Tags

, , , , ,

Τρελό γουίκ-εντ στου γείτονα

 Σάββατο απόγευμα, πάω σούπερ μάρκετ γιατί δεν βρίσκω τα ντοματίνια μου (παρόλο που ψώνισα χτες, μάλλον κάπου τα έσπειρα). Παίρνω και κάτι μήλα και ρόδια. Στο ταμείο μπροστά μου, μικρό αθώο αγόρι. Αρχίζει να βγάζει απ’ το καλάθι του: πέντε-έξι Heineken, δυο-τρία Bacardi Breezer, καμιά δεκαριά Lacta lov’ it, σαντιγύ, προφυλακτικά, κεράκια ρεσό. Αρχίζει και τα χτυπάει η ταμίας. Του γνέφω προς τα πράγματα και λέω: “Ωραίο σαββατοκύριακο βλέπω θα περάσεις…” Κοκκινίζει αλά λέει: “Μην το γκαντεμιάσουμε μόνο!” Aχ… Αυτά είναι. Να τα βράσω τα ντοματίνια.

Να χορέψουμε το χάλι-ζάλη

Η χτεσινή βραδιά ήταν επική πανωλεθρία. Επιβεβαίωσε φυσικά τον κανόνα του όταν έχεις ανάγκη να περάσεις καλά, περνάς άθλια. Η πλατεία Καρύτση ήταν το highlight -κι αυτό λέει πολλά. Μετά, εκτός του ότι με έφτυσε όλο μα όλο το γνωστό αλλά και το άγνωστο σύμπαν (ήμουν ντυμένη και πολύ λάθος, think ροζ ζουμπουρλίδικη Μiss Piggy-ντολμαδάκι), ήπια τόσο που με έκανε να θυμηθώ ακριβώς γιατί δεν πίνω πολύ γενικά. Και όχι γιατί έκανα μαλακίες, διότι δεν μου δόθηκε ουδεμία ευκαιρία για μαλακίες -οι οποίες, στην τελική, συνήθως είναι ευχάριστες-  όχι λοιπόν, απλά ήμουν πολύ πολύ χάλια, αλλά το αποκορύφωμα ήταν η επιστροφή στο σπίτι. Background: Φίλη έχει γνωρίσει μια χαρά αγόρι, αγόρι έχει φίλο, φίλος όχι μόνο δεν βλέπεται, αλλά ΔΕΝ γενικότερα, φίλος θεωρεί δεδομένο ότι πρέπει να γνωριστούμε καλύτερα μια και γνωρίστηκαν οι φίλοι μας, εγώ του δίνω να καταλάβει ότι αυτό το σενάριο δεν παίζει (δεν έχω ιδέα πώς στην κατάσταση που ήμουν, αλλά ευτυχώς το έλαβε το μήνυμα), φίλος φεύγει.

Και εδώ είναι το θέμα. Γιατί φίλος άφησε το φίλο του μόνο του. Και αργότερα, ενώ για αδιευκρίνιστο λόγο είμαι στα everest (ενώ δεν τρώω), κι εκεί που λέω “αδιευκρίνιστο” βάλε καλύτερα “μάταιο”, φίλη λέει να κάνει την καλή πράξη να γυρίσει αγόρι σπίτι. Εγώ λέω να πάρω ταξί αλλά φίλη δεν με αφήνει. Αγόρι μένει κάπου Θρακομακεδόνες. Αλλά πολύ πολύ πιο μακριά. Στον πηγαιμό, νιώθω ότι πήγαμε ταξίδι, τελικά έπρεπε να έχουμε πάρει σαντουιτσάκια απ’ τα everest. Δάση, βουνά, ποτάμια, ραχούλες, αρκούδες. Στο γυρισμό, χανόμαστε. Εκείνη τη μαγική ώρα ξεκινάει στο κεφάλι μου το Όλα Γύρω Μου Γυρίζουν. Στη διαπασών. Ζαλίζομαι και υποφέρω. Και είμαστε χαμένες κάπου στο Άγνωστο, στην επαρχία, μπαίνουμε και βγαίνουμε από Αττική Οδό, δεν ξέρω τι γίνεται, θέλω να πεθάνω, έχει στροφές, ζαλίζομαι απερίγραπτα, υποφέρω, θέλω να πεθάνω. Ο ήλιος πλέον λάμπει και το μαρτύριο δεν τελειώνει. Όταν κάποια στιγμή βγαίνουμε στο δαχτυλίδι (της Κηφισίας) σχεδόν κλαίμε από χαρά. Ακόμα ζαλίζομαι πάντως. Και μετά από αυτό το Σαββατοκύριακο, σχεδόν ανυπομονώ να ξυπνήσω αύριο να πάω στην καινούρια μου δουλειά…

Τουριστικός Οδηγός Νυχτερινών Κέντρων

Γυρνώντας απ’ τη δουλειά στις 11 το βράδυ, από τον Άγιο Δημήτριο, αλλάζω γραμμή μετρό στο Σύνταγμα. Στις κυλιόμενες προς Αεροδρόμιο, με προσπερνούν δύο παρφουμαρισμένα αγόρια. Ρωτάνε τους μπροστινούς μου: “Ρε παιδιά, ξέρει κανείς πού είναι το Dekko; Κάπου στην Κηφισίας;” Όλοι προβληματίζονται, γνέφουν όχι. Σκέφτομαι “τι διάολο;” Λέω “Ναι, ξέρω πού είναι, εσείς ξέρετε τίποτα από Κηφισίας να σας εξηγήσω;” Δεν ξέρουν πού βολεύει να κατέβουν, προτείνω Εθνική Άμυνα που πάω κι εγώ γιατί έχει πιάτσα ταξί. Λένε να έρθουν για να κατέβουν μαζί μου, λέω ΟΚ, με ακολουθούν υπάκουα. Πιάνουμε τη συζήτηση μέσα στο μετρό. Ρωτάω “πώς και Dekko τόσο νωρίς;” (δεν έχω ακριβώς συναίσθηση της ώρας), λένε “πάμε σε χοροεσπερίδα” (=ααα, τι γλυκό!) Εγώ: “Α, της σχολής σας;” Εκείνοι: “Ναι, ΤΕΦΑΑ”. Εκεί, για μια ακόμα φορά στη ζωή μου κοιτάζω το ταβάνι και αναρωτιέμαι για το χιούμορ Του και το αν είναι η μοίρα μου σακατεμένη (-σίγουρα). Κατεβαίνουμε, περπατάω εγώ μπροστά προς τα ταξί, αυτοί πίσω μου. (Γεγονός που με την παρούσα κατάσταση της ανισορροπίας αποδεικνύεται ιδιαίτερη πρόκληση και φοβάμαι ότι φοβήθηκαν πως εμπιστεύθηκαν τη Μεθυσμένη Γκόμενα που Παραπατάει). Ανοίγω την πόρτα του πρώτου ταξί, λέω στον ταξιτζή: “Dekko στην Κηφισίας, στην παλιά Αυτοκίνηση, ξέρετε;” Αγόρι ρωτάει έκπληκτο: “Θα έρθεις μαζί μας;” Λέω: “Μπα, θα έχω πολλούς γνωστούς εκεί και ας μην με δουν έτσι, κατευθείαν απ’ τη δουλειά…” Πήρα το πίσω ταξί να γυρίσω σπίτι. Αναστέναξα. Αμέσως προειδοποίησα τον εαυτό μου να μην κάνει κανένα σχόλιο.

Advertisements