Tags

, , , , , , , ,

Παρασκευή, πριν δύο εβδομάδες, γνωρίζω Κοντό στην Καρύτση. Κοντός πολύ κοντός αλλά πολύ χαριτωμένος, πολύ ενθουσιώδης, χορεύει πολύ, χαμογελάει πολύ, Φίλη τον ψιλοεπιθεωρεί, τον ψιλοπασπατεύει (από τη μέση και πάνω) -ναι, πριν βάλει σφραγίδα έγκρισης τους περνάει από ISO- και δίνει θετική ετυμηγορία, μάλιστα δηλώνει και: “Ωραία τριχοφυΐα!” (ψιλοακατατανόητο, αλλά μου εξηγεί μετά τι εννοεί και ΟΚ, περί ορέξεως κολοκυθότριχα). Το τρομερά αξιοσημείωτο, όμως, είναι ότι Κοντός κάνει την έκπληξη και λέει ότι είναι γεννημένος το ’77 (=συνομήλικος). Δάκρυα χαράς. Ανοίγουν οι ουρανοί και τα χερουβείμ ψάλλουν αλληλούια μ’ εκείνες τις χρυσές τρομπέτες, συγκίνηση.

Εγώ περνάω καλά, χορεύω, πίνω και δεν ρωτάω Κοντό απολύτως τίποτα χρήσιμο παρόλο που λέμε κάτι βλακείες όλο το βράδυ. Στο τέλος, όταν πλέον κλείνει η μουσική, ανάβουν τα φώτα και κάποιος ταλαίπωρος αρχίζει το σκούπισμα, Κοντός με φιλά παθιασμένα και εξαφανίζεται μέσα στη νύχτα τη στιγμή που συνειδητοποιεί ότι η παρέα του έχει φύγει. Εξαφανίζεται σαν τη Σταχτοπούτα (κατά τις 5-6 το πρωί και χωρίς ν’ αφήσει γοβάκι, οπότε τα κοινά του με τη Σταχτοπούτα είναι -ομολογουμένως- περιορισμένα, δεν έχω καν ρωτήσει μπας κι έχει κακιά μητριά).

Το μόνο σαφές αναγνωριστικό στοιχείο είναι ότι ανήκει στην παρέα του Γιάννη Ολιζιέρσκυ, ο οποίος είναι ημι-σελέμπριτι. Ξαναπερνάμε από Καρύτση την επομένη μπας και τον πετύχουμε, Περιμένοντας τον Κοντό, μην τον είδατε. Άφαντος ο Κοντός. Αλλά… Κοντός ψαλμός αλληλούια.

Χτες βράδυ, ξανά Καρύτση, για αρχή. (Αυτό μου λέει κάθε φορά η Φίλη και με πείθει). Σε κάποια φάση, κοντά μας στέκεται αγόρι με ωραία φάτσα κι εκείνο το σώμα που το τι-σερτ εφαρμόζει στους ώμους και πάνω-πάνω στην πλάτη και διαγράφει κάτι ενδιαφέροντα πράγματα και μετά πέφτει κάτω χαλαρό γιατί δεν έχει κάπου αλλού να “κάτσει”. Αυτό που έχεις το τζιν του στο νου σου γιατί λες “τώρα θα του πέσει (το τζιν)” κι επίσης “αυτό το τζιν σίγουρα μου είναι μικρό” και  “…όχι μόνο στο μπούτι αλλά και στη μέση”. Αυτό το σώμα. (Τώρα δεν ξέρω πώς ακούγεται, αλλά μιλάω για “το καλό”). Αλλά, κι εδώ σε θέλω, αλλά… αγόρι φοράει επίσης έναν σκούφο.

