Tags

, , , , , , , ,

Πέμπτη, 28η Οκτωβρίου, όλη μέρα έξω με φίλες, σε κάποια φάση κανονίζω να δω γνωριμία που έχω αποθηκεύσει στο κινητό ως Ροζ Πουκάμισο Γκάζι. Στέλνει μήνυμα: “Με πόσες φίλες είσαι, να ξέρω κ εγώ πόσους να φέρω”. Αυτό το μήνυμα είναι συγκινητικό. Βγάζει μια ευκολία, μια ανεμελιά, μια προθυμία, μια διαθεσιμότητα. Αν το είχε στείλει τριαντάρης+, σίγουρα θα μου είχε κατασχεθεί το κινητό για να εκτεθεί σε μουσείο ως σπάνιο είδος. Απαντάω πρώτα ευγενικά να φέρει έναν-δυο να μην είναι το μόνο αγόρι μαζί μας και βαρεθεί, αλλά μετά, παρασυρόμενη από τη γενική ευθυμία της ομήγυρης, στέλνω “Φέρε να διαλέξουμε”. Απαντά: “Σε 20 λεπτά ο Λεωνίδας και οι 300 θα είναι εκεί”. THIS IS PARTY!

Χτες βράδυ, μετά από μια εβδομάδα που κράτησε τρία χρόνια, με μόνιμη ημικρανία και μια ανησυχητική αστάθεια κι εκεί που στέκομαι, ξεκινάω να βρω φίλους στου Ψυρρή (=retro). Σε κουτούκι. Μέσα στο ταξί, παίρνω και ρωτάω το όνομα του μαγαζιού: Θέμα Χρόνου. Χμμμ… Σημαδιακό. Έχει και πανσέληνο. Πάντως περνάμε ωραιότατα, “αυτός ο άνθρωπος αυτός, ήταν ο άλλος μου εαυτός, γιατί είναι άπιαστος σαν όλα τα ωραία, λυγαριά λυγαριά εκείνον έχω στην καρδιά, όταν πηγαίναμε μαζί σχολείο, τα χρόνια του 16 μα είχε ξεπετάξει, ματώνω, Φίλη, τον αγαπώ ακόμα, ποτέ δεν τον ξεπέρασα, τραβάω λοιπόν μια κόκκινη γραμμή σε μια αγάπη που ‘χε λάθος διαδρομή, ντάρι ντάρι.” Μετά τις 4 με πιάνουν οι γνωστές τάσεις φυγής, λέω πάω 11 (=classic), με το που βγαίνω, βλέπω αναπάντητη από το Ροζ Πουκάμισο Γκάζι. Ήταν θέμα χρόνου.

Ροζ Πουκάμισο Γκάζι πάει προς Γκάζι, λέει “έλα εκεί που γνωριστήκαμε” (τι ρομαντικό). Αμέσως μετά ξαναπαίρνει, εκεί δεν υπάρχει ψυχή, να δοκιμάσουμε Mamacas. Περνάω μία από Ginger, τσεκαδόρος μου κάνει νόημα να μπω, ειλικρινά τα μαγαζιά πρέπει να περνάνε δύσκολα, πας μια φορά καθημερινή και μετά σε βλέπουν σαν δικό τους άνθρωπο. Πίνουμε και σφηνάκι. Άντε, να πάω Mamacas. Ο κόσμος εκεί σε πολύ εύθυμη διάθεση, με την προθυμία του “η ώρα έχει πάει 5, ή τώρα ή ποτέ”. Πάω στο μπαρ, ζητάω το γνωστό Haig, το ξανασκέφτομαι, λέω “θέλω ένα ουίσκι που να είναι ΟΚ, αν είναι πρίμιουμ, ας είναι”. Μπάρμαν: “Κάτι τέτοια κάνεις και φαίνεσαι μεγαλύτερη”. Ναι. Με το ποτό μου, τριγυρνάω στο μαγαζί. Τον βλέπω. Στέκομαι εκεί και δεν μου δίνει καμία σημασία.

