Tags

, , , , , ,

Παρασκευή. Σε τρελά κέφια γιατί απολύθηκα και νιώθω ότι η ζωή και ο κόσμος είναι δικά μου. Το βράδυ, έχουμε κανονίσει με Λαλίστατο Αγόρι της περασμένης Κυριακής να βρεθούμε, εγώ με φίλες κι αυτός με φίλους, στο Tikki, εξωτικό μπαρ με ντεκόρ φοίνικες, λεοπάρ και πιν-απς, για ποτό. Η διάθεση και το ηθικό, ψηλά. Μετά από ένα μικρό χτύπημα της βραδιάς όπου Αδερφή και μετά Φίλη 1 και αργότερα και Φίλη 2 παρατηρούν ότι το φόρεμά μου στο φως είναι διαφανές, τόσο που με βάζουν να δέσω ζακέτα γύρω απ’ τη μέση γιατί δεν γίνεται να κυκλοφορήσω έτσι δημόσια -και το βασικό μου θέμα είναι ότι το εν λόγω φόρεμα το έχω φορέσει αρκετές φορές και κανείς δεν έχει πει κουβέντα- φτάνουμε στο μπαρ.

Μέσα, με διαβεβαιώνουν ότι ο φωτισμός είναι ενδυματολογικά φιλικός άρα δεν υπάρχει πρόβλημα. Διάθεση αποκαθίσταται. Χαιρετισμοί με τη συμπαθέστατη παρέα των αγοριών, ποτά, συστάσεις, κουβέντα, ευθυμία στην ομήγυρη. Λαλίστατο Αγόρι, φιλικότατο. Αυτό κρατά για κανά μισάωρο. Με την πάροδο του μισάωρου, Λαλίστατο Αγόρι προσανατολίζεται στη Φίλη 2. (Εγώ το ‘χω πει ότι μαλακία που πλέον έχουμε τόσες ωραίες στην παρέα αλλά κανείς δεν μ’ ακούει).

Ο προσανατολισμός είναι πλήρης και αναμφισβήτητος. Υπάρχει και στη δική τους παρέα ένα τρομερά ωραίο αγόρι (το οποίο φεύγει μετά το πρώτο δεκάλεπτο), αλλά, ρε παιδί μου, και κοκομπλόκο να πάθεις, σε ανάλογες περιστάσεις, το μαζεύεις κάπως. Το περιορίζεις λίγο. Το καταγράφεις αλλά το παραμερίζεις προς το παρόν, έστω. Άλλο να στέλνεις απλά ένα βιογραφικό από το email της δουλειάς σου κι άλλο να κανονίζεις interview μέσα στην αίθουσα συνεδριάσεων. Μπορεί να κάνω και λάθος, βέβαια. (Βασικά, όχι, δεν μπορεί).

Μπάι δε γουέι, αυτός που φεύγει αμέσως λέει ότι φεύγει γιατί έχει να ξυπνήσει πρωί. Λέει τον φωνάζουν σε σπίτια για μερεμέτια και επισκευές γιατί, όπως λένε οι άλλοι, “πιάνουν τα χέρια του”. Ναι. Τον φωνάζουν γιατί ελπίζουν ότι όλο και κάτι μπορεί να “πιάσουν τα χέρια του”. Βάζει η άλλη το βρεγμένο δάχτυλο στην πρίζα, παθαίνει ένα ηλεκτροσόκ (αλλά πού ξέρεις, μπορεί και να κάνει αποτρίχωση συγχρόνως, νομίζεις ότι το λέιζερ πονάει λιγότερο;) γίνεται βραχυκύκλωμα, πέφτει το ηλεκτρικό, πέφτει τηλέφωνο “αχ, χρυσέ μου δεν έχω φως, έλα να το κοιτάξεις”, έρχεται αυτός, “γεια σας, έφερα τα ψάρ-σόρι-καλώδια”, η άλλη λέει «θα κλείσω τα μάτια (δεν χρειάζεται, δεν έχει φως), θ’ απλώσεις τα χέρια (που πιάνουν κιόλας), θα ‘ρθουν να φωλιάσουν…» (δεν ξέρω, ως εκεί καταλαβαίνω το στίχο). Αυτό το έργο, που το έχουμε ξαναδεί. Πιθανώς, το παιδί δεν ξέρει ούτε να αλλάξει λάμπα.