Όχι, δεν κάνει κρύο. Είναι σχεδόν Ιούνιος. Η βραδιά είναι γλυκιά. Αυτός ο σκούφος, υποδηλώνει στιλ. Υπέρ-δηλώνει, μάλιστα. Είναι απ’ αυτούς τους σκούφους που έχουν ένα μάκρος προς τα πίσω και είναι σε ύφασμα, χμμμ… πώς είναι το ταγάρι; Αυτό. Και αυτό είναι και το στιλ. Ταγάρι. Ο σκούφος που καπνίζει στριφτά (όντως), που κάθεται παντού οκλαδόν, που πάει για ελεύθερο κάμπινγκ σε νησιά Άγονης Γραμμής, που η μουσική που παίζει στην Καρύτση είναι το “ποπ” του, που δεν θα τον δεις ποτέ στα Starbucks στην Κηφισιά με σακούλα Ed Hardy και ποτέ να ρίχνει γαρύφαλλα σε μπουζούκια ούτε να στέκεται στην ουρά σε κλαμπ στην παραλιακή. Αυτός ο σκούφος. Κι εγώ έχω έναν σκούφο. Τον πήρα για ένα σαββατοκύριακο στην Αράχοβα όπου τελικά είχε 25 βαθμούς. Ο δικός μου είναι κάπως σαν απαλό πλεχτό μοχέρ, φούξια, κι έχει και φουντίτσα. Καμία σχέση. Άλλος σκούφος.

Φίλος Ταγαροσκούφη πάει για κατούρημα, δίνει σε Ταγαροσκούφη να κρατήσει τη μπύρα του. Ταγαροσκούφης (όχι ιδιαίτερα εξοικειωμένος με πολυκοσμία και κέντρα κοινωνικής συνάθροισης, αν δεν είναι ξυπόλητος στην άμμο με φωτιές και κιθάρα, νιώθει έξω απ’ τα νερά του) δεν έχει πού να τακτοποιήσει καπνό, φιλτράκια, δική του μπύρα, σακίδιο (ναι, έχει μαζί σακίδιο), κάνει μια ώρα να πάρει τη μπύρα, τον λυπάμαι, απλώνω χέρι, την παίρνω, φίλος εκπλήσσεται αλλά κοντεύει να κατουρηθεί πάνω του, φεύγει. Ταγαροσκούφης, λίγο μετά, λέει: “ε, θα την έπαιρνα κι εγώ αλλά την έπιασες τόσο σίγουρα και σταθερά…” (Στο σταυρό που σου κάνω, αυτό το είπε τελείως κυριολεκτικά, με απόλυτη ειλικρίνεια και χωρίς κανένα υπονοούμενο).

Μετά από λίγο, τού πέφτει το στριφτό στο πάτωμα. Σκύβει, το πιάνει. Θυμίζω: είμαστε σε μπαρ, στην Καρύτση. Το φυσάει. Λέει: “μια χαρά είναι”. Εκεί, το βλέμμα του πέφτει στο δικό μου βλέμμα  α π ό λ υ τ η ς  φρίκης. Με θλίψη, το ξαναπετάει κάτω και ζητάει τσιγάρο από το φίλο του. Η επόμενη ώρα κυλάει χωρίς κάτι ιδιαίτερα αξιόλογο, πάει η ώρα 3 και είναι ώρα να φύγουμε από εκεί, πάω κι εγώ για κατούρημα, γυρνάω, βλέπω Φίλη να μιλάει με Ταγαροσκούφη. Μόλις πλησιάζω, Φίλη μού λέει: “κάτι λέμε για μπαλαρίνες, μίλα του!” και πάει να μιλήσει αλλού. Ταγαροσκούφης δεν μιλούσε για τις χορεύτριες.

Μιλούσε για τα παπούτσια-μπαλαρίνες.

