μάλλον, για αυτό ακριβώς. Για δύο (2) ακριβώς. Και, για του λόγου το αληθές, ο 32χρονος βγάζει έξω το λουκάνικο (ναι, μιλάω για το συνδεδεμένο με τον υπόλοιπο άνθρωπο), και μου το δείχνει. Μέσα στη μέση του μαγαζιού. Πώς λέμε φάτσα κάρτα; Πούτσα κάρτα. Δεν πήγα στο γαμάτο πάρτι στο Καλαμάκι για να αποφύγω την προοπτική παρτούζα. Και είμαι στα Εξάρχεια, μέσα σε καταραμένο ροκ κλαμπ με μούσια, και αντιμετωπίζω ΑΚΡΙΒΩΣ την ίδια προοπτική.

Εκείνη τη στιγμή, βλέπω τον Κλίτη. Η χαρά μου δεν περιγράφεται. Πάω δίπλα του και κάνουμε παρέα. Συνεχίζουμε τη συζήτηση για την οικονομική κρίση, τη δουλειά του και άλλα σοβαρά, ασφαλή και σεμνά πράγματα. Στις 7 παρά 10, σκέφτομαι “αρκετά κράτησε το μαρτύριο-στο-δεκάποντο”, λέω στον Κλίτη ότι θα φύγω, Κλίτης λυπάται, με θλιμμένα μάτια, λέει: “Μπορώ να σε πάρω μια αγκαλιά για καληνύχτα;” Προ ολίγου, άνθρωπος μού έδειξε το πουλί του, κι αυτός ο άνθρωπος ρωτάει για να με αγκαλιάσει. Συγκινούμαι. Τον αγκαλιάζω. Του λέω: “Να προσέχεις με το ποδήλατο”. Φεύγω. Λουκανικάνθρωπος είναι κάτω με τον άλλον (που έχει την κοπέλα. Φτου ρε!) Μου φωνάζει: “Την έχασες την ευκαιρία σου!” Αυτό είναι σχεδόν σίγουρο, φίλε, αλλά εδώ και χρόνια. Ρωτάω αλλοδαπό που σκουπίζει πού να βρω ταξί. Όταν μ’ αφήνει σπίτι, λέω στον ταξιτζή “καληνύχτα”. Στις 8 το πρωί. Ταξιτζής γελάει. Λέει:

Δουλεύεις βράδυ, ε;” Εγώ: “Αφιλοκερδώς.

 

Απολογισμός: Μήπως έπρεπε να έχω πάει Καλαμάκι; Εκεί, απ’ το όνομα και μόνο, το περιμένεις το πράγμα. Αν δεν είναι λουκάνικο, θα ‘ναι σουβλάκι. Μήπως να κόψω τα μπαρ και να πηγαίνω Σύνταγμα; αφού κι εκεί τον ίδιο κόσμο μ’ εκεί που (με αναγκάζουν να) πάω έχει. Και κάθεσαι κιόλας. Και φέρνεις και ποτά απ’ αλλού κι άρα δεν είναι και μπόμπες. Αν περνούσε και κανένα απ’ αυτά τα παιδιά που ντρέπομαι να πω ότι θέλω να γνωρίσω, με τα αυτοκίνητα με τα τρελά ηχοσυστήματα κι έπαιζε r’n’b με το μπάσο που σου βαράει το στομάχι, θα ήμουν η πιο ευτυχισμένη Αγανακτισμένη στο Σύνταγμα. Επίσης: μήπως είναι καιρός να μάθω ποδήλατο; Την επόμενη φορά είμαι αποφασισμένη. Θα αφήσω Κλίτη να μου κρατήσει το χέρι.

Απ’ την άλλη, μιλάω σήμερα με Αγόρι που είναι ίδιος ο Ashton Kutcher (και παίζει μπάσκετ, βόλεϊ κι ό,τι άλλο παίζουν οι ψηλοί: έχει παιχνίδι ποιος θα βάψει πιο γρήγορα το ταβάνι; θα το παίζει), ότι αύριο εξετάζεται και στην κολύμβηση. Μετά λύπης, πρέπει να παραδεχτώ ότι άλλο πράμα η αγκαλιά Κλίτη που είναι ίδιο ύψος με μένα μείον20 κιλά, κι άλλο πράμα -υποθετικά, φαντάζομαι- η αγκαλιά Ashton, ο οποίος πιάνει περίπου τόσο χώρο όσο τρεις Κλίτηδες κάθετα ισορροπημένοι πάνω σε τρία ποδήλατα. Άσε που μίλησα και στο τηλέφωνο με Ashton κι έχει και τέ-λει-α φωνή. Άτιμο ΤΕΦΑΑ, μου ‘χεις ΦΑΆει τη ζωή.

Παρεμπιπτόντως, όταν πήγα να γράψω για το Mo Better, δεν θυμόμουν να έχω παρατηρήσει επιγραφή και δεν ήξερα αν γράφεται το όνομα του μαγαζιού έτσι όπως ακούγεται, οπότε το έψαξα στο facebook και βρήκα τη σελίδα του. Στο wall του, βλέπω κοπέλα να λέει: “Κορίτσια, το περασμένο Σάββατο έφυγα με το μπουφάν κάποιας άλλης κατά λάθος, όποια έχασε το δικό της να επικοινωνήσει…” Αυτό που μου κάνει φοβερή εντύπωση είναι ότι δεν είδα κανένα post που να λέει: “Κορίτσια, το περασμένο Σάββατο έφυγα με το αγόρι κάποιας άλλης κατά λάθος, όποια έχασε το δικό της να επικοινωνήσει…” Γιατί, τέτοια ώρα (ως τις 7), με τέτοια ποτά, με θαμώνες φουλ στα μαύρα και φουλ στο μαλλί και μούσι, τόσο που μένει περίπου ένα 10% φάτσας να λειτουργήσει ως αναγνωριστικό, το να καταφέρεις να γυρίσεις με το δικό σου, είναι θαύμα.

Φίλη έχει ακούσει τραγική ιστορία από Mo Beter και, μόλις βλέπουμε χτες 32χρονο-Λουκάνικο-Όχι-Σε-Πακέτο, αναφωνεί:

Βρε καλώς το πουλάκι μας!

 

Advertisements