Tags

, , , ,

 

Κυριακή. Υποτίθεται ότι μέσα στο ΠΣΚ είναι να δω έναν άνθρωπο. Είναι να πάρει τηλέφωνο. Έχει φτάσει το Κ από το ΠΣΚ και όσο πήρε εσένα πήρε κι εμένα. (Καλά, εσένα μπορεί να σε πήρε). Εγώ όμως έχω ήδη κανονίσει για το βράδυ, οπότε είμαι cool. Στέλνω sms στον άνθρωπο. Άνθρωπος είναι αρκετά μεγαλύτερος από μένα -απίστευτο κι όμως αληθινό- κι αυτό από μόνο του αξίζει, από εγκυκλοπαιδικό ενδιαφέρον και μόνον. Άνθρωπος απαντά να βρεθούμε σε μια ώρα στο Χαλάνδρι.

Με χαλάει ελαφρώς το: Δεν-σηκώνω-το-χέρι-μου-να-πάρω-εγώ-τηλέφωνο αλλά-μόλις-επικοινωνήσεις-προτείνω-να-βρεθούμε-εδώ-και-τώρα. Το «εδώ και τώρα» φυσικά, δεν παίζει, (κουτό, κουτό αγόρι, τι νομίζεις, ξυπνάω με το μάτι ουράνιο τόξο; τσκ τσκ τσκ!) Παραδόξως, επειδή έχω αρχίσει να ετοιμάζομαι εδώ και μια ώρα, λίγο αργότερα, μπορώ. Στο ταξί μέσα, παίρνω τηλέφωνο να δω πού είναι. Δεν απαντά. Στέλνω sms: «Τι γίνεται; Ζω ‘Το Πείραμα’; Πού είσαι;» Δεν απαντά. Δόξα το Θεό, η Φίλη τρώει κάπου στο Χαλάνδρι. Τι να κάνω; Πάω να τη βρω. Της προσκολλήσεως. Σε λίγο, Άνθρωπος παίρνει τηλέφωνο. Στο Alo Bar. Πάλι σωστά ντυμένη για ροκ κι εναλλακτικά είμαι (αυτό συνοδεύεται από σαρκαστικό ύφος). Αλλά πάω.

Μπαίνω στο μαγαζί. Άνθρωπος πίνει από το μεσημέρι. Δεν υπάρχει ουδεμία αμφιβολία γι’ αυτό. Άνθρωπος έχει πιει. Άνθρωπος με αντιμετωπίζει όπως με αντιμετωπίζουν άγνωστα μικρά αγόρια που με πρωτοβλέπουν στις 5 το πρωί, μετά από μια βραδιά που δεν έχει σερβίρει τίποτα καλύτερο από μπόμπες σφηνάκια τεκίλα. Με διαχυτικότατο ενθουσιασμό, λεκτικό και πρακτικό. Επαναλαμβάνω: ΑΡΚΕΤΑ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟΣ. Τρώει πατατάκια. Συγχρόνως, επιμένει να μου χαϊδεύει τα μαλλιά. Χωρίς να πλένει χέρια ενδιάμεσα.

Αυτό με σκοτώνει ψυχολογικά λεπτό-το-λεπτό.

 

Χωρίς να το σκεφτώ, λέω τη γνωστή (στους γνωστούς μου) ατάκα «αν είναι να με πιάνεις, σε παρακαλώ, από το λαιμό και κάτω». Επαναλαμβάνω, χωρίς να το σκεφτώ. Απαντά με την επίσης γνωστή (σ’ εμένα) ερώτηση: «Πάνω στο σεξ, δεν αφήνεις να σε ακουμπήσει κανείς πιο πάνω;» Εγώ:

Αν τον συμπαθώ, ναι, αλλά δεν το ενθαρρύνω κιόλας.

 

But:

Σε κάποια φάση, κρίνω ότι δεν έχει περιθώρια να πιει άλλο -αν και είναι σε μέγεθος που πιθανότατα μπορώ να κουβαλήσω σπίτι- και είναι ώρα να πάω να βρω τους δικούς μου φίλους. Φεύγουμε. Το μαγαζί έχει σκάλα προς τις τουαλέτες, κρίνει ότι μάλλον δεν την βγάζει, αποφασίσει να κατουρήσει στο δρόμο. Τον περιμένω. Έρχεται. Με πιάνει απ’ το χέρι.

Δεν με πειράζει όσο τα πατατάκια.

 

Αυτό που με πειράζει είναι να κρατάω εγώ κάποιον κι όχι αυτός εμένα. Και να είναι και ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟΣ. Χελλόουυυυ! Είμαι κορίτσι! Πάω λοιπόν να βρω την παρέα μου. Ξέφρενο κέφι, φίλες και φίλοι, μέχρι το πρωί. Το οποίο σημαίνει: πάλι πάει πρωί και νιώθω ένα ανεκπλήρωτο της βραδιάς και θέλω απεγνωσμένα να πάω κάπου να τη συνεχίσω, να μην τελειώσει έτσι άδοξα -και με άθικτο το φωτοστέφανο. Μένω με το φτερό στο χέρι. (Φορούσα ένα μοβ μπόα, είπαμε, ντυμένη για ροκ/εναλλακτικό μπαρ ήμουν). Α, σε κάποια φάση νωρίτερα με θυμήθηκε και το ΤΕΦΑΑ Ζάχαρη, το γλυκό μου. Το είχα πει και πέρυσι:

Με θυμάται ο κόσμος στο καρναβάλι.

 

 

 

Advertisements