 

Μου λέει: “Μα, δεν είναι πολύ σεξουαλικά παπούτσια;” Εγώ: “Όχι.” Εκείνος: “Μα γιατί;” Εγώ: “Γιατί με μπαλαρίνες είμαι σαν κεφτές). Εκείνος διαμαρτύρεται: “Βρε σου λέω, βάλε κι εσύ μια μπαλαρίνα να φτιαχτούμε!” Κοιτάζω κάτω τις πιστές μου ασημί μπότες. Μάλιστα. Λέω: “Αν δεν είχα τα χιλιάδες ορθοπεδικά θέματα, θα φόραγα τουλάχιστον δεκάποντες γόβες κάθε βράδυ.” Εκείνος: “Μα σε ποιον αρέσουν οι γόβες; οι μπαλαρίνες είναι τόσο σέξι!” Τι να πρωτοπώ; Σοβαρά, ποιος “φτιάχνεται” με μπαλαρίνες; καλά, εκεί που συχνάζει, το οτιδήποτε με όχι καφέ σανδάλι και μάλιστα με πεντικιούρ θα έχει εφέ μοντέλου Victoria’s Secret με δερμάτινο στρινγκ, κρύσταλλα και φτερά. Αλλά δεν το λέω, ντροπή. Κάπως έτσι πάει λοιπόν η κουβέντα και, αλήθεια, είναι ωραίος αλλά δεν βλέπω φως και είναι ώρα να φεύγουμε.

Εκείνη τη στιγμή, εμφανίζεται άλλη καλή μας φίλη. Μες στην καλή χαρά και στην κοινωνικότητα. Μιλάει με Ταγαροσκούφη, γελάνε, πολύ σύντομα, τον ρωτά την ερώτηση των 50.000 ευρώ: “Για πες μου, τι υπάρχει κάτω από το σκουφί;” Εκείνος σκύβει και της απαντάει στο αυτί. Εμένα με ζώνουν τα φίδια. Ωχ -λέω- έχει βγάλει φίδια και άλλα ζωντανά στο κεφάλι και τα καλλιεργεί. (Έχω ζήσει άγρια χρόνια δεκαετίας ’90 με αγόρια με dreadlocks, εντάξει; και τράβηξα μια γραμμή. Μεταξύ στιλ και υγιεινής). Ρωτάω τι της είπε, φίλη λέει: “Είπε ότι έχει δύο μήνες ακουρεψιάς (αυτή τη λέξη χρησιμοποίησε) και είναι πολύ χάλια το μαλλί του, οπότε ο σκούφος δεν βγαίνει”. Όπως είπα, έχει πάει ώρα να πάμε κι αλλού και δεν μπορώ πλέον να χάνω άδικα το χρόνο μου. Γυρνάω και τον ρωτάω: “Καλά ο σκούφος, ΟΚ, αλλά το θέμα είναι άλλο… Πλένεσαι;” Απάντηση: “Όχι συχνά.” Δεν βλέπω κανένα ύφος “κάνω πλάκα”. Δεν ξέρω αν κάνει. Έρχεται μία γνωστή του, μιλάνε. Δεν περιμένω να μάθω. Παίρνω τσάντα και μπουφάν, κάνω νόημα στη Φίλη, κουνάω χέρι προς όλους, φεύγουμε. Όπως λέει και ο Τρύφωνας:

Κρίμα μπαλαρίνα!

 

Κυριακή, ξεκινάμε με Φίλη με Μουσείο Ακρόπολης, μετά τη δόση κουλτούρας πίνουμε καφέ, μετά τον καφέ λέμε να πάμε για ένα κατιτίς άλλο, έχει πληροφορίες για μπαρ στο Μοναστηράκι που, Κυριακή απόγευμα, έχει τζερτζελέ, κόσμο και κοκτέιλς. Πάμε; Πάμε. Το μπαρ το λένε Throubi (όπως ελιές θρούμπες), ακολουθούμε οδηγίες από τηλεφώνου και φτάνουμε. Εγώ τελικά έχω ξαναπάει πριν χρόνια, είναι δίπλα από κει που έκανα παλιά γιόγκα, δεν βλέπουμε ούτε κόσμο ούτε κάτι να γίνεται, μια ησυχία και μια σκοτεινιά. Πλησιάζουμε όμως και Φίλη αναφωνεί: “Α, βλέπω και γνωστούς, ένα παλιό φιλικό ζευγάρι!” και αναφωνεί περεταίρω: “…και ο Φίλος ξέρει τον Ολιζιέρσκυ!!!”