Ένας ακριβώς δίπλα μού δίνει, έχει και το Βλέμμα της Αναγνώρισης. Α, ΟΚ, σόρι, αυτός είναι. Δεν φταίω εγώ, μοιάζουν. Κάπως. Ο δικός μου είναι καλύτερος. Και περνάμε πολύ ωραία με Ροζ Πουκάμισο Γκάζι και παρέα του. Τελειώνει το πρόγραμμα, λέω να φύγω, λέει πάμε να φάμε, επιμένει. Σ’ αυτή τη φάση κούρασης έχω προσέξει ότι γίνομαι πιο διαλλακτική και δεκτική, δεν έχω τη δύναμη να αντιδράσω πολύ έντονα, πρέπει να το προσέξω. Εκεί που πάμε γίνεται της ακολασίας, άπειρος πολύ κοινωνικός κόσμος, άνθρωποι μου ζητάνε τηλέφωνα και ανοίγουν πουκάμισα, πανικοβάλλομαι ελαφρώς, μου παίρνει καλαμάκι κοτόπουλο, χαίρομαι, καθόμαστε, τρώμε. Μετά παίρνω ταξί να φύγω και -ξέρω πόσο επικίνδυνο είναι, απλά ήταν αδύνατον να το αποφύγω- κοιμάμαι στο δρόμο. Ξυπνάω στην Κηφισίας, στο Μαρούσι απέναντι από το 11, βλέπω να περνάμε μπροστά από τα everest. Αναφωνώ: “Θεέ μου, όχι πάλι εκδρομή και ζάλη!” …Επιτέλους φτάνω σπίτι. Ήταν θέμα χρόνου.

Flashback (=αναδρομή) στο προηγούμενο ΣΚ, Παρασκευή βράδυ, mamacas, πολύ αργά εμφανίζεται και Ροζ Πουκάμισο Γκάζι, ε, μια ψυχή που ‘ναι να βγει ας βγει, στο σπίτι μου, η γυναικεία ανατομία τού προκαλεί τρομερό ενδιαφέρον, λέω “υπάρχουν κάτι ταινίες χωρίς ιδιαίτερη πλοκή στο internet, ίσως αξίζει τον κόπο να ρίξεις μια ματιά” λέει: “μα από κοντά είναι αλλιώς…” Α, μάλιστα. Μετά παρακαλάει να μείνει να κοιμηθεί, λέω όχι, αρνείται να φύγει, βρε καλέ μου, βρε χρυσέ μου, δοκιμάζω παρακάλια, απειλές, ξύλο, δεν δουλεύει τίποτα, αποφασίζω να βάλω μπρος τα μεγάλα μέσα και να ξεβαφτώ (πρώτη φορά μπροστά σε άγνωστο), λέω, δεν μπορεί, θα τρομάξει και θα φύγει. Όχι φίλε μου! Γενναία τα σημερινά παιδιά. Ατρόμητα. Μένει ως το μεσημέρι. Κοιμάται. Σαν πουλάκι. Εγώ κλείνω μάτι συνολικά γύρω στο 20λεπτο, έχω τελείως το χάλι μου, ο άλλος ξυπνάει φρέσκος και αναζωογονημένος, το χάσμα των γενεών το ίδιο. Του δίνω εισιτήριο να πάρει μετρό. Και καραμέλες. Flashback τέλος.

Αυτή την Παρασκευή, πλατεία Καρύτση, PairiDaeza (πάλι! δεν ξέρω πια τι να φορέσω εκεί, έχω εξαντλήσει όλα μου τα μαύρα/νορμάλ), σε κάποια φάση έχει πολύ καπνό, βγαίνω έξω. Στην είσοδο, περίεργος ημιπροβληματικός τύπος μού πιάνει κουβέντα για τα αντικαπνιστικά μέτρα, λέει ότι φαίνομαι πολύ ροκ τύπος (το πέτυχα το outfit), δείχνει και τα τρουκς στα βραχιόλια μου, λέω ότι είναι από τα παιδικά του h&m, δεν  πτοείται. Πάλι η γνωστή ατάκα “εγώ γιατρός είμαι, αν θελήσεις ποτέ τίποτα, πες μου, κι αν θες να βγούμε και για κανά ποτό…” Μου δίνει κάρτα. Δερματολόγος – Αφροδισιολόγος. Μάλιστα. Η δική μου παρέα θέλει να μείνει εκεί, εγώ δεν αντέχω άλλο να λικνίζομαι και καλά σε ελαφρο-ροκ, φεύγω με ξένη παρέα (γεμάτο γνωστούς το μαγαζί) για Boutique -δίπλα.

Κατά τις 5.30, χτυπάει τηλέφωνο, βγαίνω πάλι στην είσοδο για να μπορώ να ακούσω. Ροζ Πουκάμισο Γκάζι: “Πού είναι η γυναίκα της ζωής μου;” Εγώ: “Πιθανόν με τον άντρα της ζωής μου”. Πληγώνεται: “Δηλαδή να πάω για ύπνο;” Εγώ: “Γιατί, έμαθες τίποτα που ν’ αξίζει τον κόπο μέσα σε μια εβδομάδα;” Γελάει -άρα όχι. Πορτιέρηδες έχουν σκάσει στα γέλια.

Advertisements