Tags

, , , , , ,

Μετά από αποκριάτικο μασκέ πάρτι με κόσμο βασικά από το νησί από το οποίο καταγόμαστε/ στο οποίο παραθερίζουμε, την Παρασκευή, μπαίνουμε άπειρα άτομα (4 κορίτσια, 1 αγόρι) σε ταξί. Τρελό πιώμα + τρελό κέφι. Φίλη διηγείται φάση απ’ το πάρτι: “πάω τουαλέτα, είναι μέσα τύπος, με κοιτάει, ρωτάει αν το καλοκαίρι ήμουν στο νησί, λέω ναι, ρωτάω πού το ξέρει, λέει ότι με θυμάται, λέω συγγνώμη, επειδή το καλοκαίρι πίνω πολύ και δεν έχω πάντα συναίσθηση των πραγμάτων, σε έχω πάρει”; Εκείνη τη στιγμή απευθύνεται στον -πλέον απορροφημένο από την ιστορία- ταξιτζή. Φίλη: “συγγνώμη που τα λέω έτσι, δεν σας πειράζει, ε;”

Ταξιτζής: τι να πειράζει κοπέλα μου, πάρτα όλα!

Την επόμενη εβδομάδα ντύνομαι αγγελάκι, ούτε ένας χριστιανός που να φοράει AXE δεν βρέθηκε, αλλά ΟΚ, έρχεται τριήμερο. Η προοπτική τριημέρου γενικά αποτελεί ένα φυσικό αντικαταθλιπτικό κατευθείαν από το φαρμακείο του ημερολογίου -όχι βέβαια τόσο δυνατό όσο ο ας πούμε ο Αύγουστος (που ανασταίνει και νεκρούς και γενικά είναι ο λόγος για τον οποίο ζούμε)- αλλά και πάλι, έχει ένα ανεβαστικό εφέ. Οπότε, το ηθικό υψηλό, το φωτοστέφανο άθικτο.

Φτάνει λοιπόν τριήμερο. Την Παρασκευή έχω κάτι αναμνήσεις από το Big Apple, κατά το ξημέρωμα πλέον, μόνη με τη Φίλη που δεν είναι και σε τσακίρ κέφι, χυμένη σε καναπέ, εγώ να χορεύω με τη μπλε ελεκτρίκ παγιέτα (είδαν φωτό στη δουλειά και με ρώτησαν τι είχα ντυθεί, δεν είχα ντυθεί) αγκαλιά με έναν στύλο, ενώ δίπλα μου σκουπίζει ένας ταλαίπωρος και με κοιτά υποτιμητικά. Φίλη ρωτάει να πάρει ποτό, με συγκινεί η αφοσίωσή της, λέω άσε, φεύγουμε.

Σάββατο, σύσσωμη η παρέα Βατερών (καλοκαιρινό σούπερ θέρετρο Μυτιλήνης, ελάτε) στο Taj Mahal στην Πανόρμου. Θα ντυνόμασταν πολλές χανούμισσες. Εν τω μεταξύ, όσο ετοιμάζομαι στο σπίτι, ενώ έχω πάρει στολή κι έχω ράψει κιόλας πάνω της (εδώ θέλω χειροκρότημα, έμαθα να ράβω κόπιτσες), έχω ξεχάσει να την κόψω από κάτω. Διότι η στολή είναι φτιαγμένη για να κάνει και στον ευνούχο του χαρεμιού που είναι 1,90, οπότε περισσεύει μισό μέτρο. Ψαλιδίζω λοιπόν τα πέπλα στα γρήγορα, πριν καλέσω ταξί, επιθεωρώ στον καθρέφτη το αποτέλεσμα. Βάζω τα κλάματα. Την έχω κόψει από μπροστά στραβά και κοντή σαν μίνι. Από πίσω άθικτη. Από μπροστά, χανούμ-μίνι, τραγικό. Μαζεύω τα δάκρυά μου, θα τρέξει το μοβ γκλίτερ eye liner, την ισιώνω, τη φοράω ως έχει. Τι να κάνω τέτοια ώρα; Το πολύ-πολύ να πηγαίνω προς τα πίσω.

Στο ταξί, λέω στην Αδερφή τι ωραία που είναι, το χτένισμά της έχει κάτι από Ινδία. Λέω: «Εσύ Ινδία, εγώ αηδία». Στο Taj Mahal, σχεδόν όλοι οι θαμώνες είναι από τη δική μας παρέα, 632 γυναίκες και 3 άντρες. Τέτοια αναλογία. Οι λίγοι άγνωστοι μου λένε να πάω να χορέψω δίπλα τους, κάποιοι λένε να πάω και σ’ ένα πάρτι, να πάω εκεί και την άλλη εβδομάδα, κ.λπ. Μου παίρνει λίγη ώρα. Μετά το συνειδητοποιώ. Όχι παιδιά, ΔΕΝ δουλεύω στο μαγαζί! Προβληματίζομαι ελαφρώς γιατί το λένε μόνο σε μένα ενώ υπάρχουν κι άλλες χανούμισσες. Το ίδιο μου λέει και ο υπεύθυνος του μαγαζιού. Εξαιρετική επαγγελματική πρόταση και σε περίοδο κρίσης.

Ο εν λόγω υπεύθυνος είναι ένα κράμα πολύ καλών γονιδίων, πολύ ύποπτου στιλ, αμφιβόλου εθνικότητας, φωνής φτυστής Ψινάκη και κονσίλερ στο μάτι. Δείχνει να με συμπαθεί. Αλλά όχι κύριε, εγώ δεν μοιράζομαι το κονσίλερ (= τύπος μέικαπ για τους μαύρους κύκλους). Κάπου εκεί μου ‘ρχεται sms από το Apsendi-Αεροπόλο. Δεν ξέρω αν τον θυμάται κανείς, η σχέση μου με το Αεροπόλο για κάτι μήνες περιλαμβάνει sms όπου εκείνος λέει να με δει, εμένα που για κάποιο λόγο δεν μπορώ, κι εκείνον που εκνευρίζεται. Εκείνη την ώρα, με την προαναφερθείσα αναλογία αγοριών-κοριτσιών, απαντάω θετικά. Λέω πού είμαι. Λέει να βγω έξω. Λέω «έχω να σε δω 3 μήνες». Λέει «δεν μπαίνω μέσα». Λέω «αν δεν μπορείς να συνυπάρξεις μαζί μου σ’ ένα μαγαζί για μισή ώρα, ε, άστο». Με διαολοστέλνει. Πάει κι αυτό. Πάλι φωτοστέφανο άθικτο, κι ας ντύθηκα χανούμισσα.

Advertisements