Μένω άφωνη. Δεν υπάρχει βέβαια περίπτωση να μην πάμε, συστηνόμαστε, καθόμαστε, Φίλη μπαίνει κατευθείαν στο θέμα, λέει “το και το με τον Κοντό”. Φίλος ρωτάει αναγνωριστικές λεπτομέρειες, δίνουμε ό,τι μπορούμε, η “ωραία τριχοφυΐα” δεν βοηθάει ιδιαίτερα, τέλος πάντων, λέω “είναι πολύ κοντός, πες του και θα καταλάβει”. Φίλος Φίλης παίρνει τηλέφωνο. Τον Ολιζιέρσκυ. Εκεί με πιάνει ένα κατιτίς, θέλω να ανοίξει η γη να με καταπιεί από την ντροπή, το είχα φανταστεί μόνο ως υποθετικό σενάριο.

Μάλιστα, σκεφτόμουν, ορίστε ένας καλός λόγος για να γίνω διάσημη συγγραφέας. Θα γράψω ένα ψιλο-ροζ-ρομαντικό βιβλίο, θα με καλέσουν να μιλήσω σε πρωινάδικο, εκεί θα γνωρίσω την Ελεωνόρα Μελέτη και, σε κάποια φάση, θα της πω: “Ρε Ελεωνόρα μου, με τον πρώην σου, τον Ολιζιέρσκυ, κρατάτε επαφή;” Ελεωνόρα θα με κοιτάξει περίεργα. Θα την καθησυχάσω: “όχι βρε κουτό, απλά, μήπως μπορείς να τον πάρεις ένα τηλέφωνο;” Ελεωνόρα -από περιέργεια και μόνο- θα βγάλει κινητό και θα τον πάρει. Θα μιλήσω εγώ: “Γεια σου βρε Γιάννη μου! Τι κάνεις βρε ψυχή; Κοίτα, δεν με ξέρεις, αλλά πριν Χ χρόνια, το Μάιο, μια Παρασκευή, ήσουν Καρύτση σε κάτι γενέθλια και είχες μαζί σου έναν Κοντό. Με μούσι. Ναι, ναι, είσαι στον αέρα αυτή τη στιγμή, μη σε χαλάει αυτό, αλλά πες μου. Αυτός ο Κοντός, τι απέγινε;” (Μιλάμε για φοβερό κίνητρο για να πετύχω στη ζωή μου).

Δεν έγινε όπως το είχα φανταστεί, όπως φαντάζεσαι. Φίλος Φίλης δίνει αναφορά στον Ολιζιέρσκυ. Ολιζιέρσκυ καταλαβαίνει σε ποιον αναφερόμαστε. Τον ξέρει καλά. Παντρεμένος και περιμένει το 2ο παιδί. Κάνει μαλακίες ΜΟΝΟ όταν έχει πιει. Εγώ τα ακούω όλα αυτά και τρώω κάτι κεράσια που έχουν φέρει με το κρασί μου, βιολογικά, εξαιρετικά. Προσπαθώ να μείνω ψύχραιμη. Φίλος Φίλης συνεχίζει να επαναλαμβάνει δυνατά αυτά που λέει ο Ολιζιέρσκι. Αν ενδιαφερόμαστε -λέει- για άλλη φορά που θα βγει, να το πούμε, ώστε να κανονιστεί. Εκεί σχεδόν χάνω την ψυχραιμία μου. Ήδη έχω πει, μεταξύ αστείου και σοβαρού, “χάνω την πίστη μου στην ανθρωπότητα”, αλλά απλά το *λέω* μεταξύ αστείου και σοβαρού. Το σκέφτομαι μεταξύ σοβαρού και σοβαρότερου. Και, μου λένε ότι αν θέλω να τον ξαναδώ, κανονίζεται. Μα δεν ξέρεις τι χαρά μου δίνεις τώρα!

