Tags

, , ,

14 Φεβρουαρίου. Και ναι, δεν σημαίνει τίποτα, αλλά κολλάει μ’ αυτό που θέλω να μοιραστώ. Έχει να κάνει με μια ακόμα εκπομπή από αυτά τα μίνι-reality του Mtv, Πέμπτη βράδυ, το “Plain Jane”, το οποίο πρωτοείδα πριν δύο εβδομάδες. Η έκφραση “Plain Jane” σημαίνει μια άχρωμη, άοσμη κοπέλα που δεν έχει τίποτα το ξεχωριστό και περνάει απαρατήρητη. Στη συγκεκριμένη εκπομπή, έχουν κι ένα crush (=όταν έχεις “ερωτευτεί” κάποιον από μακριά, χωρίς να το ξέρει ο άλλος, εσύ πάντως έχεις κόλλημα). Η κοπέλα “Plain Jane” λοιπόν έχει crush με έναν πολύ καλό της φίλο εδώ κι 6 χρόνια. Το να είσαι στο “friend zone”, κατά το ελληνικό “σε βλέπω σαν φίλη”, πρέπει να είναι τραγικό και πολύ δύσκολο να το φέρεις τούμπα. Εμένα βέβαια δεν μου έχει συμβεί ποτέ. (Αυτοί που δεν με γουστάρουν δεν θέλουν και να με ξέρουν). Αλήθεια, όμως, όσο παλιοκατάσταση κι αν είναι το friend zone, άλλο τόσο παλιοκατάσταση είναι και η αντίθετη πλευρά.

Τέλος πάντων, πίσω στην εκπομπή, βλέπουμε το Αγόρι, πολύ όμορφο, πολύ γλυκό, απ’ αυτά τα χρυσά παιδιά που τα συμπαθούν όλοι, χαμογελάει και φωτίζει το δωμάτιο, δημοφιλής, παίζει σπορ, όλα τα καλά. Η τύπισσα δεν είναι ακριβώς άσχημη, αλλά σίγουρα όχι όμορφη και τελείως μα τελείως ανεπεξέργαστη, και με μεγάλο γναθο-οδοντικό θέμα. Ας πούμε… πώς νιώθω εγώ μέσα στο Apsendi; Αυτή θα ένιωθε έτσι και στην ουρά στο ΙΚΑ. Έχουν μόνο 48 ώρες να τη συνεφέρουν, κι απ’ την αρχή η coach (=υπεύθυνη μεταμόρφωσης) παίρνει τηλέφωνο το Αγόρι και κανονίζει blind date για 2 μέρες μετά, μεταξύ αυτού και της καημένης, η οποία εκεί -και καλά- θα του αποκαλύψει τα αισθήματά της.

Το αγόρι είναι εντελώς ανυποψίαστο, δεν έχει ιδέα για ποια πρόκειται και αν την ξέρει. Στις επόμενες 48 ώρες, της κάνουν μια ηλίθια άσκηση αυτοπεποίθησης στην οποία υποτίθεται ότι αντιμετωπίζει το φόβο της για τα σαλιγκάρια, τη βάζουν σ’ ένα πάρκο να μιλάει σε αθώους περαστικούς που βγάζουν βόλτα το σκύλο τους, να “φλερτάρει” και να ζητάει τα τηλέφωνά τους, εκεί τρώει τα μούτρα της εντελώς -κι είναι η φάση που βλέπεις μια ταινία κι ο πρωταγωνιστής κάνει τόσο μεγάλες γκάφες που δεν αντέχεις να βλέπεις, τέλος πάντων, στο τέλος της φτιάχνουν το μαλλί, της φοράνε κάτι ρούχα της προκοπής και τη βάφουν. Γίνεται κάπως άνθρωπος (ΟΚ, έχει καλό σώμα) αλλά είναι ακριβώς ο ίδιος άνθρωπος, δεν λες και “Γουάου”.

Και τη στέλνουν στο ραντεβού. Εκεί νιώθω ότι βλέπω ταινία τρόμου. Το υπέροχο Αγόρι περιμένει σε ωραιότατο ξενοδοχείο, φοράει κοστούμι, κεριά αναμμένα στο τραπέζι, λουλούδια, σαμπάνιες. Φουλ στο ρομάντζο. Αυτή κατεβαίνει τα σκαλιά. Αυτός δεν την έχει δει ακόμα. Εγώ ουρλιάζω “ΦΥΓΕ, ΜΗΝ ΤΟ ΚΑΝΕΙΣ ΜΗΗΗΗΗΗΗΗ!” (αλλά δεν με ακούει), δεν θέλω να βλέπω, το Αγόρι τη βλέπει, σηκώνεται, δείχνει έκπληκτος, εγώ: “ΠΕΣ ΟΤΙ ΕΙΝΑΙ ΦΑΡΣΑ, ΠΕΣ ΟΤΙΔΗΠΟΤΕ, ΜΗΝ ΤΟ ΚΑΝΕΙΣ, ΟΧΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙ!!!!!” (αλλά δεν με ακούει), του λέει ότι κάτι έχει να του πει, εκείνος ρωτάει τι (όχι, δεν είναι ηλίθιος, αλήθεια), του λέει ότι εδώ κι 6 χρόνια κάθε Παρασκευή βράδυ σκέφτεται ότι από όλα αυτά που θα μπορούσε να κάνει, θα ήθελε να περάσει το ΣΚ μαζί του (τι γλυκό), του λέει ότι δεν αντέχει πια να είναι μόνο φίλοι, δεν αντέχω κι εγώ, έχω πάθει τρία εγκεφαλικά, δεν υπάρχει γυρισμός, περιμένω απλά να δω πώς θα το χειριστεί αυτός, πώς θα γίνει να περιοριστεί η καταστροφή, πώς θα μαζέψουν τα συντρίμμια του φιάσκου στην εκπομπή.

