Tags

, , ,

Σάββατο βράδυ, αποδέχομαι το γεγονός ότι μάλλον θα μείνω μέσα. Η παρέα μου όλοι εξαφανισμένοι κι έχω την υποψία ότι Μυστήριο Αγόρι (εδώ, εδώ και λίγο εδώ) με φτύνει. Τον παίρνω τηλέφωνο. Είναι ακόμα δουλειά (στις 10, Σάββατο βράδυ, εδώ ταιριάζει η ρετρό λέξη “προκομμένος”). Μιλάμε ελάχιστα, κάτι λέει γρήγορα και έχει παράσιτα, δεν καταλαβαίνω τίποτα, μου το κλείνει χωρίς προειδοποίηση. Δεν έχω ιδέα τι έγινε. Μπορεί να είπε: “γνώρισα τον έρωτα της ζωής μου, είναι 19χρονο μοντέλο”, “συνειδητοποίησα ότι ακόμα αγαπώ την πρώην μου”, “συνειδητοποίησα ότι μου αρέσουν τα αγόρια”, “σε είδα στο φως και τρόμαξα”…οτιδήποτε από όλα αυτά, και να μην το έχω ακούσει.

Τι να κάνω; κάνω την καρδιά μου πέτρα και στέλνω ερωτηματικο-διευκρινιστικό sms. Ουδεμία απάντηση. Πριν είχα μια υποψία, τώρα έχω μια σιγουριά. Γνώρισε 19χρονη καλλονή. Αντιμετωπίζω την κατάσταση με ψυχραιμία, δεν είναι το πρώτο μου σαββατόβραδο με το γνωστό “δεν έχει τίποτα η τηλεόραση αλλά ας κάνω συνεχές ζάπινγκ γιατί έχει πιθανότητες να εμφανιστεί Ταινιάρα που αποφάσισαν να παίξουν τελευταία στιγμή (και γι’ αυτό δεν τη λέει στο πρόγραμμα) και “ας φάω σταδιακά όλο το ψυγείο-ντουλάπια-αποθέματα ξηράς τροφής στο πυρηνικό καταφύγιο -η καταστροφή είναι ισοδύναμης ισχύος”. Βάφω και νύχια ποδιών σε ματζέντα (=φουξιομόβ). Λίγο αργότερα, στο άσχετο, τσεκάρω την ώρα στο κινητό.

Μυστήριο Αγόρι έχει απαντήσει, δεν το έχω δει. Του έπεσε η μπαταρία πριν, μόλις γύρισε από δουλειά και είναι κομμάτια, πού θα είμαι να έρθει να με βρει. Εγώ (σ’ εμένα): “Πουτ. Δι. Αϊς Κριμ. Ντάουν.” ΟΚ, με αναπτερωμένη διάθεση, κανονίζω να δω Μυστήριο Αγόρι. Τελικά, Μυστήριο Αγόρι δεν μπορεί, είναι και κομμάτια, λέω άντε, ας πάει να κοιμηθεί. Εν τω μεταξύ όμως, η κατεστραμμένη μου παρέα έχει εμφανιστεί με τρελή όρεξη να βγούμε (λαϊκή σοφία: δείξε μου το φίλο σου, να σου πω ποιος είσαι). Εγώ, επίσης εν τω μεταξύ, έχω ήδη αρχίσει να βάφομαι για να δω Μυστήριο Αγόρι. (Για μένα, το “αρχίζω να βάφομαι” αποτελεί μονόδρομο, μετά κάτι πρέπει να κάνω. Οτιδήποτε. Όπως-Δήποτε. Αλλιώς, θα γίνει η συντέλεια του κόσμου. (Πιθανότατα από την ένταση του ωστικού κύματος της κλαματομουρμούρας μου).