Γιατί, αυτό είναι που περίμενα όλη μου τη ζωή. Να ξέρω ότι κάπου, σ’ ένα σπίτι, πέφτει να κοιμηθεί μια έγκυος κοπελίτσα που μόλις θήλασε το μωρό της και το έβαλε για ύπνο και λέει στον Αγαπημένο-Της-Αντρούλη-Κοντό να βγει με τους φίλους του, να μην κλείνεται κι αυτός μέσα. Αγαπημένος-Της-Αντρούλης-Κοντός φιλά το μωρό με λατρεία, φιλά εκείνη με τρυφερότητα, βγαίνει από το σπίτι και τότε βγάζει βέρα (Φίλη τσέκαρε ότι δεν φορούσε βέρα, εγώ ζω στο δικό μου ροζ Σύμπαν όπου δεν υποψιάζομαι ποτέ -ποτέ όμως- ότι μπορεί κάποιος να μου την πέσει και να μην είναι ελεύθερος). Αγαπημένος-Της-Αντρούλης-Κοντός έρχεται στο συμφωνημένο μπαρ, πίνει ένα ποτό και μετά κάνει ό,τι κάνει με μένα.

Καλά, εν-νο-εί-ται ότι όλο αυτό το σκηνικό με φτιάχνει τρομερά! Μα και που το σκέφτομαι, αναστατώνομαι. Ειδικά το στομάχι μου. Τόσες πεταλουδίτσες, που θέλω να ξεράσω. Ιδανικά, πάνω στον Κοντό.

Μ’ αυτά και μ’ αυτά, αρχίζω και σκέφτομαι γλυκά έναν που μου μιλάει αυτές τις μέρες στο facebook. 23 Μαΐων (συμπεριλαμβανομένου του τρέχοντος Μαΐου, είπε και “μην μου μιλάς σαν να είμαι μπέμπης”. Γέλασα). Είναι ό,τι μπορώ να φανταστώ πιο κοντινό στον Ashton Kutcher. Σοβαρά. Και ίσως πιο ψηλός απ΄ τον Ashton. Του λέω: “Κοιτάω τις φωτογραφίες σου (άπειρες) και δεν μπορώ να καταλάβω τι πρόβλημα μπορεί να έχεις, εμφανισιακά”. Απαντά: “Χρειάζεται δηλαδή να έχω πρόβλημα;” Άλλη στιγμή, εγώ: “Έχεις συνειδητοποιήσει ότι είμαι πολύ κοντή; είναι κατανοητό από τις δικές μου φωτογραφίες”. Αυτός: “Σιγά, βγαίνω και με κοντές”. Άλλη στιγμή, εγώ: “Ρε Ashton, εσύ είσαι και πρωταγωνιστώ στο punk’d;;;” (=MTV show του Ashton με φάρσες).

Σοβαρά τώρα. Ανησυχώ. Και, βέβαια, προσπαθώ να εμποδίσω τον εαυτό μου από το να σκέφτεται το προφανές. Είναι υπερβολή να θέλουμε να είναι ο άλλος και κάπως χαριτωμένος/ έξυπνος (το ένα από τα δύο, έστω, αλλά το “καθαρός” είναι υποχρεωτικό), και συνομήλικος, ΚΑΙ ελεύθερος; Το ένα αποκλείει το άλλο; Αν θέλουμε δηλαδή συνδυασμό των τριών, βάζουμε τον πήχη πολύ ψηλά; Ακόμα και για άλμα επί Κοντώ;

 

Advertisements