Κάπου πιο αργά, με τον προσανατολισμό σταθερό, δεν βρίσκω λόγο να είμαι πλέον εκεί -η μουσική είναι αυτό το κουλτουρο-εναλλακτικό που νομίζει ότι δεν είναι όμως, και που δεν με αφορά, αρχίζουν και με πιάνουν οι γνωστές τάσεις φυγής. Τι να το κάνεις ένα κινητό γεμάτο με νούμερα αγοριών που χρειάζονται 10 επεξηγήσεις δίπλα στο κάθε όνομα για να θυμάσαι -λέμε τώρα- σε ποιον ανήκει; Τι άλλο εκτός απ’ το να μπορείς να στείλεις sms μετά τις 3 το πρωί με το αθάνατο “πού είσαι;” Γενικά, πάω με το ποιος έχει προτεραιότητα (κανείς δεν θα με πει άδικη εμένα) και αυτή τη φορά το στέλνω σε επίμονο αγόρι που δεν έχω γνωρίσει ποτέ από κοντά. Παρόλο που η ψυχολογική μου κατάσταση είναι εύθραυστη, επιλέγω περιπέτεια. (Βασικά, θυμάμαι ότι έχει πει ότι θα είναι κέντρο και πάω εκ του ασφαλούς, αλλά μην χαλάσω το εφέ). Εμείς πάμε Big Apple, το αγόρι θα έρθει σε λίγο με φίλο. Αυτό το μαγαζί λοιπόν δεν με θέλει. Το ξέρω και το ξέρει. Είναι μάταιο να προσπαθώ. Μάταιο να παίρνω premium ουίσκι απ’ το μπαρ -πάλι χάλια γίνομαι. Μάταιο να χορεύω -την άλλη φορά χόρευα σε στύλο και με κοίταξε με μισό μάτι ο Πακιστανός με τη σκούπα- μάταιο να υπάρχω, γενικά.

Άγνωστο Αγόρι φτάνει, εμφανίσιμο αλλά ΟΚ, δεν έχουμε απολύτως τίποτα να πούμε, κάθεται με το φίλο του για κανά μισάωρο, λέει ότι πρέπει να φύγουν, φεύγει. Όχι ότι ήθελα για κάποιο λόγο να μείνει, αλλά είναι προφανές ότι η βραδιά είναι καταδικασμένη. Και σήμερα απολύθηκα κιόλας. Με χτυπά η τραγική πραγματικότης. (Με χτυπά για 5 λεπτά περίπου, μετά αντιμετωπίζει απόλυτη απάθεια από μέρους μου, βαριέται και φεύγει). Οικογενειακός φίλος τυχαίνει να είναι στο μαγαζί με παρέα, η οποία περιλαμβάνει πολύ-πολύ μικρό και παράλληλα πολύ-πολύ εντυπωσιακό και πολύ-πολύ “εξωστρεφές” και “ενθουσιώδες” Αγόρι. Το οποίο βουτάει α) την Αδερφή β) τη Φίλη 2 (Φίλη 1 έχει φύγει) και γ) πάει για Φίλη 2 + Εμένα. Δεν είμαι ΚΑΝ η 3η επιλογή. Λέει: “Σας θέλω και τις δύο”. Εγώ, πλέον σε όχι ιδιαίτερα φιλική διάθεση (δικαιολογημένα, θεωρώ): “Για πες λοιπόν παιδί μου, τι ακριβώς θα κάνεις και με τις δύο;” Αγόρι: “Εεεεε…” Εγώ: “Έστω και με μία, έχεις ιδέα τι να κάνεις;” Αγόρι, κάπως ψελλίζοντας: “Εεεε… είμαι πολύ μικρός…” Εγώ με παγωμένο βλέμμα: “Ναι, είσαι”. Φεύγει. (Θα τον λέω Το Δείγμα, δεν έχει ιδέα πόσο αυτό που του συνέβη δεν συμβαίνει γενικά, αλλά νομίζω θα το ξεπεράσει, δεν χρειάζεται να ξέρει την αλήθεια). Μετά από κάποια ώρα, ενώ έχω αποδεχτεί την ήττα, γυρνάμε -επιτέλους- σπίτι. Αν, περνώντας από Παράδεισο Αμαρουσίου, δει κανείς πεταμένο στα σκουπίδια ένα γκρι-ασημί φόρεμα, είναι το δικό μου της Παρασκευής.

Advertisements