Οπότε, λίγο μετά τις 2.30, βγαίνω απ’ το σπίτι. Δύο δευτερόλεπτα μετά, τρομοκρατώ τους γονείς χτυπώντας το κουδούνι τους σαν δαιμονισμένη (μένουν ακριβώς δίπλα και ξέρω ότι είναι ξύπνιοι). Τους εξηγώ με πολύ επείγον τόνο (με περιμένει κάτω το ταξί) ότι χρειάζομαι κλειδί επειγόντως. Ρωτάνε ποιο κλειδί, λέω το δικό μου κλειδί, “πάλι έχασες το κλειδί;” “όχι, είναι μέσα” “εσύ τώρα έρχεσαι ή φεύγεις;” “φεύγω, σας παρακαλώ δώστε μου γρήγορα το κλειδί!” “τι το έκανες το κλειδί, είσαι καλά ντυμένη; βρέχει, κάνει κρύο” “ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ, ΣΑΣ ΠΑΡΑΚΑΛΩ!” -καμία συνεννόηση αλλά τι να πω κιόλας, αυτό που έγινε; δηλαδή: βγαίνοντας, βγάζω κλειδιά από μπρελόκ Hello Kitty γιατί μπρελόκ Hello Kitty δεν χωρά στο βραδινό τσαντάκι. Κλείνω πόρτα, πάω να κλειδώσω. Hello Kitty με κοιτά γλυκά. Έχω κλείσει μέσα τα κλειδιά κι έχω μείνει με το μπρελόκ στο χέρι. Ευτυχώς, γονείς με θεωρούν άχρηστη από πριν, καμία έκπληξη.

Κατά τη διάρκεια της βραδιάς, δεν συμβαίνει τίποτα συναρπαστικό αλλά η διάθεση είναι θετική. Σε κάποια φάση, προς το τέλος, μου μιλάει αγόρι -που δεν με νοιάζει καθόλου- λέει “σε βλέπω εσένα, θες να πας αλλού”. Λέω: “Για πες πού.” Λέει: “Πάμε στο D.C.” Όπως είπα, εγώ είμαι σε καλή διάθεση κι έρχεται Πάσχα και θα εκδράμουμε στα πάτρια εδάφη. Με συνοδεία Φίλης, ξεσπάμε στο νησιώτικο: “Ελά να πάμε στο D.C., ελά να πάμε στο D.C…” Τρελό κέφι. Φεύγουμε. Μέσα στο ταξί, πεντέμιση το πρωί, χτυπάει τηλέφωνο, Μυστήριο Αγόρι ξύπνησε και βγήκε έξω να φάει κάτι (αυτό ακριβώς είπε, κι εγώ έχω απορίες), πού είμαι, να έρθει απ’ το σπίτι; Εγώ (διστακτικά): “Ο….Κ…” Μυστήριο Αγόρι: “…Απλά, αν έρθω, να μείνω να κοιμηθώ εκεί -γιατί σίγουρα θα κοιμηθώ- να μην πρέπει να φύγω μετά, εντάξει;”

Με λούζει κρύος ιδρώτας. Προσπαθώ να διατηρήσω σταθερή φωνή που να μην τρέμει. Εγώ: “Μυστήριο Αγόρι μου γλυκό… είπες να μείνεις να κοιμηθείς; είσαι σίγουρος; τόσο νωρίς στη γνωριμία μας να με δεις άβαφτη; Πίστεψέ με, δεν θες να συμβεί αυτό. Θα έχεις εφιάλτες μετά όλη νύχτα, δεν θα ξεκουραστείς. Επίσης -και αυτό είναι πολύ σημαντικό- πες μου… ροχαλίζεις; Κάποια στιγμή το έπιασε το (καθόλου υπό)-νοούμενο. Κοιμήθηκα μόνη. Μα, γιατί να θέλω να κοιμηθώ με τον ξένο κόσμο; Για να ‘χω να ανησυχώ μετά ότι εξαφανίστηκε επειδή με είδε άβαφτη; ή για να περάσω τη νύχτα με τη βλεφαρίδα κάγκελο και να έχω απόλυτη συναίσθηση ότι πάνε στράφι πέντε κιλά αντιγηραντικής κρέμας ματιών κάθε μισάωρο που περνά; για να ροχαλίζει και να μην μπορώ να κλείσω μάτι (με μάσκαρα ή όχι) και για να σκέφτομαι τους εκατό δημιουργικούς τρόπους με τους οποίους θα μπορούσα να τον πνίξω με το μαξιλάρι; Όχι φίλε μου. Μυστήριο Αγόρι δεν μπορεί να είναι *τόσο* μυστήριο. Είναι 25 μισό. Θα σηκωθεί και θα φύγει που θα φύγει. (Αν δεν είναι το άλλο πρωί, θα είναι το επόμενο). Όμως, εγώ δεν θα χάσω τον ύπνο μου.


Advertisements