Tags

,

Και, περνάω στο Σάββατο βράδυ. Ξεκινάω από Κολωνάκι, 3 γουρουνάκια. Κάποια στιγμή φεύγω από εκεί για να πάω να βρω την παρέα μου, αλλούθε. Περπατάω λίγο πάνω στη Σκουφά γιατί έχει τρελή ουρά, να μην πάρω κατευθείαν ταξί και κολλήσουμε στην κίνηση.100 μέτρα πιο κάτω, παρέα αγοριών μπροστά μου. Ένας (όχι ωραίος) φαίνεται να έχει πιει λίγο παραπάνω, οι άλλοι προσπαθούν να τον αποτρέψουν, μου φωνάζει, με καθόλου θετική διάθεση: “Πού πας;” Εγώ, σε ψιλοφοβισμένους τόνους: “Να βρω τους φίλους μου.” Αυτός, με κάπως σαρκαστικό τόνο: “Τον εαυτό σου στον καθρέφτη τον έχεις δει;” Οι άλλοι τον τραβάνε, φεύγουν. ΟΚ, η διάθεσή μου στο -3.416. Φοράω κι ένα σορτς που να μην έσωνα, !@#$%^&*, όχι κοντό, αλλά προφανώς χάλια, δεν το πιστεύω αυτό που μου συνέβη, κοιτάζομαι και στις βιτρίνες και λέω ΟΚ, μάλλον εκεί έχει πιο πολύ φως απ’ ό,τι στο σπίτι, θέλω να ανοίξει η γη να με καταπιεί, δεν έχω καμία διάθεση να συνεχίσω τη βραδιά, περπατάω με τη φάτσα μέσα στο γιακά του γουνακίου, να κρυφτώ.

Ακούω ένα “Κοπελιά!” από κάπου. Δεν δίνω σημασία. Το ξανακούω, πιο έντονα. Για μένα πάει, το ξέρω. Γυρνάω το κεφάλι. Τύπος που είναι με άλλον Τύπο μου κάνει νόημα να πάω. Πάω να τον αγνοήσω. Μου φωνάζει να μην φύγω, κάνει πιο έντονα νόημα. Εκείνη τη στιγμή, λέω δεν μου συμβαίνει αυτό, τσεκάρω φερμουάρ -κλειστό- τσεκάρω βυζί -μέσα- ειλικρινά αναρωτιέμαι τι διάολο θα ακούσω και πόσο κακός μπορεί να είναι ο κόσμος. Πλησιάζω. Τύπος 1 που με φώναξε έχει ευγενέστατο παρουσιαστικό παρόλα αυτά, λέω: “Είναι αργά, δεν είναι ώρα για μαλακίες, σε παρακαλώ πολύ!” Τύπος 1: “Μα, τώρα είναι ώρα για μαλακίες!” Δεν μπορώ να μην συμφωνήσω, αλλά διατηρώ την εχθρικότητα. Μου δείχνει Τύπο 2, μου λέει ότι εκείνος θέλει να μου μιλήσει. Τύπος 2 είναι απ’ αυτά τα πολύ όμορφα αγόρια που κυκλοφορούν στο Κολωνάκι, σκέφτομαι τι κρίμα που είναι κακός, τον κοιτάζω και περιμένω να δω τι τραγικό πρόκειται να ακούσω. Τύπος 2: “Πού ήσουν;” Εγώ: “mamacas” (Όχι, δεν ήμουν mamacas, αλλά μάλλον εκείνη τη στιγμή έχω πάθει ελαφρό βραχυκύκλωμα και δεν συνειδητοποιώ ότι λέω άλλα αντ’ άλλων). Τύπος 2: “Ήρθες απ’ το mamacas με τα πόδια;” Εγώ, εκνευρισμένη, ούτε ένα τετράγωνο δεν είναι (τα 3 γουρουνάκια): “Ε ναι!” Τύπος 2: “ΟΚ λοιπόν, συνέχισε τότε, keep walking.”

Εγώ, πλέον πολύ εκνευρισμένη, ο τύπος μου λέει δηλαδή ότι καλά κάνω και κάνω γυμναστική γιατί τη χρειάζομαι. Εγώ, πολύ εχθρικά: “Αυτό ήθελες;” Τύπος 2: “Απλά… είσαι πολύ όμορφη…” Αποδιοργανώνομαι. Πλήρως. Αρχίζω και το επεξεργάζομαι αλλά αργώ λίγο, δεν μπορώ να περάσω απ’ τη μία διάθεση στην άλλη τόσο απότομα, συνεχίζω να έχω εχθρικό ύφος: “Εσύ είσαι πολύ πιο όμορφος από μένα.”

Σειρά Τύπου 2 να αποδιοργανωθεί. Με κοιτά με απορημένο βλέμμα. Λέει: “Δεν μου έφτιαξες απλά τη βραδιά, αλλά… τι να πω, τη χρονιά.” Τύπος 1 γελάει. Λέει: “σοβαρολογείς; αυτός εδώ είναι σαν δεινόσαυρος!” Δεν καταλαβαίνω τι διάολο γίνεται, και ίσως πρέπει να ξαναδώ Jurassic Park, γενικά έχω μπλοκάρει τελείως. Τύπος 2 είναι τόσο όμορφος αλλά τι διάολο να κάνω; να κάτσω εκεί; Να πω “βρε παιδιά, δεν είπαμε ότι είναι ώρα για μαλακίες; ας γνωριστούμε!”

Ψελλίζω λοιπόν κάτι ακατανόητες αηδίες και παίρνω ταξί να πάω να βρω τους φίλους μου. Εκεί είναι που συνειδητοποιώ ότι τους είπα πως περπάτησα από Γκάζι ως Κολωνάκι με το σορτς και τα τακούνια. Συμπέρασμα: Μπορεί ακόμα να μην έχω Πάρκινσον και να μπορώ να ζωγραφίσω επιτυχώς το μοβ μάτι με σταθερό χέρι, αλλά, μια το συμβάν “φίλος αντί για ταξιτζής”, μια το “mamacas αντί για 3 γουρουνάκια”, η γεροντική άνοια προφανώς έχει ξεκινήσει…

 

Advertisements