Το Αγόρι χαμογελάει. Με αυτό το φωτιστικό τρόπο. Πάει, -λέω- είναι ψυχασθενής. Της λέει ότι χαίρεται πάρα-πάρα πολύ που είναι αυτή. Μάλλον ακόμα νομίζει ότι είναι πλάκα. Της λέει ότι κι αυτός ήταν κολλημένος μαζί της για χρόνια. Δεν καταλαβαίνω τι συμβαίνει. Της ζητάει να χορέψουν μπλουζ. Δεν πιστεύω τι συμβαίνει. Την αγκαλιάζει σφιχτά. Έχω μείνει. Φιλιούνται. Στον τόπο. Στο τέλος του show δείχνουν και φωτογραφίες με το ζευγάρι τους επόμενους μήνες. Για να μην πιστεύουμε ότι ήταν στημένο. Δεν ξέρω τι να πιστέψω.

Εγώ -σκέφτομαι- δεν πρόκειται να το έκανα ποτέ. Η ιδέα με πανικοβάλλει. Ακόμα κι αν σε τρώει, ακόμα κι αν ζεις με την αμφιβολία, σκέψου το “πού πας ρε Καραμήτρο;” Μια φίλη ζούσε με το “βρε, μπας και;” στο μυαλό της για καιρό, μέχρι που τον πήγε για καφέ και τα είπε όλα και μετά έγινε σιγή, του λέει “ε… τώρα μιλάς εσύ” και ο τύπος τελικά λέει “…δεν λέω, ξανθούλα είσαι, εξυπνούλα είσαι, αλλά…” Το να επιζήσεις μετά απ’ αυτό, ειλικρινά για μένα είναι αντίστοιχο του να επιζήσεις πυρηνική καταστροφή. Με μεταλλαγμένες γιγάντιες ιπτάμενες ανθρωποφάγες κατσαρίδες. Και αράχνες. Και να μην υπάρχει Hondos και MAC. (Άσχετο αλλά εξίσου τρομακτικό).

Σε αντίστοιχη φάση, άλλη φίλη άκουσε το “Μα… αν δυο άνθρωποι ήθελαν πραγματικά να είναι μαζί, θα ήταν. “Τι λε ρε φίλε…! Για πρώτη φορά στη ζωή μου συνειδητοποίησα ότι μπορεί να είσαι εντελώς μόνος σου σ’ αυτά που νιώθεις ότι συμβαίνουν όσο είσαι μ’ έναν άνθρωπο. Γιατί, ως τώρα, πίστευα ακράδαντα ότι όταν περνάς τη φάση του “τον σκέφτομαι και χαμογελάω μόνη μου, είμαι τρισευτυχισμένη όταν είμαι μαζί του, γελάω συνέχεια σαν ηλίθια, δεν θέλω να περάσει η ώρα και να πρέπει να φύγει, κ.λπ. κ.λπ.”, δεν μπορεί παρά να είναι αμοιβαίο. Ε; ε;

Κι όμως! Μπορείς να το ζεις ΜΟΝΗ ΣΟΥ κυρίες και κύριοι. Ω ναι. Ο άλλος να μην έχει ιδέα και να μην θέλει και να έχει. Άργησα λίγο να το πάρω πρέφα (μια εικοσαετία μωρέ, σιγά!) Σοβαρά πάντως, απ’ το να φας την απόρριψη στα μούτρα, να γίνεις ρόμπα και να μην μπορείς να το πάρεις πίσω “καλέ, το πίστεψες βρε κουτό; Χα χα, πλάκα έκανα!”, για μένα, χίλιες φορές το “υποφέρω σιωπηλά”. Αμέσως μετά, βέβαια, συνειδητοποιώ ότι πρόσφατα, ήμουν έτοιμη να κάνω κι εγώ τη μαλακία-που-δεν-έχει-γυρισμό. Μπορώ να πω ότι δεν με αναγνωρίζω πια, τι να πω. Ευτυχώς, το απέφυγα. Συγκεκριμένα, το απέφυγε αυτός. Οπότε είναι σαν να το έκανα. Όπως θα έπρεπε να λέει και το γνωστό άσμα (έντεχνο, ντρέπομαι):

Στα είπα όλα, μουντζωσέ με τώρα…

Advertisements